9 Φεβ 2026
4 Φεβ 2026
ΟΤΑΝ ΣΩΠάΣΑΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
του Λάζαρου Λαζάρου
ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ:
«Όταν σωπάσαν τα πουλιά»
[Αλήθεια, πολιτισμός, επιφυλλίδες, 3 Φεβρουαρίου 2026, σελ. 15]
Ο Στρίντμπεργκ λέει πως «στη σιωπή δεν μπορείς να κρύψεις τίποτα… όπως μπορείς στα λόγια» κι ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ (Ν.Ν.Χ.) με το βιβλίο του «Όταν σωπάσαν τα πουλιά» (Κάρβας, 2024) αποδεικνύει πως το γνωρίζει καλά, κάνοντας στροφή, από την σπουδαία ποίηση και τα άρτια διηγήματά του, που μας έχει χαρίσει το παρελθόν, στην πιο εκτενή φόρμα του μυθιστορήματος, και μάλιστα στην πιο δύσκολη μορφή του, αυτή του ιστορικού μυθιστορήματος. Το αποτέλεσμα τον δικαιώνει, τόσο εκδοτικά, άλλωστε οι εκδόσεις των βιβλίων του πάντα ξεχωρίζουν για την καλαισθησία τους, αλλά και ως προς το περιεχόμενό του, καθώς δεν είναι υπερβολή να πούμε πως, το ανά χείρας βιβλίο, συγκαταλέγεται στα πιο καλογραμμένα μυθιστορήματα των τελευταίων δεκαετιών.
Κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, το οποίο χωρίζεται σε 5 μέρη, είναι ο μακρινός προπαππούς του συγγραφέα, ο φλογερός ιερέας Παπαγιάννης Παπαθεοδούλου. Πρόκειται για άνθρωπο δραστήριο, ευθύ και τολμηρό, που δεν διστάζει να τα βάλει με την Εκκλησία ή με ισχυρά πρόσωπα της εποχής, προκειμένου να υπερασπιστεί την ελεύθερη γνώμη του. Ο Ν.Ν.Χ., όμως, δεν είχε πρόθεση να γράψει μια ηθογραφία, γι’ αυτό και γύρω από τον Παπαγιάννη αποτυπώνονται, με τρόπο λογοτεχνικό, πέραν από τα προσωπικά πάθη, το κλίμα της εποχής, οι συγκρούσεις, οι μεγάλες χαρές, οι ανυπέρβλητες τραγωδίες, αλλά και οι αναγκαίες συσχετίσεις με τη σύγχρονη εποχή, ώστε να προβληματιστεί βαθιά ο προσεκτικός αναγνώστης.
Γνωρίζουμε καλά πως όσο το συλλογικό παρελθόν ξεμακραίνει από το παρόν, τόσο ξεθωριάζει και παραμονεύει ο κίνδυνος ένα ιστορικό μυθιστόρημα να περιοριστεί σε απλά ονόματα, τοποθεσίες και στεγνά γεγονότα. Ο Ν.Ν.Χ όμως εργάστηκε σκληρά, πραγματοποιώντας εκτενή έρευνα για την εποχή που πραγματεύεται το βιβλίο του: από την έναρξη της αγγλοκρατίας το 1878 («Τώρα που ήρταν οι Εγγλέζοι, θ’ αλλάξουν τα πράγματα») μέχρι το πρώτο ενωτικό δημοψήφισμα του 1921. Δεν είναι λίγες οι αναφορές σε εφημερίδες της εποχής όπως την «Εφημερίδα της Σκάλας», «Σάλπιγγα της Λεμεσού», «Αλήθεια», Φωνή της Κύπρου». Βέβαια, μόνο η ύπαρξη ιστορικών προσωπικοτήτων και το ορθό χωροχρονικό πλαίσιο δεν επαρκούν για να κάνουμε λόγο για λογοτεχνικό έργο. Κι αυτό το γνωρίζει ο Ν.Ν.Χ., γι’ αυτό και φρόντισε να προσθέσει την απαραίτητη μυθοπλασία, που σύμφωνα με τον ίδιο, υπερκαλύπτεται από την προφορική παράδοση της οικογένειάς του.
Ο Ν.Ν.Χ., με το παρόν βιβλίο του, φτάνει σε ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό αποτέλεσμα, γιατί καταφέρνει να αναβιώσει το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, με υποδειγματική παραστατικότητα (Αγγλοκρατία, Νομοθετικό Συμβούλιο, Δίκη Γιαγκ, Αρχιεπισκοπικό ζήτημα), αλλά και το γεωγραφικό περιβάλλον της Καρπασίας, με επίκεντρο το χωριό Βασιλικά, το γειτονικό Λεονάρισσο με τον αστυνομικό σταθμό, το Τρίκωμο με τον Δραγομάνο και μακρύτερα την Αγία Ζώνη και το Βαρώσι. Ταυτόχρονα, όμως, ζωντανεύει, λογοτεχνικά, και με τρόπο αβίαστο, τη ζωή των κατοίκων, με τον ιδιαίτερο τοπικό λαογραφικό τους χαρακτήρα, την αγροτική ζωή με τις επίμοχθες εργασίες όπως το μάζεμα των χαρουπιών, της ελιάς, της σταφίδας, τα ζίβανα και τη ρατζή, αλλά και την κυπριακή ύπαιθρο. Επίσης, σκιαγραφεί την ανελέητη μάχη για εξουσία, τις οικονομικές ζυμώσεις (ίδρυση μετοχικής Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας) και τις κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης. Μέσα από τη γραφίδα του, ο Ν.Ν.Χ. δίνει ξανά πνοή στις «φραγκολίνες», τις «πετρόβουρνες», τους «νερόλακκους», τους «ηλιακούς», τη «λινάτσα», τις «τόνενες καρέκλες», την «πουργουρόσουπα», το «στερκό κρασί», την «κολόκα», τους «μισταρκούς», τις «κανναβίτσες», τη «μαμμή» και το «αλακάτι».
Αν και ο χρόνος στο μυθιστόρημα είναι γραμμικός, εντούτοις ο Ν.Ν.Χ. επιστρατεύει την τεχνική του εγκυβωτισμού, ώστε να φωτίσει καλύτερα κάποια σημαντικά γεγονότα, και τους γρήγορους διαλόγους, για να προστατεύσει την αφήγησή του και να μην κουράσει. Ακόμα και στην παρουσίαση της δίκης του Γιαγκ, με τους πολλούς μάρτυρες και τα επαναλαμβανόμενα επιχειρήματα, ο συγγραφέας αρκείται στα εντελώς απαραίτητα γεγονότα και δεν ξεχνά να κρατά αμείωτο το λογοτεχνικό ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Αυτό που εντυπωσιάζει μεμιάς στο έργο είναι η δεινότητα του Ν.Ν.Χ. να στήσει, ως σκηνογράφος, (άλλωστε είναι εξαιρετικός ζωγράφος) το εντυπωσιακό σκηνικό του. Έχοντας στο φόντο του καμβά την πανέμορφη Κύπρο του 19ου αιώνα, ο συγγραφέας αποτυπώνει την καθημερινότητα των Καρπασιτών, των Αμμοχωστιανών, αλλά και όλων των Κυπρίων, με τις σκληρές μέρες της βιοπάλης, της φτώχειας, των αδικιών, των προσωπικών παθών, των σκληρών δοκιμασιών της μοίρας, των ασθενειών (ευλογιά, φυματίωση, τυφοειδής πυρετός), των φυσικών καταστροφών και των εθνικών πόθων. Μα δεν εξαντλείται στην απλή αναπαραγωγή του παρελθόντος.
Στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τον νοτιοαφρικανό συγγραφέα Zakes Mda, ο οποίος λέει πως «γράφει ιστορική μυθιστοριογραφία για να αντιμετωπίσει το παρόν» κι ότι «τα ιστορικά μυθιστορήματα ίσως βοηθάνε και εμάς του ίδιους να κατανοήσουμε καλύτερα την ίδια την ιστορία μας». Αυτό ακριβώς κάνει και ο Ν.Ν.Χ., ο οποίος μέσα από τη στηλίτευση των κομμάτων που πρωτοεμφανίστηκαν εκείνη την εποχή, μέσα από την επικράτηση των προσωπικών φιλοδοξιών και των αυθαιρεσιών της εξουσίας, παρέχει στον αναγνώστη του την ευκαιρία να κάνει τους ανάλογους συσχετισμούς με το σύγχρονο συγκείμενο. Με αυτό το σκεπτικό έχω την εντύπωση πως το παρόν μυθιστόρημα ξεπερνά την ιστορία και γίνεται μεθιστορικό.
Άξια λόγου είναι και η ευαισθησία που επιδεικνύει ο συγγραφέας ως προς το λεξιλόγιό του. Σταχυολόγησα μερικές μόνο λέξεις όπως «αντερί», «σερπετό», «καματερό», «συνείσακτη», «λουκάντα», αλλά και τη διάνθιση του κειμένου με λέξεις της διαλέκτου που ξυπνούν άλλες εποχές όπως «κουκκουμάρα», «μουγκάνισε», «νεκαλητό», «ταπατζιά», «λάλαρο», «ζάφτι», «ζαφτιές», «λαδαρκό».
Μπορεί τα πουλιά να σωπαίνουν 3 φορές στο μυθιστόρημα (θάνατος Ρουμπίνης, Μαργαρίτας και Παπαγιάννη-Νικόλα), μπορεί κατά τον Ρίτσο «εδώ σωπαίνουν τα πουλιά,/σωπαίνουν κι οι καμπάνες,/σωπαίνει κι ο πικρός Ρωμιός/μαζί με τους νεκρούς του» («Ο ταμένος»), όμως αυτά τα πουλιά νιώθω πως είναι η συλλογική μας μνήμη, είναι οι θύμησες που κάποτε σωπάνε μπροστά στα ανείπωτα κακά της μοίρας μας, μα αλίμονο αν χάσουμε τα πουλιά, αλίμονο, για να θυμηθώ ένα ανατριχιαστικό διήγημα του Ν.Ν.Χ., εάν ο παπαγάλος Κόκο πάψει να φωνάζει πως «Την πόλη έκτισε ο Τεύκρος, ο γιος του Τελαμώνα, ο Τεύκροοοοος…».
3 Φεβ 2026
ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΚΛΑΙΝΕ
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΪ
Για πολλοστή φορά, το εξαιρετικό ιστολόγιο "Ιστορίες Μπονζάι", η αισθητική του μικρού, του ποιητή Γιάννη Πατίλη [Γιάννης Πατίλης] και της λογοτέχνιδας εικαστικού Ηρούς Νικοπούλου [Ηρώ Νικοπούλου] φιλοξενεί ένα διήγημά μου από τα παλιά. Οφείλω άπειρες ευχαριστίες για την τιμή. Ο πιο κάτω σύνδεσμος οδηγεί σε όλα τα δημοσιευμένα μέχρι σήμερα διηγήματα.:
Τὰ πουλιὰ κλαῖνε
BΡΙΣΚΟΜΟΥΝ σὲ ἀπόγνωση, γιατὶ παρὰ τὶς προσπάθειές μου δὲν κατάφερνα νὰ βρῶ δουλειά. Κόντευε ἕνας ὁλόκληρος χρόνος ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἶχα γυρίσει ἀπὸ τὶς σπουδές μου καὶ βρισκόμουν σὲ μαύρη ἀπελπισία. Ὅπου καὶ νὰ πήγαινα, μὲ ἔβρισκαν εἴτε ἀκατάλληλο εἴτε ἀνειδίκευτο. Τὸ ὄνομά μου, βέβαια, συμπεριλαμβανόταν στὶς λίστες γιὰ διορισμὸ στὸ δημόσιο ἀλλά, σύμφωνα μὲ τοὺς ὑπολογισμούς μου, μέχρι νὰ διοριστῶ θὰ περνοῦσαν σαράντα δύο χρόνια. Ζῆσε Μάη μου νὰ φᾶς τριφύλλι, δηλαδή. Τὴν ἔβγαζα στὸ κατάστημα ἑνὸς ξαδέλφου μου βοηθῶντας τὸν λίγο καὶ παρατηρῶντας τὴν κίνηση στὴ λεωφόρο. Ἔτσι περνοῦσαν οἱ μέρες μου.
Μίαν ὡραίαν πρωΐαν, καθὼς ἤμουνα στὴν εἴσοδο τοῦ καταστήματος, σταμάτησε μπροστά μου, στὸ φαρδὺ πεζοδρόμιο, ἕνα ἐμπορικὸ βὰν ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατέβηκε κάποιος καὶ μπῆκε μέσα στὸ κατάστημα. Παρατηροῦσα τὸ παράξενο σῆμα ποὺ ἦταν στὸ πλάϊ καὶ προσπαθοῦσα νὰ κατανοήσω τί εἴδους ἐπιχείρηση ἦταν τὸ «Πρότυπον Πτηνοσφαγεῖον». Ἐνῶ ἔκανα διάφορες ὑποθέσεις, ὁ ὁδηγὸς εἶχε γυρίσει καὶ ἄκουσα τὸν ἐξάδελφό μου νὰ στέλνει χαιρετισμοὺς στὸν κύριο Φώτη. Ὑπολόγισα ὅτι ὁ κύριος Φώτης ἦταν ὁ κύριος «Φ», τῆς ἑταιρείας «Φ. Δ. Φωτίου καὶ Υἱός», ποὺ ἔβλεπα στὸ αὐτοκίνητο. Τὸν ρώτησα γιὰ ἐπιβεβαίωση καὶ ἡ ἀπάντηση ἦρθε καταπέλτης: «ξάδελφε, ἔχασες τὴ μνήμη σου; Δὲν θυμᾶσαι τον Φώταρο; Τώρα εἶναι μεγάλος καὶ τρανός. Νὰ στὸ ξαναπῶ; Μεγάλος καὶ τρανός» καὶ τόνισε μιὰ-μιὰ τὶς λέξεις. Φυσικὰ δὲν χρειάστηκε ἄλλη ἐπεξήγηση. Ἕνας Φώταρος ὑπῆρχε στὸν κόσμο.
Εἶχα ἤδη ἐπιστρέψει πολλὰ χρόνια πίσω στὸ παρελθόν. Ὁ Φώταρος ἦταν τέσσερα μὲ πέντε χρόνια μεγαλύτερός μας. Δύο χρόνια σὲ κάθε τάξη. Στὸ σχολεῖο ἐρχόταν γιὰ νὰ γλιτώνει ἀπὸ τὶς σκληρὲς ἀγροτικὲς δουλειές, μὲ τὶς ὁποῖες καταγινόταν ἡ οἰκογένειά του. Ἦταν ἥσυχος χωρὶς κανένα ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ μαθήματα, κάποτε ἐξαφανιζόταν γιὰ καμιὰ ἑβδομάδα καὶ τὸ μόνο ποὺ ἔμαθε ἦταν νὰ γράφει τὸ ὄνομά του κι αὐτὸ ἀνορθόγραφα. Οἱ δάσκαλοι δὲν τοῦ θύμωναν καὶ τὸν ἄφηναν νὰ περνᾶ τὸν καιρό του εὐχάριστα στὸ σχολεῖο. Ἡ παραφθορὰ στὸ ὄνομά του ὀφειλόταν, ἀσφαλῶς, στὸν ὄγκο του. Ἦταν τεράστιος, ἀλλὰ κανένας δὲν κινδύνευε ἀπὸ αὐτόν. Ἦταν ἄκακος.
Κάποτε μᾶς εἶχε ἀνάγκη. Ὅταν ἑτοίμαζε τὰ ξόβεργά του, μᾶς φώναζε γιὰ βοήθεια. Καὶ ἦταν μιὰ ἱεροτελεστία ποὺ ἐνδιέφερε καὶ μᾶς. Ὁ Φώταρος γύριζε στὸ χωριό, στὰ μέρη ὅπου ὑπῆρχαν ἰξιές, μάζευε τοὺς καρπούς, κάτι κίτρινες μπίλιες, τὶς ἔπλενε καὶ τὶς ξανάπλενε καὶ τὶς ἄφηνε νὰ στεγνώσουν. Στὴ συνέχεια ἔβγαζε τὰ σέπαλα μὲ ἐπιδέξιες κινήσεις τῶν χεριῶν, τὶς ἔβαζε μιὰ μιὰ στὸ στόμα του καί, ἀφοῦ ἔσπαγε μὲ τὰ δόντια τὸ μαλακό τους περίβλημα, τὶς ἔφτυνε σὲ μιὰ σκάφη, κουνῶντας μὲ ρυθμὸ δεξὰ-ζερβὰ τὸ κεφάλι ἀγκομαχῶντας, μέχρι ποὺ ἔσπαγε καὶ τὴν τελευταία μπίλια.
Ἄρχιζε τότε τὸ ζύμωμα. Ἔβαζε νερὸ στὴ σκάφη καὶ χρησιμοποιοῦσε τὰ χέρια του σὰν μεγάλες κουτάλες καὶ χτυποῦσε τοὺς σπασμένους καρπούς, ὅπως χτυποῦν τὰ αὐγὰ γιὰ τὴν αὐγολέμονη σοῦπα. Ἦταν τὸ πιὸ δύσκολο σημεῖο ποὺ ἤθελε ὑπομονή. Ἀνακάτευε ὥρα πολλή, μέχρι νὰ βγεῖ ὅλη ἡ κολλώδης οὐσία καὶ νὰ μείνουν τὰ κουκούτσια καὶ οἱ φλοῦδες ποὺ τὶς πέταγε προσεχτικὰ ἔξω ἀπὸ τὴ σκάφη. Ἦταν μεγάλος τεχνίτης. Γνώριζε τὶς σωστὲς ἀναλογίες τῶν ὑλικῶν, ποὺ ἔδιναν τὸ καλύτερο ἀποτέλεσμα. Ὁ Φώταρος ἦταν ἄσσος σ’ αὐτό. Μετὰ μᾶς ζητοῦσε τὸ μέλι. Ἄνοιγε τὴ χούφτα καὶ τοῦ ρίχναμε ἀκριβῶς τὴν ποσότητα ποὺ ζητοῦσε καὶ ἀνακάτευε γρήγορα τὸ ὑλικό του, ποὺ εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ ἀφρίζει. Κάθε τόσο ἔπαιρνε μιὰ χουφτιὰ ἀπὸ τὸ ὑλικὸ καὶ τὸ ἄφηνε νὰ γλιστρᾶ ἀπὸ ψηλὰ γιὰ νὰ καταλάβει ἂν εἶχε δέσει. Ἔδειχνε τὴν ἱκανοποίησή του ἀπὸ τὴν ἐργασία καὶ συνέχιζε χωρὶς σταμάτημα τὸ ζύμωμα. Ὅταν διαπίστωνε ὅτι τὸ μῖγμα ἦταν ἕτοιμο, ζητοῦσε τὰ ξυλίκια· ξυλίκια εὐλύγιστα καὶ μεγάλα ὅσο τὸ χέρι του, διαλεγμένα μὲ ὑπομονὴ ἀπὸ ἀγριελιὲς καὶ ἀγριόθαμνους, γιὰ νὰ ἔχουν πολλὰ ζαρώματα κι ἔτσι νὰ συγκρατεῖται ἡ ὑγρὴ κόλλα.
Ἦταν ἡ κυριότερη βοήθεια ποὺ ἤθελε ἀπὸ μᾶς καὶ μᾶς ἔδειχνε πρῶτα πῶς νὰ χειριζόμαστε τὰ ξυλίκια. Παίρναμε τὴ μιά τους ἄκρη καὶ χρησιμοποιῶντας καὶ τὶς δύο μας παλάμες τὰ στριφογυρνούσαμε τραβῶντας τα ταυτόχρονα πρὸς τὰ πάνω, ἐνῶ αὐτὸς στὶς τεράστιες χοῦφτες του εἶχε τὸ κολλῶδες ὑλικό. Κάθε ἕνα ποὺ τελείωνε τὸ τοποθετούσαμε σὲ εἰδικὲς θῆκες ἀπὸ καλάμι ποὺ ἦταν στὴ σειρά. Ἀκολουθοῦσαν πολλὰ χέρια τὶς ἑπόμενες μέρες, μέχρι ἡ κόλλα νὰ ἀποκτήσει ἱκανοποιητικὸ πάχος καὶ νὰ πάρουν ἕνα σκοῦρο καφὲ χρῶμα. Ὅταν στέγνωναν, μαζεύονταν ὅλα σ’ ἕνα μάτσο κι ἦταν ἕτοιμα γιὰ χρήση.
Ὁ Παντελῆς, ἕνας συμμαθητής μου, ποὺ βρισκόμαστε κάθε μέρα στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησίας γιὰ παιχνίδι, εἶπε ὅτι ὁ Φώταρος δέχτηκε νὰ μᾶς πάει μαζί του στὸ στήσιμο. Τὴν Κυριακὴ πρωῒ-πρωῒ πήγαμε στὸ συγκεκριμένο τόπο ποὺ μᾶς ὑπέδειξε. Αὐτὸς ἦταν ἤδη ἐκεῖ καὶ μᾶς περίμενε. Χωρὶς χρονοτριβή, μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς εἰδικοῦ ἐργαλείου ποὺ ἦταν στερεωμένο σὲ ἕνα μακρὺ καλάμι, κατέβαζε ἐπιλεγμένα κλαδιὰ ἀπὸ τὶς χαρουπιὲς καὶ στὴν ἄκρη τους στερέωνε ἕνα καλάμι δεκαπέντε-εἴκοσι πόντων μέσα στὸ ὁποῖο ἔβαζε ἕνα ξόβεργο. Ἀφοῦ τὰ τοποθέτησε ὅλα, ἀποσυρθήκαμε πίσω ἀπὸ τοὺς θάμνους.
Ἄρχισε μετὰ ἡ ἀγωνία. Θὰ ἔρθουν; Δὲν θὰ ἔρθουν; Κάθε τόσο κοίταζε ἀνυπόμονα τὸν οὐρανὸ κι ἔστηνε αὐτὶ γιὰ νὰ τοὺς ἀκούσει. Κοίταζε τὴν ἀποξηραμένη σβουνιά, ποὺ εἶχε ἀνάψει καὶ πετάξει πρὸς τὸ μέρος τῶν δέντρων καὶ μὲ σμιχτὰ φρύδια τὸ διερευνητικό του βλέμμα ἀκολουθοῦσε τὴν ἄσπρη γραμμὴ ποὺ δημιουργοῦσε ὁ καπνὸς ἀνεβαίνοντας ψηλά, προσπαθῶντας νὰ διακρίνει τὰ γαλάζια σημαδάκια. Αὐτὸ ἦταν ἕνα ἄλλο μυστικὸ ποὺ ἤξεραν μόνο οἱ εἰδικοί. Αὐτὴ ἡ μυρωδιὰ τοῦ καπνοῦ τραβοῦσε τοὺς μελισσοφάγους. Ὅλα ἦταν ἥσυχα, ὅπως αὐτὴ ἡ παράξενη ἄπνοια ποὺ παρατηρεῖται πρὶν τὴν καταιγίδα. Κάποτε τὸ πρόσωπό του ἔλαμψε κι ἕνα πλατὺ χαμόγελο χαράχτηκε στὰ χείλη του. Ἀκοῦστε! Ἀκοῦστε! Ἦρθαν. Ἐπί τέλους ἦρθαν, εἶπε, κι ἀνάβοντας ἕνα τσιγάρο τράβηξε μιὰ γερὴ ρουφηξιά. Τέντωσε τὸν λαιμό του καὶ φύσηξε τὸν καπνὸ ψηλὰ βήχοντας καὶ μουρμουρίζοντας δυσνόητες λέξεις ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὸ στόμα του τυλιγμένες μέσα στὸν καπνό.
Τὰ πουλιὰ ἀκούγονταν καθαρὰ καὶ ὅσο πλησίαζαν στὴν περιοχή, ἀκούγονταν ὅλο καὶ πιὸ δυνατά. Ἔδιναν μεγάλους κύκλους πάνω ἀπὸ τὸν χαρουπιώνα μας καὶ ξαφνικά, μόλις ὁ ἀρχηγός τους ἔδωσε τὸ παράδειγμα, ἔσκισαν σὰν καταδιωχτικὰ πάνω στὶς χαρουπιές, μὲ τὸ χαρακτηριστικό τους κρώξιμο νὰ μᾶς ξεκουφαίνει, σὰν ξέσπασμα ξαφνικῆς καταιγίδας· ἑκατοντάδες μελισσοφάγοι, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους κάθονταν στὰ ξόβεργα τοῦ Φώταρου καὶ τὸ κρώξιμό τους τότε γινόταν σπαρακτικό, καθὼς ἀντιλαμβάνονταν ὅτι εἶχαν παγιδευτεῖ. Αὐτὸ ἦταν. Σὰν ἀστραπὴ ξεχύθηκε τότε ὁ Φώταρος πρὸς τὶς χαρουπιὲς καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἄγκιστρου κατέβαζε γρήγορα τὰ κλαδιά, ξεκολλοῦσε τους μελισσοφάγους καὶ μὲ μιὰ ἐπιδέξια κίνηση τοῦ ἀντίχειρα ξεχώριζε τὸ κεφάλι ἀπὸ τὸ σῶμα τους καὶ τοὺς πετοῦσε στὸ χῶμα. Σὰν τρελὸς ἔκανε. Ἡ γρήγορη κίνηση ἐξυπηρετοῦσε πολλοὺς σκοπούς: τὰ ξόβεργα δὲν θὰ καταστρέφονταν πέφτοντας στὸ χῶμα, ἀπὸ τὴν προσπάθεια ποὺ ἔκαναν οἱ μελισσοφάγοι νὰ ἀπελευθερωθοῦν, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη θὰ ἦταν ἕτοιμα νὰ δεχτοῦν τὰ ἑπόμενα θύματα. Κάποτε κουραζόταν ὁ ἀντίχειρας καὶ ἄλλαζε μέθοδο. Ἔφερνε τὸ πουλὶ στὸ στόμα καὶ ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ ἀποχώριζε τὸ κεφάλι ἀπὸ τὸ σῶμα του πετῶντας τὸ πρὸς τὰ πίσω πάνω ἀπὸ τὸν ὦμο του. Οἱ μελισσοφάγοι ἀπομακρύνονταν, ὅσο ποὺ ἀκούγονταν πιά, τὸ μακελειὸ τελείωσε καὶ ἀκολούθησε τὸ μάζεμα τῶν πουλιῶν σὲ μιὰ μεγάλη τσάντα. Ἡ ἐπιχείρηση εἶχε στεφθεῖ μὲ ἐπιτυχία κι ἐμεῖς ποὺ πρώτη φορὰ λαμβάναμε μέρος σὲ στήσιμο ξόβεργων, μείναμε μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα πραγματικά. Ἀργότερα, μάθαμε, ἔγινε ἀκόμα πιὸ εἰδικός: εἶχε προμηθευτεῖ εἰδικὰ δίκτυα γιὰ ἀμπελοπούλια. Ἐκεῖ ἦταν ἡ μεγάλη σφαγή!
Ὁ Φώταρος, ὁ τέλειος πτηνοσφάκτης, ἦρθε σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο μὲ ἕναν καὶ μόνο προορισμό: νὰ σκοτώνει πουλιά. Δὲν ἦταν τυχαῖο, λοιπόν, ποὺ εἶχε τὸ μεγαλύτερο πτηνοσφαγεῖο τῆς πόλης.
Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἴχαμε πάει μαζί του στὸ στήσιμο τῶν ξόβεργων, εἴχαμε μάθει καὶ κάτι ἄλλο. Κάτι ποὺ γνωρίζουν μόνο ὅσοι ζοῦν στὶς ἀγροτικὲς περιοχές: τὰ πουλιὰ δὲν κελαηδοῦν. Κλαῖνε.
30 Ιαν 2026
25 Ιαν 2026
ΚΙ ΑΝ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΛΑΣΗ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΖΩΗΣ;
Ένας από τους ανθρώπους που θαύμαζα και εξακολουθώ να θαυμάζω είναι ο Ανδρέας Χριστοφίδης. Ο λόγος του -ιδιωτικός και δημόσιος- πάντοτε ουσιαστικός και μετρημένος. Εκεί όπου έχει υπηρετήσει άφησε μόνο θετικό αποτύπωμα. Άξιος αυτής της πατρίδας. Έτυχε να τον γνωρίσω από κοντά, μέσω των φίλων μου Φοίβου Σταυρίδη και Θεοδόση Νικολάου στις αρχές της δεκαετίας του ΄80. Ήταν απόλαυση να τους ακούς να συζητούν για διάφορα θέματα, κάτω από αμέτρητα λευκωσιάτικα αστέρια, στην ταβερνούλα "Αρμενάκι", όταν ακόμα ήταν... "Αρμενάκη". Πιο κάτω ένα κείμενό του, που είχαμε δημοσιεύσει στον "Κύκλο". Πολλές φορές επανέρχομαι και διαβάζω τα δοκίμιά του...
Ανδρέα Χριστοφίδη
Κι αν αυτή είναι η κόλαση μιας άλλης ζωής;
Life………is a tale
Told by an idiot, full of sound and fury,
Signifying nothing.
Shakespear: Mackbeth, V.v.
Όταν το ερώτημα ξαφνικά με κτύπησε κατακέφαλα, το πιο σημαντικό είναι που δεν ξαφνιάστηκα. Ήταν ωσάν για χρόνια εσχηματίζετο μέσα-μου, περιμένοντας την ώρα που η διατύπωσή-του θα γινόταν δεκτή χωρίς περιττές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και δίχως υποκριτικά επιφωνήματα... Ένα ερώτημα που γίνεται δεκτό σαν θέση που πρέπει να ερευνηθεί κι όχι σαν διατύπωση που απορρίπτεται χωρίς δεύτερη συζήτηση.
Θυμούμαι ζωηρά τη στιγμή που το ερώτημα μπήκε στη σκέψη-μου περνώντας στο συνειδητό από το υποσυνείδητο όπου θα κρυβόταν περιμένοντας την ώρα-του. Παρακολουθούσα την παράσταση της δεκαλογίας «Οι Έλληνες» στο θέατρο Όλντγουιτς στο Λονδίνο από το Σαιξπηρικό Βασιλικό Θίασο. (Για την παράσταση και άλλα σχετικά χρειάζεται ειδική δοκιμή. Ελπίζω να την επιχειρήσω κάποτε). Στο σακατεμένο κείμενο του «Αγαμέμνονα» η δράση προχωρούσε με ραγδαίο ρυθμό (τα χορικά σχεδόν όλα περικομμένα) και διερωτόμουν αν η σκηνή της Κασσάνδρας -η πιο συγκλονιστική ίσως στο παγκόσμιο θέατρο- θα παρουσιαζόταν με κάποια δικαιοσύνη, Όταν ήλθε η στιγμή και πέρασε αισθανόμουν κάποια ενόχληση πού δε μ' άφηνε να παρακολουθήσω τη συνέχεια, με ένα μέρος μόνο του μυαλού-μου περιμένοντας ν' ακούσω την κραυγή του Αγαμέμνονα «ωμοι πέπληγμαι καιρίαν πληγήν είσω ...». Ξαφνικά αυτό που μ’ ενοχλούσε βρήκε έκφραση. Ήταν η σκέψη πως σήμερα όλοι θα πίστευαν την Κασσάνδρα, όσο φοβερά κακά κι αν προφήτευε. Δε θα υπήρχε κακό που να θεωρείται πέραν από τα όρια του δυνατού ή πιστευτού. Δεν έχει σχέση που τότε δεν πίστευαν την Κασσάνδρα γιατί έτσι καθόρισε ο προσβλημένος Θεός. Δε γύρευε η σκέψη-μου λογική σειρά ή λογική εξήγηση. Έτσι απλά διατυπώθηκε — η Κασσάνδρα σήμερα είναι μια προφήτισσα κακών που όλοι την πιστεύουν. Όταν ο «Αγαμέμνονας» τέλειωνε ήλθε απανωτά το ερώτημα που τιτλοφορεί αυτή τη δοκιμή. "Κι αν αυτή είναι η Κόλαση μιας άλλης ζωής;"
Δεν έχει σημασία αν πιστεύει κανείς ή όχι στην Κόλαση ή στην ιδέα-της. Η κόλαση γίνεται μια έννοια μέσα σ' ένα οικοδόμημα και αντιμετωπίζεται πια στο νοητικό πεδίο.
Ας πούμε πως υπάρχει κόλαση. Σε τι τάχα θα διαφέρει από τον Κόσμο που έχουμε φτιάξει ή μέσα στον οποίο ζούμε κι αν διαφέρει είναι τέτοιες οι διάφορες που να συνιστούν ποιοτική διαφορά έννοιας ή κατηγορίας;
Στην κόλαση που μας κληροδότησε η παράδοση θα ζούμε σε αιώνιο μαρτύριο, σε φλόγες, πραγματικές ή συμβολικές. Θα αναλογιζόμαστε -έτσι για να κατανοούμε τη διαφορά- την άλλη ζωή, την παραδείσια που χάσαμε για δεύτερη φορά (την πρώτη εκδιωχθήκαμε, τη δεύτερη δε μπορέσαμε να επιστρέψουμε).
Η κόλαση είναι οι άλλοι (λέει ο Σαρτρ), αλλά οι άλλοι είμαστε εμείς ...
Εμείς κι ο κόσμος που φτιάξαμε.
Με την αποθήκη των υδρογονικών όπλων και τα νεότερα όργανα βασανισμού.
Με το δίκαιο του ισχυρότερου να αποτελεί την ύστατη κατάληξη μιας φοβερής διαδικασίας εξελίξεως: και μόνο σε μερικές στιγμές της καλλιτεχνικής δημιουργίας στέλλονται αντικατοπτρισμοί από μια άλλη ζωή της οποίας αυτή εδώ πρέπει να΄ ναι -δεν υπάρχει άλλη εξήγηση- η Κόλαση. # 21.3.81
["Ο Κύκλος", τχ.7-8, Γενάρης Απρίλης 1981,
εξώφυλλο: Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ]
24 Ιαν 2026
23 Ιαν 2026
20 Ιαν 2026
Ο ΜΑΞ, μικροδιήγημα στο ιστολόγιο ΜΠΟΝΖΑΪ
Τιμητική ανάρτηση, σήμερα, στο εξαιρετικό ιστολόγιο "ιστορίες ΜΠΟΝΖΑΪ" για το μικρό διήγημα, του περιοδικού ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ*. Ευχαριστίες οφείλονται στους ακούραστους φίλους Ηρώ Νικοπούλου και Γιάννη Πατίλη, που το φροντίζουν εδώ και πολλά χρόνια.
Ο πιο κάτω σύνδεσμος οδηγεί στο ιστολόγιο:
▼
Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ
Ὁ Μάξ
ΤΑ ΠΙΟ ΒΟΡΕΙΑ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ τὰ νερά εἶναι πιὸ δροσερὰ ἀλλὰ κυρίως εἶναι καθαρά, γι’ αὐτὸ τὰ προτιμῶ γιὰ τὶς διακοπές μου. Εἶναι βέβαια καὶ ὁ Κόλπος τῶν Κοραλλίων ποὺ εἶναι πιὸ κοντά μας, μὰ πάντα φυσάει ἐκεῖ καὶ τὸν ἀποφεύγω. Τὰ τελευταῖα χρόνια λοιπόν, πάντα πηγαίνω στὰ ἥσυχα κεντράκια πρὸς τὸν Ἀκάμα. Τὴν ἀράζω κάπου καὶ ξεχνιέμαι στὸ γαλάζιο τῆς θάλασσας ἀπολαμβάνοντας τὸ φραπεδάκι μου διαβάζοντας μόνο ἐφημερίδες ἢ περιοδικά.
Σ’ ἕνα τέτοιο κεντράκι συνάντησα τὸν Μάξ. Ἔτσι, ἀπροσδόκητα, μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια. Ἡ τελευταία φορὰ ποὺ τὸν εἶδα, ἦταν λίγους μῆνες μετὰ ποὺ τελειώσαμε τὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο. Ὑπήρξαμε καλοὶ φίλοι ἀλλὰ οἱ συγκυρίες τὸ ἔφεραν καὶ δὲν μπορέσαμε νὰ συναντηθοῦμε ξανά. Ἐγὼ πῆγα σὲ γυμνάσιο στὴν πόλη, κι αὐτὸς μετακόμισε μὲ ὅλη τὴν οἰκογένειά του σὲ ἄλλη ἐπαρχία γιὰ λίγα χρόνια, λόγῳ τῶν ἀσχολιῶν τοῦ πατέρα του. Μετά, στὰ χρόνια τῆς στρατιωτικῆς θητείας, αὐτὸς εἶχε μετακομίσει στὸ Λονδῖνο γιὰ ἄλλα δυὸ-τρία χρόνια. Ἀργότερα ἀκολούθησαν οἱ σπουδές μου, ὁ πόλεμος καὶ τὰ χρόνια περνοῦσαν καὶ ἔγιναν σαράντα ὁλοστρόγγυλα χωρὶς νὰ δεῖ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Μάθαινα νέα του ἀπὸ ἄλλους συμμαθητές.
Εἶχε περάσει σχεδὸν ἡ πρώτη βδομάδα τῶν διακοπῶν μου καὶ τὴν ἄραζα στὸ ἴδιο κεντράκι.Το πρωὶ μὲ τὴν οἰκογένεια, τὰ δειλινὰ μόνος τὶς πιὸ πολλὲς φορές. Ἕνα τέτοιο δειλινό, ξαπλωμένος ὅπως ἤμουν στὴν ἀναπαυτική μου, ἀπολάμβανα τὴ δύση τοῦ ἥλιου μέσα στὰ γαλήνια νερά. Κάποιοι φώναξαν τὸ γκαρσόνι γιὰ νὰ παραγγείλουν κάτι καὶ ἔμεινα ἔτσι γιὰ λίγο νὰ τοὺς βλέπω. Τὸ γκαρσόνι πλησίασε καὶ καθὼς ἦταν ἀπέναντί μου στὸν ἥλιο, ἔβλεπα τὴ σιλουέττα του μόνο. Κρατοῦσε τὸ μπλοκάκι του καὶ περίμενε τὴν παραγγελία. Μιὰ κίνηση ποὺ ἔκανε ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ ἀναγνωρίσω τὸν Μάξ. Κούνησε τὸν δεξιό του ὦμο πάνω κάτω δυὸ-τρεῖς φορὲς σὰν τὸν Μητσοτάκη καὶ συγχρόνως κούνησε καὶ τὸ κεφάλι του μιὰ-δυὸ φορὲς ἀριστερὰ-δεξιὰ προτείνοντας τὸ πηγούνι πρὸς τὰ πάνω. Αὐτὸ ἦταν τὸ τίκ του.
Ὅσο ποὺ κρατήθηκα νὰ μὴ φωνάξω «Μάξ». Εὐτυχῶς, γιατί Μὰξ ἦταν παρατσούκλι καὶ θὰ λυπόταν ἂν τὸ ἄκουγε. Τὸ πραγματικό του ὄνομα εἶναι Ἄβοιβος. Τὸ «βοὶ» μὲ ὄμικρον γιῶτα. Δὲν γνωρίζω γιὰ ποιόν λόγο τοῦ δώσανε αὐτὸ τὸ ὄνομα. Οὔτε ὁ ἴδιος ἤξερε. Οἱ νέοι δάσκαλοι ποὺ ἔρχονταν στὸ σχολεῖο μας, ὅταν ἄκουγαν γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ὄνομά του ρωτοῦσαν ἂν ἔχει στὴν περιοχὴ κανέναν Ἅγιο μὲ τὸ ἴδιο ὄνομα. Τέτοιον Ἅγιο δὲν εἴχαμε βέβαια, ἀλλὰ οὔτε ποὺ ἄκουσα ποτὲ νὰ ὑπάρχει σὲ ἄλλη περιοχή. Τὸν ρωτοῦσαν ἀκόμα, γιατί μὲ «ὄμικρον γιῶτα.» Δὲν ἤξερε. Κανένας δὲν ἤξερε. Ποτέ μου δὲν ἔμαθα. Οὔτε κι ὁ ἴδιος φαντάζομαι.
Ἄβοιβε, φώναξα καὶ ἀμέσως γύρισε καὶ ἔκανε μερικὰ βήματα πρὸς τὸ μέρος μου μὲ φανερὴ ἀπορία, διότι στὸ πρόσωπό μου δὲν ἀναγνώρισε κανέναν γνωστό του. Ἔτσι ὅπως ἤμουν ἄλλωστε μαυρισμένος καὶ μὲ τὰ γιαλιὰ κι ἡ μάνα μου θὰ δυσκολευόταν νὰ μὲ ἀναγνωρίσει. Ἔμεινε νὰ μὲ κοιτάει γιὰ λίγα δευτερόλεπτα. Μὲ συγχωρεῖτε, προχώρησα ἐγώ, μήπως εἶσθε ὁ Ἄβοιβος Πασχαλίδης; Ναί, ἐγὼ εἶμαι ἀκριβῶς, ἀπάντησε. Ἕνα λεπτὸ καὶ ἐπιστρέφω. Πῆρε τὴν παραγγελία ἀπὸ τὸ τραπέζι καὶ ἦρθε ξανὰ κοντά μου. Δὲν ἤθελα νὰ τὸν κρατήσω σὲ περισσότερη ἀγωνία, μόλις κατάλαβα ὅτι δὲν μὲ ἀναγνώριζε εἶπα ἀμέσως ποιός ἤμουν. Ἀγκαλιαστήκαμε καὶ δὲν ἔκρυβε τὴ χαρά του ποὺ συνάντησε ἕναν παλιὸ παιδικό του φίλο μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια. Εἴπαμε πολὺ λίγες κουβέντες. Κάτσε ἐδῶ μὴ φύγεις, μοῦ εἶπε, νὰ κανονίσω τὴν παραγγελία καὶ θὰ σὲ δῶ μετὰ, κι ἀπομακρύνθηκε τρέχοντας.
Κι ἐγὼ χάρηκα ποὺ τὸν εἶδα καὶ μὲ πλημύρισαν οἱ παιδικὲς ἀναμνήσεις. Ὁ Ἄβοιβος. Θεέ μου παραλίγο νὰ μοῦ ξεφύγει καὶ νὰ τὸν πῶ «Μάξ». Εὐτυχῶς εἶχα κρατηθεῖ.
Μὰξ ἦταν ὁ σκύλος του γέρο Θεοχάρη τοῦ τσαγκάρη, στὴ γειτονιά του Ἄβοιβου. Ἕνα ἀπόγευμα, ὁ γέρος εἶδε τον Ἄβοιβο ποὺ περνοῦσε ἀπὸ τὸ σπίτι του καὶ τοῦ ζήτησε τὴ χάρη. Ἐκεῖνο τὸ ἀπόγευμα ὅμως, φόρτωσε στὸ μικρό, χωρὶς βέβαια νὰ τὸ θέλει, ἕνα βάρος ποὺ θὰ τὸ κρατοῦσε γιὰ ὅλη του τὴ ζωή.
Ἄβοιβε, τοῦ εἶπε, τὸν βλέπεις τὸν Μάξ; Γέρασε ὁ καημένος, δὲν μπορεῖ νὰ τρέξει πιά. Οὔτε νὰ γαυγίσει μπορεῖ, οὔτε νὰ φάει μπορεῖ. Ὅσο ποὺ κινεῖται λίγο, καὶ κοίταξε τὸν Μὰξ μὲ λύπη. Ὅταν ἦταν νέος ἦταν ὁ καλύτερος σκύλος τοῦ χωριοῦ κι ὁ πιὸ ὄμορφος. Καφετὴς μὲ ἄσπρες βοῦλες. Κοίτα τον τώρα, ζάρωσε ὁ καημένος. Σκελετὸς ἔχει μείνει. Εἶναι πιὸ γέρος ἀπὸ μένα. Κι ἂν μοῦ πεθάνει στὸ σπίτι τί νὰ τὸν κάνω. Πᾶρε τον σὲ παρακαλῶ ἐκεῖ στὰ χωράφια ποὺ παίζετε καὶ ἄφησε τον. Αὐτὸς ξέρει τί θὰ κάνει.
Πῆρε ὁ Ἄβοιβος τὴν ἄκρη τοῦ σχοινιοῦ καὶ τὸν τραβοῦσε μαζί του. Δὲν πειράζει, μπορεῖ ν’ ἀργοῦσε λίγο στὸ παιχνίδι ἀλλὰ μιὰ φορὰ θὰ γινόταν αὐτὸ καὶ προχωροῦσε μαζὶ μὲ τὸ Μὰξ γιὰ τὸ τελευταῖο του ταξίδι.
Ἔλα Μάξ, κάνε λιγάκι πιὸ γρήγορα, θὰ σὲ ἀφήσω ἐκεῖ ἀπέναντι ἀπὸ τὸ γήπεδο νὰ μᾶς βλέπεις, ὅταν θὰ παίζουμε ποδόσφαιρο. Καὶ προχωροῦσαν σιγὰ-σιγά. Θυμᾶσαι ποὺ μοῦ γαύγιζες ὅταν περνοῦσα ἀπ’ τὸ σπίτι σου; Ξέρεις πόσο φοβόμουν; Δὲν ξέρεις. Τώρα δὲν μπορεῖς νὰ κουνήσεις τὰ ποδαράκια σου, καημένε. Ἔλα κουνήσου.
Εἶχαν φτάσει πολὺ κοντὰ καὶ συνάντησαν κι ἄλλα παιδιὰ ποὺ πήγαιναν γιὰ παιχνίδι. Ἡ θέα του Ἄβοιβου μὲ τὸ σκύλο ἦταν κάτι ἀσυνήθιστο. Στὴν ἀρχὴ ἄρχισαν τὰ πειράγματα, ρωτοῦσαν νὰ μάθουν τὸ ὄνομα τοῦ σκύλου, μετὰ τὸν ἔσπρωχναν γιὰ νὰ περπατήσει πιὸ γρήγορα, καὶ μετὰ ὅταν ἔφτασαν κάτω ἀπὸ τὴ χαρουπιὰ στὸ γήπεδο, δὲν ἦταν ξεκάθαρο ποιόν φώναζαν Μάξ. Τὸ σκυλὶ ἢ τὸ παιδί; Ἄρχισαν οἱ ἐρωτήσεις, τί θὰ τὸν κάνεις, ποῦ θὰ τὸν πᾶς, καὶ τοῦ πῆραν τὸ σχοινὶ ἀπὸ τὸ χέρι.
Ὁ Ἄβοιβος συγχύστηκε, εἶχε δώσει τὸν λόγο του στὸ γέρο ὅτι θὰ τὸν ἄφηνε κάπου ἐκεῖ, μὰ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ ἐλέγξει τὴν κατάσταση. Τὰ παιδιὰ εἶναι πολὺ σκληρά. Ἄρχισαν νὰ χτυποῦν τὸ σκυλί, νὰ τὸ τραβοῦν κι ὅταν προσπάθησε νὰ τοὺς πάρει τὸ σχοινὶ τὰ πράγματα ἔγιναν δύσκολα καὶ γιὰ τοὺς δυό. Ἔτσι μικροκαμωμένος ποὺ ἦταν τὸν ἔσπρωξαν, τὸν ἔριξαν κάτω καὶ τὸν πάτησαν. Κάποιος ἔξυπνος εἶχε τὴν ἰδέα νὰ περάσει τὸ σχοινὶ πάνω σ’ ἕνα κλαδὶ τῆς χαρουπιᾶς καὶ τραβῶντας το μαζὶ μὲ ἄλλους, τὸ σκυλὶ βρέθηκε κρεμασμένο στὸν ἀέρα. Χτυποῦσαν τὸ καημένο τὸ σκυλὶ μὲ ξύλα καὶ μὲ πέτρες ἀλλὰ ἦταν σὰν νὰ χτυποῦσαν τὸν Ἄβοιβο. Κάποτε ὅμως, ὁ ἀρχηγὸς ἔδωσε ἄλλο πρόσταγμα: Στὸ γήπεδο τώρα. Ἀφήνοντας τὸ σχοινὶ καὶ τρέχοντας ἐξαφανίστηκαν πρὸς τὸ γήπεδό τους. Τὸ σκυλὶ ἔπεσε δίπλα του καὶ ὁ Ἄβοιβος ἄκουσε τὸν ρόγχο του. Ἀνακάθησε δίπλα του μὰ δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τίποτα. Ὁ Μὰξ κουνοῦσε λίγο τὸ μπροστινό του πόδι καὶ λίγο τὸ κεφάλι του πάνω-κάτω πεθαίνοντας. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ ἀποτυπώθηκε στὴν ἀθώα του ψυχή.
Δὲν πῆγε στὸ γήπεδο. Ἔτρεξε στὸ σπίτι του φοβισμένος καὶ λυπημένος. Ἡ θέα τοῦ σκυλιοῦ ποὺ πέθαινε ἀποτυπώθηκε γιὰ πάντα στὴ ψυχή του. Ἀπὸ τότε τοῦ ἔμεινε αὐτὸ τὸ τίκ. Ὅταν ἦταν ἀφηρημένος ἔκανε αὐτὲς τὶς χαρακτηριστικὲς κινήσεις καὶ ἀπὸ κεῖνες τὶς μέρες ἀπόκτησε καὶ τὸ νέο του ὄνομα: «Μάξ».
Ἀπορροφημένος ὅπως ἤμουν στὶς ἀναμνήσεις μου, σχεδὸν δὲν τὸν πρόσεξα καθὼς πλησίαζε. Ἄργησα λίγο σήμερα εἶπε. Εἴχαμε πολλὴ δουλειά, δὲν πᾶμε στὸ σπίτι μου νὰ τὰ ποῦμε; Τελείωσα γιὰ σήμερα. Ἐδῶ κοντὰ μένουμε, μὲ τὰ πόδια θὰ πᾶμε. Τηλεφώνησα ἤδη στὴ γυναῖκα μου καὶ μᾶς περιμένει. Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ποὺ ἔχουμε νὰ βρεθοῦμε, νομίζω δὲν θὰ μοῦ ἀρνηθεῖς.
Δὲν ἀρνήθηκα, οὔτε εἶχα τὴ δυνατότητα νὰ ἀρνηθῶ. Προχωρήσαμε πρὸς τὸ σπίτι του κι ἐνῶ ἄνοιγε τὸ κάγκελο γιὰ νὰ μποῦμε, ἕνας καφετὴς σκύλος μὲ ἄσπρες βοῦλες πετάχτηκε ἀπὸ δίπλα πάνω του βάζοντας τὰ μπροστινὰ πόδια στὸ στῆθος του, κουνῶντας τὴν οὐρά του καὶ κάνοντας χαροῦλες. Ἀγάπη μου, εἶπε καὶ τὸν ἀγκάλιασε κι αὐτὸς καὶ τὸν χάϊδεψε. Ἀγάπη μου, ξαναμουρμούρισε καὶ μὲ σύστησε στὴ γυναῖκα του ποὺ στεκόταν στὴν εἴσοδο τοῦ σπιτιοῦ ἀφήνοντας τὸ σκυλὶ κάτω.
Θεέ μου, τί ἀγάπη εἶναι αὐτὴ ποὺ ἔχει γιὰ τὰ σκυλιά, εἶπε ἡ γυναῖκα του καὶ χαμογέλασε λέγοντάς μας «κοπιάστε».
Ἀλήθεια, δὲ σὲ ρώτησα εἶπε ὁ Ἄβοιβος μπαίνοντας στὸ σπίτι, πῶς μὲ ἀνεγνώρισες μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια;
Σαρανταδύο γιὰ τὴν ἀκρίβεια πρόσθεσα, ρίχνοντας μιὰ λοξὴ ματιὰ στὸ σκυλί, ποὺ εἶχε ξαπλώσει στὴ βεράντα ἔχοντας τεντώσει τὰ μπροστινά του πόδια, κουνοῦσε τὴν οὐρά του καὶ μᾶς κοίταζε μὲ ἀπέραντη ἀγάπη μισοκλείνοντας τὰ μάτια.
----------------------------------
*Το περιοδικό "Πλανόδιον" δεν εκδίδεται πια. Έχει παραχωρήσει τη θέση του στο "Νέο Πλανόδιον", σε χέρια άξιων συνεχιστών του έργου του Γιάννη Πατίλη.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)






















