1 Οκτ 2019

ΝΕΟΛΙΝΟΒΑΜΑΒΑΚΙΣΜΟΣ

[Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, σελ. 30]  

 ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΚΟΚΚΙΝΟΦΤΑ

ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΙ 
ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ 
  ΕΔΩ


26 Σεπ 2019

ΤΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ του ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ




Αιμίλιος Σολωμού
Το σκιάχτρο
[Εκδόσεις Πατάκη, 2018, σελίδες 122]

του
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
[από το ιστολόγιό μου ΝΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ:
http://naenavivlio.blogspot.com/2019/09/blog-post_26.html
 
Υπάρχει καλή λογοτεχνία, που γράφεται από Κύπριους; Ό,τι και να υποστηρίζεται από αυτούς που θέτουν το ερώτημα, πρέπει να σταματήσει αμέσως, γιατί κάθε συζήτηση δεν έχει, πια, καμιά έννοια. Υπάρχει η απάντηση και είναι μία: ναι, υπάρχει αξιόλογη λογοτεχνία, που μπορεί να σταθεί επάξια όχι μόνο δίπλα στο έργο Ελλαδιτών συναδέλφων τους αλλά και δίπλα στο έργο λογοτεχνών άλλων χωρών. Απόδειξη δεν είναι μόνο οι πέντε συμπατριώτες μας, οι οποίοι βρέθηκαν φέτος στις μικρές λίστες, με έργα τους να διεκδικούν κρατικό βραβείο στην Ελλάδα, αλλά και πολλοί άλλοι, που έχουν καταξιωθεί και τιμηθεί στο παρελθόν, τόσο με κρατικά βραβεία όσο και με βραβεία της Ακαδημίας Αθηνών.

            Ένας από αυτούς είναι και ο Αιμίλιος Σολωμού με πέντε σημαντικά έργα στο ενεργητικό του, από το 2000 μέχρι σήμερα, βραβευμένος με το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος το 2007, για το μυθιστόρημά του Ένα τσεκούρι στα χέρια σου, αλλά κάτοχος και του «Βραβείου Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης» για το έργο του Ημερολόγιο μιας απιστίας το 2013, το πολυμεταφρασμένο σε πολλές χώρες μυθιστόρημά του. Εκτός, όμως, από αυτά τα πέντε μυθιστορήματα, έχει γράψει και αρκετά πολύ καλά διηγήματα, τα οποία βρήκαν στέγη σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Ελπίζω, κάποτε, να τα δούμε και σε μια καλαίσθητη έκδοση, όπως είναι και άλλες εκδόσεις του.

            Η πρώτη μου γνωριμία με το έργο του Αιμίλιου Σολωμού έγινε με το Ημερολόγιο μιας απιστίας, που με ενθουσίασε και αργότερα με ένα δύο διηγήματά του, τα οποία, επίσης, με ενθουσίασαν. Τόσο στα διηγήματά του όσο και στα μυθιστορήματά του, σε καμία περίπτωση δεν πρόσεξα να έχει περιπέσει στο σφάλμα που κάνουν αρκετοί, αποκαλύπτοντας, από κεκτημένη ταχύτητα, πληροφορίες στον αναγνώστη, όχι στην ώρα τους, πράγμα που ο αναγνώστης, εντοπίζει αμέσως και έτσι μειώνεται η διάθεσή του για συνέχιση της ανάγνωσης. Γιατί ο συγγραφέας, κάποτε και ως Θεός παντογνώστης, γνωρίζει την ιστορία από την αρχή μέχρι το τέλος, γνωρίζει όλες τις σκέψεις των ηρώων του∙ τα πάντα. Είναι αυτό που λέμε αφήγηση με εστίαση μηδέν. Γνώρισα και τον ίδιο τον συγγραφέα, που με προμήθευσε με παλαιότερες εκδόσεις κάποιων έργων του, τα οποία απόλαυσα όλα μαζί στις διακοπές μου, το καλοκαίρι που ακολούθησε, και δεν το κρύβω: θα ήθελα να είχα γράψει το πρώτο κεφάλαιο όλων των βιβλίων του. Τον θεωρώ σπουδαίο λογοτέχνη και πιστεύω πως έχει, ακόμα, να δώσει πολλά στην λογοτεχνία του τόπου.

            Όλοι μας έχουμε μια ή πολλές ιστορίες να διηγηθούμε. Όμως, αν αυτά τα γεγονότα, βιωματικά, τραγικά ή συγκλονιστικά δεν μπορέσουν να ενταχθούν στον χώρο της Τέχνης, τότε δεν θα πρέπει να μιλούμε για διήγημα ή μυθιστόρημα, για λογοτεχνία δηλαδή, αλλά για απλές περιγραφές γεγονότων, καλές ή κακές. Θα αναφέρω ένα παράδειγμα από τη ζωγραφική για να φανεί καλύτερα αυτό που θέλω να πω. Το θέμα «ο αποκεφαλισμός του Ιωάννη του Προδρόμου», ένα πολύ αποτρόπαιο θέαμα ‒αβάσταχτο να βλέπεις ένα αποκεφαλισμένο σώμα λουσμένο στα αίματα‒, μέσω της βυζαντινής Τέχνης έχει μετατραπεί σε έργο Τέχνης. Οι πιστοί, χωρίς να ενοχλούνται, προσκυνούν με ευλάβεια τη σχετική εικόνα. Είναι εδώ, λοιπόν, που οι άριστοι λογοτέχνες διακρίνονται από τους υπόλοιπους. Κατορθώνουν να μετατρέψουν την απλή ιστορία, το βίωμά τους, σε έργο της Τέχνης του λόγου∙ σε λογοτεχνία. Είναι αυτό που ξεχωρίζει τον Αιμίλιο Σολωμού: τα μυθιστορήματά του είναι δομημένα σωστά, είναι άριστος γνώστης της γλώσσας και γνωρίζει πώς να αναβαθμίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη σε κάθε σελίδα.

Θα ήθελα να πω δυο λόγια για το τελευταίο του βιβλίο, το Σκιάχτρο, που είχα την τύχη να ξαναδιαβάσω τον περασμένο Απρίλιο, όταν μου το είχε αποστείλει, αλλά το διάβασα και σήμερα το απόγευμα. Λέω, «να ξαναδιαβάσω», γιατί το πρωτοδιάβασα, ένα καλοκαίρι πριν τέσσερα χρόνια, όπως είπα προηγουμένως, από μια αυτοέκδοση που είχε γίνει το 2000. Και σκόπιμα ξαναδιαβάζω τη δεύτερη έκδοση και γράφω τούτο το κείμενο έξι σχεδόν μήνες μετά, για να είμαι όσο το δυνατό πιο μακριά από την πρώτη εκείνη αυτοέκδοση και έτσι να χαρώ την τελική μορφή της. 

            Η νέα έκδοση μάς έρχεται από τις εκδόσεις Πατάκη, έχει πολύ ωραίο εξώφυλλο, είναι διαστάσεων 14Χ21 εκ., αναπτύσσεται σε 122 σελίδες και ο συγγραφέας του ισχυρίζεται ότι είναι νεανικό μυθιστόρημα και μπορεί να διαβαστεί από παιδιά δέκα χρονών. Ο Δάσκαλός μου, ο Θεοδόσης Νικολάου, μου έλεγε ότι τα παραμύθια δεν είναι μόνο για παιδιά, είναι και για τους μεγάλους. Ανάμεσα στις δεκάδες βιβλία που μου έχει χαρίσει, υπάρχει και ένας τόμος των εκδόσεων Αστήρ, με τα ωραιότατα παραμύθια του Όσκαρ Ουάιλντ. Και τις τέσσερις φορές που διάβασα, λοιπόν, το Σκιάχτρο δεν είχα την αίσθηση ότι διάβαζα ένα παιδικό βιβλίο. Διάβαζα απλώς ένα ποίημα. Ένα μικρό αριστούργημα.

            Η δεύτερη αυτή έκδοση εκτείνεται σε έντεκα λιγοσέλιδα κεφάλαια και διαφέρει από την πρώτη έκδοση στο ότι έχουν αφαιρεθεί μερικές σελίδες με αχρείαστες περιγραφές, που όχι μόνο δεν αλλοιώνουν την ιστορία αλλά την τελειοποιούν. Τι είναι όμως, το Σκιάχτρο; Ας διαβάσουμε τι γράφει στο οπισθόφυλλο: είναι ένα σκιάχτρο! Ένα σκιάχτρο καλοφτιαγμένο στη μέση της ερημιάς. Ένα βράδυ με φεγγάρι θα ξυπνήσει. Θα αποκτήσει ζωή. Σύντομα θα γνωρίσει τον τόπο γύρω του, το αγόρι, το κορίτσι και τον γεωργό. Θα γίνει φίλος με τον τζίτζικα. Και μαζί θα πάνε στο χωριό, όπου θα συναντήσει κι άλλους ανθρώπους και θα ερωτευτεί ένα κορίτσι. Μια καλοκαιρινή ιστορία φτιαγμένη με τη μαγεία του φεγγαριού και του μεσημεριανού ήλιου στον κάμπο, τα σταροχώραφα και τα μποστάνια. Ένα υπέροχο μυθιστόρημα.

            Ας το δούμε, όμως, λίγο πιο αναλυτικά: το πρώτο κεφάλαιο ξεκινά με υπέροχες εικόνες, όπως σε μια κινηματογραφική ταινία, οι οποίες ζωντανεύουν τον χώρο μέσα στον οποίο διαδραματίζεται ολόκληρη η ιστορία. Παρακολουθούμε την κατασκευή του σκιάχτρου στο χωριό μέχρι την τοποθέτησή του στο κέντρο του μποστανιού, έξω στους αγρούς, σαν ολομόναχο καράβι στην απεραντοσύνη της θάλασσας. Γνωρίζουμε και τους βασικούς χαρακτήρες: τον γεωργό, το αγόρι και τον Όρφ, τον σκύλο. Μέχρι εδώ, τίποτε δεν μας ξενίζει, υπάρχει μόνο η πραγματικότητα. Προχωρώντας, όμως, στο δεύτερο κεφάλαιο, μας περιμένει μια έκπληξη: το σκιάχτρο αρχίζει να αποκτά κάποιου είδους ζωή. Αρχίζει η φαντασία του συγγραφέα να καλπάζει, όχι όμως με εξωπραγματικές περιγραφές. Αν υπήρχε μια κάμερα να καταγράφει χωρίς ήχο, θα βλέπαμε πραγματικές εικόνες. Ζώα να πλησιάζουν το σκιάχτρο και να φεύγουν τρομαγμένα, να μετακινείται πηδώντας στο μοναδικό του ποδάρι και να τρομάζει τον τρελό, ένα καινούργιο τώρα πρόσωπο στην ιστορία μας.

            Από το σημείο αυτό και μετά, αρχίζει και η δική μας καρδιά να χτυπά. Τι σκιάχτρο αποχτά συναισθήματα, τα οποία εξωτερικεύει με τη βοήθεια του τζίτζικα, του νέου φίλου του. Το σκιάχτρο αποκτά σιγά σιγά έναν ανθρώπινο εσωτερικό κόσμο. Ο συγγραφέας δεν σκαρφίζεται σημεία και τέρατα για να εντυπωσιάσει, αλλά μένει στα ανθρώπινα. Το δημιούργημά του, το σκιάχτρο δηλαδή, χαίρεται, φοβάται, λυπάται και τέλος οδηγείται σε ένα κορίτσι το οποίο ερωτεύεται. Έτσι, μετατρέπει τις σελίδες αυτές του βιβλίου σε έναν ύμνο για το ερωτικό σκίρτημα, χωρίς ωστόσο να υπάρχει κάτι επιλήψιμο, γιατί ο συγγραφέας με μαεστρία επιλέγει τις λέξεις του, τις φράσεις του και δεν αφήνει τον αναγνώστη του να παρασυρθεί πιο μακριά απ΄εκεί που ακούγεται το τικ-τακ της καρδιάς του σκιάχτρου. Αν ο Γλάρος Ιωνάθαν είναι ένας ύμνος προς στην ελευθερία, το Σκιάχτρο είναι ένας ύμνος προς στη ζωή. Ένας ύμνος για όλα τούτα τα θαυμαστά πράγματα που συμβαίνουν στο σκιάχτρο και στους φίλους του κάτω από τον ίδιο ουρανό, τον ήλιο και το φεγγάρι.

            Κάθε κεφάλαιο ξεκινά με μια περιγραφή. Αυτό όμως, δεν γίνεται για χάρη της περιγραφής, αλλά για να φωτίσει όλα εκείνα τα σημεία που χρειάζονται για να προχωρήσει η ιστορία με τρόπο που ο αναγνώστης να μη μπορέσει να εγκαταλείψει την ανάγνωση, από έλλειψη ενδιαφέροντος. Όπως είπα και αλλού, ο συγγραφέας πρέπει συνεχώς να ανανεώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά με επιδέξιο τρόπο. Ο καλός λογοτέχνης δεν θα ανάψει τον προβολέα στο σκοτεινό δωμάτιο που βρίσκεται ο αναγνώστης του ο οποίος μόλις έχει αρχίσει την ανάγνωση, αλλά θα του ανάψει ένα σπίρτο. Και τότε αυτός μπορεί να δει ένα κεράκι, θα το ανάψει, το φως θα γίνει πιο πολύ και εύκολα πια θα δει τον διακόπτη και θ’ ανάψει την ηλεκτρική λάμπα, για να πλημμυρίσει το δωμάτιο φως και η καρδιά του αναγνώστη να πλημμυρίσει από χαρά. Όποιος κλειστεί σε ένα σκοτεινό δωμάτιο για πολύ λίγα λεπτά, θα καταλάβει τι εννοώ.

            Τα δύο τελευταία κεφάλαια, είναι από τα πιο όμορφα του βιβλίου. Φτάνεις εκεί μέσα από αλλεπάλληλες εκπλήξεις και ανατροπές. Ο συγγραφέας δεν μένει σε απλές περιγραφές γεγονότων. Με τέχνη, όπως κάνει πολύ συχνά σε όλο το βιβλίο θα μιλήσει και για το «επέκεινα». Στον χώρο δηλαδή, όπου υπάρχουν αρχές και στάσεις ζωής. Δεν θα μείνει στις απλές περιγραφές. Θα μιλήσει για τους ανθρώπους, το άδικο που επικρατεί στον κόσμο, τη φιλία, την αγάπη, τον έρωτα, και πολλά άλλα ακόμα∙ την ίδια ζωή. Και κάτι πολύ σημαντικό: δεν υπάρχει τίποτε που να προδιαθέτει ή να οδηγεί σε κάτι το προβλέψιμο στην ανάπτυξη της ιστορίας∙ και αυτή είναι η ομορφιά αυτού του βιβλίου.

            Και όπως η ζωή, σε τούτο τον κόσμο, αρχίζει με τη γέννηση και τελειώνει με τον θάνατο, έτσι και η χρονική διάρκεια του βιβλίου ξεκινάει κάποια Άνοιξη, με τους φίλους του Σκιάχτρου να ζουν, στη συνέχεια, ένα υπέροχο μακρύ Καλοκαίρι, να προβληματίζονται το Φθινόπωρο και τελειώνει τον Χειμώνα μέσα σε μια κοσμοχαλασιά, που παρασύρει τον άτυχο τζίτζικα, για να μας υπενθυμίζει ότι υπάρχουν και δυνάμεις ανώτερες από τις δικές μας, που όσο και να προσπαθήσουμε δεν μπορούμε να τις νικήσουμε. Έτσι τελειώνει. Ένας ύμνος για όλα τούτα τα θαυμαστά πράγματα που συμβαίνουν στο σκιάχτρο και στους φίλους του κάτω από τον ίδιο ουρανό, τον ήλιο και το φεγγάρι.

            Κλείνοντας, θα επαναλάβω αυτό που είπα στην αρχή αυτού του κειμένου: στον τόπο μας γράφεται και πολύ καλή λογοτεχνία και ένας από τους πιο αξιόλογους αντιπροσώπους της είναι ο Αιμίλιος Σολωμού, που τιμά επάξια τον τόπο του και στο εξωτερικό. 

25 Σεπτεμβρίου 2019

 ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ













23 Σεπ 2019

ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ


Με αφορμή το νέο βιβλίο 
του Κωστή Κοκκινόφτα
Εξισλαμισμοί και επανεκχριστιανισμοί στην Κύπρο
Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, Λευκωσία 2019, σελίδες 262
του
Νίκου Νικολάου - Χατζημιχαήλ
[από το ιστολόγιό μου ΝΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ:
Κάθε φορά, που συζητώ με φίλους, αναζητώντας τα αίτια των δεινών από τα οποία υποφέρει ακόμα ο τόπος, υπάρχει μια λέξη που συνεχώς στριφογυρίζει στη σκέψη μου: «λινοβάμβακοι». Γι’ αυτό κάθε φορά που πέφτει στα χέρια μου κάποιο άρθρο ή βιβλίο για το θέμα αυτό δεν αναβάλλω ποτέ την ανάγνωσή του. Αυτό συνέβη το καλοκαίρι που μας πέρασε, όταν άνοιξα τον φάκελο που μου έστειλε ο ακούραστος ερευνητής, ο φίλος Κωστής Κοκκινόφτας. Δεν άφησα το βιβλίο του από τα χέρια μου μέχρι που έφτασα στην τελευταία του σελίδα. Πρόσεξα, βέβαια, και κάτι άλλο που κέντρισε πιο πολύ το ενδιαφέρον μου. Ο τίτλος του βιβλίου με παρέπεμπε σε ένα κεφάλαιο για το οποίο δεν γνώριζα πολλά πράγματα: «επανεκχριστιανισμοί». Κάποια πληροφορία που γνώριζα ως τότε ‒αν ήταν αληθινή‒ ήταν ότι, κάποτε οι εξισλαμισθέντες συμπατριώτες μας, είχαν ζητήσει να επανέλθουν στους κόλπους της εκκλησίας αλλά η εκκλησία δεν τους είχε αποδεχτεί. Η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, η αυτογνωσία, είναι βασική προϋπόθεση για τη σωστή πορεία προς το μέλλον. Αυτό αναζήτησα κι εγώ, στο βιβλίο που είχα στα χέρια μου. 
Παλαιότερα είχα διαβάσει τη συνοπτική μελέτη του σεβαστού μου Γυμνασιάρχη στο Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων Αμμοχώστου Κυριάκου Χατζηιωάννου[1]. Η εργασία του πρωτοπαρουσιάστηκε ως διάλεξη, έναν χρόνο μετά την τούρκικη εισβολή, στη Λεμεσό και την αφορμή είχε δώσει μια τηλεοπτική εκπομπή, όπου οι αρχηγοί των κομμάτων[2] υπεστήριξαν ότι οι Τουρκοκύπριοι είναι αδελφοί μας, έπρεπε να τους προσεγγίσουμε φιλικά με στόχο τη σύμπηξη κοινού μετώπου κατά των εισβολέων. Έτσι, περίπου, δημιουργήθηκε η λεγόμενη «επαναπροσέγγιση», κάτι που, βέβαια,  δεν είναι κακό, όμως, κατά τη γνώμη μου, μας αποπροσανατόλισε, με αποτέλεσμα για δεκαετίες, να ξεχάσουμε το πραγματικό πρόβλημα, που είναι η εισβολή και κατοχή και όχι οι όποιες διαφορές έχουμε με τους Τουρκοκύπριους. Έχουμε πάρα πολλά παραδείγματα που αναδεικνύουν τη φιλία, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη μεταξύ μας, ανίκανα όμως να διώξουν τους εισβολείς. Η πραγματικότητα, που διαπιστώνεται καθημερινά είναι διαφορετική: η Τουρκία δεν τους λαμβάνει υπόψη της, ενδιαφέρεται μόνο για τα δικά της συμφέροντα, τα επεκτατικά της σχέδια και όχι για τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων.

Ας επανέλθουμε όμως, στο βιβλίο του Κωστή Κοκκινόφτα. Όπως λέει ο ίδιος στον πρόλογό του, η βάση επάνω στην οποία στηρίχθηκε για να γραφτεί το βιβλίο ήταν οι παλαιότερες εργασίες του, οι οποίες είχαν δημοσιευτεί σε εφημερίδες περιοδικά και επιστημονικές επετηρίδες, από το 1992 μέχρι και το 2017. Οι εργασίες του αυτές, με θέμα το φαινόμενο των εξισλαμισμών, έχουν εμπλουτισθεί με καινούργια στοιχεία, ώστε να δίνουν πληρέστερη εικόνα για τις διάφορες διαστάσεις του. Η παρουσίαση ανέκδοτου αρχειακού υλικού, έχει στόχο να μας γνωρίσει το σύνοικο στοιχείο. Να γνωρίσουμε την προέλευσή τους, να γνωρίσουμε την ιστορική αλήθεια μέσα από αυθεντικά έγγραφα. Την πραγματική ιστορία του τόπου μας και όχι όπως την έχουν παραποιήσει οι Βρετανοί, κυρίως, συγγραφείς οι οποίοι, ως ανώτεροι υπάλληλοι της βρετανικής διοίκησης του νησιού, το έκαναν σκόπιμα για να εξυπηρετήσουν τα δικά τους πολιτικά συμφέροντα. Και συνεχίζουν, ακόμα και σήμερα, την ίδια φιλοτουρκική τους πολιτική. Το θέμα των εξισλαμισμών δεν εξαντλείται όμως, εδώ, καθώς υπάρχει μεγάλος αριθμός ανέκδοτων εγγράφων που παραμένουν απρόσιτα.
Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου ‒οι πρώτες 150 σελίδες‒ για τους εξισλαμισμούς και επανεκχριστιανισμούς, χωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο για την τουρκοκρατία (1571-1878) και το δεύτερο για την Αγγλοκρατία (1878-1960). Τα δύο αυτά εμπεριστατωμένα μέρη συμπληρώνονται με 411 υποσημειώσεις. Στις επόμενες 100 σελίδες υπάρχουν σημαντικές πληροφορίες, πλούσια βιβλιογραφία και ευρετήριο. Ένα μέρος δε, 45 σελίδων, αναφέρεται σε είκοσι περίπου έγγραφα και δημοσιεύματα, από το 1867 μέχρι και το 1908, τα οποία παρουσιάζονται αυτούσια με τη δική τους σύνταξη και ορθογραφία και στο τέλος του βιβλίου παρουσιάζονται και οι φωτογραφίες των μισών περίπου από αυτά. Ιδού οι τίτλοι δύο εγγράφων από αυτά:

            Κάτοικοι του χωριού Κώμα του Γιαλού ζητούν τη βοήθεια του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου για να αναγνωριστούν από τις Οθωμανικές Αρχές Κρυπτοχριστιανοί συγχωριανοί τους ως μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. (19 Μαρτίου 1867)

            Κάτοικοι του χωριού Λιοπέτρι ζητούν τη βοήθεια του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου, για να τεθεί τέρμα στην καταδίωξη, που υφίστανται από μουσουλμάνο κάτοικο του χωριού Βατυλή, ο οποίος εναντιώνεται στη μεταστροφή τους στον Χριστιανισμό.

Το βιβλίο είναι καλογραμμένο και οι πληροφορίες που παρουσιάζονται συμπληρώνονται με πλήθος παραπομπών οι οποίες επεκτείνουν τις γνώσεις μας για το τεράστιο θέμα των λινοβαμβάκων. Το δικό μου συμπέρασμα από το βιβλίο, αλλά και τα άλλα διαβάσματά μου, είναι ότι η πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων δεν είναι Τούρκοι. Ο στρατός τους μετά τη πτώση της Αμμοχώστου το 1571, μπήκε στα πλοία στις 22 του Σεπτέμβρη, και έφυγε, αφήνοντας μόνο μια φρουρά[3]. Όμως, η εξαθλίωση του πληθυσμού, οι αβάστακτοι φόροι που ακολούθησαν ανάγκασαν μέρος του πληθυσμού, ολόκληρα χωριά, να γίνουν αρχικά λινοβάμβακοι και μετά, αρκετοί από αυτούς, να ασπασθούν το ισλάμ.

 Δυστυχώς, η αγγλική διοίκηση ανέκοψε το ρεύμα της επιστροφής, που παρατηρήθηκε στις αρχές της Αγγλοκρατίας, με αποτέλεσμα πολλοί που θα ήθελαν να επιστρέψουν στους κόλπους της Ορθόδοξης εκκλησίας να μη μπορέσουν ποτέ να το πετύχουν αν και βαθειά μέσα τους σιγόκαιε ένας κρυφός πόθος  

Στα παιδικά μου χρόνια, στο Βασίλι, άκουγα συχνά για την Γαληνόπορνη[4], τον Άγιο Συμεών, γειτονικά μας χωριά, με ελληνικά ονόματα και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί οι κάτοικοί τους παρόλο που ήταν Τούρκοι μιλούσαν ελληνικά. Σταματούσαν και ψώνιζαν από το Συνεργατικό Παντοπωλείο μας καθημερινά και συνομιλούσαν με γνωστούς τους που συναντούσαν εκεί. Μια φορά, θυμάμαι, πήγαμε με τον πατέρα μου στην Πλατανισσό ‒επίσης γειτονικό χωριό, με ελληνικότατη ονομασία‒ για να φτιάξει μια πόρτα και τους άκουγα που μιλούσαν ελληνικά, όπως και οι συγχωριανοί μας λίγοι Τούρκοι που είχαμε και που δεν τους είχα ακούσει ποτέ να μιλούν τούρκικα. Απλούστατα δεν γνώριζαν τη γλώσσα, αφού πήγαιναν στο δικό μας σχολείο. Ένας από τους συγχωριανούς μας, ο Νιαζί Μανιέρα, ο πρώτος Τούρκος Υπουργός Υγείας, λέγεται ότι δεν κατάφερε να εισαχθεί για σπουδές σε Στρατιωτική Σχολή της Άγκυρας, γιατί είχαν εξετάσει την περίπτωση του και βρήκαν πως δεν ήταν γνήσιος Τούρκος, είχε είπαν λατινική καταγωγή. Τελικά σπούδασε ιατρική σε Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Εξάσκησε την ιατρική, στο χωριό μας και στην Αμμόχωστο, μάλιστα δε είχε συνεργαστεί κάποτε και συστεγασθεί με τον Αντώνη Γεωργιάδη, επίσης συγχωριανό μας γιατρό και μαζί πρόσφεραν τις ιατρικές τους υπηρεσίες.
 
Δεν γνωρίζω πόσο ενημερωμένοι είναι για το θέμα οι «Τουρκοκύπριοι» (ναι, σε εισαγωγικά πια). Δεν γνωρίζω αν υπάρχουν ακόμα κάποιοι από αυτούς που γνωρίζουν για την καταγωγή τους. Δεν γνωρίζω αν κάποιοι επιθυμούν ή έχουν τη δυνατότητα να επανέλθουν στην παλιά τους θρησκεία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ισλαμοποίηση της κατεχόμενης γης μας πραγματοποιείται επίμονα και με ταχύτατο ρυθμό εις βάρος κάθε στοιχείου που τους υπενθυμίζει ελληνισμό και χριστιανισμό. Η καταστροφή που έγινε είναι απερίγραπτη και μας πληγώνει βαθιά. Εκείνο όμως, που μας πληγώνει ακόμα πιο βαθιά είναι δυστυχώς ο διχασμός ‒η κατάρα που κατατρέχει πάντα τον ελληνισμό‒ που εκδηλώνεται τώρα με τη διχαστική συμπεριφορά και δράση μιας μικρής μερίδας συμπατριωτών μας, όχι απλών αγράμματων χωρικών, αλλά μορφωμένων από όλες τις τάξεις και αρκετοί μάλιστα από αυτούς πολιτικοί. Αυτή τη στάση δεν θα δίσταζα ποτέ να την ονομάσω νεολινοβαμβακισμό.  
    

Η πρώτη σελίδα του εγγράφου αρ.2



[1] Κυριάκου Χατζηιωάννου, Η Καταγωγή των Τουρκοκυπρίων και το Κυπριακό, Λευκωσία 1976.
[2] Γλαύκος Κληρίδης, Εζεκίας Παπαϊωάννου, Βάσος Λυσσαρίδης, Τάκης Ευδόκας.
[3] Μαρία Γκράτζια Σιλιάτο, Η πολιορκία της Αμμοχώστου, Εκδόσεις Σακκάς, Λευκωσία 2003, σελ. 349.
[4] Είναι χαρακτηριστικό ένα παράδειγμα, που δίνει ο Κυριάκος Χατζηιωάννου στον τόμο Τα εν διασπορά Γ΄, σελ. 201, Λευκωσία 1989:
«Στα χρόνια της ανομβρίας οι κάτοικοι του Ριζοκαρπάσου έπαιρναν την εικόνα της Παναγίας της Έλεούσας από τη Μονή της και πορεύονταν σε σχη­ματισμό ιερής πομπής λιτανείας προς το Ριζοκάρπασο. Στην πορεία τους περνούσαν μέσα από το τούρκικο χωριό Γαληνόπορνη, που οι Τούρκοι κάτοικοι του έβγαιναν σε προϋπάντηση τους στην είσοδο του χωριού με πανέρια γεμάτα τρόφιμα και στάμνες γεμάτες νερό. Στη συνέχεια, έμπαινε η πομπή με τη συνοδεία των Τούρκων και προχωρούσε στο κέντρο του, όπου υπήρχε ο ερειπω­μένος ναός της Αγ. Άννας. Εκεί, στα ερείπια του ναού, απέθεταν ευλαβικά την εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας, και ο ιερέας πρώτα, και ο Χότζας ύστερα, ανέπεμπαν δέηση μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Μετά απ’ αυτά, οι Έλληνες αναλάμβαναν την εικόνα της Παναγίας και συνέχιζαν την πορεία τους, ενώ οι Τούρκοι τους κατευώδωναν ώς έξω του χωριού και γύριζαν πίσω. Αυτό έγινε 3-4 φορές, ακόμα και μετά το 1963, οπότε έφτασε στ’ αφτιά του Ντεκτάς κι’ έδωσε διαταγή στους Τούρκους να σταματήσουν αυτές τις εκδη­λώσεις»

ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΜΑΘΟΥΝΤΑ


15 Σεπ 2019

Η ΤΕΧΝΗ ΘΑ ΜΑΣ ΕΝΩΣΕΙ...




"Η Τέχνη θα μας ενώσει όλους μια μέρα, με μυστηριακή ένωση, χωρίς να λογαριάζει ποιοι είμαστε, ποια είναι η πολιτική μας τοποθέτηση, η θρησκεία, οι πεποιθήσεις και τα πιστεύω μας". (Γ. Πολ. Γεωργίου.)

Εύχομαι σε όλους σας μια πολύ όμορφη Κυριακή!

14 Σεπ 2019

Ο ΒΟΣΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ


Γιακουμής Ατσίκκος (1911-1995)

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙΝ ΤΟΥ ΓΕΝΝΑΡΗ
(Λαϊκή ποίηση)


Λάρνακα 1985, λίγο πριν μετακομίσω μόνιμα στη Λευκωσία. Μόλις είχε εκδώσει το βιβλίο του «Το Φεγγάριν του Γεννάρη» και όταν ήρθε να του εξαργυρώσουμε την επιταγή του, μου πρότεινε κι αγόρασα ένα αντίτυπο, απαιτώντας όμως, να μου το υπογράψει. Το έκανε με μεγάλη ευχαρίστηση αργά αργά με το στυλό που του είχα προτείνει. Ήταν ένας γραφικός βοσκός που κυκλοφορούσε πάντα με την παραδοσιακή βράκα, τη ματσούκα και το πιδκιαύλιν του, ένας γλυκός άνθρωπος με ένα ιδιότυπο σκουφάκι κι ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη του: ήταν ο ποιητής Γιακουμής Ατσίκκος.
Πρόσεξα τα έντονα γδαρσίματα στα χέρια του και τον ρώτησα από που προήλθαν. Μου είπε αμέσως τη μικρή του περιπέτεια: «ελίμπισεν ένας κάττος τζαι πείραζεν στη μάντρα. Έκοψά τον μες στη γωνιάν…», σταμάτησε για λίγο και με κοίταξε έντονα και συνέχισε «… έπνιξά τον».

Καθώς απομακρυνόταν, του έκανα ένα πολύ γρήγορο σκίτσο μερικών δευτερολέπτων χρησιμοποιώντας ένα κομμάτι κοινό χαρτί εκτύπωσης που βρέθηκε μπροστά μου∙ αυτό το χαρτί με τις πράσινες ρίγες των υπολογιστών.
 

Δείγμα της δουλειάς του:

Το νιν τζαι το ξυλάλετρον, η σπάθη με την βούλαν
ο άδρωπος, τα δκυό φτερά, εν ερκαλεία ούλα.
Τζαι δκυο τεμόνια ομπροστά που ζέχνασιν την μούλαν
τζι εμαμμουρεύκασιν την γην ΄πο ούλα να γιωρκίσει
να φα γονιός με τα παιθκιά
γιατί εν τζείνη που τα δκια
του κόσμου της να ζήσει.
Γιατί που πρωτοπλάστηκεν
με τον θεόν σεβάστηκεν
η γη να τον ταΐσει.
Εν χώμαν της, εν μάλιν της τζαι τζείνη να το ρίζει,
να τρω να πίνει ώσπου ζιει τζαι πίσω να γυρίζει,
χώμα πάλε να γίνεται. τζαι κανενού ΄ν χαρίζει.



Γλωσσάρι
νιν, το υνί
σπάθη, εξάρτημα του κυπριακού αλέτρου
βούλα, η ξύλινη θέση του αρότρου που μπαίνει το υνί
άδρωπος, εξάρτημα του κυπριακού αλέτρου (το μέρος που κρατεί ο γεωργός)
μαμμουρεύκω, καλλιεργώ καλά
σεβάστηκεν, σεβάζομαι, έρχομαι σε συμφωνία
 
 
 

10 Σεπ 2019

11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2001

 μικροδιήγημα
του
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Γράμμα από την Νέα Υόρκη

[The books' journal, τ.70, Οκτ. 2016, σ. 16
83 ιστορίες μπονζάι για το σημείο μηδέν, εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, 2017, σελ. 154, ]





[Το μικρό διήγημα «Γράμμα από την Νέα Υόρκη» συμμετείχε στο αφιέρωμα με θέμα το Σημείο Μηδέν –15 χρόνια από το πρώτο μείζον γεγονός του 21ου αιώνα, το πλήγμα της ισλαμιστικής τρομοκρατίας, στην καρδιά της Αμερικής, στο Μανχάτταν, μετά από πρόσκληση του BooksJournal και του ιστολογίου Πλανόδιον – Ιστορίες Μπονζάι]




Νέα Υόρκη, 10 Σεπτεμβρίου 2001



Αγαπημένε μου εγγονέ,



Μαζί με το γράμμα που στέλνω για τον μπαμπά και τη μαμά σου, εσωκλείω για σένα αυτή την καρτ ποστάλ της Νέας Υόρκης, στην οποία απεικονίζονται τα ψηλότερα κτήρια του κόσμου. Είναι μισό μίλι ύψος κι εγώ τα επισκέφτηκα σήμερα! Όταν αντίκρισα την Νέα Υόρκη από τόσο ψηλά με κατέλαβε δέος. Όλα είναι μεγάλα εδώ, αλλά δεν μπορείς να φανταστείς πόσο τεράστιοι είναι αυτοί οι δίδυμοι πύργοι∙ είναι πραγματικά κολοσσιαίοι. Οι άνθρωποι που περπατούν τριγύρω φαίνονται πιο μικροί κι από μυρμήγκια. Έτσι ένιωσα κι εγώ, σαν ένα μικρό, ανύπαρκτο μυρμηγκάκι.
     Εδώ χτυπά η καρδιά της χώρας. Μεγάλη χώρα η Αμερική, ελεύθερη, ατρόμητη, αήττητη, και κανένας δεν μπορεί να την αγγίξει, να της κάνει το παραμικρό κακό. Αν ξαναγυρίσουν στον κόσμο, οι Θεοί της αρχαίας Ελλάδας, δεν ξέρω αν θα κατοικήσουν εδώ, φαίνεται όμως, πως ο δικός τους Θεός κατοικεί εδώ και τους προστατεύει.
     Ήθελα να σου πω να είσαι καλός μαθητής για να προοδεύσεις, και να μπορέσεις μια μέρα να έρθεις κι εσύ εδώ για να θαυμάσεις, αλλά μετάνιωσα. Μετάνιωσα, γιατί μπαίνοντας σ΄ ένα μικρό και ταπεινό εκκλησάκι που είναι εκεί δίπλα, ένιωσα να γαληνεύω μέσα μου. Από μυρμηγκάκι έγινα ξανά άνθρωπος κι η ψυχή μου ηρέμησε. Άναψα ένα κεράκι και έκανα την ευχή μου: να είσαι πάντα καλά, να είσαι πάντα καλός μαθητής, να προοδεύσεις στη ζωή σου, μα, το κυριότερο, να παραμείνεις παντοτινά Άνθρωπος.


Σε φιλώ, ο παππούς σου
 








7 Σεπ 2019

ΤΕΣΣΕΡΑ ΜΑΝΤΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

ΤΕΣΣΕΡΑ ΜΑΝΤΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

[Το ποίημα "Ελένη", από την ποιητική συλλογή "Διθαλάσσου", 
του 
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ]

α΄

Τὴ δωδεκάχρονη Ἑλένη τῶν παλαιῶν περιοδικῶν
Ἀνάμεσα στὶς παπαροῦνες τῆς αὐλῆς της μελετῶ.
Στὸ παιδικὸ κεφάλι της τὸ πράσινο μαντίλι της φορεῖ
Πλεκτὴ δαντέλα ὁλόγυρα μ᾿ ὁλόχρυση κλωστὴ
Μὲ τέχνη σὰν στεφάνι ἀπὸ λουλούδια
Στὶς πλεξίδες τῶν μαλλιῶν της τὸ τυλίγει.
Σίγουρα θὰ ἦταν Κυριακὴ μετὰ τὴ λειτουργία
Τὴν ὥρα ποὺ ὅλοι ἀναζητοῦν ξεκούραση στὸν λόγο
Καὶ στὶς μεγάλες συντροφιὲς οἱ νέοι ἔχουν προτίμηση
Ἀνύποπτοι χορεύουνε, πειράζονται καὶ τραγουδοῦν
Ἀπὸ τὸ Ριζοκάρπασον νὰ πάω στὴ Γιαλοῦσα
Δὲν εἴδασιν τὰ μάθκια μου τέτοια μαυροματοῦσα.
Κι ἐσύ, καλὲ ταξιδευτή, μισὴ ἀνατολίτισσα τὴν εἶπες
Γιατὶ ἔχει θέλγητρα πολλὰ ποὺ μ᾿ ἐπιμέλεια κρύβει.
Μὰ ὅσο κι ἂν πασχίζει μὲ φροντίδα νὰ κρυφτεῖ
Τὸ βλέπουν τὸ μαντίλι της ἀπ᾿ τὰ βουνὰ τοῦ Ταύρου.

β΄

Τὸ σκληρὸ βότσαλο μὲ τοῦ χεριοῦ χτύπημα ἐπιδέξιο
Στὸ σῶμα ἀφήνοντας τὸν κραδασμό του σπάει
Τοῦ Τεύκρου, τῶν γενναίων του συντρόφων
Τοῦ Δημητρίου καὶ τοῦ νικηφόρου του στρατοῦ
Καλύπτοντας τὰ χνάρια, ὁ δρόμος τοῦ Ἁγίου νὰ στρωθεῖ.
Λευκὸ κι ἀραχνοΰφαντο μαντίλι στὸ κεφάλι της φορεῖ
Μὲ σχέδια περίτεχνα στὶς τέσσερις γωνιές του τυπωμένα.
Καὶ σᾶς εὐχαριστῶ Maynard Owen Williams πολὺ
Γιατὶ στὴ φωτογράφιση φροντίσατε νὰ μὴ φανοῦν
Τὰ ροζιασμένα χέρια της ποὺ σίγουρα δὲν θὰ ταιριάζαν
Μὲ τὴν εὐγένεια τοῦ προσώπου της, μὲ τὴ λεπτότητά του.

γ΄

Τῆς ἱστορίας ἀνυπόμονος ταξιδευτὴς
Μέσ᾿ ἀπὸ τὶς φωτογραφίες τὴν Ἑλένη μελετῶ.
Στὸ κεφάλι της φορεῖ ἕνα μαντίλι βυσσινὶ
Στὶς ἄκρες κεντημένο μὲ λευκὴ ἁπλῆ κλωστή.
Μὲ τέχνη καμωμένα τὰ κουλούρια στὸ σανίδι
Καὶ τ᾿ ἀχνιστὸ ψωμὶ μοσχοβολᾶ γιὰ τὰ παιδιὰ
Τὸν ἄντρα της καὶ τὴ γριὰ γειτόνισσα.
Κι ἐνῶ ἕνα χαμόγελο χαράζεται στὰ χείλη
Καὶ χαίρεται γνωρίζοντας πὼς ἡ μικρή της κόρη
Δίνει συνέχεια στὴ ζωὴ σ᾿ αὐτὸ ἐδῶ τὸ σπίτι
Πολὺ μακριὰ ἀκούγονται τὰ βήματα βαριὰ
᾿Νοῦ καβαλλάρη βάρβαρου καὶ μοχθηροῦ καὶ μαύρου.

δ΄

Ἁντὰν ἀρκέψαν οἱ κρυφοὶ ἀνέμοι τζαὶ φυσοῦσαν
Τζαὶ ᾿ποὺ τὲς τέσσερις μερκὲς τὰ νέφη ἐκουβαλοῦσαν
Ὥστι νὰ κάμουν τὸν τζαιρὸν ν᾿ ἀρκεύκει νὰ στοιβάζει

Στένεψε ὁ τόπος πιὸ πολὺ κι ὁ οὐρανὸς στενάζει.
Τὰ πέλαγα λυσσομανοῦν, τὰ κύματα βουίζουν
Τὶς λιγοστὲς ψαρόβαρκες στὰ βράχια τὶς τσακίζουν.
Σίδερο βαρὺ κι ἀτσάλι ἕρπει στοῦ Ἁγίου τὸν δρόμο πιὰ
Μὰ ὅταν ὁ Κάρβας καὶ οἱ ἄλλοι ἀνέμοι ποὺ φυσοῦν
Ἀνθρώπους παρασύροντας καταλαγιάζουν
Κι ὁ γκρεμισμένος οὐρανὸς καὶ ἡ καμένη γῆ
Ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ καὶ τὸν καπνὸ ξεκαθαρίζουν
Τὴ μορφή της διακρίνω τὴ σεβάσμια καὶ θλιμμένη
Φορώντας στὸ κεφάλι της τὸ μαῦρο της μαντίλι
Στὶς ἄκρες κεντημένο μὲ κατάμαυρη κλωστὴ
Ἀμίλητη καὶ σοβαρὴ νὰ περιμένει.

Η Οὐρανία Ἑλένη.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Τὸ περιοδικὸ The National Geographic Magazine [Unspoiled Cyprus Vol. LIV, No. 1, July 1928] εἶχε ἀφιερώσει στὴν Κύπρο 56 σελίδες, μὲ κείμενο καὶ φωτογραφίες τοῦ Maynard Owen Williams. Ἀρκετὲς φωτογραφίες ἦταν ἀπὸ τὴν Καρπασία, ὡραιότατες ἀλλὰ καὶ συγκλονιστικές, π.χ. γυναῖκες ποὺ κουβαλοῦν πέτρες δεμένες στὴν πλάτη τους. Στὸν δρόμο, λοιπόν, γιὰ τὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα, τὸ ἀνατολικὸ ἄκρο τῆς Κύπρου, ἡ ἀποστολὴ συνάντησε μιὰ πανέμορφη δωδεκάχρονη ποὺ τοὺς ἐντυπωσίασε μὲ τὴν ὀμορφιά της καὶ ὁ Dr. Williams τὴ φωτογράφισε μὲ τὴν παραδοσιακὴ τοπικὴ ἐνδυμασία.

Τὴν ἑπόμενη μέρα τὴ φωτογράφισε ξανὰ μαζὶ μὲ τὴ μητέρα της ἐνῶ σπάζουν πέτρες γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ὑπὸ κατασκευὴν δρόμου πρὸς τὸ μοναστήρι.

Εἴκοσι τέσσερα χρόνια ἀργότερα, τὸ ἴδιο περιοδικό, [The National Geographic Magazine, Vol. CI, No 5, May 1952, Cyprus, Idyllic Island in a Troubled Sea, by Jean and Franc Shor] πραγματοποίησε πάλι περιοδεία στὴν Κύπρο, μὲ τὸν Franc Shor -ἀργότερα ψηλὰ στὴν ἱεραρχία τοῦ περιοδικοῦ- καὶ τὴ σύζυγό του Jean Bowie Shor, φίλους τοῦ ζωγράφου τῆς Κύπρου Γ. Πολ. Γεωργίου, ποὺ τὴν προηγούμενη μέρα τοὺς εἶχε ξεναγήσει στὴν παλιὰ πόλη τῆς Ἀμμοχώστου. Ὁ Franc καὶ ἡ Jean ἔκαναν τὴν ἴδια διαδρομὴ πρὸς τὴν Καρπασία, ἀναζήτησαν καὶ συνάντησαν τὴν Ἑλένη, παντρεμένη πιά, μὲ πολλὰ παιδιά, ἀφοῦ εἶχε ἀπορρίψει πρόταση γάμου ἀπὸ τὴν Ἀμερική, μένοντας στὸν τόπο της. Στὸ τεῦχος αὐτὸ δημοσιεύτηκε ξανὰ ἡ παλιὰ ἀλλὰ καὶ νέες φωτογραφίες τῆς Ἑλένης.

Ἡ τουρκικὴ εἰσβολὴ ἐκτόπισε τὴν Ἑλένη ἀπὸ τὸν γενέθλιο καὶ ἀγαπημένο της τόπο κι ἔτσι, ξεριζωμένη καὶ πικραμένη, τράβηξε κι αὐτὴ τὸν δρόμο τῆς ξενιτειᾶς.

[Από την ποιητική συλλογή μου "ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ", Κάρβας, 2012]

λένη μ τ μητέρα της, The National Geographic Magazine, July 1928, Vol. LIV, No 1, page 16.

λένη μ τ μητέρα της, The National Geographic Magazine, May 1952, Vol. CI, No 5, page 655