3 Φεβ 2026

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΚΛΑΙΝΕ


ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΪ

Για πολλοστή φορά, το εξαιρετικό ιστολόγιο "Ιστορίες Μπονζάι", η αισθητική του μικρού, του ποιητή Γιάννη Πατίλη [Γιάννης Πατίλης] και της λογοτέχνιδας εικαστικού Ηρούς Νικοπούλου [Ηρώ Νικοπούλου] φιλοξενεί ένα διήγημά μου από τα παλιά. Οφείλω άπειρες ευχαριστίες για την τιμή. Ο πιο κάτω σύνδεσμος οδηγεί σε όλα τα δημοσιευμένα μέχρι σήμερα διηγήματα.:


Τὰ που­λιὰ κλαῖ­νε

BΡΙΣΚΟΜΟΥΝ σὲ ἀπό­γνω­ση, για­τὶ πα­ρὰ τὶς προ­σπά­θειές μου δὲν κα­τά­φερ­να νὰ βρῶ δου­λειά. Κόν­τευε ἕνας ὁλό­κλη­ρος χρό­νος ἀπὸ τὴν ἡμέ­ρα ποὺ εἶ­χα γυ­ρί­σει ἀπὸ τὶς σπου­δές μου καὶ βρι­σκό­μουν σὲ μαύ­ρη ἀπελ­πι­σία. Ὅπου καὶ νὰ πή­γαι­να, μὲ ἔβρι­σκαν εἴ­τε ἀκα­τάλ­λη­λο εἴ­τε ἀνει­δί­κευ­το. Τὸ ὄνο­μά μου, βέ­βαια, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν στὶς λί­στες γιὰ διο­ρι­σμὸ στὸ δη­μό­σιο ἀλ­λά, σύμ­φω­να μὲ τοὺς ὑπο­λο­γι­σμούς μου, μέ­χρι νὰ διο­ρι­στῶ θὰ περ­νοῦ­σαν σα­ράν­τα δύο χρό­νια. Ζῆ­σε Μάη μου νὰ φᾶς τρι­φύλ­λι, δη­λα­δή. Τὴν ἔβγα­ζα στὸ κα­τά­στη­μα ἑνὸς ξα­δέλ­φου μου βο­η­θῶν­τας τὸν λί­γο καὶ πα­ρα­τη­ρῶν­τας τὴν κί­νη­ση στὴ λε­ω­φό­ρο. Ἔτσι περ­νοῦ­σαν οἱ μέ­ρες μου.

Μί­αν ὡραί­αν πρω­ΐ­αν, κα­θὼς ἤμου­να στὴν εἴ­σο­δο τοῦ κα­τα­στή­μα­τος, στα­μά­τη­σε μπρο­στά μου, στὸ φαρ­δὺ πε­ζο­δρό­μιο, ἕνα ἐμ­πο­ρι­κὸ βὰν ἀπὸ τὸ ὁποῖο κα­τέ­βη­κε κά­ποιος καὶ μπῆ­κε μέ­σα στὸ κα­τά­στη­μα. Πα­ρα­τη­ροῦ­σα τὸ πα­ρά­ξε­νο σῆ­μα ποὺ ἦταν στὸ πλάϊ καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κα­τα­νο­ή­σω τί εἴ­δους ἐπι­χεί­ρη­ση ἦταν τὸ «Πρό­τυ­πον Πτη­νο­σφα­γεῖ­ον». Ἐνῶ ἔκα­να διά­φο­ρες ὑπο­θέ­σεις, ὁ ὁδη­γὸς εἶ­χε γυ­ρί­σει καὶ ἄκου­σα τὸν ἐξά­δελ­φό μου νὰ στέλ­νει χαι­ρε­τι­σμοὺς στὸν κύ­ριο Φώ­τη. Ὑπο­λό­γι­σα ὅτι ὁ κύ­ριος Φώ­της ἦταν ὁ κύ­ριος «Φ», τῆς ἑται­ρεί­ας «Φ. Δ. Φω­τί­ου καὶ Υἱ­ός», ποὺ ἔβλε­πα στὸ αὐ­το­κί­νη­το. Τὸν ρώ­τη­σα γιὰ ἐπι­βε­βαί­ω­ση καὶ ἡ ἀπάν­τη­ση ἦρ­θε κα­τα­πέλ­της: «ξά­δελ­φε, ἔχα­σες τὴ μνή­μη σου; Δὲν θυ­μᾶ­σαι τον Φώ­τα­ρο; Τώ­ρα εἶ­ναι με­γά­λος καὶ τρα­νός. Νὰ στὸ ξα­να­πῶ; Με­γά­λος καὶ τρα­νός» καὶ τό­νι­σε μιὰ-μιὰ τὶς λέ­ξεις. Φυ­σι­κὰ δὲν χρειά­στη­κε ἄλ­λη ἐπε­ξή­γη­ση. Ἕνας Φώ­τα­ρος ὑπῆρ­χε στὸν κό­σμο.

Εἶ­χα ἤδη ἐπι­στρέ­ψει πολ­λὰ χρό­νια πί­σω στὸ πα­ρελ­θόν. Ὁ Φώ­τα­ρος ἦταν τέσ­σε­ρα μὲ πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρός μας. Δύο χρό­νια σὲ κά­θε τά­ξη. Στὸ σχο­λεῖο ἐρ­χό­ταν γιὰ νὰ γλι­τώ­νει ἀπὸ τὶς σκλη­ρὲς ἀγρο­τι­κὲς δου­λειές, μὲ τὶς ὁποῖ­ες κα­τα­γι­νό­ταν ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του. Ἦταν ἥσυ­χος χω­ρὶς κα­νέ­να ἐν­δια­φέ­ρον γιὰ τὰ μα­θή­μα­τα, κά­πο­τε ἐξα­φα­νι­ζό­ταν γιὰ κα­μιὰ ἑβδο­μά­δα καὶ τὸ μό­νο ποὺ ἔμα­θε ἦταν νὰ γρά­φει τὸ ὄνο­μά του κι αὐ­τὸ ἀνορ­θό­γρα­φα. Οἱ δά­σκα­λοι δὲν τοῦ θύ­μω­ναν καὶ τὸν ἄφη­ναν νὰ περ­νᾶ τὸν και­ρό του εὐ­χά­ρι­στα στὸ σχο­λεῖο. Ἡ πα­ρα­φθο­ρὰ στὸ ὄνο­μά του ὀφει­λό­ταν, ἀσφα­λῶς, στὸν ὄγ­κο του. Ἦταν τε­ρά­στιος, ἀλ­λὰ κα­νέ­νας δὲν κιν­δύ­νευε ἀπὸ αὐ­τόν. Ἦταν ἄκα­κος.

Κά­πο­τε μᾶς εἶ­χε ἀνάγ­κη. Ὅταν ἑτοί­μα­ζε τὰ ξό­βερ­γά του, μᾶς φώ­να­ζε γιὰ βο­ή­θεια. Καὶ ἦταν μιὰ ἱε­ρο­τε­λε­στία ποὺ ἐν­διέ­φε­ρε καὶ μᾶς. Ὁ Φώ­τα­ρος γύ­ρι­ζε στὸ χω­ριό, στὰ μέ­ρη ὅπου ὑπῆρ­χαν ἰξιές, μά­ζευε τοὺς καρ­πούς, κά­τι κί­τρι­νες μπί­λιες, τὶς ἔπλε­νε καὶ τὶς ξα­νά­πλε­νε καὶ τὶς ἄφη­νε νὰ στε­γνώ­σουν. Στὴ συ­νέ­χεια ἔβγα­ζε τὰ σέ­πα­λα μὲ ἐπι­δέ­ξιες κι­νή­σεις τῶν χε­ριῶν, τὶς ἔβα­ζε μιὰ μιὰ στὸ στό­μα του καί, ἀφοῦ ἔσπα­γε μὲ τὰ δόν­τια τὸ μα­λα­κό τους πε­ρί­βλη­μα, τὶς ἔφτυ­νε σὲ μιὰ σκά­φη, κου­νῶν­τας μὲ ρυθ­μὸ δε­ξὰ-ζερ­βὰ τὸ κε­φά­λι ἀγ­κο­μα­χῶν­τας, μέ­χρι ποὺ ἔσπα­γε καὶ τὴν τε­λευ­ταία μπί­λια.

Ἄρ­χι­ζε τό­τε τὸ ζύ­μω­μα. Ἔβα­ζε νε­ρὸ στὴ σκά­φη καὶ χρη­σι­μο­ποιοῦ­σε τὰ χέ­ρια του σὰν με­γά­λες κου­τά­λες καὶ χτυ­ποῦ­σε τοὺς σπα­σμέ­νους καρ­πούς, ὅπως χτυ­ποῦν τὰ αὐ­γὰ γιὰ τὴν αὐ­γο­λέ­μο­νη σοῦ­πα. Ἦταν τὸ πιὸ δύ­σκο­λο ση­μεῖο ποὺ ἤθε­λε ὑπο­μο­νή. Ἀνα­κά­τευε ὥρα πολ­λή, μέ­χρι νὰ βγεῖ ὅλη ἡ κολ­λώ­δης οὐ­σία καὶ νὰ μεί­νουν τὰ κου­κού­τσια καὶ οἱ φλοῦ­δες ποὺ τὶς πέ­τα­γε προ­σε­χτι­κὰ ἔξω ἀπὸ τὴ σκά­φη. Ἦταν με­γά­λος τε­χνί­της. Γνώ­ρι­ζε τὶς σω­στὲς ἀνα­λο­γί­ες τῶν ὑλι­κῶν, ποὺ ἔδι­ναν τὸ κα­λύ­τε­ρο ἀπο­τέ­λε­σμα. Ὁ Φώ­τα­ρος ἦταν ἄσσος σ’ αὐ­τό. Με­τὰ μᾶς ζη­τοῦ­σε τὸ μέ­λι. Ἄνοι­γε τὴ χού­φτα καὶ τοῦ ρί­χνα­με ἀκρι­βῶς τὴν πο­σό­τη­τα ποὺ ζη­τοῦ­σε καὶ ἀνα­κά­τευε γρή­γο­ρα τὸ ὑλι­κό του, ποὺ εἶ­χε ἤδη ἀρ­χί­σει νὰ ἀφρί­ζει. Κά­θε τό­σο ἔπαιρ­νε μιὰ χου­φτιὰ ἀπὸ τὸ ὑλι­κὸ καὶ τὸ ἄφη­νε νὰ γλι­στρᾶ ἀπὸ ψη­λὰ γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ἂν εἶ­χε δέ­σει. Ἔδει­χνε τὴν ἱκα­νο­ποί­η­σή του ἀπὸ τὴν ἐρ­γα­σία καὶ συ­νέ­χι­ζε χω­ρὶς στα­μά­τη­μα τὸ ζύ­μω­μα. Ὅταν δια­πί­στω­νε ὅτι τὸ μῖγ­μα ἦταν ἕτοι­μο, ζη­τοῦ­σε τὰ ξυ­λί­κια· ξυ­λί­κια εὐ­λύ­γι­στα καὶ με­γά­λα ὅσο τὸ χέ­ρι του, δια­λεγ­μέ­να μὲ ὑπο­μο­νὴ ἀπὸ ἀγριε­λιὲς καὶ ἀγριό­θα­μνους, γιὰ νὰ ἔχουν πολ­λὰ ζα­ρώ­μα­τα κι ἔτσι νὰ συγ­κρα­τεῖ­ται ἡ ὑγρὴ κόλ­λα.

Ἦταν ἡ κυ­ριό­τε­ρη βο­ή­θεια ποὺ ἤθε­λε ἀπὸ μᾶς καὶ μᾶς ἔδει­χνε πρῶ­τα πῶς νὰ χει­ρι­ζό­μα­στε τὰ ξυ­λί­κια. Παίρ­να­με τὴ μιά τους ἄκρη καὶ χρη­σι­μο­ποιῶν­τας καὶ τὶς δύο μας πα­λά­μες τὰ στρι­φο­γυρ­νού­σα­με τρα­βῶν­τας τα ταυ­τό­χρο­να πρὸς τὰ πά­νω, ἐνῶ αὐ­τὸς στὶς τε­ρά­στιες χοῦ­φτες του εἶ­χε τὸ κολ­λῶ­δες ὑλι­κό. Κά­θε ἕνα ποὺ τε­λεί­ω­νε τὸ το­πο­θε­τού­σα­με σὲ εἰ­δι­κὲς θῆ­κες ἀπὸ κα­λά­μι ποὺ ἦταν στὴ σει­ρά. Ἀκο­λου­θοῦ­σαν πολ­λὰ χέ­ρια τὶς ἑπό­με­νες μέ­ρες, μέ­χρι ἡ κόλ­λα νὰ ἀπο­κτή­σει ἱκα­νο­ποι­η­τι­κὸ πά­χος καὶ νὰ πά­ρουν ἕνα σκοῦ­ρο κα­φὲ χρῶ­μα. Ὅταν στέ­γνω­ναν, μα­ζεύ­ον­ταν ὅλα σ’ ἕνα μά­τσο κι ἦταν ἕτοι­μα γιὰ χρή­ση.

Ὁ Παν­τε­λῆς, ἕνας συμ­μα­θη­τής μου, ποὺ βρι­σκό­μα­στε κά­θε μέ­ρα στὴν αὐ­λὴ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας γιὰ παι­χνί­δι, εἶ­πε ὅτι ὁ Φώ­τα­ρος δέ­χτη­κε νὰ μᾶς πά­ει μα­ζί του στὸ στή­σι­μο. Τὴν Κυ­ρια­κὴ πρωῒ-πρωῒ πή­γα­με στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο τό­πο ποὺ μᾶς ὑπέ­δει­ξε. Αὐ­τὸς ἦταν ἤδη ἐκεῖ καὶ μᾶς πε­ρί­με­νε. Χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βή, μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑνὸς εἰ­δι­κοῦ ἐρ­γα­λεί­ου ποὺ ἦταν στε­ρε­ω­μέ­νο σὲ ἕνα μα­κρὺ κα­λά­μι, κα­τέ­βα­ζε ἐπι­λεγ­μέ­να κλα­διὰ ἀπὸ τὶς χα­ρου­πιὲς καὶ στὴν ἄκρη τους στε­ρέ­ω­νε ἕνα κα­λά­μι δε­κα­πέν­τε-εἴ­κο­σι πόν­των μέ­σα στὸ ὁποῖο ἔβα­ζε ἕνα ξό­βερ­γο. Ἀφοῦ τὰ το­πο­θέ­τη­σε ὅλα, ἀπο­συρ­θή­κα­με πί­σω ἀπὸ τοὺς θά­μνους.

Ἄρ­χι­σε με­τὰ ἡ ἀγω­νία. Θὰ ἔρ­θουν; Δὲν θὰ ἔρ­θουν; Κά­θε τό­σο κοί­τα­ζε ἀνυ­πό­μο­να τὸν οὐ­ρα­νὸ κι ἔστη­νε αὐ­τὶ γιὰ νὰ τοὺς ἀκού­σει. Κοί­τα­ζε τὴν ἀπο­ξη­ρα­μέ­νη σβου­νιά, ποὺ εἶ­χε ἀνά­ψει καὶ πε­τά­ξει πρὸς τὸ μέ­ρος τῶν δέν­τρων καὶ μὲ σμι­χτὰ φρύ­δια τὸ διε­ρευ­νη­τι­κό του βλέμ­μα ἀκο­λου­θοῦ­σε τὴν ἄσπρη γραμ­μὴ ποὺ δη­μιουρ­γοῦ­σε ὁ κα­πνὸς ἀνε­βαί­νον­τας ψη­λά, προ­σπα­θῶν­τας νὰ δια­κρί­νει τὰ γα­λά­ζια ση­μα­δά­κια. Αὐ­τὸ ἦταν ἕνα ἄλ­λο μυ­στι­κὸ ποὺ ἤξε­ραν μό­νο οἱ εἰ­δι­κοί. Αὐ­τὴ ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­πνοῦ τρα­βοῦ­σε τοὺς με­λισ­σο­φά­γους. Ὅλα ἦταν ἥσυ­χα, ὅπως αὐ­τὴ ἡ πα­ρά­ξε­νη ἄπνοια ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ­ται πρὶν τὴν κα­ται­γί­δα. Κά­πο­τε τὸ πρό­σω­πό του ἔλαμ­ψε κι ἕνα πλα­τὺ χα­μό­γε­λο χα­ρά­χτη­κε στὰ χεί­λη του. Ἀκοῦ­στε! Ἀκοῦ­στε! Ἦρ­θαν. Ἐπί τέ­λους ἦρ­θαν, εἶ­πε, κι ἀνά­βον­τας ἕνα τσι­γά­ρο τρά­βη­ξε μιὰ γε­ρὴ ρου­φη­ξιά. Τέν­τω­σε τὸν λαι­μό του καὶ φύ­ση­ξε τὸν κα­πνὸ ψη­λὰ βή­χον­τας καὶ μουρ­μου­ρί­ζον­τας δυσ­νόη­τες λέ­ξεις ποὺ ἔβγαι­ναν ἀπὸ τὸ στό­μα του τυ­λιγ­μέ­νες μέ­σα στὸν κα­πνό.

Τὰ που­λιὰ ἀκού­γον­ταν κα­θα­ρὰ καὶ ὅσο πλη­σί­α­ζαν στὴν πε­ριο­χή, ἀκού­γον­ταν ὅλο καὶ πιὸ δυ­να­τά. Ἔδι­ναν με­γά­λους κύ­κλους πά­νω ἀπὸ τὸν χα­ρου­πιώ­να μας καὶ ξαφ­νι­κά, μό­λις ὁ ἀρ­χη­γός τους ἔδω­σε τὸ πα­ρά­δειγ­μα, ἔσκι­σαν σὰν κα­τα­διω­χτι­κὰ πά­νω στὶς χα­ρου­πιές, μὲ τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τους κρώ­ξι­μο νὰ μᾶς ξε­κου­φαί­νει, σὰν ξέ­σπα­σμα ξαφ­νι­κῆς κα­ται­γί­δας· ἑκα­τον­τά­δες με­λισ­σο­φά­γοι, πολ­λοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποί­ους κά­θον­ταν στὰ ξό­βερ­γα τοῦ Φώ­τα­ρου καὶ τὸ κρώ­ξι­μό τους τό­τε γι­νό­ταν σπα­ρα­κτι­κό, κα­θὼς ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν ὅτι εἶ­χαν πα­γι­δευ­τεῖ. Αὐ­τὸ ἦταν. Σὰν ἀστρα­πὴ ξε­χύ­θη­κε τό­τε ὁ Φώ­τα­ρος πρὸς τὶς χα­ρου­πιὲς καὶ μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ἄγ­κι­στρου κα­τέ­βα­ζε γρή­γο­ρα τὰ κλα­διά, ξε­κολ­λοῦ­σε τους με­λισ­σο­φά­γους καὶ μὲ μιὰ ἐπι­δέ­ξια κί­νη­ση τοῦ ἀν­τί­χει­ρα ξε­χώ­ρι­ζε τὸ κε­φά­λι ἀπὸ τὸ σῶ­μα τους καὶ τοὺς πε­τοῦ­σε στὸ χῶ­μα. Σὰν τρε­λὸς ἔκα­νε. Ἡ γρή­γο­ρη κί­νη­ση ἐξυ­πη­ρε­τοῦ­σε πολ­λοὺς σκο­πούς: τὰ ξό­βερ­γα δὲν θὰ κα­τα­στρέ­φον­ταν πέ­φτον­τας στὸ χῶ­μα, ἀπὸ τὴν προ­σπά­θεια ποὺ ἔκα­ναν οἱ με­λισ­σο­φά­γοι νὰ ἀπε­λευ­θε­ρω­θοῦν, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλ­λη θὰ ἦταν ἕτοι­μα νὰ δε­χτοῦν τὰ ἑπό­με­να θύ­μα­τα. Κά­πο­τε κου­ρα­ζό­ταν ὁ ἀν­τί­χει­ρας καὶ ἄλ­λα­ζε μέ­θο­δο. Ἔφερ­νε τὸ που­λὶ στὸ στό­μα καὶ ἐν ρι­πῇ ὀφθαλ­μοῦ ἀπο­χώ­ρι­ζε τὸ κε­φά­λι ἀπὸ τὸ σῶ­μα του πε­τῶν­τας τὸ πρὸς τὰ πί­σω πά­νω ἀπὸ τὸν ὦμο του. Οἱ με­λισ­σο­φά­γοι ἀπο­μα­κρύ­νον­ταν, ὅσο ποὺ ἀκού­γον­ταν πιά, τὸ μα­κε­λειὸ τε­λεί­ω­σε καὶ ἀκο­λού­θη­σε τὸ μά­ζε­μα τῶν που­λιῶν σὲ μιὰ με­γά­λη τσάν­τα. Ἡ ἐπι­χεί­ρη­ση εἶ­χε στε­φθεῖ μὲ ἐπι­τυ­χία κι ἐμεῖς ποὺ πρώ­τη φο­ρὰ λαμ­βά­να­με μέ­ρος σὲ στή­σι­μο ξό­βερ­γων, μεί­να­με μὲ ἀνοι­χτὸ τὸ στό­μα πραγ­μα­τι­κά. Ἀρ­γό­τε­ρα, μά­θα­με, ἔγι­νε ἀκό­μα πιὸ εἰ­δι­κός: εἶ­χε προ­μη­θευ­τεῖ εἰ­δι­κὰ δί­κτυα γιὰ ἀμ­πε­λο­πού­λια. Ἐκεῖ ἦταν ἡ με­γά­λη σφα­γή!

Ὁ Φώ­τα­ρος, ὁ τέ­λειος πτη­νο­σφά­κτης, ἦρ­θε σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο μὲ ἕναν καὶ μό­νο προ­ο­ρι­σμό: νὰ σκο­τώ­νει που­λιά. Δὲν ἦταν τυ­χαῖο, λοι­πόν, ποὺ εἶ­χε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο πτη­νο­σφα­γεῖο τῆς πό­λης.

Ἀπὸ τὴν ἡμέ­ρα ποὺ εἴ­χα­με πά­ει μα­ζί του στὸ στή­σι­μο τῶν ξό­βερ­γων, εἴ­χα­με μά­θει καὶ κά­τι ἄλ­λο. Κά­τι ποὺ γνω­ρί­ζουν μό­νο ὅσοι ζοῦν στὶς ἀγρο­τι­κὲς πε­ριο­χές: τὰ που­λιὰ δὲν κε­λαη­δοῦν. Κλαῖ­νε.

ΠΕΝΤΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ







 

25 Ιαν 2026

ΚΙ ΑΝ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΛΑΣΗ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΖΩΗΣ;


Ένας από τους ανθρώπους που θαύμαζα και εξακολουθώ να θαυμάζω είναι ο Ανδρέας Χριστοφίδης. Ο λόγος του -ιδιωτικός και δημόσιος- πάντοτε ουσιαστικός και μετρημένος. Εκεί όπου έχει υπηρετήσει άφησε μόνο θετικό αποτύπωμα. Άξιος αυτής της πατρίδας. Έτυχε να τον γνωρίσω από κοντά, μέσω των φίλων μου Φοίβου Σταυρίδη και Θεοδόση Νικολάου στις αρχές της δεκαετίας του ΄80. Ήταν απόλαυση να τους ακούς να συζητούν για διάφορα θέματα, κάτω από αμέτρητα λευκωσιάτικα αστέρια, στην ταβερνούλα "Αρμενάκι", όταν ακόμα ήταν... "Αρμενάκη". Πιο κάτω ένα κείμενό του, που είχαμε δημοσιεύσει στον "Κύκλο". Πολλές φορές επανέρχομαι και διαβάζω τα δοκίμιά του...

Ανδρέα Χριστοφίδη
Κι αν αυτή είναι η κόλαση μιας άλλης ζωής;

          Life………is a tale
     Told by an idiot, full of sound and fury,
     Signifying nothing.
          Shakespear: Mackbeth, V.v.

Όταν το ερώτημα ξαφνικά με κτύπησε κατακέφαλα, το πιο σημαντικό είναι που δεν ξαφνιάστηκα. Ήταν ωσάν για χρόνια εσχηματίζετο μέσα-μου, περιμέ­νοντας την ώρα που η διατύπωσή-του θα γινόταν δεκτή χωρίς περιττές εκδηλώ­σεις διαμαρτυρίας και δίχως υποκριτικά επιφωνήματα... Ένα ερώτημα που γίνε­ται δεκτό σαν θέση που πρέπει να ερευνηθεί κι όχι σαν διατύπωση που απορρί­πτεται χωρίς δεύτερη συζήτηση.

Θυμούμαι ζωηρά τη στιγμή που το ερώτημα μπήκε στη σκέψη-μου περνώντας στο συνειδητό από το υποσυνείδητο όπου θα κρυβόταν περιμένοντας την ώρα-του. Παρακολουθούσα την παράσταση της δεκαλογίας «Οι Έλληνες» στο θέα­τρο Όλντγουιτς στο Λονδίνο από το Σαιξπηρικό Βασιλικό Θίασο. (Για την παράσταση και άλλα σχετικά χρειάζεται ειδική δοκιμή. Ελπίζω να την επιχειρή­σω κάποτε). Στο σακατεμένο κείμενο του «Αγαμέμνονα» η δράση προχωρούσε με ραγδαίο ρυθμό (τα χορικά σχεδόν όλα περικομμένα) και διερωτόμουν αν η σκη­νή της Κασσάνδρας -η πιο συγκλονιστική ίσως στο παγκόσμιο θέατρο- θα παρουσιαζόταν με κάποια δικαιοσύνη, Όταν ήλθε η στιγμή και πέρασε αισθανό­μουν κάποια ενόχληση πού δε μ' άφηνε να παρακολουθήσω τη συνέχεια, με ένα μέρος μόνο του μυαλού-μου περιμένοντας ν' ακούσω την κραυγή του Αγαμέμνο­να «ωμοι πέπληγμαι καιρίαν πληγήν είσω ...». Ξαφνικά αυτό που μ’ ενοχλούσε βρήκε έκφραση. Ήταν η σκέψη πως σήμερα όλοι θα πίστευαν την Κασσάνδρα, όσο φοβερά κακά κι αν προφήτευε. Δε θα υπήρχε κακό που να θεωρείται πέραν από τα όρια του δυνατού ή πιστευτού. Δεν έχει σχέση που τότε δεν πίστευαν την Κασσάνδρα γιατί έτσι καθόρισε ο προσβλημένος Θεός. Δε γύρευε η σκέψη-μου λογική σειρά ή λογική εξήγηση. Έτσι απλά διατυπώθηκε — η Κασσάνδρα σήμερα είναι μια προφήτισσα κακών που όλοι την πιστεύουν. Όταν ο «Αγαμέμ­νονας» τέλειωνε ήλθε απανωτά το ερώτημα που τιτλοφορεί αυτή τη δοκιμή. "Κι αν αυτή είναι η Κόλαση μιας άλλης ζωής;"

Δεν έχει σημασία αν πιστεύει κανείς ή όχι στην Κόλαση ή στην ιδέα-της. Η κόλαση γίνεται μια έννοια μέσα σ' ένα οικοδόμημα και αντιμετωπίζεται πια στο νοητικό πεδίο.

Ας πούμε πως υπάρχει κόλαση. Σε τι τάχα θα διαφέρει από τον Κόσμο που έχουμε φτιάξει ή μέσα στον οποίο ζούμε κι αν διαφέρει είναι τέτοιες οι διάφορες που να συνιστούν ποιοτική διαφορά έννοιας ή κατηγορίας;

Στην κόλαση που μας κληροδότησε η παράδοση θα ζούμε σε αιώνιο μαρτύριο, σε φλόγες, πραγματικές ή συμβολικές. Θα αναλογιζόμαστε -έτσι για να κατανο­ούμε τη διαφορά- την άλλη ζωή, την παραδείσια που χάσαμε για δεύτερη φορά (την πρώτη εκδιωχθήκαμε, τη δεύτερη δε μπορέσαμε να επιστρέψουμε).

Η κόλαση είναι οι άλλοι (λέει ο Σαρτρ), αλλά οι άλλοι είμαστε εμείς ...

Εμείς κι ο κόσμος που φτιάξαμε.

Με την αποθήκη των υδρογονικών όπλων και τα νεότερα όργανα βασανισμού.

Με το δίκαιο του ισχυρότερου να αποτελεί την ύστατη κατάληξη μιας φοβε­ρής διαδικασίας εξελίξεως: και μόνο σε μερικές στιγμές της καλλιτεχνικής δη­μιουργίας στέλλονται αντικατοπτρισμοί από μια άλλη ζωή της οποίας αυτή εδώ πρέπει να΄ ναι -δεν υπάρχει άλλη εξήγηση- η Κόλαση. 21.3.81

["Ο Κύκλος", τχ.7-8, Γενάρης Απρίλης 1981, 
εξώφυλλο: Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ]

20 Ιαν 2026

Ο ΜΑΞ, μικροδιήγημα στο ιστολόγιο ΜΠΟΝΖΑΪ


Τιμητική ανάρτηση, σήμερα, στο εξαιρετικό ιστολόγιο "ιστορίες ΜΠΟΝΖΑΪ" για το μικρό διήγημα, του περιοδικού ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ*. Ευχαριστίες οφείλονται στους ακούραστους φίλους Ηρώ Νικοπούλου και Γιάννη Πατίλη, που το φροντίζουν εδώ και πολλά χρόνια.

Ο πιο κάτω σύνδεσμος οδηγεί στο ιστολόγιο:

Νί­κος Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ
 Ὁ Μάξ

ΤΑ ΠΙΟ ΒΟΡΕΙΑ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ τὰ νε­ρά εἶ­ναι πιὸ δρο­σε­ρὰ ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως εἶ­ναι κα­θα­ρά, γι’ αὐ­τὸ τὰ προ­τι­μῶ γιὰ τὶς δια­κο­πές μου. Εἶ­ναι βέ­βαια καὶ ὁ Κόλ­πος τῶν Κο­ραλ­λί­ων ποὺ εἶ­ναι πιὸ κον­τά μας, μὰ πάν­τα φυ­σά­ει ἐκεῖ καὶ τὸν ἀπο­φεύ­γω. Τὰ τε­λευ­ταῖα χρό­νια λοι­πόν, πάν­τα πη­γαί­νω στὰ ἥσυ­χα κεν­τρά­κια πρὸς τὸν Ἀκά­μα. Τὴν ἀρά­ζω κά­που καὶ ξε­χνιέ­μαι στὸ γα­λά­ζιο τῆς θά­λασ­σας ἀπο­λαμ­βά­νον­τας τὸ φρα­πε­δά­κι μου δια­βά­ζον­τας μό­νο ἐφη­με­ρί­δες ἢ πε­ριο­δι­κά.

Σ’ ἕνα τέ­τοιο κεν­τρά­κι συ­νάν­τη­σα τὸν Μάξ. Ἔτσι, ἀπροσ­δό­κη­τα, με­τὰ ἀπὸ σα­ράν­τα χρό­νια. Ἡ τε­λευ­ταία φο­ρὰ ποὺ τὸν εἶ­δα, ἦταν λί­γους μῆ­νες με­τὰ ποὺ τε­λειώ­σα­με τὸ Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖο. Ὑπήρ­ξα­με κα­λοὶ φί­λοι ἀλ­λὰ οἱ συγ­κυ­ρί­ες τὸ ἔφε­ραν καὶ δὲν μπο­ρέ­σα­με νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με ξα­νά. Ἐγὼ πῆ­γα σὲ γυ­μνά­σιο στὴν πό­λη, κι αὐ­τὸς με­τα­κό­μι­σε μὲ ὅλη τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του σὲ ἄλ­λη ἐπαρ­χία γιὰ λί­γα χρό­νια, λό­γῳ τῶν ἀσχο­λιῶν τοῦ πα­τέ­ρα του. Με­τά, στὰ χρό­νια τῆς στρα­τιω­τι­κῆς θη­τεί­ας, αὐ­τὸς εἶ­χε με­τα­κο­μί­σει στὸ Λον­δῖ­νο γιὰ ἄλ­λα δυὸ-τρία χρό­νια. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀκο­λού­θη­σαν οἱ σπου­δές μου, ὁ πό­λε­μος καὶ τὰ χρό­νια περ­νοῦ­σαν καὶ ἔγι­ναν σα­ράν­τα ὁλο­στρόγ­γυ­λα χω­ρὶς νὰ δεῖ ὁ ἕνας τὸν ἄλ­λο. Μά­θαι­να νέα του ἀπὸ ἄλ­λους συμ­μα­θη­τές.

Εἶ­χε πε­ρά­σει σχε­δὸν ἡ πρώ­τη βδο­μά­δα τῶν δια­κο­πῶν μου καὶ τὴν ἄρα­ζα στὸ ἴδιο κεν­τρά­κι.Το πρωὶ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια, τὰ δει­λι­νὰ μό­νος τὶς πιὸ πολ­λὲς φο­ρές. Ἕνα τέ­τοιο δει­λι­νό, ξα­πλω­μέ­νος ὅπως ἤμουν στὴν ἀνα­παυ­τι­κή μου, ἀπο­λάμ­βα­να τὴ δύ­ση τοῦ ἥλιου μέ­σα στὰ γα­λή­νια νε­ρά. Κά­ποιοι φώ­να­ξαν τὸ γκαρ­σό­νι γιὰ νὰ πα­ραγ­γεί­λουν κά­τι καὶ ἔμει­να ἔτσι γιὰ λί­γο νὰ τοὺς βλέ­πω. Τὸ γκαρ­σό­νι πλη­σί­α­σε καὶ κα­θὼς ἦταν ἀπέ­ναν­τί μου στὸν ἥλιο, ἔβλε­πα τὴ σι­λουέτ­τα του μό­νο. Κρα­τοῦ­σε τὸ μπλο­κά­κι του καὶ πε­ρί­με­νε τὴν πα­ραγ­γε­λία. Μιὰ κί­νη­ση ποὺ ἔκα­νε ἦταν ἀρ­κε­τὴ γιὰ νὰ ἀνα­γνω­ρί­σω τὸν Μάξ. Κού­νη­σε τὸν δε­ξιό του ὦμο πά­νω κά­τω δυὸ-τρεῖς φο­ρὲς σὰν τὸν Μη­τσο­τά­κη καὶ συγ­χρό­νως κού­νη­σε καὶ τὸ κε­φά­λι του μιὰ-δυὸ φο­ρὲς ἀρι­στε­ρὰ-δε­ξιὰ προ­τεί­νον­τας τὸ πη­γού­νι πρὸς τὰ πά­νω. Αὐ­τὸ ἦταν τὸ τίκ του.

Ὅσο ποὺ κρα­τή­θη­κα νὰ μὴ φω­νά­ξω «Μάξ». Εὐ­τυ­χῶς, για­τί Μὰξ ἦταν πα­ρα­τσού­κλι καὶ θὰ λυ­πό­ταν ἂν τὸ ἄκου­γε. Τὸ πραγ­μα­τι­κό του ὄνο­μα εἶ­ναι Ἄβοι­βος. Τὸ «βοὶ» μὲ ὄμι­κρον γιῶ­τα. Δὲν γνω­ρί­ζω γιὰ ποιόν λό­γο τοῦ δώ­σα­νε αὐ­τὸ τὸ ὄνο­μα. Οὔ­τε ὁ ἴδιος ἤξε­ρε. Οἱ νέ­οι δά­σκα­λοι ποὺ ἔρ­χον­ταν στὸ σχο­λεῖο μας, ὅταν ἄκου­γαν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸ ὄνο­μά του ρω­τοῦ­σαν ἂν ἔχει στὴν πε­ριο­χὴ κα­νέ­ναν Ἅγιο μὲ τὸ ἴδιο ὄνο­μα. Τέ­τοιον Ἅγιο δὲν εἴ­χα­με βέ­βαια, ἀλ­λὰ οὔ­τε ποὺ ἄκου­σα πο­τὲ νὰ ὑπάρ­χει σὲ ἄλ­λη πε­ριο­χή. Τὸν ρω­τοῦ­σαν ἀκό­μα, για­τί μὲ «ὄμι­κρον γιῶ­τα.» Δὲν ἤξε­ρε. Κα­νέ­νας δὲν ἤξε­ρε. Πο­τέ μου δὲν ἔμα­θα. Οὔ­τε κι ὁ ἴδιος φαν­τά­ζο­μαι.

Ἄβοι­βε, φώ­να­ξα καὶ ἀμέ­σως γύ­ρι­σε καὶ ἔκα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα πρὸς τὸ μέ­ρος μου μὲ φα­νε­ρὴ ἀπο­ρία, διό­τι στὸ πρό­σω­πό μου δὲν ἀνα­γνώ­ρι­σε κα­νέ­ναν γνω­στό του. Ἔτσι ὅπως ἤμουν ἄλ­λω­στε μαυ­ρι­σμέ­νος καὶ μὲ τὰ για­λιὰ κι ἡ μά­να μου θὰ δυ­σκο­λευό­ταν νὰ μὲ ἀνα­γνω­ρί­σει. Ἔμει­νε νὰ μὲ κοι­τά­ει γιὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, προ­χώ­ρη­σα ἐγώ, μή­πως εἶ­σθε ὁ Ἄβοι­βος Πα­σχα­λί­δης; Ναί, ἐγὼ εἶ­μαι ἀκρι­βῶς, ἀπάν­τη­σε. Ἕνα λε­πτὸ καὶ ἐπι­στρέ­φω. Πῆ­ρε τὴν πα­ραγ­γε­λία ἀπὸ τὸ τρα­πέ­ζι καὶ ἦρ­θε ξα­νὰ κον­τά μου. Δὲν ἤθε­λα νὰ τὸν κρα­τή­σω σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀγω­νία, μό­λις κα­τά­λα­βα ὅτι δὲν μὲ ἀνα­γνώ­ρι­ζε εἶ­πα ἀμέ­σως ποιός ἤμουν. Ἀγ­κα­λια­στή­κα­με καὶ δὲν ἔκρυ­βε τὴ χα­ρά του ποὺ συ­νάν­τη­σε ἕναν πα­λιὸ παι­δι­κό του φί­λο με­τὰ ἀπὸ τό­σα χρό­νια. Εἴ­πα­με πο­λὺ λί­γες κου­βέν­τες. Κά­τσε ἐδῶ μὴ φύ­γεις, μοῦ εἶ­πε, νὰ κα­νο­νί­σω τὴν πα­ραγ­γε­λία καὶ θὰ σὲ δῶ με­τὰ, κι ἀπο­μα­κρύν­θη­κε τρέ­χον­τας.

Κι ἐγὼ χά­ρη­κα ποὺ τὸν εἶ­δα καὶ μὲ πλη­μύ­ρι­σαν οἱ παι­δι­κὲς ἀνα­μνή­σεις. Ὁ Ἄβοι­βος. Θεέ μου πα­ρα­λί­γο νὰ μοῦ ξε­φύ­γει καὶ νὰ τὸν πῶ «Μάξ». Εὐ­τυ­χῶς εἶ­χα κρα­τη­θεῖ.

Μὰξ ἦταν ὁ σκύ­λος του γέ­ρο Θε­ο­χά­ρη τοῦ τσαγ­κά­ρη, στὴ γει­το­νιά του Ἄβοι­βου. Ἕνα ἀπό­γευ­μα, ὁ γέ­ρος εἶ­δε τον Ἄβοι­βο ποὺ περ­νοῦ­σε ἀπὸ τὸ σπί­τι του καὶ τοῦ ζή­τη­σε τὴ χά­ρη. Ἐκεῖ­νο τὸ ἀπό­γευ­μα ὅμως, φόρ­τω­σε στὸ μι­κρό, χω­ρὶς βέ­βαια νὰ τὸ θέ­λει, ἕνα βά­ρος ποὺ θὰ τὸ κρα­τοῦ­σε γιὰ ὅλη του τὴ ζωή.

Ἄβοι­βε, τοῦ εἶ­πε, τὸν βλέ­πεις τὸν Μάξ; Γέ­ρα­σε ὁ καη­μέ­νος, δὲν μπο­ρεῖ νὰ τρέ­ξει πιά. Οὔ­τε νὰ γαυ­γί­σει μπο­ρεῖ, οὔ­τε νὰ φά­ει μπο­ρεῖ. Ὅσο ποὺ κι­νεῖ­ται λί­γο, καὶ κοί­τα­ξε τὸν Μὰξ μὲ λύ­πη. Ὅταν ἦταν νέ­ος ἦταν ὁ κα­λύ­τε­ρος σκύ­λος τοῦ χω­ριοῦ κι ὁ πιὸ ὄμορ­φος. Κα­φε­τὴς μὲ ἄσπρες βοῦ­λες. Κοί­τα τον τώ­ρα, ζά­ρω­σε ὁ καη­μέ­νος. Σκε­λε­τὸς ἔχει μεί­νει. Εἶ­ναι πιὸ γέ­ρος ἀπὸ μέ­να. Κι ἂν μοῦ πε­θά­νει στὸ σπί­τι τί νὰ τὸν κά­νω. Πᾶ­ρε τον σὲ πα­ρα­κα­λῶ ἐκεῖ στὰ χω­ρά­φια ποὺ παί­ζε­τε καὶ ἄφη­σε τον. Αὐ­τὸς ξέ­ρει τί θὰ κά­νει.
Πῆ­ρε ὁ Ἄβοι­βος τὴν ἄκρη τοῦ σχοι­νιοῦ καὶ τὸν τρα­βοῦ­σε μα­ζί του. Δὲν πει­ρά­ζει, μπο­ρεῖ ν’ ἀρ­γοῦ­σε λί­γο στὸ παι­χνί­δι ἀλ­λὰ μιὰ φο­ρὰ θὰ γι­νό­ταν αὐ­τὸ καὶ προ­χω­ροῦ­σε μα­ζὶ μὲ τὸ Μὰξ γιὰ τὸ τε­λευ­ταῖο του τα­ξί­δι.

Ἔλα Μάξ, κά­νε λι­γά­κι πιὸ γρή­γο­ρα, θὰ σὲ ἀφή­σω ἐκεῖ ἀπέ­ναν­τι ἀπὸ τὸ γή­πε­δο νὰ μᾶς βλέ­πεις, ὅταν θὰ παί­ζου­με πο­δό­σφαι­ρο. Καὶ προ­χω­ροῦ­σαν σι­γὰ-σι­γά. Θυ­μᾶ­σαι ποὺ μοῦ γαύ­γι­ζες ὅταν περ­νοῦ­σα ἀπ’ τὸ σπί­τι σου; Ξέ­ρεις πό­σο φο­βό­μουν; Δὲν ξέ­ρεις. Τώ­ρα δὲν μπο­ρεῖς νὰ κου­νή­σεις τὰ πο­δα­ρά­κια σου, καη­μέ­νε. Ἔλα κου­νή­σου.

Εἶ­χαν φτά­σει πο­λὺ κον­τὰ καὶ συ­νάν­τη­σαν κι ἄλ­λα παι­διὰ ποὺ πή­γαι­ναν γιὰ παι­χνί­δι. Ἡ θέα του Ἄβοι­βου μὲ τὸ σκύ­λο ἦταν κά­τι ἀσυ­νή­θι­στο. Στὴν ἀρ­χὴ ἄρ­χι­σαν τὰ πει­ράγ­μα­τα, ρω­τοῦ­σαν νὰ μά­θουν τὸ ὄνο­μα τοῦ σκύ­λου, με­τὰ τὸν ἔσπρω­χναν γιὰ νὰ περ­πα­τή­σει πιὸ γρή­γο­ρα, καὶ με­τὰ ὅταν ἔφτα­σαν κά­τω ἀπὸ τὴ χα­ρου­πιὰ στὸ γή­πε­δο, δὲν ἦταν ξε­κά­θα­ρο ποιόν φώ­να­ζαν Μάξ. Τὸ σκυ­λὶ ἢ τὸ παι­δί; Ἄρ­χι­σαν οἱ ἐρω­τή­σεις, τί θὰ τὸν κά­νεις, ποῦ θὰ τὸν πᾶς, καὶ τοῦ πῆ­ραν τὸ σχοι­νὶ ἀπὸ τὸ χέ­ρι.

Ὁ Ἄβοι­βος συγ­χύ­στη­κε, εἶ­χε δώ­σει τὸν λό­γο του στὸ γέ­ρο ὅτι θὰ τὸν ἄφη­νε κά­που ἐκεῖ, μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ ἐλέγ­ξει τὴν κα­τά­στα­ση. Τὰ παι­διὰ εἶ­ναι πο­λὺ σκλη­ρά. Ἄρ­χι­σαν νὰ χτυ­ποῦν τὸ σκυ­λί, νὰ τὸ τρα­βοῦν κι ὅταν προ­σπά­θη­σε νὰ τοὺς πά­ρει τὸ σχοι­νὶ τὰ πράγ­μα­τα ἔγι­ναν δύ­σκο­λα καὶ γιὰ τοὺς δυό. Ἔτσι μι­κρο­κα­μω­μέ­νος ποὺ ἦταν τὸν ἔσπρω­ξαν, τὸν ἔρι­ξαν κά­τω καὶ τὸν πά­τη­σαν. Κά­ποιος ἔξυ­πνος εἶ­χε τὴν ἰδέα νὰ πε­ρά­σει τὸ σχοι­νὶ πά­νω σ’ ἕνα κλα­δὶ τῆς χα­ρου­πιᾶς καὶ τρα­βῶν­τας το μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους, τὸ σκυ­λὶ βρέ­θη­κε κρε­μα­σμέ­νο στὸν ἀέ­ρα. Χτυ­ποῦ­σαν τὸ καη­μέ­νο τὸ σκυ­λὶ μὲ ξύ­λα καὶ μὲ πέ­τρες ἀλ­λὰ ἦταν σὰν νὰ χτυ­ποῦ­σαν τὸν Ἄβοι­βο. Κά­πο­τε ὅμως, ὁ ἀρ­χη­γὸς ἔδω­σε ἄλ­λο πρό­σταγ­μα: Στὸ γή­πε­δο τώ­ρα. Ἀφή­νον­τας τὸ σχοι­νὶ καὶ τρέ­χον­τας ἐξα­φα­νί­στη­καν πρὸς τὸ γή­πε­δό τους. Τὸ σκυ­λὶ ἔπε­σε δί­πλα του καὶ ὁ Ἄβοι­βος ἄκου­σε τὸν ρόγ­χο του. Ἀνα­κά­θη­σε δί­πλα του μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει τί­πο­τα. Ὁ Μὰξ κου­νοῦ­σε λί­γο τὸ μπρο­στι­νό του πό­δι καὶ λί­γο τὸ κε­φά­λι του πά­νω-κά­τω πε­θαί­νον­τας. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ εἰ­κό­να ποὺ ἀπο­τυ­πώ­θη­κε στὴν ἀθώα του ψυ­χή.

Δὲν πῆ­γε στὸ γή­πε­δο. Ἔτρε­ξε στὸ σπί­τι του φο­βι­σμέ­νος καὶ λυ­πη­μέ­νος. Ἡ θέα τοῦ σκυ­λιοῦ ποὺ πέ­θαι­νε ἀπο­τυ­πώ­θη­κε γιὰ πάν­τα στὴ ψυ­χή του. Ἀπὸ τό­τε τοῦ ἔμει­νε αὐ­τὸ τὸ τίκ. Ὅταν ἦταν ἀφη­ρη­μέ­νος ἔκα­νε αὐ­τὲς τὶς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὲς κι­νή­σεις καὶ ἀπὸ κεῖ­νες τὶς μέ­ρες ἀπό­κτη­σε καὶ τὸ νέο του ὄνο­μα: «Μάξ».

Ἀπορ­ρο­φη­μέ­νος ὅπως ἤμουν στὶς ἀνα­μνή­σεις μου, σχε­δὸν δὲν τὸν πρό­σε­ξα κα­θὼς πλη­σί­α­ζε. Ἄρ­γη­σα λί­γο σή­με­ρα εἶ­πε. Εἴ­χα­με πολ­λὴ δου­λειά, δὲν πᾶ­με στὸ σπί­τι μου νὰ τὰ ποῦ­με; Τε­λεί­ω­σα γιὰ σή­με­ρα. Ἐδῶ κον­τὰ μέ­νου­με, μὲ τὰ πό­δια θὰ πᾶ­με. Τη­λε­φώ­νη­σα ἤδη στὴ γυ­ναῖ­κα μου καὶ μᾶς πε­ρι­μέ­νει. Με­τὰ ἀπὸ τό­σα χρό­νια ποὺ ἔχου­με νὰ βρε­θοῦ­με, νο­μί­ζω δὲν θὰ μοῦ ἀρ­νη­θεῖς.

Δὲν ἀρ­νή­θη­κα, οὔ­τε εἶ­χα τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀρ­νη­θῶ. Προ­χω­ρή­σα­με πρὸς τὸ σπί­τι του κι ἐνῶ ἄνοι­γε τὸ κάγ­κε­λο γιὰ νὰ μποῦ­με, ἕνας κα­φε­τὴς σκύ­λος μὲ ἄσπρες βοῦ­λες πε­τά­χτη­κε ἀπὸ δί­πλα πά­νω του βά­ζον­τας τὰ μπρο­στι­νὰ πό­δια στὸ στῆ­θος του, κου­νῶν­τας τὴν οὐ­ρά του καὶ κά­νον­τας χα­ροῦ­λες. Ἀγά­πη μου, εἶ­πε καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε κι αὐ­τὸς καὶ τὸν χάϊ­δε­ψε. Ἀγά­πη μου, ξα­να­μουρ­μού­ρι­σε καὶ μὲ σύ­στη­σε στὴ γυ­ναῖ­κα του ποὺ στε­κό­ταν στὴν εἴ­σο­δο τοῦ σπι­τιοῦ ἀφή­νον­τας τὸ σκυ­λὶ κά­τω.

Θεέ μου, τί ἀγά­πη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἔχει γιὰ τὰ σκυ­λιά, εἶ­πε ἡ γυ­ναῖ­κα του καὶ χα­μο­γέ­λα­σε λέ­γον­τάς μας «κο­πιά­στε».

Ἀλή­θεια, δὲ σὲ ρώ­τη­σα εἶ­πε ὁ Ἄβοι­βος μπαί­νον­τας στὸ σπί­τι, πῶς μὲ ἀνε­γνώ­ρι­σες με­τὰ ἀπὸ σα­ράν­τα χρό­νια;

Σα­ραν­τα­δύο γιὰ τὴν ἀκρί­βεια πρό­σθε­σα, ρί­χνον­τας μιὰ λο­ξὴ μα­τιὰ στὸ σκυ­λί, ποὺ εἶ­χε ξα­πλώ­σει στὴ βε­ράν­τα ἔχον­τας τεν­τώ­σει τὰ μπρο­στι­νά του πό­δια, κου­νοῦ­σε τὴν οὐ­ρά του καὶ μᾶς κοί­τα­ζε μὲ ἀπέ­ραν­τη ἀγά­πη μι­σο­κλεί­νον­τας τὰ μά­τια.


----------------------------------
*Το περιοδικό "Πλανόδιον" δεν εκδίδεται πια. Έχει παραχωρήσει τη θέση του στο "Νέο Πλανόδιον", σε χέρια άξιων συνεχιστών του έργου του Γιάννη Πατίλη.







18 Ιαν 2026

Το μυθιστόρημα "ΟΤΑΝ ΣΩΠάΣΑΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ στον "ΟΡΙΖΟΝΤΑ" της "ΧΑΡΑΥΓΗΣ"


ΟΤΑΝ ΣΩΠάΣΑΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ: 
ο διχασμός μόνο δεινά αφήνει στον τόπο

[Κυριακάτικη Χαραυγή, Διάλογος, Χάρτης νέων ταξιδιών, 18 Ιανουαρίου, σελ. 21]

η παρουσίαση στον "ΔΙΑΛΟΓΟ"


Πώς θα περιγράφατε το βιβλίο σας σε κάποιον που το ακούει για πρώτη φορά;

Το μυθιστόρημα «Όταν σωπάσαν τα πουλιά» μάς γνωρίζει τον δυναμικό και ασυγκράτητο χαρακτήρα ενός ιερέα, σ’ ένα μικρό χωριό, ο οποίος μετά από ένα φοβερό χτύπημα της μοίρας, που τον βύθισε σε απύθμενο άλγος και σε απόλυτη δυστυχία, προσπαθεί να δώσει νόημα στη ζωή του, ερχόμενος όμως σε σύγκρουση με συγγενείς και φίλους, ακόμα και με την κεφαλή της Εκκλησίας την οποία υπηρετούσε. Η σύγκρουση οφειλόταν και στην ερωτική του ζωή, πράγμα που δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό. Η ιστορία του εκτυλίσσεται κατά τα πρώτα χρόνια της αγγλοκρατίας, από το 1879 μέχρι τον Ιανουάριο του 1922 και είναι εμπλουτισμένη με την προφορική παράδοση της οικογένειάς μου. Τα γεγονότα όμως, στα οποία είχε πρωταγωνιστήσει είχαν συνταράξει όχι μόνο το μικρό χωριό του αλλά και ολόκληρη την Κύπρο. Ήταν η εποχή της δημιουργίας των πρώτων κομμάτων όπου η έντονη και σκληρή αντιπαράθεσή τους δημιουργούσε διχασμό σε ολόκληρο το φάσμα της κυπριακής κοινωνίας.

Ποια ήταν η αφορμή / η έμπνευση που σας οδήγησε στη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;

Δεκάχρονο, ακόμα, παιδί άκουγα τις γιαγιάδες, τους παππούδες και άλλους αλλά και την ίδια την κόρη του ιερέα –την προγιαγιά μου– να μιλάνε για τον σπουδαίο πρόγονο. Ποτέ δεν άκουσα ολοκληρωμένη την ιστορία. Άκουγα μερικές σκόρπιες φράσεις π.χ. «τον αποκάλεσαν Ιούδα Ισκαριώτη, προδότη της πατρίδας και έγινε μια δίκη» ή «ο παπάς ήξερε γιατρικές» ή «ο παπάς έσωζε άνθρωπο από την κρεμάλα». Όταν όμως ο αείμνηστος φίλος μου Φοίβος Σταυρίδης με ενημέρωσε δίνοντάς μου φωτοτυπημένα αντίγραφα μιας έκδοσης της αγγλόφωνης εφημερίδας The Owl –ανταπόκριση από μια δίκη, στην οποία «αναφέρεται ένας ιερέας από το χωριό σου» όπως μου είχε πει– τότε άνοιξε ο δρόμος προς την έρευνα. Και ευτυχώς, κατόρθωσα να δώσω αυτό το βιβλίο, το οποίο θεωρώ πως είναι ό,τι καλύτερο μπόρεσα να δώσω στην ελληνική λογοτεχνία που γράφεται στην Κύπρο.

Τι σημαίνει για εσάς ο τίτλος και πώς συνομιλεί με το περιεχόμενο του βιβλίου;

Κάποτε, ο πατέρας μου αφηγούμενος τη ζωή του, ως εγκλωβισμένος στο χωριό, περιέγραψε μια συνταρακτική σκηνή: «ακούστηκαν από μακριά οι σειρήνες των τανκς, που όσο πλησίαζαν δυνάμωναν όλο και πιο πολύ. Και ήταν τόσο ανατριχιαστικό αυτό το σφύριγμά τους που παρέλυε τις αισθήσεις μας. Όταν, επιτέλους, πέρασαν όλα και συνήλθα, άνοιξα την πόρτα και βγήκα στην αυλή. Δεν ακουγόταν ο παραμικρός θόρυβος. Τα ζώα που είχαμε στο σπίτι είχαν μουγγαθεί. Οι γάτοι και οι σκύλοι είχαν εξαφανιστεί. Δεν πετούσε ούτε μύγα. Η ζωή είχε σταματήσει. Τα πουλιά είχαν σωπάσει». Αυτή τη φράση θυμήθηκα όταν αργότερα έγραφα το βιβλίο μου, γιατί ερευνώντας παράλληλα στον τύπο της εποχής, ανακάλυπτα παρόμοιες καταστάσεις. Οικογενειακές τραγωδίες, που δημιουργούσαν τα ίδια συναισθήματα και με συγκλόνιζαν. Έτσι αποφάσισα να δώσω αυτό τον τίτλο με τον οποίο κυκλοφόρησε και που ταιριάζει απόλυτα με το περιεχόμενο του βιβλίου.

Υπάρχουν συγκεκριμένες επιρροές ή αναφορές – λογοτεχνικές, καλλιτεχνικές, προσωπικές – που διαμόρφωσαν το ύφος και το περιεχόμενο του βιβλίου;

Το βιβλίο, είναι η ιστορία πραγματικών προσώπων της οικογένειάς μου, που είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο σε ιστορικά γεγονότα, πριν από ενάμιση περίπου αιώνα. Τα γεγονότα αυτά εμπλουτίστηκαν με την προφορική οικογενειακή παράδοση. Το ύφος του βιβλίου διατηρεί το ύφος των διηγημάτων μου. Δεν μπορώ να δω συγκεκριμένες επιρροές που το διαμόρφωσαν αλλά σίγουρα κάτι θα υπάρχει από τα διαβάσματά μου: Βενέζης, Μυριβήλης, Καζαντζάκης, Σαμαράκης είναι οι αγαπημένοι μου συγγραφείς.

Πώς βλέπετε το βιβλίο σας να εντάσσεται ή να συνομιλεί με την κυπριακή λογοτεχνία;

Από τις πληροφορίες που έχω, φαίνεται πως την περίοδο κατά την οποία εκτυλίσσεται η ιστορία του βιβλίου, δεν την έχει επισκεφτεί κανένας λογοτέχνης μέχρι σήμερα, ίσως γιατί τα γεγονότα που ακολούθησαν –οκτωβριανά, απελευθερωτικός αγώνας, τουρκοκυπριακή ανταρσία και τουρκική εισβολή– τράβηξαν οριστικά το ενδιαφέρον τους μακριά από αυτήν. Πιστεύω όμως, πως η εποχή εκείνη, δηλαδή η μετάβαση από την τουρκοκρατία στην αγγλοκρατία δόθηκε πολύ πειστικά. Δεν γνωρίζω για την ένταξη του βιβλίου στην κυπριακή λογοτεχνία. Αυτό είναι θέμα των κριτικών και των φιλολόγων. Αν κρίνω όμως, από τα κείμενα που έχουν γραφεί έως τώρα, όλοι, σχεδόν, έχουν επαινέσει τις λογοτεχνικές του αρετές. Ένας δε έγκριτος κριτικός έγραψε πως «αυτό το μυθιστόρημα έχει κερδίσει το στοίχημα τόσο από πλευράς νοηματικού φόρτου όσο και από πλευράς αισθητικού κάλλους, και ως εκ τούτου καταλαμβάνει αξιοσημείωτη θέση στη σύγχρονη κυπριακή λογοτεχνία». Μακάρι να είναι έτσι.

Τι σας ξάφνιασε ή τι μάθατε στην πορεία από την αρχική ιδέα ως το τελικό κείμενο; Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης από το βιβλίο σας, τι κρατάτε εσείς από αυτό;

Όταν ένας συγγραφέας ξεκινά μια ιστορία, τις περισσότερες φορές δεν γνωρίζει πού θα οδηγηθεί στο τέλος. Στο ιστορικό μυθιστόρημα όμως, η μυθοπλασία είναι κάπως περιορισμένη. Δίδεται μεγαλύτερη σημασία στα ιστορικά γεγονότα. Το βιβλίο στηρίχτηκε σε ένα αρχικό πλαίσιο το οποίο συμπληρωνόταν με την πρόοδο της έρευνάς μου. Αυτό που όχι μόνο με ξάφνιαζε αλλά με συντάραζε, ήταν οι διπλές και τριπλές τραγωδίες που έχουν συμβεί στην οικογένεια και δεν τις γνώριζα. Όταν τυπώθηκε το βιβλίο μου, το διάβασα πολλές φορές, ως να το είχε γράψει κάποιος άλλος. Και κάθε φορά είχα την εντύπωση πως σήμερα ξαναζούμε την ίδια εκείνη μακρινή εποχή, των διαλλακτικών και των αδιάλλακτων, των ενωτικών και των μη ενωτικών: ο διχασμός μόνο δεινά αφήνει στο τόπο. Αυτό θα ήθελα να κρατήσει και ο αναγνώστης του βιβλίου μου. Να το εμπεδώσει.