Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΖΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΖΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Δεκ 2015

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ


Χριστουγεννιάτικη εικόνα
του
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ


Τούτα δω τα φώτα της τροχαίας στην Ακρόπολη έχουν μόνιμο πρόβλημα: αργοπορεί να ανάψει το πράσινο στην κατεύθυνση της Λευκωσίας. Έτσι, χωρίς προφανή λόγο. Σήμερα κόλλησαν για τα καλά στο κόκκινο. Περιφέρω το βλέμμα μου τριγύρω. Στο οπτικό μου πεδίο παρεμβάλλεται μια μεγάλη πινακίδα στο καμπαναριό της εκκλησίας τ΄ Άι Δημήτρη, που πληροφορεί ότι το μεγάλο ρολόι δίπλα είναι δωρεά μιας συγκεκριμένης τράπεζας. Ποιος χοντροκέφαλος το σκέφτηκε αυτό άραγε; Η ματιά μου σαρώνει τον χώρο. Στο καθρεφτάκι μου φαίνεται μια απαστράπτουσα λιμουζίνα, που με ακολουθεί, με ένα ζευγάρι μεσόκοπων μέσα. Η ωραία, καλοχτενισμένη γυναίκα, που φαίνεται πως μιλούσε στο τηλέφωνο χαμογελά, κατεβάζει το χέρι από το αυτί, κάτι λέει στον συνοδό της και γελούν. Ξαφνικά όμως, το γέλιο τους χάνεται καθώς γυρίζουν κι οι δυο το κεφάλι τους προς τα δεξιά και κοιτάζουν κάτι, σχεδόν έντρομοι. Αυτό όμως δεν διαρκεί πολύ, μόνο λίγα δευτερόλεπτα, γιατί πάλι ξαφνικά γυρίζουν συντονισμένα το κεφάλι με μια απότομη κίνηση και κοιτάζουν μπροστά σοβαροί, εντελώς ακίνητοι, χωρίς να κουνάνε ούτε τα βλέφαρά τους. Μετατοπίζω το κεφάλι μου προς τα αριστερά περίεργος. Τότε εμφανίζονται στο καθρεφτάκι μου δυο τεντωμένα χέρια: το ένα κρατάει ένα τενεκεδάκι, το άλλο είναι χωρίς παλάμη… 



21 Σεπ 2015

"ΕΠΕΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ"

Ανδρέας Χαραλαμπίδης, σχέδιο με μαρκαδοράκι

"ΕΠΕΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ"
ανάμνηση
του
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
 [ανάρτηση μου στο facebook] 

Ήταν μια άλλη εποχή, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε. Πριν δεκαετίες, στη Λευκωσία. Κι ήταν ένα μαγαζάκι, εντός των τειχών -μάλλον επί των τειχών- που το όνομα του ήταν "έπεα πτερόεντα". Εκεί πήγαινε όλος ο καλός κόσμος, του θεάτρου, της λογοτεχνίας και γενικά των τεχνών και της διανόησης. Κάποτε σταματούσα κι εγώ, όχι γιατί ήμουν ή ένιωθα κάτι από αυτά που ανέφερα πιο πάνω. Μόνο για μια μπύρα. Πού όμως, να βρεις τραπεζάκι. Πάντα γεμάτο. Τότε επιτρεπόταν και το κάπνισμα. Κάποιο βράδυ, κάθισα στο μπαρ και δίπλα μου ήταν ένας πολύ καλός ζωγράφος από την Πάφο [εγώ τον τοποθετώ ανάμεσα στους καλύτερους μας όλων των εποχών, και ανάμεσα στους δύο καλύτερους εν ζωή] και μιλούσαμε για ζωγραφική. Απέναντι μου ήταν ένα πολύ όμορφο κορίτσι με όμορφα μάτια και με κοίταζε επίμονα. Μπορεί και να κοιτούσε αφηρημένη στο κενό, δεν κατάλαβα, μα σάμπως κι εγώ ήμουν κάτι διαφορετικό; Κι εγώ ένα κενό ήμουνα. Όσοι έχουν χάσει το σπίτι τους, όσους έχει αγγίξει το ΄74 ναι, κάποτε νιώθουν έτσι. Έσπρωξα προς το μέρος του φίλου ζωγράφου ένα κομμάτι χαρτί που βρέθηκε μπροστά μου και του είπα: σε παρακαλώ ζωγράφισέ μου την. Θέλω να πάρω μαζί μου αυτό το πανέμορφο κορίτσι. Δεν μου χάλασε χατίρι...


20 Σεπ 2015

"ΠΕΡΑ ΒΡΕΧΕΙ"



«ΠΕΡΑ ΒΡΕΧΕΙ»

του

Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
[ανάρτηση μου στο facebook] 

Σήμερα: ώρα τρεις το απόγευμα. Στο «Presse café». Παίρνω μια εφημερίδα και βγαίνω στο εξωτερικό μέρος χωρίς να παραγγείλω γιατί περιμένω έναν φίλο που μόλις ήρθε από την Αθήνα. Ο κοινός μας φίλος Καθηγητής Θεοδόσης Πυλαρινός μου στέλλει τον χαιρετισμό του με ένα βιβλίο. Στο τραπεζάκι που είναι μπροστά μου αριστερά είναι ένα νεαρός με σκουλαρίκι, απορροφημένος στο κινητό του. Έχει μια ελιά πάνω από το αριστερό του φρύδι. Είναι ακίνητος. Κινούνται μόνο τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού. Απέναντί του κάθεται μια μαυροφορεμένη. Δεν μπορώ να δω το πρόσωπό της. Κάποτε γυρίζει το κεφάλι της λίγο προς τα δεξιά μα δεν μπορώ να προσδιορίσω την ηλικία της, θά ΄λεγα όμως, πως είναι γιαγιά του. Δεν μιλάνε. Κάθε τόσο απολαμβάνει μια γουλιά απ΄τον καφέ που έχει μπροστά της, φέρνοντας το μικρό φλιτζανάκι που αχνίζει με αργή κίνηση του χεριού προς τα χείλη της. Ο ουρανός γίνεται ολοένα και πιο βαρύς. Σηκώνεται. Με αργά βήματα προχωρεί προς το διαφανές πλαστικό παράθυρο. Προσπαθεί να δει στο βάθος, ανάμεσα από μια σειρά πανύψηλα κυπαρίσσια, ανασηκώνοντας λίγο το σώμα στις μύτες των ποδιών της. Ο νεαρός ούτε που άλλαξε θέση. Αυτή κοιτάζει για λίγο ακόμα κι ύστερα γυρνά για να επιστρέψει στη θέση της. Τότε μου αποκαλύπτει την αριστερή πλευρά του προσώπου της: έχει μια ελιά πάνω από το αριστερό της φρύδι. Κάθεται. Λέει «στην Κερύνεια βρέχει». Ο νεαρός εξακολουθεί να κοιτάζει στο κινητό του και η μόνη κίνηση του προέρχεται από το δεξί του χέρι. Αυτή επαναλαμβάνει πιο δυνατά «στην Κερύνεια βρέχει». «Στην Κερύνεια βρέχει πολύ». Σιωπή. Ύστερα από λίγο μουρμούρισε κάτι ακόμα, που δεν μπόρεσα να καταλάβω…


16 Ιαν 2012

ΞΕΡΕΙΣ ΠΟΔΗΛΑΤΟ;



...
Ένα απόγευμα, έφτασε με το λεωφορείο της γραμμής ο θείος Πέτρος από το Βαρώσι. Κρατούσε μια μικρή καφετιά βαλίτσα στο ένα χέρι και με το άλλο κρατούσε το τιμόνι του ποδηλάτου του. Ερχόταν κάθε χρόνο και έμενε καμιά βδομάδα μαζί μας, αλλά τις πιο πολλές ώρες του τις περνούσε στο καφενείο με τους φίλους του που είχε πολλούς μήνες να τους δει. Πάντα έφερνε και το ποδήλατο μαζί του, γιατί πήγαινε στο διπλανό χωριό και έβλεπε κάποιους συγγενείς. Ήταν ένα πολύ όμορφο βυσσινί ποδήλατο, πιο μικρό από τα κανονικά. Οι τροχοί του ήταν πιο μικροί και η σέλα του πιο μαλακή και διαφορετική από τα άλλα. Την άλλη μέρα το πρωί, καθώς έπινε τον καφέ του στον ηλιακό με τον μάστρο -έτσι αποκαλούσαν όλοι τον πατέρα μου- μού είπε ξαφνικά «μεγάλωσες, δεν περίμενα να σε δω τόσο ψηλό. Για έλα δω, είμαι περίεργος να δω αν φτάνουν τα ποδάρια σου στα πεντάλια».

Έβγαλε ένα κλειδί και χαμήλωσε τη σέλα όσο που πήγαινε. «Έλα» είπε ξανά, «το κρατάω, μη φοβάσαι». Τα πόδια μου έφτασαν στα πεντάλια και σχεδόν ακούμπησαν στο έδαφος. Κατέβηκα και το κοίταζα σα χαζός με τα χέρια αδέξια στις τσέπες. «Στα μέτρα σου» συνέχισε ο θείος Πέτρος. «Ξέρεις ποδήλατο;» είπε και το ακούμπησε στον τοίχο.  Έκατσε στην καρέκλα και συνέχισε τον καφέ του λέγοντας «όσο είμαι εδώ, θα μπορείς να κάνεις καμιά βόλτα, αν ξέρεις».

Δεν ήξερα αν ξέρω. Πώς θα μάθαινα. Μ΄εκείνη την καμήλα την παλιοσακαράκα πώς θα μπορούσα να μάθω. Είχα βελτιώσει βέβαια, τη μέθοδό μου, το δεξί μου πόδι το έβαζα τώρα στο δεξί πεντάλι περνώντας το μέσα από τον σκελετό και προσπαθούσα να ισορροπήσω κρατώντας το τιμόνι με το ένα χέρι και το άλλο αγκαλιά με τη σέλα, μα τις πιο πολλλές φορές νικούσε το βάρος του ποδηλάτου και έγερνα στα δεξιά. Πώς δεν τσακίστηκα, ένας Θεός το ξέρει.

«Με ΄γειά το ποδήλατο μάστρε» είπε σε κάποια στιγμή, ρουφώντας τον καφέ του προσέχοντας το καινούριο έλσουικ. «Ευχαριστώ» απάντησε ο μάστρος, «μα τι μάρκα είναι το δικό σου;» είπε, κοιτάζοντας ερευνητικά το βυσσινί ποδήλατο. «Άρμστρογκ» είπε ο θείος, «άρμστρογκ του ΄53, μόνο πεντέξι υπάρχουν στον τόπο και είμαι ένας από τους τυχερούς». «Ξέρεις πότε μαθαίνει κανένας ποδήλατο;» είπε πάλι ο μάστρος κι έδωσε την απάντηση μοναχός του. «Το ποδήλατο πρέπει να το εμπιστευτείς. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος».

Δεν γνωρίζω αν αυτό το είπε για μένα ή απλά ήταν μια άσκοπη παρατήρηση που είπε, απλά για να πει κάτι. «Πολύ σωστά» συνέχισε ο θείος «Να το εμπιστευτείς» και τόνιζε συλλαβή τη συλλαβή. Χτύπησε η καρδιά μου παράξενα. «Το ποδήλατο πρέπει να το ε-μπι-στευ-τείς» επανέλαβα κι εγώ από μέσα μου. Μάλλον για μένα το είπε, σκέφτηκα. Τα λόγια του θείου που είχε πει προηγουμένως στριφογύριζαν στο μυαλό μου. «Θα μπορείς να κάνεις καμιά βόλτα, όσο είμαι εδώ». Η ανάσα μου έγινε πιο βαριά κι η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. «Θα μπορείς να κάνεις καμιά βόλτα, όσο είμαι εδώ, αν ξέρεις» επανέλαβα από μέσα μου και μ΄ένα αστραπιαίο σάλτο βρέθηκα καθισμένος στη σέλα του βυσσινί άρμστρογκ και ποδηλατούσα δυνατά στο δρομάκι που βγάζει στον κύριο δρόμο. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουν αυτό που ένιωθα εκείνη τη στιγμή. Η απόλυτη ευτυχία. Ήμουν καβάλα σ΄έναν πήγασο και πετούσα στα ουράνια. Δεν άργησα, γύρισα γρήγορα και ακούμπησα το ποδήλατο στον τοίχο. Αυτοί συνέχισαν να κουβεντιάζουν χωρίς να μου δίνουν σημασία. Έτσι νόμιζα. Δεν με ένοιαζε όμως, γιατί εγώ ήξερα πια ποδήλατο.

Όταν είμαστε ευτυχισμένοι, οι μέρες περνούν πολύ γρήγορα. Κι αυτές οι μέρες, πέρασαν τόσο γρήγορα που απόρησα. Πρωί πρωί ο θείος ετοιμάστηκε για να φύγει. Εκτός από την καφετιά βαλίτσα θα έπαιρνε μαζί του ένα παραγεμισμένο καλάθι σκεπασμένο και ραμμένο με ένα άσπρο ρούχο κι ένα μικρό κιβώτιο με προιόντα από το περιβόλι μας και φρεσκοψημένο μοσχομυριστό ψωμί. Εγώ ανέλαβα να μεταφέρω το μικρό κιβώτιο μέχρι το βένετο ξωπόρτι όπου περιμέναμε όλοι μαζί μέχρι να έρθει το λεωφορείο.


Δεν άργησε. Ο θείος αφού μας χαιρέτισε μπήκε στο λεωφορείο, αφήνοντας στον οδηγό τη φροντίδα για την τοποθέτηση των αποσκευών του. Μόλις ξεκίνησε το λεωφορείο κάτι θυμήθηκα. Γύρισα το κεφάλι μου ανήσυχος προς το μέρος του σπιτιού και είδα το ποδήλατο. Καλά θυμήθηκα. Ήταν εκεί, ακουμπισμένο στον τοίχο πίσω από τις καμάρες. Δεν έχασα καιρό, το λεωφορείο είχε κιόλας απομακρυνθεί καμιά τριανταριά μέτρα και φώναξα δυνατά με όση δύναμη είχα «θείε Πέτροοο, ξέχασες το ποδήλατο». Αυτός έβγαλε το κεφάλι από το παράθυρο και απάντησε σχεδόν αμέσως «το ποδήλατο είναι πια δικό σου! Δικοοό σου!». Μετά έβγαλε το χέρι και μας χαιρετούσε ώσπου το λεωφορείο χάθηκε στη στροφή του δρόμου. 



[απόσπασμα από εκτενέστερο ανέκδοτο κείμενο]

10 Ιαν 2012

Η ΛΟΥΛΟΥ




... Το εργαστήρι ή μαγαζί, όπως το έλεγε ο μάστρος,  ήταν ένα από τα μεγάλα δωμάτια του σπιτιού, μ΄ένα πάγκο στη μέση, που είχε στην άκρη μόνιμα στερεωμένη μια μέγγενη. Εδώ στερέωνε τα ξύλα και τα επεξεργαζόταν. Στο δεξί του αυτί πάντα είχε ένα μολύβι που κάθε τόσο το έξυνε στην κοφτερή λεπίδα του ροκανιού αφού πρώτα το αναποδογύριζε στο αριστερό του χέρι. Μόνιμο επίσης, ήταν και το μελωδικό σφύριγμα που έβγαινε κάθε τόσο από μια μικρή ανεπαίσθητη τρυπίτσα στο αριστερό του χείλος καθώς το σούφρωνε ελαφρά χωρίς να καταβάλλει προσπάθεια.

Έκανα κι εγώ να σφυρίξω μα έβγαινε από τα χείλη μου μόνο αέρας. Κι όταν τον ρωτούσα απεγνωσμένα «πότε θα μάθω να σφυρίζω;» αυτός μου έλεγε, «για να σφυρίξεις, πρέπει να εμπιστευτείς πρώτα απ΄όλα τις ικανότητες του λάρυγγα και της γλώσσας σου, πρέπει να πιστέψεις ότι μπορείς να σφυρίξεις, να κλείνεις τα μάτια και να βγάζεις το σφύριγμα μέσα από τα βάθη της καρδιάς σου». Είχε μια απίστευτη ικανότητα να αντιλαμβάνεται την ουσία των πραγμάτων και να τη μεταδίδει. Αυτή η σοφή κουβέντα του με βοήθησε να μάθω να σφυρίζω. Στην αρχή δεν μπορούσα. Όλες μου οι προσπάθειες πήγαιναν χαμένες. Από τα χείλη μου εξακολουθούσε να βγαίνει μόνο αέρας. Αέρας ... κοπανιστός.

Σε κάποια στιγμή, το απόγευμα, πρόσεξα τη Λουλού που ερχόταν να παίξει με τις αδελφές μου. Αυτή η μικρή πήγαινε στη Δευτέρα τάξη, ήταν μικρότερη μου δηλαδή ένα χρόνο και υπέφερε πολύ από μένα γιατί όταν ήμουν μικρότερος πάντα της τραβούσα τα μαλιά και πήγαινε στο σπίτι της με κλάματα.

Με πλησίαζε λίγο φοβισμένη και μόλις ήρθε αρκετά κοντά μου, φούσκωσα τα στήθια και της είπα: «Θέλεις να σου σφυρίξω ένα τραγούδι;»  Με κοίταξε επιφυλακτικά και με φόβο μα ύστερα έγνεψε με το κεφάλι «ναι». Τι ήθελα κι εγώ να το πω αυτό. Την κοίταξα παγωμένος. Τι ήθελα να το πω, εγώ που δεν ήξερα να σφυρίζω. Τι προσβολή θα ήταν αν δεν τα κατάφερνα. Κόρδωσα όμως, ακόμα πιο πολύ σαν γάλος και ο αέρας ξεκινώντας από μέσα μου βαθιά, βγήκε από τα χείλη μελωδικός. Σφύριξα. Ναι, σφύριξα!

Με κοιτούσε χωρίς φόβο τώρα και στα χείλη της φάνηκε ένα αδιόρατο χαμόγελο. Δεν το πίστευα. Τα είχα καταφέρει! Μπόρεσα να σφυρίξω! Δεν έχασα καιρό, τώρα που το σίδερο έβραζε, ξεκίνησα ένα καινούριο σφυρικτικό σκοπό: «Άαααπό την πό από την πόοορτα σου περνώ». Αυτή τη φορά το σφύριγμα βγήκε ακόμα καλύτερα και με μεγαλύτερη ευκολία. Άρχισα τότε να χοροπηδώ γύρω από τη Λουλού, που ο τρόμος επανήλθε στα απορημένα της μάτια βάζοντας τα χέρια γύρω απ΄τα μαλιά της, γιατί νόμισε πως θα της τα τραβούσα. Εγώ όμως, έκανα κάτι άλλο. Της έσκασα ένα φιλί στο μάγουλο ενώ αυτή το έβαζε τρομαγμένη στα πόδια για το σπίτι της.

Έμαθα να σφυρίζω!


[Απόσπασμα από εκτεταμένο ανέκδοτο  κείμενο]