11 Αυγ 2017

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ: Η ΠΟΛΗ ΟΛΗ


H ΠΟΛΗ ΟΛΗ
διήγημα
του
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Μπροστά από τα ιωνικά προπύλαια του Γυμνα­σίου τής πόλης ήταν ένας μικρός πανέμορφος κήπος. Όταν χτυπούσε διάλειμμα, οι μαθητές τον πλημμύριζαν και δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν από τον παράξενο παπαγάλο που ζούσε εκεί, γιατί ήταν ένα πολύ ξεχωριστό και πανέξυπνο πουλί. Το βασίλειό του ήταν ένα κυλινδρικό πράσινο κλουβί σχε­δόν δύο μέτρα ψηλό, που είχε μια κωνική μεταλλική οροφή, πράσινη κι αυτή. Δεν είχε κα­μιά σχέση με τους άλλους που το μόνο που ήξε­ραν ήταν να επαναλαμβάνουν μερικές λέξεις. Ο Κόκο, αυτό ήταν το όνομά του, είχε το χάρι­σμα της ομιλίας και μπορούσε κανένας να κά­νει άνετα διάλογο μαζί του, άσχετα αν οι απαντήσεις του ήταν τρελές, ανατρεπτικές και, τις πιο πολλές φορές, δεν είχαν καμιά σχέση με την ερώτηση. Ήταν μοναδικός. Κανένας, ωστόσο, δεν μπορούσε να δώσει λεπτομέρειες για την ιστορία και την προέλευσή του. Κανένας δεν ήξερε από ποιο μέρος τού κόσμου είχε έρθει, αλλά κά­ποιοι, βλέποντας το χρώμα των φτερών του, υπο­στήριζαν ότι παλαιότερα ζούσε βορειότερα, στο δάσος τής αρχαίας τους πόλης και ανήκε σ’ ένα σπάνιο είδος. Αυτά τα πουλιά ζουν τόσα πολλά χρόνια, που ουσια­στικά «δεν πεθαίνουν ποτέ». Κάποιος θα τον έφερε από εκεί. 

Στις 13 Αυγούστου τού 1974, τα στρατεύματα τού δεύτερου Αττίλα προχωρούσαν προς τα ανατολικά απειλητικά και πολλοί από τους κατοί­κους άρχισαν να φεύγουν. Το απόγευμα για πολλοστή φορά είχαν βομβαρδισθεί τα παραλι­ακά ξενοδοχεία. Το πουλί έβλεπε την ασυνήθι­στη κίνηση κι όλη η αγωνία τής πόλης μεταφέρθηκε στο κλουβί του. Μακριά ακούγο­νταν πυροβολισμοί. Φτερούγιζε ανήσυχος και δεν είχε όρεξη να τσιμπήσει ούτε ένα σποράκι από το φαγητό που του είχε φέρει ο φύλακας. Ήπιε μόνο μια γουλιά νερό, γιατί ένιωσε ότι το λαρύγγι του είχε στεγνώσει.

Την άλλη μέρα το πρωί ήρθαν ξανά τα αερο­πλάνα και βομβάρδισαν. Πετούσαν πάνω από τον κήπο και έριχναν τις βόμβες τους στα παραλι­ακά ξενοδοχεία. Το μεταλλικό σκέπα­σμα του κλουβιού γινόταν σαν ηχείο κι έτσι ο δια­περαστικός ήχος των βομβαρδιστικών τού τρυπούσε τ’ αυτιά και κόντευε να τρελαθεί. Τρύ­πωνε βαθιά μέσα στην ξύλινη φωλιά του, μα κι εκεί δεν ήταν καλύτερα. Το κλουβί τρανταζό­ταν κάθε φορά που έσκαγε μια βόμβα. Πρό­σεξε την ανήσυχη κινητικότητα. Η πόλη άδειαζε. Τα αυτοκίνητα κολλητά το ένα πίσω από το άλλο πήγαιναν όλα προς την ίδια κατεύ­θυνση. 

Το πουλί ξεχάστηκε μέσα στο κλουβί του. Ποιος θα νοιαζόταν τώρα για έναν παπαγάλο, τη στιγμή που όλοι έτρεχαν να σωθούν. Οι πιο πολλοί, βέβαια, νόμιζαν ότι η αναχώρησή τους ήταν προσωρινή, μέχρι να περάσει το κακό και ότι σε δυο τρεις το πολύ μέρες θα ήταν όλοι πίσω στα σπίτια τους. Πού να φαντα­στούν!

Χάζευε τ’ αυτοκίνητα που προχωρούσαν κι όσο πέρναγε η ώρα παρατηρούσε ότι λιγό­στευαν, λιγόστευαν και μέσα σε δύο ώρες δεν υπήρχε πια καμιά κίνηση. Πού ήταν οι φίλοι του; Πού να είχαν πάει άραγε όλοι τους; Καταλάβαινε ότι έγινε μια μεγάλη αναστάτωση, ένα μεγάλο κακό, μα στο μυαλό του ήτανε όλα τα πράγματα συγχυσμένα. Τον τελευ­ταίο καιρό είχε προσέξει την αλλαγή στη συμπεριφορά και τις κινήσεις των φίλων του. Και τώρα τι γύρευαν εδώ αυτά τα τεράστια που­λιά που έριχναν βόμβες κι έκαναν το κλουβί του να τραντάζεται; Τι να ήταν αυτοί οι πυροβολισμοί που ακούγονταν τον τελευταίο καιρό; Δεν μπορούσε να βγάλει κανένα συμπέρα­σμα. 

Τίναξε τα φτερά του και πλησίασε στο αραιό πλέγμα. Ήθελε να φύγει κι αυτός από τούτο το μέρος, μα δεν μπορούσε. Έψαξε πόντο πόντο όλο το κλουβί, μήπως βρει μια χαραμάδα, μια τόση δα μικρή τρύπα για να ξεφύγει από αυτή τη φυλακή. Άρπαξε απελπισμένος με τη γαμψή του μύτη το σύρμα και το ταρακούνησε, αλλά μάταια. Δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας. Φώ­ναξε με όση δύναμη είχε, μα δεν πήρε καμιά απάντηση. 

Η ζέστη ήταν ανυπόφορη κι η υγρασία τού δυ­σκόλευε την αναπνοή. Δεν κουνιόταν ούτε ένα φυλλαράκι. Κι αυτή η μεγάλη σημαία στο γυμνά­σιο, που τόσο του άρεσε να τη χαζεύει όταν ανάλαφρη κυμάτιζε, ήταν τώρα τυλιγ­μένη σαν φίδι γύρω από τον ιστό της. Γύρισε προς το μέρος τής μικρής λιμνούλας και φώ­ναξε πάλι δυ­νατά. Το σιδερένιο δελφίνι δεν του απάντησε. Ακίνητο, με ανοικτό το στόμα του να κοι­τάει σα χαζό τον ουρανό, παγωμένο στο σάλτο του πάνω από τη λιμνούλα. Το σύμβολο της πόλης τώρα έχασκε με απορία. Ένα αποξηρα­μένο πορτοκάλι, μαυρισμένο, ξεχα­σμένο στο σώμα του, του θύμισε τις παλιές καλές εποχές της γιορτής τού πορτοκαλιού, που το δελ­φίνι αποκτούσε το πορτοκαλένιο του σώμα και γινόταν το επίκεντρο της γιορτής. Ξαναφώ­ναξε δυνατά, μα πάλι δεν πήρε απάντηση.

Τώρα ήτανε μόνος, εντελώς μόνος. Ένα συναί­σθημα που πρώτη του φορά ένιωθε, κι ας ήταν τόσα χρόνια κλεισμένος στο ίδιο κλουβί. Τώρα κατάλαβε πόσο γεμάτες ήταν οι μέρες του παλιά και πόσο άδεια ήταν η ζωή του τώρα. Ήταν πια ένα τίποτε∙ ένας παπαγάλος γεμά­τος ανησυχίες και φόβους.

Η αγωνία τού έφερε νύστα, έκλεισε τα μάτια και δεν ονειρεύτηκε, μέχρι που ακού­στηκε ένας θόρυβος και τον ξύπνησε. Ήταν το συντριβάνι τής μικρής λιμνούλας δίπλα, που είχε αρχί­σει να λειτουργεί, όπως κάθε βράδυ, στην προκαθορισμένη ώρα και τα νερά γίνονταν κόκ­κινα, μετά γαλάζια και μετά κίτρινα. Λειτούρ­γησαν οι αυτόματοι μηχανισμοί τής πό­λης. Κοίταξε τα σπίτια τριγύρω, όλα ήταν ολό­φωτα και οι λάμπες στους στύλους των δρόμων ήταν αναμμένες. Λαχτάρησε. Νόμισε πως όλα είχαν τελειώσει κι η ζωή ξανάρχιζε. Η πόλη όλη ήταν φωταγωγημένη, μα, δυστυχώς, δεν υπήρχε καμιά κίνηση, μόνο το συντριβάνι ακουγό­ταν κι ύστερα από λίγο οι γρύλλοι, οι νυ­χτερίδες κι ο υπόλοιπος μικρόκοσμος της νύ­χτας. 

Πεινούσε. Πήρε μερικούς σπόρους κι έσπασε ένα φιστίκι που βρήκε σε μια γωνιά. Τα φιστί­κια ήταν η αδυναμία του. Οι μαθητές στα δια­λείμματα του τα έριχναν από το αραιό πλέγμα. Τον πείραζαν κάποτε, μα δεχόταν τα πειράγ­ματά τους. Έκαναν ότι του δίνουν το φιστίκι και τη στιγμή που πλησίαζε για να το πάρει, το τραβούσαν πίσω. Έκανε όμως κι αυτός τα κόλπα του, έπαιζε θέατρο, έκανε ότι το φιστίκι δεν τον ενδιέφερε και γύριζε το κεφάλι από την άλλη μεριά. Μα ξαφνικά, με μια απότομη κί­νηση γυρνούσε και το έπαιρνε πριν προλάβουν να το απομακρύνουν. Γελούσαν, αλλά στο τέ­λος το διασκέδαζε κι αυτός. 

Τα Σαββατοκύριακα γινόταν ένα πραγματικό πα­νηγύρι. Αγαπούσε τα μικρά παιδιά και χαιρό­ταν που άκουγε τις φωνούλες τους. Έπαιρνε προσεκτικά τα φιστίκια από τα τρυ­φερά τους χεράκια και πρόσεχε μήπως, χωρίς να το θέλει, πληγώσει κάποιο. Όταν όμως η μπά­ντα τού Δήμου αργά το από­γευμα άρχιζε να παίζει, έπαυε να είναι το κέντρο τού ενδιαφέ­ροντος. Ο διευθυντής τής ορχήστρας, ο άνθρωπος με τη μπαγκέτα, κέρδιζε τότε την πα­ράσταση. Δεν τον πολυχώνευε και κάθε τόσο ξεφώνιζε: «παραπάμ παμπάμ, παραπάμ παμπάμ» και κουνούσε τα φτερά του στο ρυθμό τής μουσικής αντιγράφοντάς τον. Όμως, η προσοχή όλων ήταν αλλού.

Το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι τα μεσάνυχτα που ο φύλακας έκλεινε τις μεγάλες πόρτες. Τις καθημερινές όμως τα πράγματα ήταν διαφορε­τικά. Η ζωή του ξεκινούσε με το πρώτο φως τής ημέρας. Ερχόταν ο φύλακας με το ποδήλατό του, άνοιγε διάπλατα τις καγκελόπορτες και σπρώχνοντάς το, το φύλαγε σε μια μικρή απο­θήκη. Τον καλημέριζε από μακριά χτυπώντας τό κουδούνι τού ποδηλάτου. Και είχε έναν γλυκό ήχο αυτό το κουδούνι, «γκριγκρίγκ, γκρι­γκρίγκ». Συγχυζόταν, δεν μπορούσε να επαναλά­βει τον ήχο. Έτσι, συνήθιζε να απαντά με ασυναρτησίες ή κάποτε με το «καλημέρα». Μετά, ερχόταν κοντά του, καθάριζε το κλουβί και του μιλούσε σιγανά, όπως ακριβώς μι­λάει κάποιος μ’ έναν φίλο του: «πώς είσαι; πώς πέ­ρασε το βράδυ σου; θέλεις κάτι να σου φέρω;» Άλλαζε το νερό στο δοχείο, του έβαζε τροφή κι έπειτα άρχιζε την περιποίηση του κήπου.

Έπιανε ψιλή κουβέντα με τον Δήμο τον περι­πτερά, ο ένας μέσα από το κάγκελο και ο άλ­λος απέξω, αλλά το μάτι του ανίχνευε γύρω του και κάθε τόσο πήγαινε εδώ κι εκεί για να βγάλει κάποιο χόρτο που εντόπιζε, ενώ ο Δή­μος πεταγόταν να εξυπηρετήσει κάποιον πε­λάτη δίνοντάς του την πρωινή του εφημερίδα. Σε λίγο άρχιζαν να καταφθάνουν κι οι μαθη­τές, όλοι σχεδόν με τα ποδήλατά τους, ντριγκ ντριγκ τον καλημέριζαν, γέμιζε ο τόπος φωνές, κουδουνίσματα, πύκνωνε η κίνηση και η πόλη αποκτούσε το ρυθμό της. 

Τις καθημερινές ο κήπος έκλεινε νωρίς και μόνο όταν έφευγαν και οι τελευταίοι θαμώνες τού καφέ «Μποκάτσιο» ησύχαζε και ξε­κουραζόταν. Του ήρθε μεγάλο παράπονο. Τον κατέτρωγε η μοναξιά. Ήθελε να φύγει από τούτο το κλουβί. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνι­κτική, η υγρασία και ο καπνός που ερχόταν από μακριά εισχωρούσαν και μέσα στη φωλιά του ακόμα και τον έπνιγαν. Αγωνιούσε. Δεν ήξερε τι να κάνει. Άρχισαν να βγαίνουν άναρ­θρες κραυγές από το στόμα του και μετά κάτι ασυναρτησίες: «άνδρα μοι έννεπε μούσα πολύ­τροπον ος μάλα πόλλα». Μιλούσε συνέ­χεια χωρίς να σταματά∙ θυμόταν όλα όσα είχε μάθει από τους φί­λους του τους μαθητές. Έρχονταν κοντά του και διάβαζαν τα κείμενά τους για το διαγώνι­σμα της ημέρας. Αυτός επαναλάμβανε. Στο επό­μενο διάλειμμα έρχονταν άλλοι μαθητές, με άλλες ιστορίες. Μιλούσε ασταμά­τητα, καθώς οι εικόνες τού παρελθόντος ξετυλί­γονταν η μια πίσω από την άλλη και τα λόγια έβγαιναν χωρίς έλεγχο, μέχρι που από­καμε. 

Την άλλη μέρα ανακάλυψε πως είχε τελειώ­σει και η τελευταία σταγόνα νερού. Αυτή η θλιβερή διαπί­στωση τον αναστάτωσε. Γύρισε το βλέμμα γύρω, μα δεν διέκρινε ούτε την παραμικρή κί­νηση. Η μόνη κίνηση που τον ευχαριστούσε ήταν το συντριβάνι που ξεκινούσε στην προκαθο­ρισμένη ώρα και το νερό που γινόταν εναλλακτικά κόκκινο, μπλε, κίτρινο. Κάρφωνε το βλέμμα του εκεί και παρακολουθούσε με τις ώρες το νερό, μέχρι που τον έπαιρνε ο ύπνος. Σή­μερα όμως δεν ξεκίνησε ούτε αυτό. Ούτε ξανά­ναψαν τα φώτα. Παντού πηχτό, ανατριχιαστικό σκοτάδι.

Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Δεν ήξερε πότε κοιμόταν και πότε ξυπνούσε. Σε κάποια στιγμή άκουσε κάποιους θορύβους. Τέντωσε το αυτί και σε λίγο είδε κάποιους στρατιώ­τες. Ήταν κοντά στο περίπτερο και προ­σπαθούσαν να ανοίξουν την πόρτα του χτυ­πώντας την με τα κοντάκια των όπλων τους. Μιλού­σαν μια γλώσσα που πρώτη του φορά άκουγε. Έπρεπε να κάνει κάτι να τον προσέξουν διαφορε­τικά ήταν χαμένος. Έβαλε όση δύναμη του απέμεινε και φώναξε δυνατά: «την πόλη έκτισε ο Τεύκρος, ο γιος τού Τελαμώνα». Οι στρα­τιώτες που ξαφνιάστηκαν, ακροβολίστη­καν αμέσως πίσω από το περιτοίχισμα του κή­που. Ήταν η τελευταία ευκαιρία που είχε για να επιζήσει. Ήταν σίγουρος ότι τον είχαν ακού­σει. Περίμενε λίγο και ξαναφώναξε μηχανικά: «την πόλη έκτισε ο Τεύκρος, ο ...». Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και μια ριπή γά­ζωσε το κλουβί του και τον συντάραξε. Τρύ­πωσε στην ξύλινη φωλιά του φοβισμένος και πε­ρίμενε. Δεν είχε άλλη επιλογή. 

Πέρασαν πολλές ώρες χωρίς να γίνει τί­ποτε, χωρίς να ακούγεται τίποτε κι ύστερα πρό­βαλε δειλά το κεφάλι έξω από τη φωλιά∙ μα πάλι τίποτε. Πήρε θάρρος και βγήκε. Το πέ­ταγμα μιας σκαλιφούρτας που προσγειώθηκε σ’ ένα κλαδί δίπλα, τον τρόμαξε προς στιγμήν, μα γρήγορα συνήλθε κι έμεινε να την κοιτά. Ζή­λεψε αυτό το μικρό πουλάκι που ήταν ελεύ­θερο να πετά και να πηγαίνει όπου θέλει. Κατα­ράστηκε την τύχη του να είναι κλεισμένος σ’ ένα κλουβί νηστικός και διψασμένος με τις δυ­νάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Μα, η τύχη του τού χαμογέλασε. Η ριπή που έριξαν οι στρατιώτες προκάλεσε ένα μικρό ρήγμα στο κλουβί, όμως αρκετά μεγάλο, για να χωρέσει και να περάσει έξω. Δεν έχασε δευτερό­λεπτο. Έσπρωξε το σώμα του όσο πιο δυ­νατά μπορούσε και βρέθηκε φαρδύς πλατύς κάτω. Δεν έχασε χρόνο, όρμησε στο νερό και ξεδί­ψασε. Τίναξε τις φτερούγες και ένιωσε τις δυνάμεις του να επανέρχονται. 

Περπάτησε πάνω στο πλακόστρωτο γύρω από τη μικρή λιμνούλα και δοκίμασε να πετά­ξει. Δεν τα κατάφερε όμως∙ ένιωσε το σώμα του τόσο βαρύ. Από πέτρα σε πέτρα, ανέβηκε στο χώρο τής μπάντας. Ήταν πε­ρίπου ένα μέτρο ψηλά και θα δοκίμαζε από το άνοιγμα που ήταν τα σκαλοπάτια. Πήρε φόρα, ανοιγόκλεισε τις φτερούγες, μα έφαγε τα μούτρα του μόλις ένα μέτρο μπροστά στα σκαλο­πάτια. Πόνεσε πολύ, όχι από το κτύ­πημα, πιο πολύ από την ανικανότητά του. Δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε πετάξει. Τη σπασμωδική του κίνηση την έκανε μηχανικά, χωρίς να συντονίσει τα μέλη του, την τελευταία στιγμή δείλιασε, το μυαλό του θό­λωσε και οι φτερούγες του δεν άνοιξαν. 

Ήταν φανερό πως έπρεπε πια να συγκε­ντρωθεί και να δράσει με περί­σκεψη. Οι σκιές άρχισαν να μακραίνουν και η νύ­χτα να έρχεται γρήγορα. Ο φόβος άρχισε πάλι να φωλιάζει μέσα του κι εγκατέλειψε τις προσπάθειες για το πέταγμα. Θα το έκανε την επόμενη μέρα. Για την ώρα έπρεπε να βρει κατα­φύγιο για προφύλαξη∙ δεν γνώριζε τι του επεφύλασσε η νύχτα. Κάποια νιαουρίσματα που είχε ακούσει νωρίτερα, τον έκαναν ν’ ανησυ­χήσει, γιατί ήξερε από ένστικτο πως αρέ­σει στους γάτους να τρώνε τα πουλιά. Με αρ­γές κινήσεις χώθηκε στη ρίζα ενός πυκνού θά­μνου και από εκεί κούρνιασε στο πιο ψηλό κλαδί που μπόρεσε ν’ ανέβει αναλογιζόμενος τα γεγονότα τής ημέρας. Άκουγε τ’ αλυχτί­σματα των σκυλιών, τα νιαουρίσματα των γά­των, αλλά ήταν τόσο μεγάλη η ένταση, η κού­ρασή του, που βυθίστηκε αμέσως σε βαθύν ύπνο, καθώς η τρομαχτική νύχτα άρχισε ν’ απλώ­νει το κατάμαυρο πέπλο της επάνω στον μικρό κήπο.

Ξύπνησε, καθώς κάποιες ακτίνες διαπερνώ­ντας το φύλλωμα του θάμνου τον σκούντηξαν. Ξημέρωσε. Δοκίμασε αμέσως να πετάξει ψηλά βάζοντας όλα του τα δυνατά, πιστεύοντας ότι θα τα καταφέρει∙ και τα κατάφερε. Ήταν πολύ χαρούμενος. Μπορούσε πια να βλέπει τον κήπο από ψηλά και να πετά χωρίς κανένα πρό­βλημα. Μόνο που ήταν αποδυναμωμένος λόγω της ασιτίας του. Τώρα όμως, που ήταν ελεύθε­ρος θα το φρόντιζε κι αυτό το πρόβλημα. Πέ­ταξε προς το Λύκειο Ελληνίδων και κάθισε στο γείσο πάνω από την είσοδο. Από εκεί, πέταξε προς το καφέ «Μποκάτσιο» και μπήκε από ένα ανοιχτό παραθυράκι. Τι τύχη! Πίσω από το μπαρ ήταν τρία δοχεία γεμάτα με ξηρούς καρ­πούς. Νόμιζε ότι ονειρευόταν, μα σαν δοκίμασε με τη γαμψή του μύτη ένα φιστίκι, τότε σιγουρεύ­τηκε ότι είχε σωθεί. Αφού έφαγε με βου­λιμία μέχρι σκασμού, βγήκε από το ίδιο παρα­θυράκι και πέταξε προς το πιο ψηλό ση­μείο τού Λυκείου. Ένιωθε καλύτερα τώρα κι άρ­χισε να καταστρώνει σχέδια δράσης.

Ήθελε να πετάξει πάνω από την πόλη, όσο πιο ψηλά μπορούσε, για να βγάλει κάποιο συμπέ­ρασμα. Πρώτα πέταξε προς το μέρος τής παρα­λίας. Καλύτερα όμως να μην έβλεπε. Το μετά­νιωσε. Τα ξενοδοχεία ήταν βομβαρδισμένα κι οι δρόμοι ήταν αποκομμένοι από τα συντρίμ­μια τους, χωρίς καμιά κίνηση, εντελώς έρημοι. Μόνο η θάλασσα ακουγόταν, και ήταν σαν να θρη­νούσε, καθώς χτυπιόταν με τα αφρισμένα της κύ­ματα επάνω στην άμμο, θυμωμένη γι’ αυτά που είχαν γίνει σε όλο το μήκος τής παραλίας. 

Τράβηξε προς τα δυτικά που ήταν το κέντρο τής πόλης και κατόπιν πιο βόρεια. Τα ίδια: μια βομβαρδισμένη, βουβή κι έρημη πόλη. Πιο μα­κριά έβγαιναν πυκνοί καπνοί κι ακούγονταν εκρήξεις. Τον έπιασε θλίψη, γιατί σε όποια κατεύθυνση και να πε­τούσε, έβλεπε παντού καταστροφή. Επέστρεψε στον κήπο αργά το απόγευμα, πάρα πολύ κουρα­σμένος, και προσγειώθηκε ψηλά σ’ ένα κλωνάρι τού πυκνόφυλλου δέντρου δίπλα από το υπόστεγο της ορχήστρας∙ έκλεισε τα μάτια, μα σχεδόν αμέσως τα άνοιξε πάλι, γιατί ακού­στηκε το ανατριχιαστικό νιαούρισμα ενός γά­του, που τον έκανε να ανησυχήσει. Μόνο γά­τους είχε πια η πόλη, φίδια, σκυλιά κι έναν παπα­γάλο. Τι φρικτό! Απίστευτο. 

Από την επόμενη και κάθε μέρα, πολύ νωρίς άρχιζε την περιπλάνησή του στην πόλη που ήθελε τόσο πολύ να γνωρίσει. Πάντα έβρισκε τρόπο να μπαίνει στα κτήρια, γιατί όλο και κά­ποιο μικρό παράθυρο έμενε ανοικτό. Το Δημαρ­χείο και το Διοικητήριο ήταν βομβαρδισμένα. Τραπέζια, γραφεία και άλλα έπιπλα ήταν σκορπισμένα εδώ κι εκεί, με ανοι­χτά συρτάρια, και τα χαρτιά, όσα, βέβαια, είχαν γλυτώσει από τη φωτιά ο άνεμος τα σκόρπισε παντού. 

Επισκέφτηκε το σπίτι τού ξακουστού ζωγρά­φου, ένα παλιό σπίτι κοντά στην εκκλησία, με εσωτερική αυλή, που δεν δυ­σκολεύτηκε να μπει. Μέσα ήταν μεγάλα τελάρα και πολλές ζωγραφιές στους τοίχους. Του άρεσε η εικόνα τής μάνας που έχει το παιδί της τρυφερά στην αγκαλιά της σαν Παναγιά.

Ύστερα επισκέφτηκε τη βιβλιοθήκη τής πό­λης. Κι εδώ υπήρχαν πολλές ζωγραφιές, μα πιο πολύ είχε τραπέζια με ανοιχτά βιβλία επάνω∙ πε­ρίμεναν αυτούς που τα είχαν ανοίξει, να συνε­χίσουν το διάβασμα από εκεί που είχαν μεί­νει. Όπου και να πήγαινε, αντίκριζε εικόνες θλίψης, οδύνης και πόνου. Έπρεπε να πάρει την απόφασή του. Να μείνει ή να φύγει μακριά; Κι αν έφευγε, πού θα πήγαινε; 

Πετούσε ψηλά κι έβλεπε περίλυπος την πόλη του. Του άρεσε να ανυψώνεται πολύ, γιατί από εκεί ψηλά, τίποτε δεν πρόδιδε την κα­ταστροφή, φαινόταν μια ήρεμη και ωραιό­τατη πόλη, ξαπλωμένη ανάμεσα στο πράσινο των περιβολιών και το γαλάζιο τής θάλασσας. Όταν, όμως κατέβαινε χαμηλότερα, λυπόταν πολύ γιατί αντίκριζε μια φρι­κτή εικόνα που δεν μπορούσε να την αντέξει.

Στις καθημερινές του επισκέψεις με πολλή λύπη διαπίστωνε ότι οι ζωγραφιές λιγόστευαν, οι εικόνες στις εκκλησίες και τα βιβλία εξαφανί­ζονταν, ακόμη και τα παραθυρόφυλλα έλειπαν. Κι οι αέρηδες έμπαιναν μέσα στα σπί­τια και απέθεταν μέρα με τη μέρα όλο και πιο πολλή σκόνη και άμμο. Τα βράδια χτυπούσαν παράθυρα, έσπαγαν τζάμια, ακούγονταν παρά­ξενοι θόρυβοι, και άγριες κραυγές από αγριόγατους που μάλωναν και του έκοβαν την ανάσα. Κάποτε πάλι, ακουγόταν ξαφνικά μια ριπή κι ύστερα τα πάντα βυθίζονταν σε από­λυτη σιωπή. 

Παρ’ όλα αυτά, είχε αποφασίσει να μείνει εδώ. Εδώ ήταν το σπίτι του. Δεν είχε πουθενά να πάει. Πού να πάει; Ακόμα έβρισκε σπόρους και βλαστούς κι επιβίωνε. Πετούσε πάνω από την πόλη του που άλλαζε γρήγορα όψη. Στους δρόμους είχαν φυτρώσει θάμνοι, διατρυπώ­ντας ακόμα και την άσφαλτο, και κάθε μέρα γίνονταν όλο και πιο ψηλοί. Παντού υπήρχαν τζάμια σπασμένα, σάπια ξύλα, πεσμένοι σοβάδες και ανάμεσα στους σκουριασμένους σωλήνες και τους πεταμένους τσίγκους κυκλοφορούσαν αρουραίοι και φίδια. Κάθε μέρα που ξημέρωνε, έκανε την πόλη του πιο γκρίζα, μουντή και καταθλι­πτική. Ήταν όμως η πόλη του. Κι η από­φαση που είχε πάρει ήταν οριστική και αμε­τάκλητη: εδώ θα ζούσε∙ για πάντα. 

***

Όσοι επισκέπτονται τώρα την πόλη, πηγαί­νουν μέχρι το συρματόπλεγμα και καρφώνο­νται εκεί για πολλή ώρα σιωπηλοί, με τα μάτια δα­κρυσμένα, ακούνε το κύμα που δεν ησυ­χάζει ποτέ, σκάει στην αμμουδιά ασταμάτητα και είναι το μόνο πράγμα που δεν έχει αλλάξει από τότε σε τίποτε, αναπολούν τις ευτυχισμέ­νες στιγμές που έζησαν σ’ αυτή την υπέροχη πόλη, βάζουν το χέρι στο μέτωπο αντήλιο ή παίρ­νουν τα κιάλια και προσηλώνονται σε κά­ποιο σημείο, τεντώνουν το χέρι, δείχνουν κάτι στο διπλανό τους, γιατί όπου και να κοιτά­ξουν, όλο και κάτι θα δουν που να συνδέεται με τη ζωή που έζησαν εδώ, και επαναλαμβάνουν ψιθυριστά την ίδια δισύλλαβη λέξη: «γιατί;». 

Πολλοί μαρτυρούν με έκπληξη ότι κάθε φορά που πηγαί­νουν, βλέπουν ένα παράξενο πουλί να τρι­γυρνά εκεί κοντά∙ είναι το πουλί που «δεν πε­θαίνει ποτέ», το βλέπουν να κάθεται επάνω στα θλιβερά και ανατριχιαστικά συρματοπλέγ­ματα και να επαναλαμβάνει δυ­νατά μια και μοναδική φράση: «την πόλη έκτισε ο Τεύκρος, ο γιος τού Τελαμώνα, ο Τεύκροοοοοοος …». 

Ύστερα χάνεται μέσα στην γκρίζα θολούρα τής βουβής πόλης κι ακούγεται μόνο το γοερό κι ασταμάτητο βογγητό τής θάλασσας.



[Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, 20 διηγήματα, Κάρβας 2014]

28 Ιουλ 2017

ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΟΣ και ΚΑΤΟΧΗ



ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΛΙΝΟΒΑΜΒΑΚΟΙ

Ο πατέρας μου δεν ζει πια. Έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, στις 20 Ιουλίου πριν δέκα ακριβώς χρόνια, μην αντέχοντας την απώλεια τής αγαπημένης του, της αγαπημένης μας μητέρας. Τα φρικτά βασανιστήριά του από τον τουρκικό στρατό τα έχω περιγράψει στο διήγημά μου "Κομπολόϊ από κουκούτσια ελιάς", στη συλλογή μου "Η κόρη του δραγουμάνου". Κατά τη διάρκεια του εγκλωβισμού του, είχε αποστείλει, με έξυπνο τρόπο, μερικά μηνύματα, αποσπάσματα των οποίων διαβάστηκαν στην Κυπριακή Βουλή. Με τα μηνύματα αυτά περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε στην Καρπασία και τις μεθόδους των Τούρκων για την εκδίωξή τους, πράγμα που τελικά κατάφεραν. Οι Τούρκοι συνεχίζουν να μας στήνουν παγίδες κι εμείς σαν χάνοι πέφτουμε μέσα. 

Το ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ, τα σπίτια όλων των προσφύγων, που εκδιώχθηκαν με τόσο βάναυσο τρόπο, ακόμα και από το πιο μικρό χωριό της πατρίδας μας, πρέπει να έχουν, την ΙΔΙΑ αξία. Κάποιοι όμως, συμπατριώτες μας, από προσωπικό συμφέρον, που -εν γνώσει τους- εξυπηρετούν και τα συμφέροντα του εισβολέα  -που έχει δείξει ποιος είναι ο στόχος του- νομίζουν ότι το δικό τους σπίτι έχει μεγαλύτερη αξία, σπέρνοντας, με  τον τρόπο αυτό, το σπόρο της διχόνοιας μεταξύ μας. Ντροπή τους. Ντροπή τους, Ντροπή τους. Είναι οι σύγχρονοι λινοβάμβακοι... Ντροπή τους. Ντροπή τους. Ντροπή τους. 
      

Η μάνα του Παναγιώτη Φωτίου. 
Αβάσταχτος ο πόνος για τον χαμένο της γιο, που έπεσε ηρωικά, υπερασπιζόμενος την πατρίδα του, στην περιοχή της Αμμοχώστου.

 Για τον Παναγιώτη γράφτηκε το ποίημα "ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ". 
[από τη συλλογή μου ΠΙΚΡΟΛΙΘΟΣ, ΚΑΡΒΑΣ 2016]


Το Πηγάδι

μια φορά κι έναν καιρό * εκεί που ανθίζουν τα καπνολούλουδα * πυρωμέναξετυλίγονταν παραμύθια * γι’ ακρίτες που πολεμούσανε μέχρι θανάτου * και που με τέχνη ο πατέρας * τραγούδαγε στα παιδιά * το χωράφι μεμιάς γέμιζε δράκους * κι άρχιζε άνιση πάλη μέχρι θανάτου * έρχονταν τέρατα, γίγαντες κι αλλόκοτα όντα με τα σπαθιά τους.


ο Παναγιώτης ο πιο μικρός * πάνω σε αόρατο άλογο πηλαλούσε * τα μαγικά μουρμουρίζοντας * της μυστικής του γλώσσας τα λόγια * σε δράκους χιμούσε μια πέτρα κρατώντας στο χέρι * και πάντα νικούσε.


γύριζαν σπίτι κι είχε σειρά πια ο παππούς * κλώτσο έδινε στην ανέμη παραμύθι αρχινούσε * μα δεν άντεχε ο γέρος κοιμότανε * τα παιδιά τον ξυπνούσαν κι αυτός ξαφνιασμένος απ’ την αρχή ξεκινούσε

Τέσσερα τζαι τέσσερα μας κάμνουσιν οκτώ
Τέσσερα παλληκάρκα πάνε στον πόλεμο

σώπαιναν κι άκουγαν το τραγούδι * κι ο Παναγιώτης με απορία ρωτούσε * γιατί ο πιο πρόθυμος ο πιο καλός, ο πιο λεβέντης, ο πιο μικρός άλλους πρέπει να ξεδιψάει;* γιατί στα τραγούδια το δρεπάνι του μαύρου χωρίς απονιά τούς θερίζει; * και γιατί, επιτέλους, κανένας δεν εβουλήθηκε τον Χάροντα να σκοτώσει;


άκουγε ο παππούς λυπημένος κι αυτός, μα ήτανε δύσκολο ν’ απαντήσει * έλεγε πως αυτά γίνονταν μόνο στα παραμύθια και στα τραγούδια του * και συνέχιζε σίγουρος τάχα κι ανύποπτος το τραγούδι

Ερίξαν το λαχνίν τους ποιος εν να κατεβεί
Τζαι έππεσεν ο κλήρος πά’ στο μικρόν παιδίν
                                                                
Τραβάτε με αδέρφκια μου τζαι είδα το νερόν
Εν κότσινον τζαι μαύρον μα τζαι φαρματζερόν

ήρθε ο καιρός κι ο μαύρος πήρε και τον παππού * κι ήταν καλύτερα γιατί δενέμαθε * δεν έμαθε πως στρατιώτης στον πόλεμο σαν πήγε ο Παναγιώτης * ο εγγονός του ο πιο μικρός  * καθώς τον έσπρωχναν στο πηγάδι των εκατόν ορκών * σ’ ένα χωριό, την Αγιά * θυμήθηκε τον παππού του και το τραγούδι του * και πικραμένος σιγοψιθύρισε

Να πείτε της μανούλας μου στα μαύρα να ντυθεί
Γιατί τον γιον της τον μιτσή δεν θα τον ξαναδεί


το χώμα τον σκέπασε * μαζί με τους άλλους * κι η απορία του * ήταν γραφτό του * να μη λυθεί.

ΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ
      








































21 Ιουλ 2017

ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ 
ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 
ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΑΙΩΝΑ
του
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

[από το περιοδικό ΑΝΕΥ, τ.63, Άνοιξη - Καλοκαίρι 2017]

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο αείμνηστος φίλος μου Φοίβος Σταυρίδης, γνωρίζοντας πως ετοιμαζόμουν για ταξίδι στην Αθήνα, μού έδωσε μια σπουδαία πληροφορία: "μη ξεχάσεις να επισκεφτείς το αρχείο του ΕΛΙΑ (Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο) και να δώσεις τους θερμούς μου χαιρετισμούς στον Διευθυντή του, τον Μάνο Χαριτάτο. Πηγαίνοντας προς το γραφείο του, στα ράφια που είναι στο αριστερό σου χέρι είναι κάτι που σε ενδιαφέρει". 

Καιγόμουν από περιέργεια να μάθω τι ήταν αυτό που υπήρχε στο Αρχείο και είχε ενδιαφέρον για μένα. Μόλις έφτασα στην Αθήνα η πρώτη μου δουλειά ήταν να ικανοποιήσω την περιέργειά μου. Μπήκα, και πριν κάνω ούτε πέντε βήματα πρόσεξα τις φωτογραφίες. Το χέρι μου έτρεμε όταν παίρνοντας κάποιες από τον σωρό πρόσεξα πως ήταν παλιά σχολεία από την Αμμόχωστο. 

Ο αείμνηστος Μάνος Χαριτάτος -­ο δημιουργός του Αρχείου- ευγενέστατος με παρότρυνε να τις δω με την ησυχία μου και να ξεχωρίσω ποιες θα ήθελα να μου αντιγράψει. Ήταν εκατοντάδες φωτογραφίες σχολείων της Μικράς Ασίας και της Κύπρου των αρχών του αιώνα, και φαίνεται πως ήταν το υλικό για μια έκθεση που είχε γίνει στην Αθήνα την εποχή εκείνη ή αργότερα. Οι δεκατέσσερεις φωτογραφίες που είχα επιλέξει, όλες από τα κατεχόμενα μέρη μας, σχολεία της Αμμοχώστου και δύο της Κερύνειας, έφτασαν στο σπίτι μου με το ταχυδρομείο, στο ίδιο μέγεθος με τις πρωτότυπες, πριν επιστρέψω ακόμα. Το λέω με συγκίνηση γιατί ο ευγενέστατος Μάνος, ο σημαντικότατος αυτός άνθρωπος έφυγε πολύ πρόωρα και ήταν πολύ άδικο.  

Η δημοσίευση του σπουδαίου αυτού υλικού γίνεται στη μνήμη των δύο φίλων, προσθέτοντας, έτσι, ένα μικρό λιθαράκι στην ιστορία των φωτογράφων, των δασκάλων και των Σχολείων της Αμμοχώστου και άλλων περιοχών της Κύπρου.

Όλες οι φωτογραφίες είναι τοποθετημένες σε πλαίσια που φέρουν εκτυπωμένο το ίδιο διακοσμητικό σχέδιο με χειρόγραφη καλλιγραφημένη την ονομασία του σχολείου και άλλα στοιχεία όπως πιο κάτω: σε δύο φωτογραφίες υπάρχει η υπογραφή του Ε. Λοΐζου, που αναφέρεται ως Πρόεδρος της σχολής. Ο Ε.[υαγγέλης] Λοΐζου υπήρξε Δήμαρχος Αμμοχώστου και για πολλά χρόνια Πρόεδρος της Σχολικής Εφορίας Αμμοχώστου, θέση από την οποία συνέβαλε στην προώθηση της εκπαίδευσης στην πόλη. Όλες οι φωτογραφίες φέρουν επί του πλαισίου τη σφραγίδα των δύο φωτογράφων, του Γεωργίου Α. Κιλικίτα στον οποίο ανήκουν και οι περισσότερες φωτογραφίες (14), και του Θ. Ν. Τουφεξή (2). Επίσης μια φωτογραφία φέρει επί του πλαισίου της την ημερομηνία 13.1.1904. Σε μία περίπτωση αναφέρεται και το όνομα του διδασκάλου. Στη φωτογραφία αυτή εκτός από τον δάσκαλο υπάρχει και ένας ιερέας στη φωτογραφία και δεν αναφέρεται ότι είναι δάσκαλος. Την παρουσία ενός ηλικιωμένου ιερέα έχουμε σε μια ακόμα φωτογραφία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις μισές σχεδόν περιπτώσεις έχουμε την εμφάνιση της ελληνικής σημαίας που κρατούν μαθητές ή ο ιερέας.

Σε όλες τις περιπτώσεις η ψάθα είναι απαραίτητη για τις πρώτες σειρές των μαθητών. Απαραίτητο είναι και το τραπεζάκι με βιβλία επάνω, αλλά και στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει τραπεζάκι το βιβλίο το κρατά ο δάσκαλος.

Κατά κανόνα υπάρχει ομοιομορφία στη στολή, σε μια περίπτωση δε, οι μαθητές φέρουν λευκή πλατιά λωρίδα διαγωνίως στο στήθος τους.

Ο κατάλογος των Σχολείων
 1. Δημοτική Σχολή Λιμνιών
 2. Δημοτική Σχολή Αγ. Σεργίου
 3. Η Α' & Β' τάξις της Δημοτικής Σχολής Βαρωσίων
 4. Παρθεναγωγείον Κυρηνείας
 5. Σχολείον Πραστειού Μεσαορίας
 6. Αρρεναγωγείον Λαπήθου
 7. Η Ελληνική Σχολή μετά των μαθητών της Ε' & Στ' τάξεως
            της Δημοτικής Σχολής Βαρωσίων (Κύπρου)
 8. Παρθεναγωγείο Βαρωσίων (1)
 9. Παρθεναγωγείο Βαρωσίων (2)
10. Αρρεναγωγείον Περιστερονοπηγής
11. Παρθεναγωγείον Περιστερονοπηγής
12. Αρρεναγωγείον Τρικώμου
13. Παρθεναγωγείον Τρικώμου

14. Σχολείον Λευκονοίκου