22 Δεκ 2014

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΩΡΟ



Το χριστουγεννιάτικο δώρο
Χριστουγεννιάτικο διήγημα
          του             
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

[πρώτη δημοσίευση: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κύπρου, Κυριακή 21 Δεκ 2014, ΖΩΗ, σελ. 1]
                                                                                   
Το καλοκαίρι που μας πέρασε, ο εγγονός μου είχε κλείσει την πρώτη εφταετία της ζωής του κι ανάμεσα στα πολλά κουτιά με δώρα που πήρε, και που τελικά δεν του έκαναν καμιά αίσθηση, ήταν και το δώρο της νονάς του, το πιο φανταστικό δώρο, όπως μου είπε αργότερα, που τον έκανε ευτυχισμένο. Ήμουν εκεί και είδα με τι χαρά το δέχτηκε. Ξέσχισε το περιτύλιγμα κι όταν έκπληκτος αντίκρισε την εικόνα που ήταν τυπωμένη στο κουτί, το χάιδευε και δεν πίστευε στα μάτια του. Ήταν η σανίδα με τα τέσσερα τροχάκια των ονείρων του. Αμέσως, αναζήτησε με το βλέμμα τον πατέρα του, για να διερευνήσει ποια εντύπωση είχε κάνει σ΄εκείνον, γιατί μπροστά του εκείνη ακριβώς τη στιγμή, βρισκόταν αυτό που είχε ζητήσει λίγους μήνες πριν και ο πατέρας επίμονα τού είχε αρνηθεί. Η θετική όμως εικόνα που αντίκρισε και το χαμόγελό του, διέλυσαν την αγωνία του και τον χαροποίησαν. Έσφιξε τις γροθιές του και τις κουνούσε πάνω κάτω βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Έβγαλε τη σανίδα από το κουτί και την έβαλε στην αγκαλιά του με αγάπη.

Τις επόμενες μέρες, με την καθοδήγηση του πατέρα του, με μεθοδικότητα και υπομονή, κατακτούσε το παιχνίδι σωστά, και μάθαινε όλα τα μυστικά και τις εντυπωσιακές φιγούρες του. Αργότερα, τα απογεύματα, συνέχισε να κάνει την εξάσκησή του πότε στο πάρκο και πότε στο πλάτωμα του αδιεξόδου. Μαζί με τον εξάδελφό του και άλλα δύο παιδιά της γειτονιάς συγκρότησαν την παρέα του skateboard. Τα παιδιά έπαιζαν, ευτυχώς, ήσυχα χωρίς φωνές και έτσι κανένας από τις γύρω πολυκατοικίες δεν ενοχλείτο.

Από την πρώτη μέρα που άνοιξαν τα σχολεία μπήκα κι εγώ στη ρουτίνα μου και κάθε μεσημέρι βρίσκομαι στο σχολείο. Στη μία και πέντε ακριβώς χτυπά το κουδούνι και τα παιδιά ξεχύνονται έξω από τις τάξεις σέρνοντας τις τσάντες-καροτσάκια, και σε δυο τρία το πολύ λεπτά βλέπω τον εγγονό μου να με εντοπίζει και να μου δίνει σήμα σηκώνοντας το χέρι. Την ίδια  ακριβώς κίνηση κάνω κι εγώ, φουσκώνοντας από περηφάνια. Είναι καλό παιδί, και είμαστε φιλαράκια. Θέλει συνέχεια να ρωτά και να μαθαίνει. Με ακούει με προσοχή και ποτέ δεν κάνει ζαβολιές. Κι αυτός ανυπομονεί να μου πει όλα όσα τον απασχολούν, τι έγινε στο σχολείο του, τι είπαν οι φίλοι του και γενικά να μου εξιστορήσει όλα τα γεγονότα της ημέρας. Κυρίως όμως, μόλις μπαίνει στο αυτοκίνητο αρχίζει τις απίστευτες περιγραφές για το νέο του παιχνίδι και κάποτε μου υποβάλλει κάποιες ερωτήσεις που με ξαφνιάζουν, ερωτήσεις που δεν περιμένει ποτέ κανένας ν΄ακούσει.

-Παππού τι είναι το «χαρμπ»; Τι σημαίνει «ισούρια»; Παππού ξέρεις τι είναι το τικ-τακ;

Οι ερωτήσεις πέφτουν βροχή κι εγώ ο καημένος απαντώ πως δεν ξέρω τι είναι αυτά τα παράξενα πράγματα που μου λέει. Δεν είχαμε στην εποχή μας τέτοια παιχνίδια. Το μοναδικό δώρο που πήρα στο Δημοτικό ήταν μια μπάλα και αργότερα λίγα βιβλία. Τα παιχνίδια μας ήταν δικής μας επινόησης και κατασκευής. Θυμήθηκα που είχα φτιάξει κάποτε κι εγώ ένα παιχνίδι. Ήταν ένα αεροδυναμικό όχημα με ένα και μοναδικό τροχό από τενεκεδάκι του «γάλα βλάχας» καρφωμένο σ΄ένα λεπτό πηχάκι και μακρύ ένα περίπου μέτρο. Το οδηγούσα με ταχύτητα στα μονοπάτια και τα στενά δρομάκια του χωριού και δεν ήθελα να σταματήσω το τρέξιμο∙ ήμουν ακούραστος. Ένα μικρό κομμάτι κομμένο από το ίδιο κουτί που ήταν καρφωμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να εφάπτεται στον τροχό δημιουργούσε θόρυβο, που όσο πιο γρήγορα έτρεχα γινόταν και πιο γλυκός∙ σαν αληθινό αυτοκίνητο. Βέβαια, όλη αυτή τη φασαρία που γινόταν συμπλήρωνε ο ήχος που δημιουργούσε η γλώσσα και τα χείλη μου, προσπαθώντας να μιμηθώ τη μηχανή. Στη γειτονιά μου είμαστε τρεις φίλοι και υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός στην κατασκευή των οχημάτων μας. Τη διαφορά την έκανε ο θόρυβος που δημιουργούσε το μικρό κομματάκι του τσίγκου καθώς χτυπούσε στις εγκοπές που δημιουργούσαμε στον τενεκεδένιο τροχό αφού πρώτα τις γυρνούσαμε προς τα έξω με μια πένσα.

-Παππού θέλεις να σου πω τι είναι το τικ-τακ; συνέχιζε ο αγαπημένος μου εγγονός, είναι ένα κόλπο που κάνω με το skateboard. Όταν στρίβω βάζω το πόδι μου, όχι το καλό, το άλλο, πατάω πίσω, ανασηκώνεται η σανίδα και τότε πατώ με δύναμη με το καλό, μια εδώ και μια εκεί, και χτυπάνε κάτω οι τροχοί και κάνουν τικ-τακ, τικ-τακ. Όταν ήσουν μικρός είχες σανίδα παππού; Ο μπαμπάς μού είπε πως δεν υπήρχαν σανίδες όταν ήταν μικρός, αλλά τώρα που ο κόσμος έγινε καλύτερος, υπάρχουν πολλά παιχνίδια για όλα τα παιδιά, και κάθε παιδί βρίσκει το παιχνίδι που του αρέσει.

-Σου είπε ο μπαμπάς ότι ο κόσμος έγινε καλύτερος; τον ρωτώ μα, δεν περιμένω απάντηση και τον οδηγώ αλλού με μια άλλη ερώτηση που μπορεί ν΄απαντήσει: ποιο είναι το πόδι το καλό και ποιο το άλλο πόδι που δεν είναι το καλό; Αυτός έχει έτοιμη την απάντηση.

-Παππού, το καλό πόδι είναι αυτό που πατά πάντα μπροστά στη σανίδα. Το άλλο μπορούμε να το μετακινούμε όπου θέλουμε και μας βοηθά να κρατάμε ισορροπία, να σταματάμε ή να κάνουμε το τικ-τακ. Έχει κι άλλα κόλπα αλλά θα σου τα πω άλλη φορά.    

Δυο τρεις μέρες πριν κλείσουν τα σχολεία για τις χριστουγεννιάτικες γιορτές, τον περίμενα ως συνήθως στα σκαλάκια, μα εκείνη την ημέρα δεν είχε κέφι να μου μιλήσει, ήταν σκεφτικός κι ήτανε φανερό πως κάτι τον βασάνιζε. Οι διερευνητικές ερωτήσεις μου περιστράφηκαν γύρω από το σχολείο, ωστόσο δεν διαπίστωσα κάτι που να πήγε στραβά. Όμως, καιγόμουν να μάθω τι συνέβαινε, και συνέχισα λίγο ανήσυχος τις ερωτήσεις μα, τις απαντήσεις του τις έβγαζα με το τσιγκέλι.

Επειδή κάθε μέρα μου περιέγραφε και ένα κόλπο που έκανε με τη σανίδα του, και σήμερα δεν μου είχε πει ακόμα τίποτε, αποφάσισα να τον ερωτήσω ευθέως πώς πάνε τα κόλπα με τη σανίδα. Και η απάντηση ήρθε χωρίς καθυστέρηση.

-Παππού θα σου πω τι έγινε. Εκεί που κατεβαίνουμε στην πλατεία μας, μένει ένα παιδάκι και μας βλέπει που παίζουμε, κάποτε σηκώνει τα χέρια του ψηλά όταν κάνουμε κάτι δύσκολο και κουνά το κεφάλι του και τα χέρια του προσπαθώντας να κάνει κι αυτός ό,τι κάνουμε κι εμείς. Μια μέρα που έκανα ένα κόλπο, κι ανέβηκα με το skateboard σ’ ένα τοιχάκι με χειροκρότησε γιατί του άρεσε πολύ το κόλπο μου. Του είπαμε να έρθει μαζί μας αλλά δεν καταλάβαινε, τον ρωτήσαμε πώς τον λένε μα πάλι δεν καταλάβαμε τι μας είπε, του μιλούσαμε αλλά αυτός όλο «χαρμπ» και «ισούρια» μας έλεγε και έκανε το κεφάλι έτσι, μια εδώ και μια εκεί. Μιαν άλλη μέρα πάλι με χειροκρότησε κι ύστερα βάζει τα χέρια του έτσι, ακουμπά το κεφάλι του επάνω και μας παρακολουθεί από το μπαλκόνι. Σκέφτηκα ότι για να μην θέλει να έρχεται μαζί μας μπορεί να μην έχει skateboard και είπα στη μάμα μου ότι επειδή εγώ έχω δύο να του δώσω το ένα και η μάμα μου με φίλησε και μου είπε μπράβο Κωνσταντίνε μου, να του το δώσεις γιατί σε λίγες μέρες είναι Χριστούγεννα και όλα τα παιδάκια πρέπει να έχουν δώρα. Όμως η μάμα αγόρασε ένα καινούργιο τυλιγμένο με χριστουγεννιάτικο περιτύλιγμα και την άλλην ημέρα που κατέβηκα για να παίξω με τους φίλους μου πήρα και το δώρο μαζί μου, του έδειξα ότι θέλω να του το δώσω και φώναξε τη μάμα του και μου άνοιξε και μπήκα με το κουτί και προχώρησα στο μπαλκόνι που καθόταν για να του το δώσω, αλλά στεναχωρήθηκα παππού, το άφησα κάτω και έτρεξα στο σπίτι και δεν ήθελα να παίξω και πήγα στο δωμάτιό μου.

Τον έβλεπα από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου που ήταν φανερά λυπημένος. Τι ήταν αυτό που σε στενοχώρησε τόσο πολύ Κωνσταντίνε μου, τον ρώτησα, πες μου να καταλάβω κι εγώ, κι εκείνη τη στιγμή πρόσεξα ότι από τα ματάκια του που ήταν κόκκινα έτρεχαν δάκρυα που τα σκούπιζε με την ανάποδη του χεριού του.

- Παππού, το παιδάκι δεν είχε πόδια. Δεν είχε πόδια!        


 ______________________________________________________
Στα αραβικά η λέξη χαρμπ σημαίνει πόλεμος και η λέξη ισούρια σημαίνει Συρία.





9 Οκτ 2014

ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ




ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΕΝ ΥΔΑΤΙ
ΥΔΑΤΟΓΡΑΦΙΕΣ 1929 -1980
OPUS 39 Gallery
13 - 25 Οκτωβρίου 2014

Ο Αδαμάντιος Διαμαντής σπούδασε στο Royal College of Art και έτυχε μιας των υψίστων τιμητικών διακρίσεων του Κολλεγίου, δηλαδή του Βραβείου Σχεδίου, το οποίο μοιράστηκε με τον Henry Moore έναν από τους σπουδαιότερους γλύπτες της χώρας του. 

Είχα την τύχη να γνωρίσω τον ζωγράφο από κοντά και να τον ακούσω να μου μιλά για τη δουλειά του, για την Τέχνη, για την Κύπρο, τις αγωνίες και τους φόβους του, στις πολύωρες συναντήσεις μας στις αρχές της δεκαετίας τού 1980, για ένα αφιέρωμα που ετοιμάζαμε μαζί με τον αείμνηστο φίλο Φοίβο Σταυρίδη, στο περιοδικό "ο κύκλος". 

Είχα, ακόμα, την τύχη να δω την έκθεση τού 1976 στην Εθνική Πινακοθήκη Αθηνών και θαύμασα τον "Κόσμο της Κύπρου" απλωμένο σε έναν μόνο τοίχο. Ήταν εκεί και οι "Αγωνίες" του, που ζωγράφισε από 1963 μέχρι το 1969, εκτός από την πρώτη που κάηκε στο Προεδρικό Μέγαρο κατά το πραξικόπημα του 1974. Αυτά τα έργα τα αγαπούσε πολύ ο Διαμαντής. Μου είπε κάποτε "τα ζωγράφισα με πολύ μεγάλη ευκολία, έτσι, όπως όταν βάζουμε την υπογραφή μας". 

Στην έκθεση τής Εθνικής Πινακοθήκης είχαν εκτεθεί κάποιες νερομπογιές, δοκιμές για τον "Κόσμο της Κύπρου",  έργα μικρά μεν όμως άφθαστης ομορφιάς, όπως και μερικά άλλα μικρά ακρυλικά "Ο κόσμος της Κύπρου, σαν πρωτάκουσε τα κακά μαντάτα" που ζωγράφισε λίγους μήνες μετά την τούρκικη εισβολή. Το ίδιο το έργο "Ο Κόσμος της Κύπρου" ήταν με ακρυλικά χρώματα". 

Το ιστολόγιο έχει άλλες τέσσερις αναρτήσεις για τον ζωγράφο, που περιέχουν και τις φωτογραφίες των έργων που αναφέρονται εδώ. Πιο κάτω δίνονται οι σχετικοί σύνδεσμοι. 

Σε μια συνομιλία του ζωγράφου με τους αείμνηστους φίλους μου Νίκη Μαραγκού, Θεοδόση Νικολάου και τον υποφαινόμενο, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "η λέξη" το 1984 ["τρέμω για τον τόπο"], μπορεί να  αναγνωριστούν και σήμερα οι ίδιες αγωνίες, γιατί ο Διαμαντής στην ουσία, με το έργο του κατέγραψε την αγωνία του δύσμοιρου αυτού λαού, που φαίνεται να μην έχει τέλος. 

ΕΔΩ




    






30 Σεπ 2014

ΤΑ ΠΑΛΑΜΑΡΙΑ

σχέδια της Μαρίας Γιαννακάκη
...Δεν ξέρω. Ωστόσο είναι μεγάλη παρηγοριά που οι περισσότεροι ποιητές, πεζογράφοι και φιλόλογοι του Νησιού συντηρούν με πάθος -και ο καθένας κατά τη δύναμή του- τα ζώπυρα, την κληροδοσιά των προπατόρων. Ο ταχυδρόμος φέρνει συχνά [βιβλία και περιοδικά] και γράμματα εγκάρδιων φίλων. Είναι τα παλαμάρια που με δένουν με το Νησί. 

Ο Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος δεν χρειάζεται συστάσεις ούτε στην Κύπρο ούτε στην Ελλάδα. Είναι γνωστός και περιβάλλεται πάντοτε και παντού με εκτίμηση και αγάπη. Δεν έτυχε να τον γνωρίσω, παρόλο που επισκέπτομαι συχνά τις ...Βάσεις που έχω στη Χαλκίδα [η φιλόλογος αδελφή μου είναι παντρεμένη στη Χαλκίδα και ζει μόνιμα εκεί]. Ο Δάσκαλος μου, ο αείμνηστος Θεοδόσης Νικολάου, μου μιλούσε συχνά γι αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο τον Νίκο Δ. Τριανταφυλλόπουλο γιατί είχαν κάτι κοινό: τη μεγάλη αγάπη τους για το έργο τού Παπαδιαμάντη.   

Με την ευκαιρία της δημοσίευσης ενός μικρού σημειώματος για τέσσερις Κύπριους λογοτέχνες στο εξαίρετο νέο περιοδικό Φρέαρ θέλω, με την ανάρτηση αυτή, να του εκφράσω τις ευχαριστίες μου τόσο για το σημείωμα αυτό όσο και για το ιδιαίτερο που μου έχει αποστείλει εδώ και καιρό μετά την παραλαβή του βιβλίου μου "20 διηγήματα". Με την άδειά του παραθέτω εδώ ένα μικρό απόσπασμα από την επιστολή του:

"...διάβασα λίγη ώρα νωρίτερα τα δύο πρώτα [διηγήματα], αλλά πρέπει να σας πω ότι δεν έχω το κουράγιο να προχωρήσω, απόψε τουλάχιστον, πιο πέρα. Και δεν ξέρω, αν πρέπει να τα δώσω και στη γυναίκα μου. Εκείνης βέβαια δεν της πήραν οι Τούρκοι το πατρικό στην Κακοπετριά. Ωστόσο δεν είμαι βέβαιος ότι θα αντέξει να διαβάσει κι άλλες σαν εκείνη της "κιθάρας". 
   
Φοβάμαι πως επαναλαμβάνω λόγια που σας έχω γράψει και άλλοτε: ένας λόγος που δεν θέλω να έλθω ξανά στην Κύπρο είναι η θλίψη ν΄ανεβαίνω από τη Λευκωσία στην Κακοπετριά, βλέποντας μια θάλασσα, με έκσταση κάποτε κολυμπημένη, και τώρα ξένη.

   "Η κιθάρα", λοιπόν, παραήταν πικρή γουλιά. Δεν έχω τη δύναμη να τελειώσω αύριο το απόγευμα τα διηγήματά σας. Θα τα καταπίνω στάγδην..."

Θα ήταν παράλειψη αν δεν εκφράζονταν ευχαριστίες στο πολύ καλό Φρέαρ υπό τη διεύθυνση τού Δημήτρη Αγγελή και που βρίσκεται πάντοτε στο βάθος των περιστάσεων. Πολύ συχνά φιλοξενεί εργασίες Κυπρίων ή άλλων που αναφέρονται στην Κύπρο. 


Το διήγημα "η Κιθάρα" πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Πόρφυρας" με άλλο τίτλο και βρίσκεται στον πιο κάτω σύνδεσμο:
ΕΔΩ
ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

ΕΔΩ
η ποιητική συλλογή

[Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, Τα παλαμάρια, Φρέαρ, Ιούλιος -Αύγουστος 2014, αρ.8, σ.523]





17 Σεπ 2014

ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΑ "20 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ"

Μαρία Πυλιώτου

Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
 20 Διηγήματα
εκδόσεις Κάρβας, φιλολογική επιμέλεια Θεοδόση Πυλαρινού

 [Αλήθεια, Πολιτισμός, Μικρά και Μεγάλα Παράθυρα στον Κόσμο, Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014, σ.43]

Καλοκαίρι ακόμα. Η ζέστη με τα σκαμπανεβάσματά της, με την υγρασία της…

Κι εσύ, κόντρα σ’ αυτά, ψάχνεις στα ράφια σου να βρεις ένα καλό βιβλίο να σου δροσίσει τη διάθεση. Η λαχτάρα για ένα καλό βιβλίο υπάρχει βέβαια ολόχρονα, κα τις τέσσερις εποχές. Μα, να, τώρα, πάνω στη ζέστη του Αυγούστου που φτάνει, που νιώθεις το μυαλό σου να μην αντέχει άλλο, πού πάει να κουρκουτιάσει…

Και σου πέφτει ένα βιβλίο και νιώθεις τυχερός… Και κατά που το πιάνεις στα χέρια σου δροσίζεσαι κι ανακουφίζεσαι. Αυτό που προτείνει σήμερα η Σελίδα μας.

Βέβαια, το έχεις εδώ και μήνες δίπλα σου και περιμένεις. Και το ‘χεις από την πρώτη στιγμή διαβάσει και περιμένεις την κατάλληλη στιγμή να το ξαναδιαβάσεις. Περιμένεις τη φωνή του ίδιου του βιβλίου να σε καλεί στα ταξίδια του για δεύτερη φορά. Είκοσι ολόκληρα ταξίδια σου προσφέρει κατακαλόκαιρα σε τόπους αξέχαστους κι αγαπημένους. Και συ βυθίζεσαι στις σελίδες του. Δεν είναι ταξιδιωτικό, όπως τόσα άλλα. Σε ταξιδεύει, βέβαια, σε χώρους των παιδικών, εφηβικών και νεανικών χρόνων, σε χώρους που η ψυχή είναι δεμένη με τους ανθρώπους, τους θρύλους και τις ιστορίες τους σε ηλικία τρυφερή που όλα τα κάνει να ξανάρχονται, να μην ξεχνιούνται.

Ο δροσερός αέρας του Κάρβα τα διαπερνά και τα είκοσι. Είκοσι διηγήματα του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ που σε γεμίζουν νοσταλγία για τους δικούς σου χώρους που έχασες, που μονάχα στα όνειρά σου επανέρχονται για να δίνουν δύναμη στην ψυχή σου ν’ αντέχει.

Η Σελίδα μας έχει παρουσιάσει, πριν δύο χρόνια, ένα ποιητικό βιβλίο του συγγραφέα, το «Διθαλάσσου». Ένας καλός ποιητής σίγουρα μπορεί να είναι κι ένας καλός πεζογράφος. Αυτό ισχύει απόλυτα στην περίπτωση του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ, αν θυμηθούμε πως και το βιβλίο του «Η κόρη του δραγουμάνου» (Κρατικό Βραβείο Διηγήματος) ακολούθησε το ποιητικό του έργο «Καρπασία». Σ’ αυτά τα είκοσι διηγήματα ο αναγνώστης θα νιώσει πως, διαβάζοντάς τα, λειτουργούν όλες του οι αισθήσεις: μυρωδιές, ήχοι, χρώματα, γεύσεις, απίστευτες περιγραφές, όλα ανθρώπινα, αγνά, πρωτογενή γιατί η Φύση η ίδια τα έχει κάνει έτσι. Η ιστορία και η παράδοση! Πού άραγε τελειώνουν αυτά και πότε ξεκινάει ο μύθος και ο θρύλος; Θα προσπαθήσω, καλύπτοντας τον χώρο, να επιλέξω όσο πιο πολλά αποσπάσματα από τα όμορφα αυτά διηγήματα. Αξίζει να βρείτε το βιβλίο και να τα διαβάσετε ολόκληρα.

«Μας άφησε σε μεγάλη αγωνία. Έπρεπε κι εμείς να πέσουμε αμέσως στη μελέτη, όμως, παρά τη θλίψη μας, τον θαυμάσαμε, Ήταν πραγματικά μοναδικός και απαράμιλλος γητευτής των μυρμηγκιών» (Ο γητευτής των μυρμηγκιών).

«Δεν ήθελε να επισκεφθεί το σπίτι του. Ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι του. Και για τον μοναδικό αυτό λόγο δεν δοκίμασε ποτέ να περάσει τα οδοφράγματα. Προτιμούσε να ζει με την εικόνα που ήταν χαραγμένη μέσα του, την άφθορη, την άχραντη, την αγνή εικόνα του σπιτιού του, που καμιά δύναμη δεν μπορούσε να χαλάσει» (Η κιθάρα).

«Τώρα, μισόν αιώνα σχεδόν μετά, κάθε φορά που τυχαίνει ν’ ακούσω αυτό το τραγούδι, βουρκώνουν τα μάτια μου, όχι γιατί με μεταφέρει σε μια αθώα κι ανέμελη εποχή που ο καθένας από μας θα ήθελε να ξαναζήσει, αλλά γιατί ο πολυαγαπημένος τόπος που ζήσαμε αυτά τα ανεπανάληπτα χρόνια, δεν υπάρχει πια όπως τον γνωρίζαμε» (Επιστροφή στην Ευτυχία).

«Αν μπορούσε να συνεχίσει να ξεχωρίζει πότε νυχτώνει και πότε ξημερώνει, κι αν επιζούσε τελικά, τότε θα είχε ένα κομπολόι. Ένα κομπολόι από κουκούτσια ελιάς. Ένα ενθυμητάρι, για να ξέρει πόσες μέρες έζησε μέσα στη μαύρη αιχμαλωσία του, τον Αύγουστο του ‘74» (Το ενθυμητάριο).

«Ήταν πραγματικά ένα παράξενο πλάσμα που σίγουρα είχε δραπετεύσει από κάποιο παραμύθι. Ζούσε σ’ ένα σπιτάκι, εκεί που τελειώνει το δάσος και ξεκινά μια απέραντη κοιλάδα, η οποία φτάνει μέχρι τις παρυφές του Πενταδάκτυλου. Το περιεχόμενο του φτωχικού της σπιτιού λιτό» (Η Αγία Ρόδη, η ποιήτρια).

«Ανάπνεα βαθιά κι η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. «Θα μπορείς να κάνεις μια βόλτα, όσο είμαι εδώ, αν ξέρεις, επανέλαβα από μέσα μου και, κλείνοντας τα μάτια, έβλεπα τον εαυτό μου να πετά στα σύννεφα» (Ξέρεις ποδήλατο;)

«Από τη μέρα που είχαμε πάει μαζί του στο στήσιμο των ξόβεργων, είχαμε καταλάβει και κάτι άλλο, κάτι που γνωρίζουν μόνο όσοι ζουν στις αγροτικές περιοχές: τα πουλιά δεν κελαηδούν. Κλαίνε» (Τα πουλιά κλαίνε).

«Εκείνη τη στιγμή ένα βραχνό πετεινάρι είχε αναγγείλει την καινούργια μέρα και ο επιθανάτιος ρόγχος δεν ακουγόταν πια. Ο γέρο Ζάχος μέσα είχε σβήσει» (Ο κρατήρας με τις εφτά λαβές).

«Δεν έχασα καιρό, κρατώντας το μαχαιράκι ακόμα στο αριστερό μου χέρι, πάτησα με δύναμη το πετάλι κι έγινα ένα με το σκοτάδι που εν τω μεταξύ έγινε πηχτό. Μα εγώ δεν το φοβόμουνα πια το σκοτάδι» (Τέρας χωρίς κεφάλι).

«Το γοερό της κλάμα ακούστηκε και στο πιο μακρινό σπίτι και μέσα σε λίγα λεπτά είχε μαζευτεί εκεί όλο το χωριό που ρωτούσε για τις λεπτομέρειες» (Η μαύρη μοτοσυκλέτα).

«Τι άρωμα αυτό το αγιόκλημα! είπε η μάνα του βγαίνοντας, μα την ίδια στιγμή, σαν κάτι να φτερούγισε μέσα στο μυαλό της, κοντοστάθηκε, άλλαξε βηματισμό και τον κοίταξε διερευνητικά» (Η γητεύτρα).

«Ήμουν πολύ κοντά κι έτσι άκουγα ολοκάθαρα. Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Έλεγε κάτω από το σεντόνι: ω! Καλώς τον Άι Γιώργη μου! Κάθισε να ξεκουραστείς. Έλα, κάθισε εδώ, δίπλα στην Παναγία» (Το θαύμα).

«Τι να πεις πια, για μια χαμένη υπόθεση; Διέκρινα μόνο μέσα από τον καθρέφτη το μούτρο του που χαμογελούσε από ικανοποίηση, σαν αγρότης που απολαμβάνει το φρεσκοθερισμένο του χωράφι» (Η Λάμπουσα).




15 Σεπ 2014

ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΑ "20 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ"


Κώστας Λυμπουρής
Η αντίσταση στον «επικαιρισμό», ως πράξη ελευθερίας
Σχόλια για το βιβλίο "20 Διηγήματα" του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
[Νέα Εποχή, τ.320, Καλοκαίρι 2014, σ.100]

Όσοι γνωρίζουν καλύτερα τα εκδοτικά πράγματα στην ελλαδική πρωτεύουσα έχουν να λένε για μεγαλοεκδότη, ο οποίος αρνείται καν να δει πεζογραφικά έργα που του υποβάλλονται για έκδοση, αν δεν ανταποκρίνονται θεματολογικά στη δική του συνταγή. Αυτή συμπυκνώνεται σε δυο μόνο λέξεις: αίμα και σπέρμα. Αυτό δηλ. που θεωρεί καλό να εκδοθεί, πρέπει να αποδίδει τη βία της καθημερινότητας και τις, πάσης φύσεως, ερωτικές παρεκτροπές. Πού καιρός για αρχές και αξίες, για αναζήτηση ταυτότητας, για εθνικό προβληματισμό ή, έστω, για ιστορίες που τιμούν το ανθρώπινο ανάστημα.

 Στην Κύπρο είχαμε πρόσφατα παράδειγμα «επικαιρισμού», χωρίς βέβαια ανάλογη σκοπιμότητα, την ατυχή, κατά την άποψή μου απόφαση της εφημερίδας Φιλελεύθερος να προκηρύξει διαγωνισμό διηγήματος στη μνήμη της Νίκης Μαραγκού, με θέμα την οικονομική κρίση! Από τη μια, όσοι ήξεραν την ξεχωριστή λογοτέχνιδά μας επιμένουν ότι καθόλου δεν θα την εξέφραζε μια τέτοια θεματολογία και, από την άλλη, οι συγκεκριμένες προδιαγραφές που δόθηκαν δεν πιστεύω να συνέβαλαν σε αξιόλογες λογοτεχνικές δημιουργίες.

Ασφαλώς και η λογοτεχνία δεν είναι δυνατό να λειτουργεί ερήμην της πραγματικότητας. Το ερώτημα, όμως, είναι: αυτός ο «επικαιρισμός», όταν μάλιστα λειτουργεί στη βάση προδιαγραφών, είναι δυνατό να δώσει αληθινή τέχνη;

Ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ είναι από τους συγγραφείς, που δεν ακολουθούν ούτε τον «επικαιρισμό» ούτε τη συνταγογραφική δημιουργία. Ακολουθεί, μάλλον, την άποψη του Ελύτη: «Το πιο δύσκολο πράγμα του κόσμου είναι να μετουσιώσεις γεγονότα χθεσινά, που τις συνέπειές τους υφίστασαι ακόμη, σε έργα τέχνης του λόγου». Η τέχνη του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ «γυρίζει πίσω», όπως λέει και πάλι ο ποιητής «στη μοίρα του φορέα της». Προηγήθηκαν, πάντα με τους ίδιους στόχους, Η κόρη του δραγομάνου (κρατικό βραβείο διηγήματος 2003 ) και η ποιητική συλλογή Διθαλάσσου (2012), για να  ακολουθήσουν τώρα τα 20 Διηγήματα (2014). Τα δύο τελευταία έργα έγιναν από τις εκδόσεις «Κάρβας», τις οποίες διαχειρίζεται ο ίδιος ο συγγραφέας.

Η μοίρα του – και μοίρα μας, φυσικά, αφού όσα καταθέτει αποτελούν μέρος της συλλογικής συνείδησης – συντίθεται από ιστορίες (κάποιες μεταξύ μύθου και πραγματικότητας), αναμνήσεις και προσωπικά βιώματα. Όλα όσα διαμόρφωσαν την ψυχοσύνθεσή μας και συνέβαλαν στη δημιουργία μιας πολιτισμικής ταυτότητας.

Το πρώτο ποδήλατο σημαδεύει ολόκληρη τη ζωή ενός παιδιού. Η «μαύρη μοτοσυκλέτα», στο ομότιτλο διήγημα ήταν το μοναδικό παιχνίδι που έπαιξαν τα παιδιά μόνο μια φορά, όταν μ’ αυτήν ο αστυνομικός μετέφερε στο χωριό την είδηση ενός τραγικού συμβάντος. Τη μαγεία των παιδικών χρόνων μιας άλλης εποχής συνθέτουν ακόμα η προσπάθεια ενός παιδιού να σφυρίξει «μέσα από τα βάθη της καρδιάς του» κι ο ενθουσιασμός του, όταν τα κατάφερε (στο διήγημα «Η Ελβίρα»), «Ο γητευτής των μερμηγκιών», αλλά και η τούρκισσα γητεύτρα, που «έβγαζε τον φόβο», «Η κόρνα», που η πλανόδια πωλήτρια παιδικών ρούχων έβαλε στο καροτσάκι της, « Ο άνθρωπος με το πιδκιαύλιν», το σπάνιο κομπολόι («Το ενθυμητάριο»). Κοντά σ’ αυτά, θαύματα, παραδόσεις και θρύλοι του λαού μας, που στον «Κρατήρα με τις εφτά λαβές» φτάνουν ώς τον Μεγαλέξαντρο.

Η αναφορά στην κατεχόμενη γη μας παίρνει στη συλλογή του Νίκου Νικολάου- Χατζημιχαήλ την πιο συγκλονιστική διάσταση. Το κομπολόι από κουκούτσια της ευλογημένης ελιάς, που φτιάχνει ο αιχμάλωτος από τους Τούρκους πατέρας, θεωρείται «ως πυξίδα για την ορθή πορεία της πατρίδας προς το μέλλον».  Η κιθάρα στα χέρια του κατακτητή στο κατεχόμενο σπίτι, δεν αποδίδει μουσική, αλλά αναστεναγμό και παράπονο.  Στο κορυφαίο διήγημα της συλλογής, με τίτλο «Η πόλη όλη», ο αφημένος στην πόλη παπαγάλος, κατά την «προσωρινή» φυγή των Αμμοχωστιανών, βγαίνει από το κλουβί του και υπερίπταται της Αμμοχώστου, βιώνοντας τη βία της κατοχής. Θυμάται τις παλιές, ειρηνικές μέρες και, παρά τις δυσκολίες αποφασίζει οριστικά και αμετάκλητα ότι αυτός δεν θα έφευγε. Εκεί θα ζούσε, για πάντα, για να φωνάζει σ’ όλους, πως την πόλη την έκτισε ο Τεύκρος, ο γιος του Τελαμώνα.

Το διήγημα αυτό πετυχαίνει να συμπυκνώσει όλη την τραγικότητα της κατοχής, με ξεχωριστή λογοτεχνική αξία. Κατά την άποψή μου, παίρνει μιαν ιδιαίτερη θέση στη «λογοτεχνία της εισβολής», δίνοντας απάντηση και σε όσους είχαν επιφυλάξεις ότι ο συναισθηματισμός γύρω από την τραγωδία δεν επιτρέπει τη δημιουργία λογοτεχνίας, που να μπορεί ν’ αντέξει στον χρόνο.

Εδώ, ακριβώς, προσδιορίζεται και η αξία της όλης συλλογής του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ. Οι μνήμες είναι  «χωνεμένες» και ως τέτοιες, επιτρέπουν το συναισθηματικό καταστάλαγμα. Έτσι, δεν χρειάζονται, ούτε κραυγές ούτε καν τον εντυπωσιακό λόγο. Η όλη αφήγηση, φαίνεται να ακολουθεί τη σεφερική μέθοδο: «Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές είναι γιατί  τ’ ακούς γλυκότερα». Ο πόνος για τη σκλαβωμένη γη είναι συνεχής, όπως και η έγνοια για την αυθεντικότητα της ταυτότητάς μας. Ο λόγος, όμως, δεν εκπίπτει σε «διακηρυκτικότητα» και «καταγγελτικότητα». Νηφάλια και διεισδυτικά επισημαίνει όλους τους σχετικούς κινδύνους. Το διήγημα «Η Αγία Ρόδη, η ποιήτρια» τελειώνει ως εξής: «Στο σπιτάκι της δίπλα έκτισαν στη μνήμη της ένα μικρό εκκλησάκι κι έβαλαν μέσα την εικόνα που βρήκαν στο φτωχικό της. Είναι γνωστό σαν το ξωκλήσι της Αγίας Ρόδης της ποιήτριας, μα τώρα, δυστυχώς, μόνο κάποια ερείπια υπάρχουν. Χάθηκε και η εικόνα. Ποιος ξέρει σε ποιο σαλόνι στην Ευρώπη ή στην Αμερική θα βρίσκεται, ως διαλεχτό και μοναδικό απόκτημα, όπως τόσα άλλα».

Η λιτότητα στο ύφος διέπει τα 20 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, με τον ίδιο ακριβώς αφαιρετικό τρόπο, με τον οποίο μια γιαγιά θα αφηγείτο ένα παραμύθι,  μιαν παράδοση ή έναν θρύλο.

Η ίδια αρετή χαρακτηρίζει την έκδοση αυτή συνολικά. Ο συγγραφέας αποφεύγει τον οποιονδήποτε «ελκυστικό» τίτλο. Του είναι αρκετό, όσο πιο απλά γίνεται να προσδιορίσει ότι στη συλλογή του έχουμε 20 διηγήματα. Ακόμα και η  εκδοτική εμφάνιση του βιβλίου χαρακτηρίζεται από λιτότητα. Ο συγγραφέας, γνωστός και για τις εικαστικές του ικανότητες, επιμελήθηκε το βιβλίο του, κατά τρόπο απέριττο. Τόσο το εξώφυλλο όσο και τα διακοσμητικά σχέδια, που συμπληρώνουν τις σελίδες του βιβλίου – όλα διά χειρός του ιδίου – επιτυγχάνουν ένα αισθητικό αποτέλεσμα, το οποίο προσθέτει μιαν νέα αισθητική αντίληψη στα εκδοτικά μας πράγματα, η οποία δεν υπολείπεται των αντίστοιχων ελλαδικών.

Επανέρχομαι στην αρχική σκέψη του κειμένου μου: όποιος αισθάνεται ελεύθερος, έχει και τη δύναμη να αντισταθεί στις προδιαγραφές του συρμού και να δημιουργήσει αξιόλογη λογοτεχνία.


25 Ιουλ 2014

ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ


ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ
του 
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ από την ποιητική συλλογή Διθαλάσσου, Κάρβας 2012

Τὰ Ἄλογα


Ἀναφορὰ στοὺς τάφους τῆς Σαλαμῖνας τῆς Κύπρου ὅπου οἱ μεγαλοπρεπεῖς νεκρώσιμες τελετὲς περιλάμβαναν καὶ θυσία ἀλόγων. Παρατηρήθηκε ἀκόμα καὶ ταφὴ ζωντανῶν ἀλόγων, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ σκελετὸς ἑνὸς ἀλόγου σὲ ἀγωνιώδη στάση, μὲ τὸν λαιμὸ τεντωμένο καὶ γονατιστὰ τὰ δύο μπροστινά του πόδια ἐνῶ προσπαθεῖ νὰ ἀπελευθερωθεῖ. Κοντὰ στὴ Σαλαμῖνα τῆς Κύπρου, στὴν Ἔγκωμη, βρέθηκε ἕνα ἀγγεῖο ποὺ ὀνομάστηκε ʺκρατῆρας τοῦ Διόςʺ, ἐπάνω στὸ ὁποῖο εἰκονίζεται μιὰ ἐπίσημη ἀνδρικὴ μορφὴ ποὺ φορεῖ ἱερατικὸ χιτῶνα καὶ κρατεῖ ζυγό. Ἡ μορφὴ στέκεται μπροστὰ σὲ ἅρμα καὶ πιστεύεται ὅτι εἶναι ὁ Ζεὺς ποὺ κρατᾶ τὴ ʺζυγαριὰ τῆς Μοίραςʺ, ἐδῶ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ πεπρωμένου ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ ν᾿ἀποφύγει.



Πὲς γυρισμός...


Καὶ δύο ἄλογα

Θ᾿ ἀνασηκώσουν τὸ κεφάλι

Καθὼς στὸ πεποικιλμένο τους ἅρμα

Γιὰ τὴν τελευταία του κατοικία

Ὁ Ἄρχοντας ταξιδεύει.


Καὶ στὴν ἀναγκαία τελετουργικὴ στάση

Μπροστὰ στὸν ὑψωμένο ζυγό, σπαραχτικὰ

Θὰ χλιμιντρίσουν γιὰ τελευταία φορὰ

Θὰ χτυπήσουν τὸ πόδι στὸν δρόμο δυνατὰ

Θὰ σκεπάσουν τὴν οἰμωγὴ τοῦ πλήθους

Καὶ θὰ προχωρήσουν.


Κι ὀργισμένα, μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτὰ

Στὸ σκοτάδι πνιγμένα, γονατισμένα

Οὔτ᾿ ἕνα βῆμα νὰ κάνουν δὲν θὰ μπορέσουν

Καὶ τὸ χῶμα θὰ τὰ σκεπάσει.


Ποτὲ κανεὶς δὲν ξέφυγε ἀπ᾿ τὴ μοῖρα του

Οὔτε ἡ πόλη

Οὔτε ὁ Ἄρχοντας

Οὔτε καὶ τ᾿ ἄλογα.


Ἐδῶ θὰ μείνουν


Δίπλα στὴ θάλασσα

Δίπλα στὴν πόλη τους

Μὲ τὸ κεφάλι μπροστὰ ἐναγωνίως τανώντας

Τὰ γονατισμένα πόδια πασχίζοντας νὰ ὀρθώσουν



Ἕτοιμα γιὰ ἀναχώρηση

Ὣς ὀφείλουν νὰ εἶναι.




***

Ἀναγέννηση


Ὁ Δρ Κυριάκος Χατζηιωάννου, γυμνασιάρχης στὸ Ἑλληνικὸ Γυμνάσιο Ἀμμοχώστου, ὁλοκλήρωσε μιὰ διάλεξή του, στὶς 3 Νοεμβρίου 1982, μὲ τὰ λόγια αὐτά: «Τώρα βλέπουμε τὴν πόλη μας στὰ ὄνειρά μας καὶ μὲ πόνο ἀναρωτιόμαστε: Ἦταν ἄραγε ἕνα φωτεινὸ μετέωρο ποὺ ἔσβησε γιὰ πάντα ἀπὸ τὸ οὐράνιο στερέωμα τῆς Κύπρου, ἢ θὰ ξαναλάμψη καὶ πάλι, ὅπως πρίν;»



Ἐπίκεντρο τῶν ἐκδηλώσεων τῆς γιορτῆς τοῦ πορτοκαλιοῦ καὶ τῶν ἀνθεστηρίων -τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν τῆς Ἀμμοχώστου- ἦταν τὸ Ἑλληνικὸ Γυμνάσιο μὲ τὸ στάδιο καὶ τὰ ἀρχαιοπρεπῆ προπύλαιά του, τὸ Λύκειο Ἑλληνίδων -ἕνα ἄλλο στολίδι τῆς μικρῆς μαγικῆς πόλης- καὶ ἀνάμεσά τους ὁ μικρὸς Δημοτικὸς Κῆπος, μὲ τὸν παπαγάλο του, τὴν τεχνητὴ λιμνούλα καὶ τὸ μεταλλικὸ δελφίνι, ποὺ μιὰ φορὰ τὸν χρόνο ἀποκτοῦσε σῶμα ἀπὸ πορτοκάλια.




Πὲς πορτοκάλι...


Καὶ τὸ δελφίνι θὰ τιναχτεῖ ψηλὰ

Μέσ᾿ ἀπὸ τὰ γαλανὰ νερὰ τῆς λίμνης

Θ᾿ ἀναστατώσει τὸν παπαγάλο τοῦ κήπου

Θὰ ξεσηκώσει τὰ σπουργίτια στοὺς εὐκαλύπτους

Θὰ ξαφνιάσει τοῦ γυμνασίου τοὺς μικροὺς μαθητὲς

Θὰ τὴ σηκώσει ἐπάνω στ᾿ ἀνοικτὰ φτερὰ τῆς μνήμης

Καὶ θὰ πετάξει γιὰ νὰ τὴ φέρει στοῦ νοῦ τὴν πύλη

Μὲ ὁλόχρυσες κορδέλες ν᾿ ἀνεμίζουν

Μὲ τὸ φόρεμά της τὸ θαλασσὶ

Μὲ τὸ μυρωμένο μαγιάτικο στεφάνι της

Μ᾿ ἕνα πορτοκάλι στὸ ἕνα χέρι

Μ᾿ ἕνα καράβι στὸ ἄλλο

Ὅπως τὴν ἄφησες

Ἀπαράλλαχτη.



Ἤ, ἀρκεῖ νὰ πεῖς τ᾿ ὄνομά της


Καὶ νὰ θαυμάσεις μὲ πόση χάρη

Μέσ᾿ ἀπὸ τὴν ἄμμο ποὺ εἶναι χωσμένη

Ἡ πόλη θὰ ξεπροβάλει ξανανιωμένη

Στῆς χαλκοφόρου τὸ στερέωμα

Νὰ ξαναλάμψει.




***

Ἄνθος Ἁλός

ἄνθος ἁλός, ὁ ἀφρὸς τοῦ κύματος.



Καμήλα, βράχος μέσα στὴ θάλασσα, ὀκτακόσια περίπου μέτρα ἀπὸ τὴν ἀκτή, ποὺ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βομβαρδίστηκε ἀπὸ τοὺς Γερμανούς, γιατὶ τὸν ἐξέλαβαν γιὰ ὑποβρύχιο. Οἱ νέοι συναγωνίζονταν στὴν κολύμβηση, μὲ σημεῖο ἀναφορᾶς τὸν βράχο αὐτό, στοὺς κολυμβητικοὺς ἀγῶνες τοῦ Ναυτικοῦ Ὁμίλου Ἀμμοχώστου, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες μέρες καὶ ὧρες, κυρίως ὅμως κατὰ τὸ καλοκαίρι, ποὺ ἡ πόλη ἔσφυζε ἀπὸ ζωή.




Πὲς θάλασσα...


Καὶ ἡ Καμήλα

Θ᾿ ἀνασηκώσει τὴν καμπούρα της

Θὰ ξεσηκώσει κύματα

Θὰ ξυπνήσει τὰ μισοκοιμισμένα θαλασσοπούλια

Θὰ φυσήξει τὴ γλυκόπικρη αὔρα τῆς μνήμης

Νὰ σοῦ χαϊδέψει τὸ πρόσωπο

Νὰ σὲ ποτίσει θαλασσόμελο.


Ὁλόχρυσοι κόκκοι ἄμμου

Μαζὶ μὲ τὸν ἱδρῶτα σου

Θὰ κυλοῦν ἐπάνω στὸ σῶμα

Καθὼς θὰ δοκιμάζει τὶς ἀντοχές σου.



Ἡ θάλασσα θὰ βλέπει πρὸς τὴν πόλη

Καὶ ἡ πόλη πρὸς τὴ θάλασσα


Ξαγρυπνώντας.



***


ʺΣαλαμίνιαʺ


Παραλιακὸ ξενοδοχεῖο τῆς Ἀμμοχώστου. Στὶς 22 Ἰουλίου τοῦ 1974 βομβαρδίστηκε ἀπὸ τὴν τουρκικὴ ἀεροπορία καὶ ἡ φωτογραφία ἑνὸς νέου, ποὺ σκοτώθηκε μὲ τραγικὸ τρόπο καὶ φαινόταν νὰ κρέμεται μέσα στὰ συντρίμμια τοῦ κτηρίου, προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση καὶ ἔκανε τὸν γῦρο τοῦ κόσμου γιὰ πάρα πολλὲς μέρες.






νθρωποι τύχης εδωλον πλάσαντο,

πρόφασιν δίης βουλίης [ριστοτέλης]



Τὶ τύχη κι αὐτὸς

Νὰ βλέπει ἔτσι τὴν πόλη του!


Γιὰ τὴν ἀκρίβεια

Ἕνα μέρος τῆς πόλης

Μιὰ λωρίδα χρυσὴ ἀμμουδιὰ

Καταπράσινα περιβόλια

Νὰ κρέμονται

Ἀπὸ ἕναν θαλασσὴ οὐρανό.


Τὰ κάτω ἄκρα ἄνω

Φυτεμένα σὲ συντρίμμια

Τὰ ἄνω ἄκρα κάτω

Μὲ τὰ δάχτυλα τεντωμένα.



Ἡ πατρίδα ἀνάποδα γυρισμένη

Χώρεσε στὴν παλάμη του.





[Από την ποιητική συλλογή: Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, Διθαλάσσου, Κάρβας 2012]
ΕΔΩ