6 Ιουν 2017

ΥΔΑΤΑ ΥΔΑΤΩΝ: ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ευχαριστώ τη φίλη Άννα Ιωαννίδου για την ανθολόγηση και φιλοξενία τριών ποιημάτων από την ποιητική μου σύνθεση Ύδατα Υδάτων, στο ωραίο ιστολόγιό της "Αποτυπώματα". Όσο υπάρχουν άνθρωποι που διαβάζουν ποίηση, εγώ δεν φοβάμαι...    

ΕΔΩ

30 Μαΐ 2017

ΚΑΝΘΟΣ: ΜΙΚΡΑ ΧΑΡΑΚΤΙΚΑ



Αγαπητοί φίλοι, απολαύστε τα μικρά χαρακτικά και σχέδια του Τηλέμαχου Κάνθου, που έκανε ειδικά για να διακοσμήσουν εξώφυλλα, σελίδες βιβλίων, παρτιτούρες κ.ά. Δίνεται ολόκληρη η δημοσίευση στο νέο σχήμα της ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑΣ-ΦΙΛΟΤΕΧΝΙΑΣ, που είχα την τιμή να σχεδιάσω τόσο τον λογότυπο όσο και το ίδιο το περιοδικό.


ΚΑΙ ΕΔΩ:




28 Μαΐ 2017


Β Ι Β Λ Ι Ο Φ Ι Λ Ι Α
...ναι, ανανεωμένη μόλις πήρα στα χέρια μου το πρώτο τεύχος. Θα σας ενθουσιάσει... καλά, εγώ δικαιολογούμαι να πετώ... σχεδίασα το περιοδικό ...σχεδίασα το εξώφυλλο...σχεδίασα τα λογότυπα... θα το αγαπήσετε κι εσείς... είμαι σίγουρος.
...μερικές σελίδες του από τη συνεργασία μου: "μικρά χαρακτικά και σχέδια του Τηλέμαχου Κάνθου, για βιβλία και άλλες εκδόσεις", ιδέα του αείμνηστου φίλου μου Φοίβου Σταυρίδη. Συνέπεσε το τεύχος με την έκδοση του βιβλίου μας για τον "κύκλο" του Φοίβου.
...κάποια λαθάκια; ...θα διορθωθούν στο επόμενο τεύχος, που θα είναι μια τεράστια έκπληξη...



14 Μαΐ 2017

ΜΑΛΑΚΟ ΚΙΝΕΖΙΚΟ ΡΙΖΟΧΑΡΤΟ...

...και ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο: η παραγγελία σας κύριε!

Δεν έχασα ούτε λεπτό, άνοιξα αμέσως το δέμα, χάιδεψα το χειροποίητο, κινέζικο, μαλακό ριζόχαρτο και βάλθηκα να τυπώνω....

...λένε πως είναι ο βασιλιάς των χαρτιών.... μπορεί να ζήσει και χίλια χρόνια ακόμα...
...θυμήθηκα έναν φίλο ζωγράφο από τη Λάρνακα, που καθώς στήναμε, τότε, μια ομαδική έκθεση εκεί, του εξηγούσα ότι χρησιμοποιώ τα καλύτερα υλικά για τις ζωγραφιές μου, χρησιμοποιώ σφήνες για τα τελάρα, αγοράζω τον καλύτερο καμβά... κι αυτός γελούσε. Γελούσε και μου έλεγε πως οι ζωγραφιές μου δεν θα ζήσουν όσα χρόνια υπολογίζω...
...νομίζω είχε δίκαιο... εγώ όμως, δεν τα βάζω κάτω... θα παλέψω σκληρά με τον μαύρο καβαλάρη...

9 Μαΐ 2017

"ENEKEN"


Ευχαριστώ τους συντελεστές του αφιερώματος "Η Σύγχρονη Λογοτεχνία της Κύπρου", του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ, για την τιμή να φιλοξενηθεί ένα μικρό διήγημα από την πρώτη συλλογή μου "Η κόρη του Δραγουμάνου", εκδόσεις Μεταίχμιο, 2003.

Το Βένετο Ξωπόρτι

Tο σπίτι μας βλέπει στη θάλασσα του νότου και ο ήλιος το βλέπει ώσπου να βασιλέψει. Ρίχνει τις χρυσές αχτίνες του και οι τρεις μεγάλες καμάρες μπροστά προβάλλονται στους κάτασπρους τοίχους σαν ουρανοί, έτσι όπως τους ζωγραφίζαμε παιδιά στο σχολείο.
Μια μικρή πορτούλα ενώνει τα δύο μεγάλα δωμάτια. Ένα τρίτο χρησιμοποιείται ως αποθήκη, μα καμιά φορά φιλοξενεί κανένα ετοιμόγεννο από τα ζωντανά του σπιτιού. Και τα δυο δωμάτια έχουν το δικό τους τζάκι, μα τα χειμωνιάτικα βράδια ανάβει μόνο αυτό που είναι στο δωμάτιο με τη μεγάλη καμάρα. Είναι στη νότια γωνιά και στις δυο μεριές του είναι η σουβάντζα -διπλή στα δεξιά- και πάνω αραδιασμένα πολλά μπουκάλια, άλλα κοντόχοντρα και άλλα με μακρύ λαιμό. Είναι ακόμα οι φίζες με το γλυκό και η λάμπα του πετρελαίου. Όταν δυναμώνει η φωτιά, φαίνονται στον τοίχο παράξενα χρώματα και σχήματα. Τρομεροί δράκοι ξεφυτρώνουν ανάμεσα από τα πολύχρωμα μπουκάλια και μάγισσες ή όμορφες βασιλοπούλες και άλογα, ανάλογα με το παραμύθι της γιαγιάς ή της γριάς γειτόνισσας. Πότε πότε, μένουμε σιωπηλοί και ακούμε τις δικές τους κουβέντες. Μιλούν για την Ελένη την προσφυγούλα. Η μικρή μου αδελφή επαναλαμβάνει τη λέξη «προσφυγούλα» και με κοιτάζει με απορία. Είναι ένα αληθινό παραμύθι, γιατί ο πατέρας μιλά αργά, με σοβαρότητα.
Αυτός ο ήχος, που βγαίνει καθώς οι μεγάλοι αφαιρούν το βαμβάκι και τα καρύδια χτυπούν μεταξύ τους, άλλες φορές γίνεται ποδοβολητό αλόγων κι άλλες φορές φωτιά που καίει τα πάντα.
Ύστερα, έρχονται άλλες... κι άλλες ιστορίες. O Μεγαλέξανδρος, καβάλα στον Βουκεφάλα του, πολεμά πολυάριθμους ανθρώπους με πολύχρωμες στολές ή, ακόμα, ένα μικρό γαϊδουράκι που κουνάει τ' αυτιά του: η σκιά των χεριών του παππού! Κι άλλες ιστορίες κι άλλες ιστορίες...
Κι ύστερα η μουσική της νυχτερινής βροχής, που κάθε τόσο δυναμώνει. Κάτι από τη μαγεία της φέρνει κάθε τόσο ο πατέρας, απλωμένη στα χοντρά κλαδιά που βάζει στη φωτιά. Όλα αυτά όμως δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος των βλεφάρων μας. Oι μάγισσες κι οι δράκοι, οι όμορφες βασιλοπούλες και τα άλογα επιστρέφουν και χάνονται μέσα στα πολύχρωμα μπουκάλια και στις σκοτεινές γωνιές του σπιτιού.
Το πρωί πάλι, καθώς η μάνα σταυροκοπιέται δοξολογώντας τον Θεό ―«κλακ» το μάνταλο―, γεμίζει το σπίτι φως. Oι πόρτες ανοίγουν διάπλατα και βγαίνω στο μικρό περιβόλι, κάθομαι κάτω από τη ροζιασμένη ελιά ή σκαρφαλώνω στα ψηλά κυπαρίσσια της αυλής:
Πώς τ' αγαπώ
κι όλο να μπω σ' αυτό ονειρεύομαι!

Παίρνω το μικρό δρομάκι τέλος κι απομακρύνομαι προς τις ροδιές. Εδώ είναι το ξωπόρτι, το Βένετο Ξωπόρτι. Έγινε με πολύ μεράκι από τον πατέρα, για να φυλάγει το σπίτι από κάθε ξένη επιβουλή. Κανένας δεν μπορεί να το περάσει, ούτε ο βούβαλος του θείου Πιερή, με τα φοβερά κέρατα, όταν αφηνιάζει. Κανένας!
Εδώ σταμάτησε το μεγάλο φορτηγό. Κάποιος είπε να το χαλάσουμε για να περάσει το φορτηγό, μα ο πατέρας δεν είπε τίποτα, παρά μόνο άρχισε να κουβαλά τα πράγματά μας σκυφτός και να τα φορτώνει για το ταξίδι.
Πώς τ' αγαπώ
κι όλο να μπω σ' αυτό ονειρεύομαι!
Μ' αλίμονο, φωτιά θα τ' αφανίσει
σπίτι μαζί και λούλουδα και δέντρα και κλαδιά
όταν σε λίγο η μάνα μου με θρήνο
το χώμα θα φιλήσει
κι ο γέροντας πατέρας μου
παντοτινά θα κλείσει.

Εδώ σταμάτησε το μεγάλο φορτηγό. Εδώ γονάτισε και άφησε τα δάκρυά της η μάνα μου. Εδώ γονάτισε ο πατέρας και φίλησε τη γη του. Εδώ γονατίσαμε όλοι μας πριν πάρουμε το δρόμο της προσφυγιάς, μπροστά στο Βένετο Ξωπόρτι.
(1987)


4 Μαΐ 2017

ISOLAMARA




Παναγιώτης Νικολαΐδης 
(φιλόλογος, ποιητής)
Mύθος και Ιστορία 
στην ποίηση του Νίκου Νικολάου - Χατζημιχαήλ 
σχόλια πάνω στη δίγλωσση έκδοση 
Isolamara

[διόραμα, τ. 11, Μάρτιος Απρίλιος 2017, σ. 34-37]

Ένα σημαντικό εκδοτικό γεγονός του τρέχοντος έτους αποτελεί η δίγλωσση έκδοση Isolamara (Πικρόνησος) των εκδόσεων Fermenti, Ρώμη 2016. Η παρούσα, καλαίσθητη έκδοση περιέχει, αντικριστά στα ιταλικά και στα ελληνικά, ποιήματα από τις συλλογές του ποιητή και διηγηματογράφου Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ Διθαλάσσου (2012) και Πικρόλιθος με τον υπότιτλο σημειώσεις σχεδίας (2014). Περιλαμβάνει επίσης μια εξαιρετική και διεισδυτική εισαγωγή του γνωστού ελληνιστή και μεταφραστή Crescenzio Sangiglio, η οποία επιτυγχάνει, κατά την άποψή μου, να παρουσιάσει λιτά, αλλά πρωτίστως ουσιαστικά την ποίηση του Νικολάου στο ιταλικό, αναγνωστικό κοινό. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, θεωρώ ότι ορθά ο μεταφραστής ενέταξε στην έκδοση επεξηγηματικές σημειώσεις και για τις δύο παρουσιαζόμενες συλλογές, καθώς αυτές αποκαλύπτουν στον ξενόγλωσσο αναγνώστη τόσο τους ιστορικούς και βιωματικούς όσο και τους διακειμενικούς αρμούς του ποιητικού κειμένου.

Μια πρώτη παρατήρηση που προκύπτει με τη συγκεντρωτική αυτή έκδοση είναι ότι η συμπαρουσίαση των δυο αυτών ποιητικών συλλογών αποκαλύπτει ένα σύνθετο καλλιτεχνικό σχέδιο· ένα σχέδιο το οποίο στη συλλογή Διθαλάσσου φωτίζει τη γενέθλια μήτρα-ρίζα της Καρπασίας και εν συνεχεία της Αμμοχώστου και επεκτείνεται τόσο χρονικά και τοπικά όσο και μυθοποιητικά στον Πικρόλιθο σε όλη τη νήσο και την μακραίωνη προϊστορία και ιστορία της. Η παρούσα έκδοση είναι σημαντική, επομένως, καθώς φωτίζει με περισσότερη σαφήνεια ότι έχουμε στην ουσία να κάνουμε με ένα έργο εν προόδω, το οποίο αναπτύσσει με συστηματικότητα και καλλιτεχνική υπομονή και επιμονή τις θεματικές του δεσπόζουσες. Κι αυτό γιατί η μυθοποιητική μηχανή του Νίκου Νικολάου - Χατζημιχαήλ φαίνεται να λειτουργεί κυρίως με αρχιτεκτονική, συμμετρική δομή· όπως ακριβώς μια πέτρα ανοίγει επάλληλους, συμμετρικούς κύκλους στα ήσυχα νερά της λίμνης. 

Ο πρώτος κύκλος της γενέθλιας Διθαλάσσου αποτελεί το εναρκτήριο λάκτισμα της μνήμης και της ποίησης και ίσως για τούτο περιλαμβάνεται διττά αφενός ως μήτρα και αφετέρου ως πυρήνας στους επόμενους, επάλληλους, ποιητικούς κύκλους του Πικρόλιθου και της πρόσφατης συλλογής Ύδατα Υδάτων (2016). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αποτελεί ατυχές γεγονός ότι η παρούσα συγκεντρωτική, δίγλωσση έκδοση, ολοκληρώθηκε πριν την έκδοση της τελευταίας συλλογής του ποιητή και, επομένως, δεν την περιέλαβε. Κάτι τέτοιο θα έδινε, κατά την άποψή μου, στον αναγνώστη μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα του συνολικού ποιητικού εγχειρήματος, καθώς θα φώτιζε και εκδοτικά μια σημαίνουσα ποιητική τριλογία. 
Κι αυτό, γιατί η συλλογή Ύδατα Υδάτων ανοίγει χρονικά, χωρικά και ιστορικά ακόμη έναν ευρύτερο μυθοποιητικό κύκλο, που εκκινώντας από τις απαρχές της δημιουργίας της γης φτάνει μέχρι το σήμερα και εστιάζει στο γεωγραφικό, υδάτινο λίκνο των μεγαλύτερων πολιτισμών και των μεγαλύτερων συγκρούσεων·[1] στη Μεσόγειο θάλασσα (mare nostrum). Και στο σταυροδρόμι των υδάτων αυ­τών, βρίσκεται πάντα η Κύπρος, η μυθική μήτρα της ποίησης του Νικολάου. Πρόκειται στην ουσία για ένα ερωτικό ποίημα,[2] και ίσως γι’ αυτό δεσπόζει ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, το οποίο ανοίγει με τον ερωτικό μονόλογο της θάλασσας και κλείνει με το συγκινητικότατο ολιγόστιχο ποίημα αφιερωμένο στον μικρό Αϊλάν Κουρντί από τη Συρία· το μικρό αγόρι που ξέβρασε η θάλασσα στις ακτές της Αλικαρνασσού στη Μικρά Ασία και του οποίου ο θάνατος φωτίζει το διαχρονικό δράμα του πολέμου και της μετανάστευσης στη Μεσόγειο. Πάντως, και οι τρεις ομόκεντροι κύκλοι της ποιητικής αυτής τριλογίας ιχνηλατούν κατά βάθος το ίδιο θέμα με τρεις καταθέσεις διαφορετικής μορφής, θερμοκρασίας και εμβέλειας, ισορροπώντας μέσα από τις αντινομίες τους.

Τα ποιήματα της πρώτης ποιητικής συλλογής του Νικολάου Διθαλάσσου, σηματοδοτούν εμβληματικά και καταδεικνύουν με σαφήνεια μια δραματική και ας το καταθέσω προκαταβολικά, ποιητικά δραστική στροφή του ποιητικού υποκειμένου προς τον εσώτερο βιωματικό του πυρήνα· εκεί όπου μονίμως αναθρώσκουν από τη μια παραμυθητικές γενέθλιες μνήμες της Καρπασίας και της Αμμοχώστου,[3] και από την άλλη βαθύτατος πόνος για τον θάνατο και τον άδικο ξεριζωμό που προκάλεσε η τούρκικη εισβολή του 1974. Και είναι αυτή η μόνιμη αντιθετική ψυχολογική κατάσταση ανάμεσα αφενός στον απύθμενο πόνο για την κατεχόμενη γενέθλια γη και την τραυματική απώλεια του παιδικού παραδείσου και αφετέρου στην επίμονη επαναφορά μιας μνήμης που αρνείται να αποδεχθεί την αδικία και συνεχίζει να λειτουργεί παραμυθητικά, που καθιστά το ποιητικό υποκείμενο να μετεωρίζεται τραγικά ανάμεσα σε δύο χρόνους και δύο τόπους· στο τώρα και στο τότε, στο σήμερα και στο χθες. Ο ποιητής παραμένει, λοιπόν, αναπόφευκτα μονίμως διχασμένος, ένας επίμονος νοσταλγός ενός χαμένου παραδείσου στον οποίο επιθυμεί διακαώς τραυματικά να επιστρέφει. 

Ελένη 

β΄

Το σκληρό βότσαλο με του χεριού χτύπημα επιδέξιο
στο σώμα αφήνοντας κραδασμό του σπάει
του Τεύκρου, των γενναίων του συντρόφων
του Δημητρίου και του νικηφόρου του στρατού
καλύπτοντας τα χνάρια, ο δρόμος του Αγίου να στρωθεί.

Λευκό κι αραχνοΰφαντο μαντίλι στο κεφάλι της φορεί
με σχέδια περίτεχνα στις τέσσερις γωνιές του τυπωμένα.
Και σας ευχαριστώ Maynard Owen Williams πολύ
γιατί στη φωτογράφιση φροντίσατε να μην φανούν
τα ροζιασμένα χέρια της που σίγουρα δεν θα ταιριάζαν
με την ευγένεια του προσώπου της, με τη λεπτότητά του.

Το ποιητικό υποκείμενο διατηρεί, λοιπόν, πάντα νωπές τις μνήμες που αποτελούν τον ομφάλιο λώρο της σύνδεσής του με πρόσωπα, τόπους και χρόνους παραμυθητικούς· μνήμες του παρελθόντος, αλλά και του μέλλοντος, κρατημένες βαθιά σε θύλακες του μυαλού και του σώματος. Η μνήμη, επομένως, της γενέθλιας γης, κομβικό σημείο και συνισταμένη των ποιημάτων της συλλογής, ως λέξη και έννοια πλατιά, βρίσκεται σχεδόν σε όλο το μήκος και το πλάτος της Διθαλάσσου και εισάγει στη μυθολογία της σύνθεσης, ένα κλειδί ανάγνωσης, συγκεκριμένο στην καταδηλωτική του εκφορά, αλλά και αρκούντως απροσδιόριστο στη συμπαραδηλωτική του ευρύτητα. Από εκεί εξακτινώνονται όλα τα άλλα μείζονα και ελάσσονα νοήματα του έργου· νοήματα που αποκαλύπτουν την κύρια και μόνιμη αγωνία του ποιητικού υποκειμένου να διασώσει-περιορίσει τη σταδιακή και επώδυνη οξείδωσή της παρά το συνεπακόλουθο τραύμα που αυτό συνεπάγεται. Έτσι, με αυτές τις παραμυθητικές, μυθικές αλλά ταυτόχρονα και αγκαθθερές μνήμες υπό μάλης, ο ποιητής επιχειρεί μια έντονη υπαρξιακή καταβύθιση, έναν επώδυνο νόστο με πανταχού παρούσα την ποιητικά γόνιμη αγωνία της φθοράς του χρόνου και του θανάτου.

Καρπασία

Κάθε πρωί
Ακονίζω τη μνήμη μου
Κι ένα μαχαίρι
Ανάμεσα σε θάλασσες που ματώνουν
Σε δύο κομμάτια με χωρίζει.

Τα παιδικά μου χρόνια με συνθλίβουν...

Προσπαθώ να ταιριάξω φωνήεντα
στα «ξι” και “ζήτα”
καθώς στον ήλιο διάπλατα
η μάνα ψιθυρίζοντας
το σπίτι ανοίγει.

Στην πρωινή καταχνιά
Τριάστρι, Ποαλέτρικα και άλλοι αστερισμοί
δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος των βλεφάρων μου.
Κυνηγώντας τη σκιά μας ανάμεσα στα καπνόφυτα
με την πίσσα στα χέρια και στα ρούχα μας
αποχωρίζουμε τσακ τσακ τα νοτισμένα φύλλα
κι ενώ το χρυσαφί ρουφάει το πράσινο
ο ήλιος ανεβαίνει
και οι μακριές αυλακιές
μικραίνουν στο μέτωπο του πατέρα
μετρώντας τον με κοντάρια.

Μα ένας ρόδακας
Ολοένα γυρίζει μια μπροστά και μια πίσω
Επιστρέφοντας εικόνες του παλιού καιρού
και δείχνοντας τις άλλες
που συνθέτουν οι μέρες που θα ’ρθουν

Ας αρχίσει λοιπόν ο αγώνας
κι ας μην είναι διά την δόξαν
ας είναι για τα καπνολούλουδα
και τις σκορπισμένες ψηφίδες
της διθαλάσσου πεφιλημένης πατρίδας.

Αν η ιστορία είναι διάτρητη από την αδικία και τον ανθρώπινο πόνο, αν το ‘δίκαιο’ του ισχυρού καταπατεί κατάφωρα, ακόμη και σήμερα, τον αδύνατο, ο ποιητής δεν παραδίδει αμαχητί τα όπλα. Εγκλωβισμένος ανάμεσα σε ένα ιδεαλιστικό παρελθόν και σε ένα άδικο, τραυματικό παρόν συνεχίζει να αντλεί δύναμη, ελπίδα και θάρρος. Κι αυτό γιατί η μνήμη της γενέθλιας γης και ειδικότερα της γενέθλιας φύσης, αυτός ο επίμονος «ρόδακας που ολοένα γυρίζει μια μπροστά και μια πίσω» αποτελεί για τον ποιητή το μόνο όπλο αντίστασης· τη μόνη οδό για να ικανοποιήσει το ρομαντικό και μόνιμο πάθος του να βρει το ποιητικό σημείο ενότητας των αντιθέτων και να επιτύχει την ποθητή υπέρβασή τους. Η γενέθλια φύση αποκαλύπτει, λοιπόν, στον ποιητή ότι ουδείς, δυνατός ή αδύνατος, δεν μπορεί να ξεφύγει από την αναπόφευκτη επικράτεια της φθοράς. Και έτσι του επιτρέπει να αντλήσει μέσα από τη στάχτη μηνύματα φωτός, ελπίδας και αναγέννησης. 

Μορφολογικά, τώρα, παρατηρούμε ότι ο ποιητής της Διθαλάσσου δεν παρέκαμψε τον δρόμο της λογικής αλληλουχίας, αλλά κατέκτησε τη μοντέρνα του έκφραση ψηλαφώντας τραγικά βιώματα με την έσχατη λεκτική απλότητα. Ο ποιητής επιχειρεί, λοιπόν, να φιλοτεχνήσει το ποιητικό του σκηνικό βασισμένος όχι στις αφηρημένες έννοιες, αλλά στην υλικότητα των πραγμάτων και με κύριο όπλο μια βιωμένη, ισχυρή εικονοποιία.[4] Η καλλιτεχνική και αισθητική οπτική του διακρίνεται, επομένως, για τον κατά κανόνα επιτυχή ποιητικά συγκερασμό μιας συγκρατημένης συγκίνησης με ένα διανοητικό στοχαστικό στοιχείο, καθώς το ρήμα αποτυπώνει το δράμα χωρίς περιττές εξάρσεις. Σημαντική διάσταση της ποιητικής του Νικολάου αποτελεί επίσης η έντονη ρυθμικότητα, που πολλές φορές επιτυγχάνεται με ποικιλία ρυθμικών σχημάτων, αλλά κυρίως με την ισχύ του δεκαπεντασύλλαβου. Σε κάθε περίπτωση στη συλλογή Διθαλάσσου ανιχνεύουμε την ειλικρίνεια του οράματος του ποιητή και διαβάζουμε, κάτω και πέρα από την επιφάνεια του ποιήματος, το τραύμα της ύπαρξης του πρόσφυγα, αλλά και του ανθρώπου γενικότερα· το σημείο δηλαδή όπου συναντάται το ατομικό με το συλλογικό.

Η ποιητική σύνθεση Πικρόλιθος στη συνέχεια διευρύνει και εν πολλοίς επεκτείνει τις θεματικές δεσπόζουσες όχι μόνο της ποιητικής συλλογής Διθαλάσσου, αλλά και του προγενέστερου διηγηματικού έργου του Νικολάου: την ιστορία, τον άνθρωπο, τον χρόνο, την πατρίδα και το πανάρχαιο δίπολο έρωτας-θάνατος. Η συλλογή αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ευρηματικά διϊστορική ποιητική σύνθεση που αποκαλύπτει στο βάθος ένα λεπτό και επώδυνο πολιτισμικό ύφος. Ένα ύφος το οποίο προβάλλει έντονα και διαχρονικά ένα γνήσιο αίσθημα αυτοχθονίας∙ μια κυπρολογική μυθολογία που εκκινεί διαγραμματικά από την προϊστορική εποχή, συνεχίζει στην αρχαία ιστορία του νησιού φωτίζοντας τις ελληνικές του ρίζες και φτάνει μέχρι τη σύγχρονη του ιστορία, με έμφαση στον απελευθερωτικό αγώνα του 1955-59 και στην τούρκικη εισβολή του 1974. Η σύνθεση κλείνει, σφραγίζει, θα έλεγα, εμβληματικά με τον εξαιρετικό μονόλογο του σπουργίτη στο καταληκτικό ομώνυμο ποίημα.

Μονόλογος Σπουργίτη

Με τον πιο μικρό θόρυβο
με την πιο ανεπαίσθητη κίνηση
με το πλησίασμα των μεγάλων πουλιών
με τη θέα της σφεντόνας σου
φτεροκοπώ και χάνομαι
μα ύστερα όλα τα ξεχνώ· ξαναγυρνώ
έτσι έχω μάθει από μικρό
στον τόπο μου να ζω
κι ας υποφέρω
ας πονώ.

γνωρίζω, βέβαια, για τις επισκέψεις του φιδιού * στα χαμηλά κλαδιά της χαρουπιάς, της ζαμπουκιάς, της συκαμιάς όπου κουρνιάζω * είδα φτερούγες να τρεμοπαίζουν απ’ το φαρμάκι * άκουσα φωνές σπαρακτικές τα νυσταγμένα άυπνα βράδια * και χώθηκα βαθιά στις φυλλωσιές και στα σκοτάδια * είδα το φίδι να έρχεται και με ο φως της ημέρας * το ύπουλο φίδι που δεν λέει να ξεκολλήσει * το βλέπουν όλα τα πουλιά * το βλέπουν όλα τα πουλιά της οικουμένης και σιωπούν * μα εγώ, εδώ θα ζήσω κι ας πονώ στον τόπο αυτό που αγαπώ * φάρος ακοίμητος *  να προσδοκώ να ξεδιπλώσει τις φτερούγες του ξανά * του δίκαιου ήλιου πύρινος ένας κριτής αητός.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το πολύσημο ποιητικό σύμβολο του πικρολιθικού σταυρού που δεσπόζει τόσο εικαστικά όσο και θεματικά και στη συλλογή και στη δίγλωσση συγκεντρωτική έκδοση, αποκρυσταλλώνει με αισθητικά λειτουργικό τρόπο την πίκρα και τον αδιάκοπο, αλλά κυρίως επίμονο αγώνα του διαχρονικού ανθρώπου, που έφτασε σε αυτό τον τόπο, δέθηκε μαζί του και τον αγάπησε βαθιά. Ασφαλές κλειδί, επομένως, για την αναγνωστική πρόσβαση στο βιβλίο αποτελεί ταυτόχρονα και ο ευφυής υπότιτλος «σημειώσεις σχεδίας», καθώς πέρα από τις εμφανείς αναφορές στην προϊστορία και την ιστορία της νήσου και των ανθρώπων της, παράλληλα εξακτινώνεται σε καίρια ζητήματα ποιητικής γραφής. 

Η αντιστοιχία, μάλιστα, ανάμεσα στη μαστορική κατασκευή της σχεδίας και την κατασκευή του ίδιου του ποιήματος καταδεικνύεται με σαφήνεια στο ομώνυμο ποίημα «Η σχεδία» και συνυφαίνεται άρρηκτα με τον πεισματικό, επώδυνο, αλλά συνάμα όμορφο αγώνα του ανθρώπου, που επέλεξε αυτό τον τόπο, για να επιβιώσει και να δημιουργήσει σε πλήρη αρμονία με τη φύση. Κάτω από αυτό το πρίσμα δεν είναι, επομένως, τυχαίο το γεγονός ότι το έργο αυτό προσγειώθηκε εκδοτικά στο νησί σε δύσκολα πολιτικά, πολιτιστικά, οικονομικά, κοινωνικά και εθνικά χρόνια. Κλείνω, λοιπόν, την περιδιάβαση στη συλλογή με το συμπέρασμα ότι παρά το γεγονός ότι το εγχείρημα του Πικρόλιθου είναι τόσο ποιητικά φιλόδοξο που τα μόνα εθνικά, ποιητικά έργα με τα οποία θα μπορούσα να το αντιστοιχίσω είναι το Άξιον Εστί του Ελύτη και η Ρωμιοσύνη του Ρίτσου, δεν ακολουθείται σε όλο το μάκρος και πλάτος του βιβλίου από ποίηση ισοϋψή ποιοτικά του σχεδίου του. 

Τα πουλιά

Τι άραγε γνωρίζουν τα πουλιά; * ποιος τα μαζεύει εδώ στις παραλίες; * και τι είναι εκείνο που επίμονα στο βάθος του ορίζοντα κοιτούν;* πού να πηγαίνουν τα πουλιά * και ποιος διατάζει ξαφνικά όλα μαζί * να φεύγουν μέσα στη νυχτιά * να χάνονται στο πέλαγος σαν ένας νους να ξεκινάνε; * κι ύστερα πάλι, όταν γλυκαίνει ο καιρός * ποια δύναμη κρατάει μέρες και νύχτες τις φτερούγες ανοιχτές * και μέσα στο σκοτάδι όπου κυλάνε όλα μαζί * βρίσκουν τον δρόμο κι επιστρέφουνε στις ίδιες ακτές;

Εστιάζοντας καταληκτικά και στις δύο συλλογές που περιλαμβάνονται στη δίγλωσση έκδοση Isolamara, παρατηρούμε ότι στο ποιητικό σύμπαν του Νικολάου υπάρχουν θέματα που συμπλέκονται αδιάλειπτα και οργανικά και δημιουργούν ένα αισθητικά λειτουργικό ποιητικό σύμπαν που αποπνέει αγάπη για τον άνθρωπο και την τέχνη. Σε αυτό το σύμπαν δεσπόζει η πολυδιάστατη υφή της ιστορικότητας, που αντανακλά αφενός μεν τους προβληματισμούς του ποιητή για την εποχή του και τον τόπο του, αφετέρου δε το εύρος των κειμενικών αναγνώσεων και ενδιαφερόντων του. Με βαθιά αίσθηση της ιστορίας και των διεργασιών που συντελούνται σε αυτήν σε επίπεδο μικροϊστορικό αλλά και μακροϊστορικό, ο ποιητής τολμά, παρεμβαίνει, σχολιάζει και συγκροτεί σταδιακά έναν προσωπικό διάλογο με την εποχή του μέσα από τον οποίο προβάλλει και μια αντίστοιχη ποιητική ηθική. Για τούτο ο τρόπος που προσλαμβάνει τα γεγονότα αντανακλά άμεσα την ψυχοσύνθεσή του· και η έννοια της ιστορικότητας είναι συνάρτηση της κριτικής του σκέψης, της ευαισθησίας, των γνώσεών του για το παρελθόν, αλλά πρωτίστως της υποκειμενικής του εμπειρίας.

Έτσι, η συγκεντρωτική αυτή έκδοση καταδεικνύει με σαφήνεια και στο ιταλικό και στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ότι η ποίηση του Νικολάου είναι ποίηση βιωματική· με το συναίσθημα να προβάλλει αδιαμεσολάβητο και ωστόσο σαν από ένστικτο ελεγχόμενο, συγκρατημένο από ένα αίσθημα αξιοπρέπειας, επεξεργασμένο στα βαθύτατα στρώματα της ύπαρξης. Το ενδιαφέρον στην προκείμενη περίπτωση βρίσκεται στο γεγονός ότι τα απολύτως προσωπικά βιώματα που συνθέτουν και διατηρούν αρραγή τον βασικό θεματικό πυρήνα των ποιημάτων, τα ίδια αυτά βιώματα συμβάλλουν στη διαστολή του, δημιουργώντας με διαφορετικούς τρόπους ρωγμές και ανοίγματα επικοινωνίας, με συνέπεια να επιτυγχάνεται καθολικότητα, χωρίς, όμως, να διακυβεύεται η ταυτότητά τους. 



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Σημαντικό ρόλο στη θεωρητική προεργασία, αλλά και στην πραγμάτωση της συλλογής Ύδατα Υδάτων πρέπει να διαδραμάτισε η θεμελιώδης τρίτομη εργασία του πατέρα της Νέας Ιστορίας Fernard Braudel, Η Μεσόγειος και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β΄ της Ισπανίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005, εργασία στην οποία παραπέμπει, μάλιστα, ο ποιητής στο γλωσσάρι. 

[2] Έχω την αίσθηση ότι ο ποιητής τιτλοφόρησε την ερωτική σύνθεση Ύδατα Υδάτων κατά γνωστό βιβλικό Άσμα Ασμάτων. 

[3] Ο εύστοχος και πολύσημος τίτλος Διθαλάσσου, δεν παραπέμπει κατά τη γνώμη μου μόνο εμφανώς στη γενέθλια Καρπασία όπου βρέχεται και από τις δύο ή ακόμη και τις τρεις πλευρές από θάλασσα. Νομίζω ότι ο συγκεκριμένος τίτλος με το αριθμητικό δις επιλέχθηκε από τον ποιητή σκόπιμα γιατί ήθελε να συμπεριλάβει ακόμη μια αγαπημένη του θάλασσα· τη θάλασσα τη Αμμοχώστου. Εξάλλου ανάμεσα σε αυτές τις δύο θάλασσες μεγάλωσε και ανδρώθηκε. 

[4] Η ισχυρή εικονιστική μέθοδος του ποιητή δεν είναι καθόλου άσχετη με την ενασχόλησή του με τη ζωγραφική, ενασχόληση που διαχέεται άπλετα και στην αισθητική των εκδόσεων Κάρβας, από τις οποίες κυκλοφορούν και τα τρία ποιητικά του βιβλία, καθώς και τα εξαιρετικά 20 διηγήματα. 






27 Απρ 2017

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΣΤΑΥΡΙΔΗ

Ο ΚΥΚΛΟΣ 
ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΣΤΑΥΡΙΔΗ

Το βιβλίο -80 σελίδες εισαγωγή και 80 σελίδες ευρετήρια- τυπωμένο σε ζεστό χαρτί chamois 17Χ24 εκ., θα παρουσιαστεί τον Μάιο στη Λευκωσία, Λεμεσό και Λάρνακα και τον Οκτώβρη στην Αθήνα. Για την ώρα μια πρώτη γεύση, με εικόνες από το βιβλίο και όμορφα εξώφυλλα του περιοδικού...

Είμαι περήφανος που ο Φοίβος μου είχε εμπιστευθεί πολλά εξώφυλλα του Κύκλου και κυρίως τα "τετράδια ποίησης" και χαρούμενος που συνεργάστηκα, για το βιβλίο, με τους φίλους Θεοδόση Πυλαρινό και Αποστόλη Κουρουπάκη.









19 Απρ 2017

I S O L A M A R A


Rafaelle Piazza*
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ:
 Isolamara (Πικρόνησος)

Εκδόσεις Fermenti, Ρώμη, Νοέμβριος 2016

Ἡ ἔκδοση Isolamara (Πικρόνησος), ἡ ὁποία περιέχει ποιήματα παρμένα ἀπὸ τὴ συλλογὴ Διθαλάσσου (2012) καὶ Πικρόλιθος μὲ τὸν ὑπότιτλο σημειώσεις σχεδίας (2014), περιλαμβάνει μιὰν εἰσαγωγὴ τοῦ Crescenzio Sangiglio. Ὁ κριτικὸς εἶναι καὶ ὁ μεταφραστὴς τῆς συλλογῆς, στὴν ὁποία εἶναι ἐντεταγμένο καὶ τὸ ἀρχικὸ ἑλληνικὸ κείμενο σὲ ἀντικρυστές σελίδες. Πρόκειται γιὰ ἕνα πολύπλοκο βιβλίο, λόγῳ τῶν ἀναφορῶν στὶς ὁποῖες παραπέμπει. Δὲν εἶναι συμπτωματικὸ ποὺ καὶ τὰ δυὸ μέρη ὑποστηρίζονται ἀπὸ λεπτομερεῖς ἐπεξηγηματικὲς σημειώσεις.

Ἐν συντομίᾳ, ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος εἶναι ποιητικὴ νεολυρική, στὴν ὁποία κεντρικὰ στοιχεῖα εἶναι οἱ νατουραλιστικὲς εἰδυλλιακὲς καὶ ἐλεγειακὲς εἰκόνες, διαποτισμένες ἀπὸ μιὰν ἀδιάσπαστη γραμμὴ μαγείας.

Ἡ ἔκφραση, χαρακτηριζόμενη ἀπὸ καθαρότητα καὶ φωτεινότητα, μοιάζει συχνὰ μυθική.

Στὴν Καρπασία, ὄνομα ποὺ ὑποδηλώνει μιὰ χερσόνησο καὶ μιὰν ἀρχαία πόλη, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς διαπιστώνεται ὅτι ὁ ποιητὴς κάθε πρωῒ ἀκονίζει τὴ μνήμη του καὶ ὅτι ἕνα μαχαίρι ἀνάμεσα σὲ ματωμένες θάλασσες τὸν μοιράζει στὰ δυό. Ἀναδύεται ἀκόμα, μιὰ ἀναφορὰ στὰ παιδικά του χρόνια καὶ στοὺς δεσμοὺς ποὺ τὸν συνδέουν μὲ τὴν μητέρα καὶ τὸν πατέρα του. Στὸ ποίημα Ἡ Πέτρα προβάλλουν εἰκόνες καὶ παραστάσεις ποὺ ταράζουν τὴν ψυχή, ὅπως ἐκείνη ἀπὸ τὴν προσπάθεια ποὺ τοῦ προκαλεῖ ἡ μεταφορὰ μιᾶς πέτρας στὸ χέρι, ἀπὸ τὸ νὰ σημαδεύει μὲ τὸ δάκτυλο ἕνα θηρίο ποὺ οὐρλιάζει καὶ ἀπὸ τὴν παράκληση νὰ κυνηγήσει τὸ ἄγνωστο κακὸ τὴς νύχτας.

Τὰ ἀποσπάσματα χαρακτηρίζονται ἀπὸ κομψότητα ὕφους καὶ μουσικότητα, συνδεόμενα μέσῳ τοῦ ὑποβλητικοῦ καὶ σφιχτοδεμένου ρυθμοῦ τῶν στίχων.

Στὸ δομικὸ ἐπίπεδο ἀξίζει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι τὰ περισσότερα ποιήματα εἶναι διαρθρωμένα μέσα στὴ σελίδα κατὰ τὸν παραδοσιακὸ τρόπο. Ἀντιθέτως μερικὲς συνθέσεις τοῦ Πικρόλιθου εἶναι συγκροτημένες ἀπὸ συστήματα στίχων, μικρὲς ἑνότητες παρατιθέμενες ἡ μιὰ πλάϊ στὴν ἄλλη χωρὶς ἐπάνοδο στὴν ἀρχὴ τοῦ στίχου, χωριζόμενες μεταξύ τους μὲ γραφικά, ὅμοια μὲ τετραγωνάκια.

Τὰ ὡς ἄνω κείμενα, χαρακτηριζόμενα ἀπὸ γοητεία καὶ μικρὲς παύσεις, εἶναι καρπὸς ἑνὸς προσωπικότατου πειραματισμοῦ τοῦ συγγραφέα.

Τὸ πρῶτο ποίημα τῆς Διθαλάσσου, σύντομο καὶ ἐντόνως κάθετο, τιτλοφορούμενο Φῶς, διαιρεῖται σὲ τρεῖς στροφὲς καὶ ἕνα μεμονωμένο στίχο. Καὶ γιὰ τὴ δομή του ὅπως καὶ γιὰ τὸ περιεχόμενό του ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὶς ἄλλες συνθέσεις ποὺ ἀποτελοῦν μέρος τῆς Isolamara (Πικρόνησου). Στὸ κείμενο αὐτὸ τὸ ἐγὼ-ποιητὴς στρέφεται πρὸς ἕνα ἐσύ, θηλυκό, ἐξ ὅσων μπορεῖ νὰ ἐξαχθεῖ, στὸ ὁποῖο κάθε ἀναφορὰ παραμένει σιωπηλή.

Θεματικὴ τῆς σύνθεσης φαίνεται νὰ εἶναι ἐκείνη μιᾶς ἐρωτικῆς συνάντησης πα-ρεντεθειμένης σὲ μιὰ σκηνοθεσία ἀκαθόριστης ὀμορφιᾶς. Ὄντως ἀναφέρονται φυλλώματα ἐλιᾶς καὶ κυπαρισσιοῦ καὶ τὸ κόκκινο τῆς ροδιᾶς, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν τὸ προοπτικὸ βάθος μιᾶς αἴσθησης τοῦ ἔρωτα, ὅμοιου μὲ μιὰ θεοφάνεια, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ φῶς μέσα σὲ ὅλο τὸν κόσμο.

Ὁ συγγραφέας εἶναι κύριος τοῦ ὑλικοῦ του καὶ σὲ ὁλες τὶς συνθέσεις οἱ λέξεις ἰσορροποῦν μέσα στὴ σελίδα ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν πρῶτο στίχο, χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἐμφανῆ προσπάθεια, μὲ εὐλυγισία καὶ μαζὶ παραστατικότητα.

Ἡ μορφή, ἐκλεπτυσμένη καὶ καλῶς σμιλευμένη, καθίσταται θεμελιῶδες στοιχεῖο τοῦ βιβλίου, τὸ ὁποῖο γεννᾶ μιὰν ἀτμόσφαιρα ἁρμονίας καὶ κοσμιότητας.

Πρωταγωνιστὲς πολλῶν κειμένων εἶναι τὰ πουλιά, ὅπως ὁ γλάρος, ἡ φραγκολίνα, ὁ σπίνος, ἡ καρδερίνα καὶ τὸ σπουργίτι. Στὴν Πρωϊνὴ Συμφωνία, ποὺ ἀποτελεῖ μέρος τῆς Διθαλάσσου, ὁ Νίκος τὰ ὀνομάζει τὴν ὥρα ποὺ ἔρχεται τὸ φῶς καὶ ξημερώνει μέσα στὸ σκοτεινὸ φύλλωμα τῶν δέντρων.

Φανερώνεται ἡ χαρὰ τῶν ἴδιων τῶν φτερωτῶν πλασμάτων μὲ τὸ νὰ τονίζουν ἕνα τραγούδι ἐλεύθερο καὶ μαζὶ εὐτυχισμένο στὴν ἔκρηξη τῆς μέρας, καθὼς κα-τευθύνονται σ᾿ ἕνα καινούργιο ταξίδι πρὸς τὸ ἄγνωστο. Σὰν νὰ ἀκούει κανεὶς τὴ φωνή τους, σὰν νὰ μποροῦσαν νὰ μιλοῦν. Ὁ ποιητὴς παρομοιάζει τὸν ἑαυτό του μὲ τὰ πουλιά, βεβαιώνοντας ὅτι, ἐνῶ αὐτὰ εἶναι χαρούμενα μὲ τὰ χαρμόσυνά τους τραγούδια, ἡ δική του φωνὴ ἀντιθέτως εἶναι πικρὴ καὶ δυστυχισμένη.

Τὸ θέμα τοῦ τραγουδιοῦ ἐπανέρχεται μέσα στὰ ποιήματα, καὶ στὸν Ἀόρατο ἡ ποιητικὴ φωνὴ εἶναι ἐκείνη τοῦ ὁμώνυμου θάμνου, ὁ ὁποῖος ψάλλει βέβαιος ἀνάμεσα σὲ δυὸ θάλασσες, εἰκόνα ὑποβλητική, καὶ ἁπλώνει τὰ κλαδιά του στὸν ἄνεμο. Σχετικῶς μὲ τὰ φυτὰ ποὺ μιλοῦν ἔρχεται στὸν νοῦ ὁ γάλλος ποιητὴς Ponge, ὁ ὁποῖος βεβαίωνε πὼς θὰ ἦταν ὡραῖο ἂν ἕνα δέντρο μποροῦσε νὰ μιλᾶ. Ὁ λόγος εἰσέρχεται στὴ θεματικὴ τῆς μεταφορᾶς στὸ φυτικὸ βασίλειο.

Οὐσιαστικὸ στοιχεῖο τῆς ποιητικῆς δημιουργίας τοῦ συγγραφέα εἶναι ἡ ἱκανότητά του νὰ ἐπιτυγχάνει ἔντονα ἀποτελέσματα μέσῳ ἑνὸς λόγου ἐκφραστικοῦ, μὲ μιὰ σπουδὴ προσεκτικὴ καὶ ἐκλεπτυσμένη. Ἀγωνιώδης ἀναμονὴ καὶ μαγεία εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα στὸ ὁποῖο φθάνει συχνά, μὲ μιὰν ἀπόχρωση γλυκύτητας.

Ἀκόμα καὶ τὸ ἐπικὸ στοιχεῖο ἀντιμετωπίζεται μὲ σκηνὲς ναυμαχιῶν καὶ πεζομαχιῶν, μὲ τρόπο ἀκριβολόγο.

Στὸ ποίημα Τὰ Βότσαλα πραγματοποιεῖται ἕνας στοχασμὸς τῆς ποίησης πάνω στὴν ἴδια τὴν ποίηση, ἐνῶ βεβαιώνεται ὅτι τὰ ποιήματα περιφέρονται ὅπως τὰ βότσαλα τῆς θάλασσας, παράγοντας μιὰν εὔπλαστη ὕλη καὶ φθάνουν στοὺς βυθοὺς μαζὶ μὲ τοὺς ρυθμοὺς τῆς καρδιᾶς καὶ τὰ χρώματα τοῦ ἔρωτα. Τὰ ποιήματα ἐξαπλώνονται μέσα στὴ σιωπηλὴ ἄβυσσο καὶ λειαίνονται ἀπὸ τὴν περιπέτειά τους, ἐνῶ τὰ κύματα τὰ ἐναποθέτουν στὶς ἀμμουδιὲς καὶ μέσα στὸ φῶς. Στοὺς στίχους αὐτοὺς ὁ ποιητὴς ἀναπαριστᾶ τὴν ἴδια τὴν πράξη τῆς δημιουργίας, στὴ γένεσή της, ἐπιδεικνύοντας μιὰ δυνατὴ ποιητικὴ προδιάθεση.

Ὁ Χατζημιχαὴλ ἀντιμετωπίζει μιὰ πολλαπλότητα θεμάτων, ἀνάμεσα στὰ ὁποῖα δὲν ἀπουσιάζει καὶ τὸ θρησκευτικό. Μὲ τὸ νὰ ἐκφράζει ἕναν θαυμασμὸ γιὰ ἕνα ὄνειρο μὲ μάτια ἀνοικτά, ὁποιοδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὸ ἀντικείμενο τοῦ ποιεῖν του, ὁ ποιητὴς γνωρίζει νὰ κυριαρχεῖ πάνω στὰ αἰσθήματα καὶ οἱ στίχοι, ἄν και συχνὰ ξεχειλίζουν, βρίσκονται κάτω ἀπὸ αὐστηρὴ ἐποπτεία καὶ ἔλεγχο μέσα στὴν ἀνέλιξή τους.

Τὸ λεξιλόγιο εἶναι ἐκλεπτυσμένο καὶ συμπυκνωμένο, μὲ ἀποχρώσεις ὀρφικές. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι σὲ μεγάλο μέρος τὰ ποιήματα εἶναι περιγραφικὰ ἢ ἔκφραση τῆς ἐκκένωσης τοῦ πολὺ αὐτοσυγκεντρωμένου ἐγὼ-ποιητῆ.

Ἡ ἀνάγνωση τῆς Isolamara (Πικρόνησου), ἑνὸς ἔργου ποὺ δὲν στερεῖται μιᾶς κλασσικίζουσας πνοῆς, ἀποτελεῖ, μὲ ἕναν λόγο, τὴν κατάδυση μέσα σὲ ἕνα σύνθετο καὶ ὁραματικὸ σύμπαν.

Ὁ Νίκος Νικολάου Χατζημιχαὴλ γεννήθηκε στὸ Βασίλι τῆς Καρπασίας (Κύπρος). Ἀσκεῖ τὴν τέχνη τῆς ζωγραφικῆς μετέχοντας σὲ ἐπιτυχημένες ἀτομικὲς καὶ ὁμαδικὲς ἐκθέσεις. Ἦταν ἐνεργὸ μέρος στὴ πνευματικὴ ὁμάδα τοῦ λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ Ὁ Κύκλος. Ἔχει στὸ ἐνεργητικό του βιβλία διηγημάτων καὶ ποίησης. Ποιητικές του συνθέσεις ἔχουν δημοσιευθεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ τῆς Κύπρου καὶ τῆς Ἑλλάδας.

Rafaelle Piazza


*Ὁ Rafaelle Piazza εἶναι ποιητής, κριτικὸς καὶ ζεῖ στὴ Νάπολη. 

(μετ. Γ. Χατζηκωστῆς)



11 Απρ 2017

"ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ..."


Γιώργος Σεφέρης 
«Επί ασπαλάθων ...»

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη ...
Γαλήνη.
- Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ' αυλάκια·
τ' όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».
Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.

31 του Μάρτη 1971

6 Απρ 2017

ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ, κριτική


ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ
ποιήματα, Εκδόσεις Κάρβας 2012

Πριν ασχοληθώ με τα ίδια τα ποιήματα, ως εισαγωγή διάβασα τις Σημειώσεις του βιβλίου.

Πρόκειται για ποιητή με πολλή αγάπη στο έργο του και προπάντων σοβαρότητα, μελετημένο, με τη λεπτομέρεια να υποδεικνύει τη σημαντικότητά της και την έρευνα με τη γνώση να θεμελιώνει τον ποιητικό λόγο. Ήδη ο αναγνώστης έχει κερδηθεί λόγω του σεβασμού του ποιητή προς αυτόν.

Ξεκάθαρος, απλός, λιτός, περιεκτικός λόγος, τεχνικά διαρθρωμένος, όντως φωτεινός. Και πίσω από τις τραγουδημένες μυστικές ομορφιές του τόπου, λυγμός από την καταστροφή.
Η δημοτική παράδοση και μούσα δεν διανθίζει αλλά αποτελεί την ίδια την ουσία του πολιτισμού μας, τις συλλήψεις του ανθρώπου σαν αντικρίζει ή παρακολουθεί εικόνες της φυσικής ζωής.

Ο ποιητής δεν είναι μόνο ευαίσθητος δέκτης της φυσικής ομορφιάς αλλά και την αποτυπώνει μπολιασμένη με την πνευματική του σκευή. Φράσεις σπάνιες και ποιητικές καρφώνονται ως επιμύθιο σε μικρά αλλά πολύφωνα κι αρμονικά ποιήματα σφραγίζοντας την όλη ποιητική σύνθεση.

Αφορμές από ανύποπτους χρόνους, ξεχασμένες, τυπωμένες σε περιοδικά εικόνες γαζώνουν το χρόνο με εντυπωσιακές μορφές. Ο ποιητής διαλέγεται με προσφορές άλλων στον τόπο και στη ζωή του, αποκαλύπτοντας ομορφιές. Ο ποιητής φανερώνει τις κρυφές όψεις των πραγμάτων.

Σ’ όποια στιγμή κι αν κρατηθεί στην ομορφιά και στη γαλήνη του παρελθόντος, το σκουλήκι των βαρβάρων δεν τον αφήνει να υπνώσει. Το 1974 στάθηκε η μεγάλη πληγή που αιμορροεί.

Μια τετράδα ποιημάτων για μια μικρή ομορφιά του παρελθόντος μεταθέτει σ΄ όλες τις βαθμίδες του χρόνου κι ανέρχεται τέλος στο άχρονο, στη Ουρανία Ελένη, την αιώνια ομορφιά, την ιδέα.

Η Καρπασία κι η Αμμόχωστος βρήκαν τον τεχνίτη ποιητή τους. Η όλη ατμόσφαιρα, οι εργασίες, ο ανθρώπινος μόχθος. Δεν είναι μόνο το συνταίριασμα. Είναι η δημιουργία και μεταφορά στον αναγνώστη μέσα από τον ποιητικό λόγο όλων των ιδιαιτεροτήτων της Καρπασίας που μένουν αιώνιες σ’ όποιον τις έζησε ή τις δημιουργεί, σ’ όποιον δεν τις γεύτηκε.

Μέσα από τους μύθους και τις παραδόσεις για εικόνες σεβάσμιες ο ποιητής- διαμορφώνοντας το ύφος του- εμβαθύνει στα κρύφια των παραδόσεων με την αγωνία του παρόντος της σκλαβωμένης πατρώας γης.

Η ποίηση με τα φτερά της αναβιώνει το παρελθόν, τις στιγμές που αιωνίζονται, τα τοπία που ανέρχονται στον άλλο πάνω κόσμο. Μεγάλη η ανυψωτική χάρη του ποιητή.

Οι λέξεις δεν φωτογραφίζουν γιατί φέρουν μαζί τους αισθήσεις κι αισθήματα και συναισθήματα, ιστορική γνώση και αυτογνωσία. 

Πέρα από την επιστήμη ο ποιητής συλλαμβάνει το άφραστο κι ανήκουστο. 

Και την ελπίδα στο σκοτάδι. 


-----------------------------------------
Ο Στέλιος Παπαντωνίου είναι φιλόλογος

27 Μαρ 2017

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΗΛΙΩΝΗΣ

Ο Χριστόφορος Μηλιώνης
και η Αμμόχωστος του 1960 - 1964
μια ανάμνηση
του
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
[περιοδικό ΑΝΕΥ, Χειμώνας- Άνοιξη 2017, τ. 62, σελ. 42-49]

1960. Ο αέρας της ελευθερίας πνέει πάνω σε όλο το νησί και γεμίζει τα πνεμόνια των ανθρώπων με αισιοδοξία. Ελευθερία… αυτοδιάθεση… οι θυσίες τόσων παιδιών δεν πήγαν χαμένες. Αρχίζουν να εφαρμόζονται σχέδια ανάπτυξης σε όλους τους τομείς. Τα σχολεία δημιουργούν επεκτάσεις με πολλές νέες αίθουσες ή χτίζονται καινούργια για να δεχτούν τις χιλιάδες μαθητές που συρρέουν διψασμένοι για μόρφωση. 

Νωρίς το καλοκαίρι είχαμε δώσει γραπτές και προφορικές εξετάσεις και στη συνέχεια προμηθευτήκαμε όλα τα σχετικά: άσπρο πουκάμισο, μπλε γραβάτα, γκρι παντελόνι, μαύρα παπούτσια και το θρυλικό πηλίκιο με τη χρυσοκεντημένη κουκουβάγια. Ανυπομονούσαμε ν’ ανοίξουν τα σχολεία. Tρεις λέξεις στριφογύριζαν συνέχεια στο μυαλό μου κι έκαναν το στήθος μου να πάλλεται από περηφάνια: Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου. 

Υπήρξαμε πολύ τυχεροί, γιατί ένα εκλεκτό επιτελείο καθηγητών υπό τον Δόκτορα Κυριάκο Π. Χατζηιωάννου ξεκίνησαν αμέσως δουλειά όχι μόνο για να μας μάθουν γράμματα αλλά κυρίως να μας κάνουν ελεύθερα σκεφτόμενους ανθρώπους, να γνωρίσουμε ποιοι είμαστε, από πού καταγόμαστε και πού πηγαίνουμε. «Είμαστε ευλογημένοι γιατί πήραμε από τη νήσο Σαλαμίνα τη θεϊκή καταγωγή, από τους Αθηναίους τη σοφία, απ’ τους Αργείους τη βασιλική μεγαλοπρέπεια, από τους Αρκάδες την τέχνη που τα όρη γίνονται πεδιάδες», όπως λέει σε ένα ποίημά του. Ήταν πολύ μεγάλες οι ανάγκες σε διδακτικό προσωπικό και έτσι προσλαμβάνονταν καθηγητές που δεν είχαν τελειώσει ακόμα το Πανεπιστήμιο, όπως ο Κυριάκος Πλησής, ο πρώτος μας φιλόλογος. Ονόματα όπως ο Θεοδόσης Νικολάου, ο Παναγιώτης Σέργης και οι εξ Ελλάδος καθηγητές Χριστόφορος Μηλιώνης, Γιώργος Παπαδόπουλος, ο Γιώργος Μπισκίνης[1] και άλλοι λάμπρυναν το σχολείο με τις γνώσεις, τον ενθουσιασμό τους και τη μεθοδικότητά τους. Το σχολείο πια αποτελούσε για την πόλη το σπουδαιότερο πνευματικό κέντρο. Διακρινόταν σε πανελληνίους αγώνες στίβου, ιδρύθηκε ο Επιστημονικός Φιλολογικός Σύλλογος Αμμοχώστου[2], που έδωσε στην πόλη πραγματική πνευματική ζωή και κίνηση και δίνονταν παραστάσεις τραγωδίας[3] στο αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας που ξεπερνούσαν τα μαθητικά επίπεδα. Παράλληλα, στην πόλη ιδρύθηκε και η Δημοτική Βιβλιοθήκη με σημαντική δραστηριότητα σε σχέση με το Γυμνάσιο. Ζωγράφοι[4] της πόλης και άλλοι καλλιτέχνες γνώριζαν διεθνή αναγνώριση. 



Η πόλη ανάπνεε μέσα σε αυτό το μαγικό κλίμα. Και όσοι έζησαν στην Αμμόχωστο την περίοδο αυτή έχουν πιαστεί για πάντα στα δίκτυά της. Την ερωτεύτηκαν.

Χριστόφορος Μηλιώνης
Ο Χριστόφορος Μηλιώνης ερωτεύτηκε την Αμμόχωστο! Τα τέσσερα περίπου χρόνια που έμεινε τελικά στο νησί ήταν αρκετά για να ερωτευτεί και ολόκληρη την Κύπρο και τη γλώσσα της! Έμενε σε κοντινό ξενοδοχείο μαζί με άλλους συναδέλφους του από την Ελλάδα και φαίνεται ότι το διασκέδαζαν πολύ. Ήταν νέοι, πειράζονταν, χαίρονταν, ονόμασαν το ξενοδοχείο τους… «μέλαθρον» και αυτό το χαρούμενο κλίμα μεταφερόταν και στο σχολείο. Αργότερα, αυτή η εμπειρία της Αμμοχώστου μετατράπηκε σε διήγημα: «Το πουκάμισο του Κένταυρου», που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο του. Γράφει σ’αυτό: «Το ξενοδοχείο ήταν δηλωμένο σαν «πανσιόν» και νοίκιαζε δωμάτια με το μήνα σ’εργένηδες, κι ωστόσο αρκετά περιποιημένο και νεόχτιστο. Κι ούτε ήταν ανάγκη να μιλήσεις γι’αυτό με χαμηλή φωνή, όπως συμβαίνει σ’αυτές τις περιπτώσεις, γιατί ο νοικοκύρης του μπορούσε ν’αναζητά την πελετεία του ανάμεσα στο διδαχτικό προσωπικό του Ελληνικού Γυμνασίου, λίγα μέτρα πιο εκεί...»

Όταν για πρώτη φορά είχε φτάσει εκεί… «είναι όμορφο» είπε με το νου του, «η πόρτα ήταν μισανοιγμένη, χτύπησε μα κανείς δε φάνηκε. Ύστερα από λίγο ένα κοριτσάκι μελαψό, με κατάμαυρα σγουρά μαλλιά, μιγάδικο πες, πρόβαλε το πρόσωπό του από τη διπλανή θύρα. Τον κοίταξε με δυο τεράστια μινωικά μάτια και χωρίς να μιλήσει τράβηξε πάλι μπροστά στο πρόσωπό της τη συρτή θύρα. Ακούστηκε ύστερα η φωνή της που καλούσε τον πατέρα της με προφορά κυπριώτικη. Για πρώτη φορά πρόσεξε αυτή την προφορά, και κει στη σιωπή τού φάνηκε γλυκιά κι απόκοσμη, σαν ν’ ανέβαινε από χρόνια παλιά, βυζαντινά, σέρνοντας μαζί της μια αρμαθιά από σονέτα τροβαδούρων που κουδούνιζαν».

Ο Χριστόφορος Μηλιώνης και η σύζυγός του Τατιάνα
στον Πύργο Κολοσσίου, 2003
Τον Οκτώβριο του 2003 ήρθε στην Κύπρο μόνο και μόνο για να παρουσιάσει το βιβλίο μου «Η κόρη του Δραγουμάνου», μια συλλογή από διηγήματα. Χωρίς τον Χριστόφορο Μηλιώνη, ίσως, αυτή η συλλογή, να μην έβλεπε ποτέ το φως. Ο ίδιος πήγε στο «Μεταίχμιο» και έδειξε τα μικρά βιβλιαράκια με τα διηγήματά μου, που σκαρφιζόμουν και τύπωνα στον εκτυπωτή μου εκείνο τον καιρό. Ήμουν τυχερός γιατί ήταν η χρυσή εποχή του διηγήματος. Ο Εκδοτικός Οίκος ήρθε αμέσως σε επαφή μαζί μου και υπέγραψα το πρώτο μου συμβόλαιο. Μου έγραψε ένα προλόγισμα, χωρίς να το ζητήσω, και το βιβλίο έγινε τελικά εκδοτική επιτυχία. Σε τέσσερεις μήνες έκανε δεύτερη έκδοση κι εγώ έπαιρνα κανονικά τα συγγραφικά μου δικαιώματα. Αμέσως μετά μου ζήτησαν, ακόμα, ένα διήγημα για το οποίο μου πλήρωσαν πεντακόσια (!) ευρώ για να το εντάξουν σε μια σειρά που κυκλοφόρησε. Ήμουν ενθουσιασμένος φυσικά. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Έτσι, λίγο αργότερα δεν αρνήθηκε στην πρόσκλησή μου: ήρθε στην Κύπρο τον Οκτώβριο του 2003, μαζί με την αγαπημένη του σύζυγο, την γλυκύτατη κυρία Τατιάνα, και το βιβλίο μου παρουσιάστηκε στο Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Κύπρου, όπου εκτός από τον κύριο Χριστόφορο μίλησαν και οι καθηγητές Μιχάλης Πιερής και ο συμμαθητής μου Γιώργος Γεωργής. 

Ήταν μεγάλη τιμή για μένα και ήθελα, τουλάχιστον, να τους προσφέρω μια εκδρομή. Ρώτησα τι ήθελαν να δουν. Αποφασίσαμε να πάμε προς την Πάφο με επισκέψεις σε αρχαιολογικούς χώρους που θα βρίσκαμε στον δρόμο μας. Και ξαφνικά θυμήθηκε το κοριτσάκι «με τα δυο τεράστια μινωικά μάτια». Άρχισα αμέσως τα τηλεφωνήματα και δεν δυσκολεύτηκα να το εντοπίσω: το κοριτσάκι, μετά από σαράντα τρία χρόνια, μεγάλωσε, έγινε γυναίκα, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά και βοηθούσε τον σύζυγό της στην οικογενειακή επιχείρησή τους, με ηλεκτρικά είδη. Η συνάντηση ήταν συγκινητική, η ευγενέστατη κυρία μάς υποδέχτηκε στο κατάστημά τους στη Λεμεσό και για αρκετή ώρα είχαμε γυρίσει το ρολόι του χρόνου τέσσερεις δεκαετίες πίσω, είχαμε επιστρέψει στη μαγική μας Αμμόχωστο. Ο κύριος Χριστόφορος ήταν ιδιαίτερα συγκινημένος.

Ήθελε ακόμα να δει τον ιδιοκτήτη του Salamis Tours του μικρού ναυτιλιακού γραφείου της Αμμοχώστου, τον φίλο του Βάσο Χατζηθεοδοσίου, έναν επιτυχημένο επιχειρηματία, ευγενέστατο κύριο, που κατόρθωσε στο τέλος να αποκτήσει καράβια χωρίς να χάσει όμως, ούτε την ανθρωπιά του ούτε την απλότητά και καλοσύνη του. Είχε αυτοκίνητο και όργωναν την Κύπρο με συχνές εκδρομές. Δεν είχε μείνει γωνιά που δεν είχαν επισκεφτεί. «Αν δεν ήταν ο Βάσος δεν θα γνώριζα την Κύπρο», έλεγε συχνά ο Χριστόφορος Μηλιώνης. Ήταν εύκολο να τον εντοπίσουμε. Ζούσε κι αυτός στη Λεμεσό, όπου ήταν οι επιχειρήσεις του μετά την εισβολή, και αποφασίσαμε να συναντηθούμε στην επιστροφή μας από την Πάφο. 

"Η μπάλα αντιπροσωπεύει τη Γερμανία"
Τον Φεβρουάριο του 2003, ο Χριστόφορος Μηλιώνης μου είχε στείλει μια επιστολή: «Αγαπητέ μου Νίκο, σου στέλλω μια επιφυλλίδα[5] που είχα δημοσιεύσει το ’95 στα Νέα. Το κείμενο αυτό μπήκε στα «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», της Γ’ Γυμνασίου. Στο κείμενό μου λοιπόν, γίνεται αναφορά σε ένα album με μαθητικές ζωγραφιές παιδιών της Γερμανίας και με θέμα τη διαίρεση του Βερολίνου (και γενικότερα της Γερμανίας). Μας το στείλανε όταν ήμουν στην Αμμόχωστο για να διαδώσουν το θέμα της επανένωσης στους μαθητές μας (!) Το έψαχνα και δεν μπορούσα να το βρω. Έτσι η αναφορά σε μια από τις ζωγραφιές γίνεται από μνήμης. Τις προάλλες το ξετρύπωσα. Σου στέλλω λοιπόν τρεις (τις πιο δροσερές) από τις ζωγραφιές (υπάρχουν σε λεζάντα τα ονόματα των παιδιών) μαζί με το κείμενό μου. Τις ίδιες έστειλα και στον Γεωργή, δημοσιέψτε τες κάπου (έγχρωμες) … 

Δυστυχώς, έγινε μια παρεξήγηση, ο Γεωργής που είχε αναλάβει την υποχρέωση, δεν πρόσεξε ότι οι ζωγραφιές δεν συνόδευσαν τη δημοσίευση της επιφυλλίδας. Ελπίζω, στη μνήμη του, να γίνει τώρα[6] με τον σωστό τρόπο όπως ακριβώς το επιθυμούσε.

Ενωρίτερα, τον Μάρτιο του 2000, μου είχε στείλει εικοσιπέντε «κυπριώτικα τσιαττίσματα». Ήταν μερική αντιγραφή από ένα τετράδιο που του είχε παραδώσει ένας μαθητής του, την περίοδο του ’60 με ’64, χωρίς όνομα ή άλλα στοιχεία. Το τετράδιο, απ’ ό,τι έμαθα, το παρέδωσε στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα. Αγαπούσε την κυπριακή διάλεκτο και μελετούσε κείμενα χωρίς να κουράζεται. Τα μάθαινε από στήθους: 

Το δειν η μαυρομάτα μου τζει που να το δικλήσει
Να ‘ναι νερόν τρεχούμενον εν να το σταματήσει.

Περίστροφον γερμανικόν εν να ‘βρω ν’ αγοράσω,
Για να παιχτώ έναν πρωίν αν τύχει και σε χάσω.

Εφίλησά τες τζιαί τες δκυό, την μάναν τζιαί την κόρην,
Την μάναν με το θέλημαν, την κόρην με το ζόριν.

Ε την ‘πο τζιεί που κάθεται τζι’ αν έσιει αΐπιν πέτε,
Μοιάζει ωσάν τον ήλιον την ώραν που γεννιέται.

N’ αλλάξει τζιαί να στολιστεί λαλεί του ήλιου σβήσε
Να λάμψω ‘γιώ μες στον ντουνιάν τζι΄εσέναν πιον κανεί σε.

Ν’ αλλάξει τζιαί να στολιστεί, να βάλει τα καλά της
Αξίζει την Αγιά-Σοφκιάν με τα καμπαναρκά της.

Την ημέρα της εκδρομής μας –στο μέσον του Οκτώβρη– έκανε πάρα πολύ ζέστη. Το Κούριο στη Λεμεσό και τα ψηφιδωτά στην Πάφο μας κούρασαν πολύ. Βρήκαμε όμως, καταφύγιο στην ταβέρνα του «Χοντρού» και αφού ξεκουραστήκαμε για τα καλά πήραμε το δρόμο της επιστροφής: μας περίμενε ο φίλος του Βάσος. Πάλι το ρολόι γύρισε πίσω μερικές δεκαετίες, και μαζί με τους δυο φίλους πάλι περπατήσαμε στους δρόμους της Αμμοχώστου. Έγινε σχεδόν μεσάνυχτα και δεν έλεγαν να τελειώσουν οι αναμνήσεις από την Αμμόχωστο. Ο κύριος Χριστόφορος ήταν πολύ χαρούμενος. Δεν φαινόταν κουρασμένος, δεν ήθελε να φύγουμε. Κάποτε όμως μπήκαμε στο αυτοκίνητο για το ταξίδι της επιστροφής στη Λευκωσία. Η νύχτα ήταν γλυκιά, και αρχίσαμε το τραγούδι: ξεκίνησα να τραγουδώ «έλα κορού να δούμεν τα μαύρα σου τα μάθκια» από τα λίγα κυπριακά που ήξερα, αλλά η συνέχεια δεν ήταν δική μου. Ο κύριος Χριστόφορος άρχισε να τραγουδά το ένα τραγούδι μετά το άλλο, χωρίς κομπασμό, χωρίς να σταματά. Τον συνόδευε η κυρία Τατιάνα, που ήξερε κι αυτή όλα τα κυπριακά τραγούδια. Ντράπηκα, εγώ δεν τα ήξερα. Άκουγα αχόρταγα τα δικά μας τραγούδια και δεν ήθελα να τελειώσει αυτό το βράδυ. Κατάλαβα τι σημαίνει «αγάπη για έναν τόπο». Και δεν είναι τυχαίο που σε ένα βιογραφικό του γράφει: «εργάστηκε ως καθηγητής σε γυμνάσια της Αμμοχώστου και της άλλης Ελλάδας». Ελάττωσα ταχύτητα και δεν ήθελα να φτάσουμε… ήθελα να ταξιδεύουμε… να ταξιδεύουμε … να ταξιδεύουμε αιωνίως… 

… συνέχισαν τα τραγούδια, που πραγματικά δεν είχαν τελειωμό …αλλά λίγα χιλιόμετρα πριν φτάσουμε στη Λευκωσία, έκανα αριστερά και σταμάτησα: δεν μπορούσα πια να οδηγήσω. Δεν έβλεπα. Με είχαν τυφλώσει εντελώς τα δάκρυά μου. 

18 Ιανουαρίου 2017

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Γιος του Καθηγητή της Σχολής Καλών Τεχνών, Δημήτρη Μπισκίνη. 
[2] Ο περίφημος ΕΦΣΑ. 
[3] Ο Παναγιώτης Σέργης ήταν ο εμπνευστής, ο διδάξας και η ψυχή όλων των παραστάσεων. 
[4] Ο ζωγράφος Γ. Πολ. Γεωργίου είχε ήδη σπάσει τα σύνορα της μικρής του πατρίδας κερδίζοντας την εκτίμηση του κόσμου της Τέχνης στην Ευρώπη και αλλού, και επάξια αναφέρεται πια ως σημαντικός Ευρωπαίος ζωγράφος. 
[5] «Το συρματόπλεγμα του αίσχους, Τα Νέα, 15/6/1995». 
[6] Η επιφυλλίδα δημοσιεύεται στο τέλος του κειμένου αυτού. 

"Μοιρασμένο τραπέζι"
Χριστόφορος Μηλιώνης

«ΤΟ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑ ΤΟΥ ΑΙΣΧΟΥΣ»

Είναι τόσα πράγματα που μου φαίνονται οικεία μόλις πατήσω το πόδι μου στην Κύπρο! Όχι βέβαια τα του­ριστικά μεγαθήρια που έχουν κάνει κατοχή στις παραλίες της —αυτή η νέα αποικιοκρατία, τόσο θορυβώδης, τόσο αλαζονική, τόσο επικίνδυνη, που η άλλη στο Ακρωτήρι, με τους κεραμιδένιους οικισμούς και τα κοντά εγγλέζικα παντελονάκια, μοιάζει με αφίσα ξεχασμένη, από προπολε­μική ταινία. Αλλά τα άλλα, τα γηγενή, που αντιστέκο­νται: είναι η γλώσσα που τη μιλώ χωρίς προσπάθεια, μό­λις βρεθώ με τους ανθρώπους της, πράγμα που κάνει εκεί­νους να συνοφρυώνονται καχύποπτα και τον Γιώργο να με κοιτάζει ανήσυχος —κι εγώ χαμογελώ. Είναι οι «τερατσιές» στο κίτρινο τοπίο, που αντανακλούν τον εκτυφλω­τικό ήλιο στο χαλκοπράσινο φύλλωμά τους, οι φοινικιές, που λικνίζονται τ' απογεύματα, τα γιασεμιά κι οι μπουκαμβίλιες. Και είναι ακόμα —ω του θαύματος! — οι πέρδικες στα χέρσα, που φτεροκοπούν στο πέρασμά μου, τα «περτίτσια», που κακαρίζανε στις πλαγιές του Άγιου Ιλαρίωνα κι οι μαθητές μου τα πιάνανε ζωντανά κυνηγώ­ντας τα στην απέραντη Μεσαορία, ώσπου να παραδοθούν με ανοιχτές φτερούγες. Ένας απ' αυτούς κι ο Χαμπής από την τουρκοκρατούμενη Κοντέα, που τώρα σκαλίζει στα χαρακτικά του τη μαγεία της Κύπρου, ολομόναχος στα Πλατανίσκια, σ' ένα ερημωμένο χωριό.

"Μόνο τα ζώα του δάσους
αγνοούν τα σύνορα"
Τραβούμε κατά τη Δερύνεια, όχι από την Αγιανάπα την ξιπασμένη (και ξιμαρισμένη), αλλά από τον εσωτερι­κό δρόμο, το δρόμο της ψυχής, δίπλα στο δασάκι της Άχνας και στην «πράσινη γραμμή». Και ποιος να ήταν τάχα που έδωσε στο συρματόπλεγμα αυτό το οικολογικό όνομα που θυμίζει την «Green Peace»; Υποθέτω πως ήταν κάποιος εκπρόσωπος του Ο.Η.Ε., από κείνους που ρητόρευαν για το «τείχος του αίσχους». Κρατώ ακόμη στο συρτάρι μου ένα από τα άλμπουμ που μας στέλνανε να τα μοιράσουμε στους μαθητές της Αμμοχώστου: παιδικές ζωγραφιές για το «μοιρασμένο Βερολίνο». Ένα παιδικό χέρι που τεντώνεται κάτω από το συρματόπλεγμα, για να πιάσει την μπάλα, στην άλλη μεριά. Τα μοιράζαμε και τους μιλούσαμε με θέρμη για τα δικαιώματα των παιδιών, για τα αισθήματα των ανθρώπων που δεν μπαί­νουν σε συρματοπλέγματα, για την ειρήνη, που ήταν και­ρός ν' ανθίσει. Τι να πω τώρα στους μαθητές μου, που τα μάτια τους με συνοδεύουν; Τι να του πω του Γιωργή; Τι να πω και του Χαμπή; «Το τείχος του αίσχους έπεσε, δάσκαλε», μου λέει. «Τι θα γένει με το συρματόπλεγ­μα;» Και βάζει κόκκινα βέλη που στάζουν αίμα, ολόγυρα στη ζωγραφιά του, να δείχνουν κατά την Αμμόχωστο.

Κατά κει τραβούμε. Ανεβαίνω στην ταράτσα της Δερύνειας. Τουρίστες που κοιτάζουν, με εισιτήριο, την «πόλη-φάντασμα». «Περάστε, κύριοι, να θαυμάσετε την ασώματον κεφαλήν»! Αγναντεύω στο βάθος την έρημη πολιτεία. Βάζω τα κιάλια. Αναγνωρίζω γειτονιές. Έτσι ν' απλώσω το χέρι μου, θ' αγγίξω τα μπαλκόνια της. Έτσι και κά­νω ένα βήμα, θα βρεθώ στους δρόμους της και στα αι­σθήματα που δεν μπαίνουν σε συρματόπλεγμα. Και στα χρόνια της νιότης μου, που μου τα κλείσανε στην άλλη πλευρά.



15-6-95