5 Αυγ 2026

ΦΙΛΑΡΑΚΙΑ ΜΟΥ, ΠΑΝΕΜΟΡΦΑ ΠΟΥΛΙΑ

 


Αγαπώ τα πουλιά και δεν χάνω ευκαιρία να τα φωτογραφίζω όπου τα συναντώ. Στην καθημερινή, σχεδόν, επίσκεψή μου για περπάτημα στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσας, συναντώ πολλά πουλιά. Και μόνο που ακούω τις φραγκολίνες -εμείς στην Καρπασία τις αποκαλούμε Αφτοτζινάρες- αμέσως μεταφέρομαι νοερά σε μιαν άλλη εποχή, αυτή των παιδικών μου χρόνων στην Καρπασία, όπου όλα συνέβαιναν σε υπερθετικό βαθμό: σε μιαν πανέμορφη κοιλάδα στο Βασίλι -αυτήν που έχει περιγράψει στο βιβλίο του ο Alexander Drummond, το 1754- ένα γλυκύτατο δειλινό, εκατοντάδες φραγκολίνες διαλαλούν τον καημό τους: "'κοστέσσερα πεθερά, 'κοστέσσερα πεθερά". Ένα μίλι πιο κάτω, πριν φτάσουμε στον γιαλό, εκατομμύρια τζιτζίκια τραγουδούν∙ δεν υπερβάλλω: εκατομμύρια. Και στον γιαλό τα κρινάκια ένα ακόμα κάτασπρο κύμα. Αν περπατήσεις μέσα στο δάσος της Μαζερής, θα δεις δεκάδες πουλιά να χάνονται ανάμεσα στα πεύκα.  Την άνοιξη  η φύση οργιάζει. Δεν θα πω τίποτε περισσότερο, γιατί ό,τι κι αν πω θα είναι λόγια φτωχά∙ δεν θα περιγράφουν την ομορφιά αυτού του παράδεισου. Η γη μετατρέπεται σε μιαν τεράστια ζωγραφιά: τα κυκλάμινα και οι νάρκισσοι μεθούν με το χρώμα και το άρωμά τους. Όμως, η πανέμορφες αυτές εικόνες, που προβάλλονται κάθε φορά στην οθόνη της ψυχής μου, δυστυχώς χάνονται απότομα, όπως όταν κόβεται μια  ταινία, που προβάλλεται στον κινηματογράφο. Τότε "τα πουλιά σιωπούν" κι εγώ βυθίζομαι στο έρεβος.    

Την περασμένη εβδομάδα, στην τριήμερη επίσκεψή μας, στο πατρικό σπίτι της συζύγου μου, στον Κάθικα της Πάφου, πέσαμε σε πέντε κακόβουλες πυρκαγιές που ξέσπασαν στην περιοχή λίγο μετά την άφιξή μας. Και αυτός φαίνεται ότι ήταν ο λόγος, που τα πουλιά του δάσους πλησίασαν προς το χωριό. Κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί, όλο και κάποιο πουλάκι θα φωτογραφίσω, αλλά τούτη τη φορά πέτυχα το πιο όμορφο: μιαν πανέμορφη Γαλαζοπαπαδίτσα, που κυνηγούσε ζωύφια στην καρυδιά μας και την "άρπαξε" ο φακός μου.

Στο ιστολόγιό μου αυτό έχω αναρτήσει πολλές φωτογραφίες με πουλιά. Έχω γράψει και διηγήματα για πουλιά: "Η καρδερίνα γύρισε" (ένα μάθημα ελευθερίας που πήρα από τον πατέρα μου σε ηλικία δέκα χρονώ), "Τα πουλιά κλαίνε" (το κυνήγι των μελισσοφάγων με ξόβεργα), και πολλά άλλα. Μερικά τα δίνω με συνδέσμους που παραπέμπουν σε αναρτήσεις του ιστολογίου.

     Η ΚΑΡΔΕΡΙΝΑ ΓΥΡΙΣΕ  (διήγημα)

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΚΛΑΙΝΕ  (διήγημα)














22 Ιουλ 2026

"ΣΑΛΑΜΙΝΙΑ": ΤΡΟΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ. 22 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974


22 Ιουλίου 1974: 

Το βομβαρδισμένο «Σαλαμίνια» και οι σκηνές τρόμου στην Αμμόχωστο

της
Σωτηρούλας Βασιλείου*

Ο «Αττίλας Ι» ολοκληρώθηκε, τυπικά, το απόγευμα της 22ας Ιουλίου, με την κήρυξη εκεχειρίας, αφού είχε καταληφθεί η Κερύνεια. Στο μεταξύ, αιματηρούς βομβαρδισμούς είχαν υποστεί και η Λευκωσία και η Αμμόχωστος. Σύμφωνα με δημοσιογραφική καταγραφή, «απάνθρωποι και βίαιοι υπήρξαν οι βομβαρδισμοί της τουρκικής αεροπορίας. Οι Τούρκοι πιλότοι έπληξαν αδιάκριτα νοσηλευτικά ιδρύματα, εμβομβάρδισαν κατωκημένας περιοχάς, εμυδραλλιοβόλησαν αμάχους, έσπειραν τον θάνατο με βόμβας ναπάλμ, εκτύπησαν ξενοδοχεία, εσκόρπισαν τον όλεθρο».

Στις 23 Ιουλίου ο Νίκος Σαμψών παραιτήθηκε από την προεδρία της πραξικοπηματικής κυβέρνησης και καθήκοντα προεδρεύοντος ανέλαβε, βάσει του Συντάγματος, o Πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης. Στην Ελλάδα, υπό το βάρος της τραγωδίας της Κύπρου, η Χούντα των Συνταγματαρχών κατέρρευσε. Την ίδια ημέρα, στη λονδρέζικη εφημερίδα Evening Standard πρωταγωνιστούσε μια άλλη κατάρρευση.

«The grotesque sight of the body of the young boy dangling in the ruins of the hotel drew crowds of morbid sightseers. The building was cut in half like a cake; the 80 bedrooms of the blasted section folded together like a pack of cards (Η αποτρόπαιη εικόνα του σώματος του νεαρού αγοριού, το οποίο κρεμόταν στα ερείπια του ξενοδοχείου προσέλκυσε πλήθη περίεργων θεατών. Το κτίριο είχε κοπεί στη μέση σαν τούρτα· τα 80 δωμάτια της κατεστραμμένης πτέρυγας είχαν σωριαστεί σαν τραπουλόχαρτα)», τόνισε, ως αυτόπτης μάρτυρας, ο δημοσιογράφος Michael Fresco, σε ανταπόκρισή του, η οποία δημοσιεύτηκε, μαζί με φωτογραφίες, υπό τον τίτλο «Ι see horror of Famagusta».


Το κτίριο ήταν το τετράστερο δωδεκαώροφο ξενοδοχείο «Salaminia Tower», ιδιοκτησίας Πιερίδη και Φραγκούδη, στην παραλία της Γλώσσας. Ένα ξενοδοχείο πέραν των 200 κλινών, όπου –μεταξύ άλλων– διέμειναν επανειλημμένα ταξιδιωτικοί πράκτορες, κατά τις επισκέψεις τους στο νησί, αποκομίζοντας τις καλύτερες εντυπώσεις. Πλέον, το ξενοδοχείο πρέσβευε τη φρίκη.

Σύμφωνα με κυπριακό φύλλο, της 1ης Αυγούστου 1974, το «Σαλαμίνια» διαλύθηκε. Το μισό κτήριο ξεκόλλησε κυριολεκτικά, μετατρεπόμενο σε ερείπια, με τις ζημιές να ανέρχονται σε μισό εκατομμύριο λίρες. «Από τον βομβαρδισμό εφονεύθησαν δύο πρόσωπα. Ένας νεαρός, ο οποίος απησχολείτο το καλοκαίρι στο ξενοδοχείο, εκόπη στα δύο. Ένα μέρος του σώματός του παρέμεινε ψηλά στο κτίριο, ενώ το υπόλοιπο σώμα του ετάφη στα ερείπια», τονίστηκε.

Όψη του βομβαρδισμένου «Σαλαμίνια», με τον φακό του Δώρου Παρτασίδη. Ψηφιακός Ηρόδοτος / Συλλογή Μάρως Θεοδοσιάδου.

Το νεαρό αγόρι, στα χαλάσματα του «Σαλαμίνια», ήταν ο Ιάκωβος Παστός, εργαζόμενος στο ξενοδοχείο. Ο Ιάκωβος γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Σπαθαρικού, τον Μάιο του 1960. Γονείς του ήταν ο Ανδρέας Παστός από τη Γύψου και η Σταυρούλλα Λαπούτη από τον Άγιο Γεώργιο Σπαθαρικού. Έως το 1965, ο Ιάκωβος απέκτησε τέσσερα αδέλφια: Ελένη, Μιχάλη, Μάρω και Παναγιώτα. Ακολούθησε ο χωρισμός των γονιών.

Η εξαδέλφη του Ιάκωβου, Σόφη Αγγελίδου, θυμάται τον Γιακουμή, όπως τον φώναζαν, ως ένα πανέξυπνο και ευγενικό παιδί, με μεγάλη, προστατευτική αγάπη για τη μητέρα του. Θυμάται, επίσης, το ταλέντο του στα μαστορέματα και τις κατασκευές, έστω και με ευτελή υλικά.

Ο μεσαίος, πάνω, ο Ιάκωβος Παστός. Μαζί και τρία από τα αδέλφια του.

Η Μάρω Παστού-Ιωάννου περιγράφει τη μητέρα της ως μια γυναίκα εργατικότατη, τιμιότατη, με μεγάλη αγάπη για τα παιδιά της. Μετά τον χωρισμό, πάσχιζε να ανταπεξέλθει στην ανατροφή τους ξενοδουλεύοντας στο Βαρώσι. Τον Ιούνιο του 1974 ο Ιάκωβος τελείωσε την Γ΄ Τάξη του Γυμνασίου Αρρένων. Επέλεξε, μετά από ένα σύντομο πέρασμα από τα ατμοπλυντήρια–καθαριστήρια «Αριζόνα», την εργασία στο «Σαλαμίνια». Κι αυτό, διότι οι απολαβές ήταν μεγαλύτερες και παράλληλα του παρεχόταν στέγη και σίτιση. Επίσης, ήθελε να φοιτήσει σε ξενοδοχειακή σχολή. Καταρχάς, του ανατέθηκαν καθήκοντα στην παραλία, στις ομπρέλες.

Ένας από τους συναδέλφους του ήταν ο Μάριος Κλεοβούλου, από τα Μανδριά Λεμεσού. Ο Μάριος προσελήφθη στο «Σαλαμίνια» το 1973, σε ηλικία 15 ετών, ως τρίτος μάγειρας, ενώ παράλληλα φοιτούσε στην Ξενοδοχειακή Σχολή «Ξενία». Όπως εξήγησε, σε συνομιλία μας, το πρωί της Δευτέρας, 22 Ιουλίου 1974, διευθετήθηκε η αποχώρηση, με βρετανική συνδρομή, όλων των τουριστών που διέμεναν στο ξενοδοχείο. Ακολούθως, αποχώρησε και το προσωπικό, πλην δύο υπαλλήλων που ορίστηκε να μείνουν τελευταίοι, για να κλείσουν τους χώρους. Οι παραμείναντες ήταν ο Μάριος και ο μεσήλικας, Ευάγγελος Φιλαρέτου, από την Έγκωμη.

Ο Ιάκωβος έφυγε, αλλά επέστρεψε, καθώς δεν βρήκε λεωφορείο για τον Άγιο Γεώργιο Σπαθαρικού. Επιστρέφοντας, ζήτησε να βοηθήσει τους συναδέλφους στο κλείσιμο. Ο βομβαρδισμός –παρά την τοποθέτηση βρετανικών σημαιών στην ταράτσα– βρήκε τον Μάριο στον τρίτο όροφο της πτέρυγας που παρέμεινε όρθια. Πανικόβλητος, αφού έκανε τον σταυρό του, πήδηξε από το μπαλκόνι. Ο ίδιος τονίζει πως η Παναγία τον βοήθησε και έπεσε στην άμμο χωρίς σοβαρά τραύματα. Έπειτα, αναζήτησε καταφύγιο στο γειτονικό ξενοδοχείο «Ασπέλια», πρώτα στο ισόγειο και έπειτα στο υπόγειο, όπως έπραξαν και άλλοι, που βρέθηκαν έξω κατά τους βομβαρδισμούς. Όταν εξήλθε, βρήκε τους δύο συναδέλφους του νεκρούς, τον Ευάγγελο με μία τρύπα στο κεφάλι και τον Ιάκωβο αιχμάλωτο στα ερείπια.

Στο μεταξύ, από το πρωί η Σταυρούλλα Λαπούτη αγωνιούσε για τον απόντα γιο, ενώ συγγενείς και γείτονες προσπαθούσαν να την καθησυχάσουν, λέγοντας πως στο ξενοδοχείο ήταν ασφαλής, λόγω των τουριστών. Η είδηση, από ραδιοφώνου, για βομβαρδισμό του «Σαλαμίνια» και νεκρό παιδί προκάλεσε πανικό. Σύμφωνα με οικείους, η μάνα, προαισθανόμενη το κακό, έκλαιγε.

Ο Ιάκωβος Παστός, νεκρός στο «Σαλαμίνα», με τον φακό του Δώρου Παρτασίδη. Πηγή: Νέαρχος Νεάρχου (επιμ.), Άπαντα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, τ. ΙΕ΄, Λευκωσία: ΙΑΜ, 2005.

Ο θείος του Ιάκωβου, Ανδρέας Αγγελίδης, μετέβη στο Βαρώσι και τον αντίκρισε να κρέμεται, ενώ κόσμος κοιτούσε συγκλονισμένος. Δημοσιογράφοι, Κύπριοι και ξένοι, τραβούσαν πλάνα και φωτογραφίες. Ο απεγκλωβισμός ήταν αδύνατος, συνεπώς, σύμφωνα με μαρτυρίες, οι υπεύθυνοι του νεκροτομείου έκοψαν το άψυχο σώμα με πριόνι.

Την έκβαση αυτή επιβεβαιώνει ο Κρυστάλλης Δουκανάρης, ο οποίος πήρε τον δρόμο της προσφυγιάς από την Αμμόχωστο τον Αύγουστο, ανήμερα των έβδομων γενεθλίων του: «Ο πατέρας μου ήταν πυροσβέστης και άνθρωπος με μεγάλο αίσθημα ευθύνης. Ήμασταν από τις τελευταίες οικογένειες που φύγαμε από την Αμμόχωστο, γιατί έσβηνε φωτιές μέχρι τη στιγμή που οι Τούρκοι έφτασαν μέσα στη πόλη. Μας είπε ότι προσπάθησαν να βρούνε τρόπο να βγάλουν όλο το σώμα του παιδιού, αλλά θα ήταν αδύνατο χωρίς να καταρρεύσουν όλα τα μπάζα καταπλακώνοντας αυτούς που θα το επιχειρούσαν. Μηχανήματα δεν υπήρχαν, μόνο τα σκαπτικά του οχήματος. Θυμάμαι έντονα εκείνες τις μέρες από το πραξικόπημα και μετά. Λόγω της δουλειάς του πατέρα μου, μαθαίναμε διάφορα συμβάντα άμεσα. Πολλά δεν γράφτηκαν ποτέ. Την ιστορία με το αγόρι τη θυμάμαι έντονα γιατί ήταν πολύ συγκλονισμένος».

Τόσο ο Ιάκωβος όσο και ο Ευάγγελος ετάφησαν στην Αμμόχωστο, στα κοιμητήρια του Σταυρού και του Αγίου Νικολάου αντίστοιχα. Μέσα στην αναταραχή των ημερών, από την οικογένεια του Ιάκωβου οι μόνοι που παρέστησαν στην ταφή ήταν η μητέρα και ο θείος Ανδρέας.

Μετά και τη δεύτερη Εισβολή και την κατάληψη του Αγίου Γεωργίου Σπαθαρικού, η μητέρα του Ιάκωβου εγκαταστάθηκε στον Συνοικισμό Κόκκινες, στη Λάρνακα. Οι συγγενείς θυμούνται τον Ιάκωβο ως θύμα, μάρτυρα και, ακόμα, μικρό ήρωα της ζωής. Το 1982, η Μάρω Παστού-Ιωάννου, παντρεμένη και εγκατεστημένη, πια, σε συνοικισμό, στο Τραχώνι Λεμεσού, ονόμασε τον πρωτότοκο γιο της Ιάκωβο, εις μνήμην του αδικοχαμένου αδελφού.


Μετουσιώνοντας μνήμες και αισθήματα σε ποίηση, η Σόφη Αγγελίδου έγραψε, το 2022:

«Ο δρόμος της ζωής σου ήταν μικρός
το χαμόγελο στα χείλη σου μεγάλο,
δεν πρόλαβες της άνοιξης το φως
σαν αητός πέταξες σε δρόμο άλλο.
Μικρέ μου λαβωμένε αητέ
δεν πρόλαβες ν’ ανοίξεις τα φτερά σου,
μεγάλη σού ’λαχε η λαβωματιά
έκοψε για πάντα τα όνειρά σου.
Μικρό παιδί στην μπόρα της ζωής
πικρό η ζωή σου έστησε καρτέρι
λευκό μπουμπούκι τώρα πια άνθισες
στων αθανάτων το εύοσμο παρτέρι».

Συγκλονισμένος από την εικόνα του Ιάκωβου, ήδη τον Νοέμβριο του 1974 ο ζωγράφος Ανδρέας Λαδόμματος αποτύπωσε σε μια λιτή, υποβλητική σύνθεσή του το αγόρι, κρεμάμενο υπό ερειπίων.

Ανδρέας Λαδόμματος, Σαλαμίνια Τάουερ Αμμοχώστου με θύμα της Τουρκικής Εισβολής, Νοέμβριος 1974.

Ο εξ Αμμοχώστου συνταξιούχος εκπαιδευτικός Λοΐζος Πουργουρίδης είδε, προ εξαετίας περίπου, στον Ιάκωβο έναν «μικρό Χριστό»:

«Μετά τον βομβαρδισμό, ένας μικρός Χριστός,
μες στα χαλάσματα βρέθηκε, σταυρωμένος,
ήταν ένας έφηβος ο Ιάκωβος Παστός,
στα συντρίμμια του «Σαλαμίνια», κρεμασμένος […].
Έχουν περάσει από τότε τόσα χρόνια,
και η εικόνα αυτή η τραγική
στη μνήμη είναι χαραγμένη αιώνια,
μια ακόμη θηριωδία Τουρκική».

Ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, μαθηματικός και ποιητής, από το Βασίλι Καρπασίας, εστίασε στην εικόνα του κρεμασμένου ανάποδα Ιάκωβου, προβάλλοντας σε αυτήν τη μοίρας της πόλης του:

«Τι τύχη κι αυτός
Να βλέπει έτσι την πόλη του!
Για την ακρίβεια
Ένα μέρος της πόλης
Μια λωρίδα χρυσή αμμουδιά
Καταπράσινα περιβόλια
Να κρέμονται
Από έναν θαλασσή ουρανό.

Τα κάτω άκρα άνω
Φυτεμένα σε συντρίμμια
Τα άνω άκρα κάτω
Με τα δάχτυλα τεντωμένα.

Η πατρίδα ανάποδα γυρισμένη
Χώρεσε στην παλάμη του» 

(«Διθαλάσσου», 2012).

«Κάθε φορά, που έρχεται η εικόνα του στο μυαλό μου, συγκλονίζομαι. Δεν ξέρω αν έγραψα κάτι, αν μπορεί να γραφτεί κάτι, που να περικλείει το μέγεθός της», λέει.

Όντως, ακόμη κι αν δεχθούμε, ακολουθώντας τον Φοίβο Σταυρίδη, πως «όλα εντάσσονται στη συμμετρία του Κόσμου,

τα χρόνια που δεν περιμέναμε και ήρθαν
κι άλλα που περιμένουμε και δε θα ʼρθούν
ψηφίσματα, ψηφιδωτά, ψιμυθιασμένα είδωλα
μύθοι, πληγές, το ίσιο και το ανάποδο
μιας ανεπίδοτης ζωής»,

σε ποια συμμετρία μπορεί να ενταχθεί ένα εφηβικό σώμα, κρεμασμένο ανάποδα;


*Δρ Ιστορίας Α.Π.Θ.

Στους συνδέσμους βίντεο, ημερομηνίας 22 Ιουλίου 1974, με πλάνα από το «Σαλαμίνια»:


ΑΝΑΡΤΗΣΗ στο Philenews, 22 Ιουλίου 2026, ώρα 19:00
ΕΔΩ:



13 Ιουλ 2026

ΠΡΩΙΝΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ...


Χθες είχα αναρτήσει στο facebook το βιντεάκι αυτό μαζί με το πιο κάτω κείμενο:

ΠΡΩΙΝΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ...

...από ένα φοβισμένο φιλαράκι! Άκουσα το τιτίβισμά του και γύρισα το κεφάλι προς τη βεράντα. Ήταν εκεί και με κοίταε, κουνώντας την άσπρη μακριά ουρίτσα του! Απέφυγα να κάνω απότομες κινήσεις μήπως το τρομάξω και φύγει, αλλά αυτό συνέχισε να με κοιτάει. Πήρα θάρρος και το πλησίασα. Πρότεινα την παλάμη κι αυτό ανταποκρίθηκε. Το κράτησα για λίγο και μπήκα στο σπίτι, μα ύστερα αυτό πέταξε και κάθισε σ' ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη μου. Έβγαλα κάμποσες φωτογραφίες και συνέχισα την εργασία μου στον υπολογιστή μου. Μετά από μισή ώρα περίπου πέταξε και κάθισε για μια στιγμή στο πληκτρολόγιο, γύρισε και με κοίταξε, και μετά πέταξε από το ανοικτό παράθυρο κι εξαφανίστηκε προς τη μεριά του Πενταδάκτυλου!

Τα πουλιά, οι καλύτεροί μου φίλοι... το γνωρίζετε, βέβαια!

Δεν γνώριζα τι πουλάκι ήρθε στη βεράντα μας και έβαλα σχόλιο αν γνωρίζει κάποιος να με πληροφορήσει: Η συνέχεια ήταν συνταρακτική και τελικά τραυματική για μένα. Μερικοί αναγνώρισαν ότι επρόκειτο για ένα καναρινάκι κλουβιού. Και δυστυχώς αυτά τα πουλιά δεν μπορούν να ζήσουν στη φύση, γιατί δεν την έχουν γνωρίσει. Δεν γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν, δεν γνωρίζουν πού να πάνε, δεν γνωρίζουν πώς να προστατευτούν. Είναι καταδικασμένα σε θάνατο. Θα τα αρπάξει κάποιος γάτος ή θα κλείσουν για πάντα τα ματάκια τους από πείνα και δίψα σε κάποια γωνιά. Πολλοί στα σχόλιά τους έγραψαν ότι δεν έπρεπε να το αφήσω να φύγει, γιατί γνώριζαν τι το περίμενε. Ήταν όμως αργά. Το πουλάκι πέταξε και έφυγε προς το άγνωστο. Δεν γνωρίζω για την τύχη του.  Νιώθω τύψεις... 

Είχα κι εγώ κάποτε, δεκάχρονος στο Βασίλι, ένα ζγαρτιλάκι στο κλουβί, αλλά καλύτερα να διαβάσετε την τρυφερή ιστορία του, στον πιο κάτω σύνδεσμο:


Επανέρχομαι στην ανάρτηση του facebook. Έγινε ο χαμός. Μέχρι αυτη τη στιγμή που γράφω υπάρχουν σχεδόν δέκα χιλιάδες προβολές αυτού του βίντεο. Και συνεχίζουν αυξητικά. Και το περίεργο είναι ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των θεατών, περίπου 95% είναι από την Ελλάδα...

Κάποιος σχολίασε: "Σε πιο βιβλίο της βιβλιοθήκης σου κάθισε το πουλάκι;" 
Κι εγώ από περιέργεια πήγα και κοίταξα: ήταν το βιβλίο του φίλου μου του Αντώνη Φωστιέρη με τίτλο "Θάνατος ο δεύτερος".   


 

      

 



 

8 Ιουλ 2026

Η ΝΕΦΕΛΗ ΜΟΥ...



Η ΝΕΦΕΛΗ ΜΟΥ...

...η αγαπημένη μου εγγονή με τη φίλη της Αντωνέλα, [εγγονή του αείμνηστου Ουράνιου Ιωαννίδη] μέσα σε έναν χρόνο πήραν ΧΡΥΣΟ στην Αθήνα, ΧΡΥΣΟ στην Ολλανδία, και προχθές την Κυριακή 5 Ιουλίου 2026, σε Πανευρωπαϊκό Διαγωνισμό στο Βέλγιο πήραν ΑΣΗΜΕΝΙΟ! Τίμησαν την πατρίδα τους! 

Είμαι τόσο περήφανος για την εγγονή μου. Μόλις στα δεκαπέντε της χρόνια! Μας έδωσε πολλή πολλή χαρά! Συγχαρητήρια στη δασκάλα τους.

Ο πατέρας της, ο Δάκης Κυριακίδης, λάτρης των extreme sports, πριν μερικά χρόνια μαζί με την ομάδα του, κάρφωσε για πρώτη φορά την κυπριακή σημαία στα Ιμαλάϊα! 


Η Νεφέλη, στα δεξιά της φωτογραφίας

Ο σύνδεσμος πιο κάτω είναι από σχετική ανακοίνωση 

Το χρυσό της Ολλανδίας


Το ασημένιο στο Βέλγιο




 

7 Ιουλ 2026

ΕΝΑΣ ΓΡΙΦΟΣ...


 ...στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στην Πόλη Χρυσοχούς! Ένας φεγγίτης ψηλά, στην ανατολική πλευρά του ναού. Τι να σημαίνει άραγε; Μπορεί κάποιος να βοηθήσει στην αποκρυπτογράφηση; 

25 Ιουν 2026

"8+5 ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ"


ΘΥΜΑΣΤΕ ΤΙΣ "ΣΕΛΙΔΕΣ" ;

Ήταν το εβδομαδιαίο περιοδικό του Φιλελεύθερου και είχε μεγάλη επιτυχία. Τον Αύγουστο του 1994 είχαμε μια έκπληξη: πρόσφερε στους αναγνώστες ένα ωραιότατο βιβλίο με διηγήματα των καλύτερων πεζογράφων, παλαιών τε και νεότερων τα οποία συνοδεύονταν από έργα Κυπρίων δημιουργών. Τίτλος "12+1 καλοκαιρινά διηγήματα". Τον επόμενο χρόνο, πάλι μέσα στον καύσωνα του Αυγούστου του '95, έδωσαν ένα δεύτερο βιβλίο με τίτλο "8+5 καλακαιρινά διηγήματα και εικόνες". Στην πρώτη περίπτωση συμμετείχε ένας εξ Ελλάδος λογοτέχνης, τη δεύτερη χρονιά πέντε. Και οι δύο εκδόσεις ήταν θαυμάσιες αλλά για να γίνει αυτό υπήρξαν οι άνθρωποι που οραματίστηκαν, ανθολόγησαν, επιμελήθηκαν, και μεταξύ αυτών οι αείμνηστοι φίλοι Μιχάλης Πιερής και Ελένη Νικήτα για το πρώτο, Νίκη Μαραγκού και Ελένη πάλι, για το δεύτερο. 

Υπήρξα τυχερός γιατί ανθολογήθηκα στο δεύτερο βιβλίο, με το διήγημά μου " Το Σταυρόλεξο", το οποίο συνόδευε έργο του ζωγράφου Σταύρου Αντωνόπουλου. Η πιο μεγάλη χαρά μου όμως ήταν η αναφορά του Αρχισυντάκτη των "Σελίδων" στο διήγημά μου. Ήταν το πρώτο διήγημα που έγραψα, και την αναφορά του τη θεώρησα ως πολύ καλή κριτική. Αρχισυντάκτης ήταν ο σημερινός διευθυντής του Φιλελεύθερου Άριστος Μιχαηλίδης. Τον ευχαριστώ ξανά! Και τα δύο βιβλία μοιράστηκαν σχεδόν σε 50,000 αναγνώστες.

Πιο κάτω, το εισαγωγικό κείμενο του κ. Μιχαηλίδη στις "Σελίδες".

ΚΙ ΕΓΩ, ΚΑΘΟΜΑΙ ΑΜΙΛΗΤΟΣ ΣΕ ΜΙΑ ΓΩΝΙΑ...

«... Στο σαλόνι παίζει η τηλεόραση. Κι εδώ στην κουζίνα η γριά μου αλείφει ασπράδι στα τσουρέκια με το πινέλο, θαρρείς του Θεόφιλου, η ανιψιά μου γυαλίζει τα κόκκινα αυγά μ' ένα λαδωμένο πανάκι, κι εγώ, ο Θανάσης ο Μπούκας, εξήντα εφτά χρόνων, Μακρονησιώτης, σαράντα χρόνια μπαινοβγαίνοντας στο μαρξισμό, κάθομαι αμίλητος σε μια γωνιά και τις κοιτώ, μη ξέροντας πια πώς ν' αντιδράσω...»
Είναι αλήθεια πως αυτή τη βδομάδα, το διάβασμα αρχίζει από τα διηγήματα. Παραμελήσαμε (προς στιγμή, βεβαίως) το μανιώδες φυλλομέτρημα του περιοδικού, όταν είχαμε στα χέρια μας αυτή την πρωτότυπη δημιουργία «8+5 καλοκαιρινά διηγήματα και εικόνες». Έτσι κι αλλιώς οι γνωστές «Σελίδες» θα είναι πάντα εδώ, κάθε βδομάδα, θα τις διαβάσω... αργότερα. Ενώ τις καταπληκτικές εικόνες που μας προσφέρουν τόσο απλόχερα οι πεζογράφοι μας, δεν μπορείς να τις βρεις μπροστά σου εύκολα, χωρίς να τις αναζητήσεις στο πέλαγος των χιλιάδων λογοτεχνικών εκδόσεων. Μια φορά το χρόνο, κάθε καλοκαίρι έστω, που οι Σελίδες συνήθισαν πια να κάνουν αυτά τα μακροβούτια στο φωτισμένο κόσμο της λογοτεχνίας, η ευκαιρία μας να ανανεώσουμε και να δροσίσουμε τις σκέψεις και τις παραστάσεις μας είναι μοναδική. Σ' έναν κόσμο που έμαθε να ικανοποιεί τις πνευματικές του ανάγκες μπροστά στην τηλεόραση, εικόνες σαν αυτήν που μας προσφέρει ο Σκαμπαρδώνης, είναι η πιο ευχάριστη και δημιουργική συνάμα διέξοδος.

Κι ο Νίκος Νικολάου: «... Δεν άντεξε άλλο. Με δύναμη ασυγκράτητη τινάχτηκε πάνω του σαν μανιασμένο θεριό, παρασύροντας καρέκλες, έπιπλα κι ό,τι άλλο βρισκόταν μπροστά του. Ούτε έβλεπε, ούτε άκουε πια. Βύθισε το χαρτοκόπτη στο σώμα του κι ο άλλος σπάραξε σαν άλογο που ξεκοιλιάζεται από μυτερά κέρατα ερεθισμένου ταύρου στην αρένα. Κάποιοι που ήταν κοντά έπεσαν πάνω τους για να τους χωρίσουν...» Αυτή την έκδοση, λοιπόν, διαβάστε την. Μην την προσπεράσετε έτσι. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια, αιώνες ολόκληροι, για να μπορέσει η ελληνική γλώσσα να πλάσει τέτοια κουλτούρα, τέτοια λογοτεχνία, να πλάσει εικόνες που σε κάνουν να ταυτίζεις τόσο εύκολα αλλά και τόσο σαγηνευτικά τον εαυτό σου μ' έναν κόσμο απόμακρο ή και ανύπαρκτο.

Οι Σελίδες, δεν δίστασαν πέρσι να επιχειρήσουν την πρώτη επαφή τους (την πρώτη και για όλα τα κυπριακά έντυπα) με το χώρο αυτό, σε μια προσπάθεια να φέρουν τους λογοτέχνες μας όσο κοντύτερα στην πλατιά μάζα των Κυπρίων αναγνωστών. Η επιτυχία εκείνου του εγχειρήματος, καθώς και η δεδομένη επιτυχία του σημερινού, μας δεσμεύει και για τη συνέχεια…

Άριστος Μιχαηλίδης
Αρχισυντάκτης

[Σελίδες, τ. 193, 4/8/1995]

Το έργο του Σταύρου Αντωνόπουλου, για την εικονογράφηση του διηγήματός μου.




 

1 Ιουν 2026

ΔΥΚΙ ΟΚΟ ΕΚΕ ΝΑΚΑ (διήγημα)


Το 1967 η αγγλική ομάδα ARSENAL ήρθε στην Κύπρο και έδωσε μια σειρά από ποδοσφαιρικούς αγώνες εναντίον κυπριακών ομάδων. Στο Μουσείο της Άρσεναλ υπάρχει μια φωτογραφία της ομάδας με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο να τους καλοσωρίζει στην Κύπρο. Στους αγώνες που έδωσαν νίκησαν όλες τις κυπριακές ομάδες. Και όμως δέκα χρόνια πριν, το 1957, στο αποκορύφωμα του Κυπριακού Απελευθερωτικού Αγώνα, μια ομάδα πιτσιρκάδων σε ένα χωριό στην Καρπασία, νίκησαν την ομάδα των Άγγλων, που είχαν το στρατόπεδο τους στις Ακράδες. 

Ο πιο κάτω σύνδεσμος οδηγεί στο σχετικό άρθρο για τους αγώνες της Arsenal στην Κύπρο και φωτογραφία με το Μακάριο:      

Δύκι-όκο Έκε-νάκα
διήγημα του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Όξφορντ Στρητ και Τότεναμ Κωρτ Ρόουντ γωνία, με το δισάκι στον ώμο, κουρασμένος και πεινασμένος μετά την πρώτη μου πολύωρη επίσκεψη στο Βρετανικό Μουσείο. Πρώτη φορά βρίσκομαι σ’ αυτή την πόλη και το μυαλό επεξεργάζεται τις εικόνες που είναι ακόμη μπερδεμένες μέσα μου. Όλες οι φυλές του κόσμου στη σειρά, σαν ένα τεράστιο φίδι, που το κεφάλι του διαλύεται στις μεγάλες αίθουσες, ενώ το σώμα του αργοσέρνεται στο πλακόστρωτο και η ουρά του, που φθάνει ώς έξω στο δρόμο, χτυπιέται πέρα δώθε στο πεζοδρόμιο, με τους τελευταίους να μην έχουν αποφασίσει αν πρέπει να παραμείνουν στη σειρά ή ν’ αλλάξουν πρόγραμμα. Μετά, η ανυπομονησία μέχρι να βρεθεί ο δρόμος προς τα Μάρμαρα και η συγκίνηση. Το μουσείο είναι ο πιο ακατάλληλος τόπος για να θαυμάσει κανένας ένα έργο τέχνης. Καθώς χαιρετάς την «Κόρη» και προσπαθείς νοερά να την τοποθετήσεις στο φυσικό της χώρο, ξεπροβάλλει από πίσω ένα γιαπωνεζάκι και σε φέρνει στην πραγματικότητα, ενώ τα αιγυπτιακά, τα ρωμαϊκά και τα άλλα εκθέματα, που κουβάλησαν εδώ απ’ όλη την αυτοκρατορία, δεν έχουν παρά να σου προσφέρουν απέραντη θλίψη. Τα αγάλματα στις γωνιές έχουν το βλέμμα σκυλιού σε ξένη γειτονιά. Αναρωτιέσαι τι πραγματικά έχει κερδίσει αυτός ο λαός ή τι έχει χάσει τελικά.

Στέκομαι τώρα σε μια άλλη ουρά και χαζεύω τις φωτογραφίες στους τοίχους, που δείχνουν τα διαθέσιμα προϊόντα. Τρεις σειρές μπροστά στον πάγκο και τρία ολόδροσα κορίτσια, με τις στολές και τα κόκκινα σκουφάκια τους, παίρνουν τις παραγγελίες από τους βιαστικούς περαστικούς, που μιλούν στα κινητά τους σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, και την ώρα ακόμα που δίνουν την παραγγελία τους. Πραγματική Βαβέλ! Γρήγορα γρήγορα ετοιμάζουν τους δίσκους, πληρώνονται, δίνουν ρέστα και ο καθένας πια ψάχνει για τραπεζάκι.

Πανδαιμόνιο. Ενώ πλησιάζω και δεν έχω αποφασίσει ακόμη τι θα πάρω, προσπαθώ να δω τι τρώνε, προσπαθώ ν’ ακούσω τι παραγγέλνουν οι πρώτοι στη γραμμή, ρίχνοντας ακόμη τις τελευταίες ματιές στις φωτογραφίες. Mac cheese coke, mac chicken coke, mac fish coke mac etsi coke, mac allios coke, φτάνει η σειρά μου και στο «yes please» της Kοκκινοσκουφίτσας παραγγέλνω κι εγώ ένα «Μπίκι-φτέκι κόουκ, με πάκα-τάκα-τάκες, πλιζ».

Θεέ μου, τι είπα! Πώς μου ξέφυγε αυτή η βλακεία! Αλλά και αυτή, χωρίς διαμαρτυρία, χωρίς να ξαναρωτήσει, χωρίς ίχνος απορίας, δίνει την παραγγελία παρακάτω κι αρχίζει να ετοιμάζει το δίσκο μου. Κατάλαβε τι της έχω πει; Δεν περνούν πέντε λεπτά και είμαι έτοιμος. Πληρώνω κι απομακρύνομαι αναλογιζόμενος τι μακ-σκαραλίκια θα έτρωγα.

Μπράβο! Εδώ όλα τα καταλαβαίνουν. Δεν τους ξεφεύγει τίποτα. Το μπιφτέκι μου αχνίζει και η παγωμένη κόκα κόλα σβήνει τη δίψα μου.

Άραγε είχαν καταλάβει και τότε; Πάντα με βασάνιζε αυτό το ερώτημα, αλλά να τώρα που αναπάντεχα είχα την απάντηση. Είχαν καταλάβει και πολύ καλά μάλιστα. Μιλώ για τα χρόνια της «Ανεμοθύελλας».

Όταν παίζαμε στην έδρα του «Ανέμου», τα πράγματα ήταν καλύτερα, γιατί χρησιμοποιούσαμε κανονικό γήπεδο. Oι Eγγλέζοι είχαν στρατώνα εκεί κοντά και βέβαια δεν μπορούσε να λείπει το γήπεδο. Πηγαίναμε πολύ συχνά, δεν τους πείραζε, άλλο που δεν θέλαμε κι εμείς, σκόπιμα, γιατί πολλές φορές εκτελούσαμε και κάποιες αποστολές. Κάναμε τους κατασκόπους και μαθαίναμε τι αυτοκίνητα και πόσα μπαινόβγαιναν στο στρατόπεδο, τι ώρα και άλλα και, αν μπορούσαμε, γράφαμε και τα νούμερα ακόμα.

Η έδρα της «Θύελλας» ήταν στην αυλή της εκκλησίας. Μικρό το γήπεδο, αλλά τη δουλειά του την έκανε.

Όταν δεν παίζαμε ποδόσφαιρο, κάναμε ό,τι περνούσε από το μυαλό μας. Παίζαμε τις γλώσσες. Σπάζαμε τις λέξεις σε συλλαβές και τις ανασυνθέταμε προσθέτοντας σε κάθε συλλαβή ένα «κε», ένα «κι», ένα «κο» ανάλογα με το φωνήεντο που προηγείτο. Δηλαδή, όταν μίκι λούκου σάκα μέκε μεταξύ μας, οι λέξεις διαλύονταν σε συλλαβές, γίνονταν εικονίτσες στο μυαλό μας και, ανάλογα με την ευστροφία του καθενός, έπεφτε και η μετακινούμενη καρτελίτσα με το «κάπα» και οι λέξεις αποκτούσαν πια μια άλλη αξία.

Μερικοί από μας μιλούσαν και... γαλλικά, στην περίπτωση αυτή όμως το σύστημα δούλευε διαφορετικά. Όταν θέλαμε να πούμε «βούτυρο», λέγαμε «βουλεβού-βουλετύ-βουλεγό».

Κάποιοι άλλοι μπορούσαν να μιλήσουν και κινέζικα, αρκεί να έβαζαν ένα «τσι» ή ένα «τσογκ», και δυο πολύ προχωρημένοι μπορούσαν να εναλλάσσουν τα φωνήεντα με τα σύμφωνα. Δεν ήταν τυχαίο που η ομάδα στο τέλος έβγαλε τρεις φιλολόγους, δυο δασκάλους κι έναν ποιητή.

Ένα απόγευμα λοιπόν, στο γήπεδο του «Ανέμου», ενώ παίζαμε αμέριμνοι, εμφανίστηκε τρέχοντας μια ομάδα από Eγγλέζους που για πρώτη φορά ακολουθούσαν αυτή τη διαδρομή. Διέσχισαν το γήπεδο και, ξεφεύγοντας από τη γραμμή τους, σταμάτησαν στο κέντρο. Σταματήσαμε κι εμείς γιατί δεν ξέραμε τις προθέσεις τους.

O επικεφαλής άρχισε να μας μιλά, αλλά δεν υπήρχε επικοινωνία. Κάποιοι στρατιώτες είπαν κάτι άλλο, αλλά μάταια. Τότε μου ήρθε η φαεινή ιδέα: πήρα την μπάλα και, τοποθετώντας τη στο σημείο του κέντρου, φώναξα δυνατά:

«Παίκε ζέκε τέκε μπάκα λάκα, μάκα λάκες;».

Oι δικοί μου, που εντωμεταξύ μαζεύτηκαν κοντά μου, ξαφνιάστηκαν από την κίνησή μου, έβαλαν αυθόρμητα τα γέλια και το γέλιο μεταδόθηκε και στους Eγγλέζους.

Κάποιος απ’ αυτούς έβγαλε αμέσως ένα νόμισμα και το γύρισε μπροστά μου για να διαλέξω τέρμα. Δεν έδειξα «κορόνα», έδειξα «γράμματα» και ο αγώνας άρχισε. O «Άνεμος» και η «Θύελλα» έγιναν αμέσως «Ανεμοθύελλα» και σε λίγο σημειώναμε και το πρώτο μας τέρμα. Εμείς ήμασταν καμιά δεκαπενταριά κι αυτοί μόνο εφτά, ήταν και κουρασμένοι από το τρέξιμο και σε λίγο σημειώναμε και το δεύτερό μας τέρμα. O αγώνας έληξε σε λιγότερο από δεκαπέντε λεπτά, μόλις κατάφεραν κι αυτοί με κόπο να σημειώσουν ένα τέρμα. Μπήκαν πάλι στη γραμμή και, χειροκροτώντας μας, αποχωρούσαν.

Απομακρύνθηκαν λίγο και τότε όλοι μαζί, συνεννοημένοι, αρχίσαμε να φωνάζουμε με όλη μας τη δύναμη για να μας ακούσουν:

«Άκα-νέκε-μόκος-θύκι-έκε-λλάκα.

Δύκι-όκο Έκε-νάκα, Δύκι-όκο Έκε-νάκα».

Αλλά αμέσως μας έπιασε και το εθνικό μας και τολμήσαμε να φωνάξουμε και το άλλο:

«Ζήκι τώκο όκο Μάκα ρίκι όκος», «Ζήκι τώκο όκο Μάκα ρίκι όκος».

Αυτοί σήκωσαν τα χέρια και μας χαιρετούσαν ώσπου χάθηκαν στη στροφή, επιστρέφοντας στο στρατόπεδό τους.

-----------------

Μια κοπελίτσα με κόκκινο σκουφάκι με ρώτησε ευγενικά αν είχα τελειώσει.

«Θένκεν-γιούκου» της είπα χαμογελαστός, με τον αέρα του πολύγλωσσου, σπρώχνοντας ελαφρά τον δίσκο προς το μέρος της.

Αυτή, επιστρέφοντας το χαμόγελο και δείχνοντας δυο σειρές από κάτασπρα δόντια, μου είπε σε άψογα ελληνικά: «Καλό σας απόγευμα, κύριε! Καλά να περάσετε στο Λονδίνο».

[Από τη συλλογή μου “Η κόρη του δραγουμάνου” Μεταίχμιο, Αθήνα 2003. Ο μικρός ποδοσφαιριστής είναι ο εγγονός μου Κωνσταντίνοσ] 

[] 









 

29 Μαΐ 2026

Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ


Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ

Ἡ Πόλις ἦταν τὸ σπαθί, ἡ Πόλις ἦταν τὸ κοντάρι,
Ἡ Πόλις ἦταν τὸ κλειδὶ τῆς Ῥωμανίας ὅλης,
Κι ἐκλείδωνε κι ἐσφάλιζεν ὅλην τὴν ῾Ρωμανίαν,
Κι ὅλο τὸ Ἀρχιπέλαγος ἐσφικτοκλείδωνέν το.
(Δημοτικὸ)


ἄκουσε τὴ φοβερὴ κραυγὴ * ἔμεινε ἀκίνητος γιὰ μιὰ στιγμὴ * σήκωσε ἀργὰ τὸ χέρι πρὸς τὴν πόλη του * τὸ κούνησε σὰν νὰ τὴ χάιδευε τρυφερὰ * κι ὕστερα πῆρε τὸ μαντίλι του * μὲ τὸν χρυσὸ ἀητὸ ἀπάνω κεντημένο * μὰ ἔτσι καθὼς τὸ ἀνέμιζε * πέταξε ὁ ἀητὸς καὶ χάθηκε.

Tότε ἡ ματιά του θόλωσε
Ἡ ἀνάσα του ἔγινε βαριὰ
Xτύπησε ἡ καρδιά του δυνατὰ
Καὶ μὲ τὸ χέρι σταθερὸ
Τράβηξε ἀπ᾽ τὸ θηκάρι του
Τὸ ἀτσάλινο σπαθὶ
Κι ὅρμησε ἀκάθεκτος
Ὅρμησε μέσα στὶς ὀρδὲς
Ποὺ κύματα ἔπεφταν στῆς πόλης του
Τὰ γκρεμισμένα τείχη.

Δὲν τὸν ξανάδε πιὰ κανείς∙ ἔγινε φῶς!
Ἔγινε φῶς ποὺ ἁπλώθηκε
Σ᾽ ὅλη τὴν οἰκουμένη.

[Ν.Ν-Χατζημιχαήλ, Ύδατα Υδάτων, δελτία θυέλλης, σελ.36, Κάρβας 2016] 



20 Μαΐ 2026

ΟΠΩΣ ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ...


ΟΠΩΣ ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Mια ευχάριστη έκπληξη! Κάποιοι στίχοι μου, που είχα αναρτήσει κάποτε στο facebook, ντύθηκαν με νότες και το αποτέλεσμα με άφησε ενεό. Μια απίστευτη μουσική σύνθεση, σχεδόν με τη φωνή μου! Μου την έστειλε ένας φίλος από την Αθήνα. Κι εκεί που απεχθανόμουν την Τεχνιτή Νοημοσύνη, τώρα άρχισα να έχω μια άλλη άποψη: τώρα τη φοβάμαι, πραγματικά. Ακούστε το τραγουδάκι.

Μια φίλη σχολίασε:

Το ακούω το ξανακούω και δεν το πιστεύω πως είναι δημιούργημα της ΤΝ! Τόσο, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετική μελοποίηση, τόσο επιτυχημένη μουσική ανάγνωση του ποιήματος! Είναι στ' αλήθεια απίστευτο και τρομακτικό πώς κατάφερε ο άνθρωπος με την ΤΝ να συνομιλήσει με την Τέχνη! Δείχνει το τέλος του Homo Sapiens όπως τον ζήσαμε ή η ΤΝ είναι ένας σταθμός που θα διδάξει πως Τέχνη μόνο ο Άνθρωπος μπορεί να παράξει?

Θα δείξει! Ελπίζω να μην ζήσω αυτή τη μετάβαση σε άνθρωπο-μηχανή χωρίς συνείδηση και ευαισθησία!

...και της απάντησα:

Πολύ σωστές οι παρατηρήσεις σου, φίλη μου. Κανένας δεν γνωρίζει πού οδηγείται ο άνθρωπος. Σίγουρα θα βοηθήσει σε κάποιους τομείς. Στην ιατρική ίσως πιο πολύ. Είναι όπως το μαχαίρι: κόβει το ψωμί, μπορεί όμως να κόψει και έναν λαιμό. Στην Τέχνη δεν ξέρω πού θα οδηγήσει. Στα αθηναϊκά Νέα, προχθές το Σαββατοκύριακο είχε ένα ενδιαφέρον άρθρο του Jean Michel Jarre και μίλησε και για τη σχέση της ΤΝ με τη Μουσική!

Πιο κάτω η λεπτομέρεια για την τεχνολογία από τα Νέα: