18 Μαρ 2017

ΑΝΟΙΞΗ...

Τίποτε δεν μπορεί να τη σταματήσει... ξεσπά!
Ακούγεται και η υπέροχη φωνή μιας αφτοτζηνάρας:
"κοστέσσεράπεθθερά"...

video


Τ Πουλιά

 Στν βράχο το γιαλο κάθεται  γλάρος
 Κι διάφορα τ πέλαγο κοιτ
 Μ μάτια μισοκοιμισμένα κα ξυπν
 Κάθε φορ πο ρχίζει τ τραγοδι της
 Μι φραγκολίνα πο μετρ ψωμι
 Κι λο εκοσι τέσσερα τ βρίσκει.

 Κα καθς το ρέσουν τ πλουμίδια της
 Κα τ᾿ λλα τ σημάδια πο χει στ φτερ
 Πιάνει κι ατς σκοπ κα σιγοτραγουδ

 Ἀφτοτζηνάρα το γιαλο
 Τζα σμέρνα το πελάου
 Δν σο τ λάλουν, μάνα μου
 ᾿Πο λλόου μου φυλάου!

 [Από την ποιητική μου συλλογή Διθαλάσσου, Κάρβας 2012] : http://dithalassou.blogspot.com.cy/



ΣΗΜΕΙΩΣΗ


Ἀφτοτζηνάρα: ἡ φραγκολίνα, ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἀτταγάς, ἀτταγήν, ἀτταγηνάρα. Τὸ χαρακτηριστικὸ τατὰ τατὰ τατατὰ κελάηδημα τῆς φραγκολίνας ἔχει ταυτιστεῖ στὴ φαντασία τοῦ λαοῦ μὲ τὴν τραγικὴ ἱστορία μιᾶς νεαρῆς κοπέλας τὴν ὁποία βασάνιζε ἡ πεθερά της. Μιὰ μέρα ποὺ μόλις εἶχε ξεφουρνίσει τὰ ψωμιά της, κατέφθασε ἡ πεθερά, τὰ μέτρησε καὶ τὰ βρῆκε λιγότερα ἀπὸ τὸν καθορισμένο ἀριθμό. Ἡ νεαρὴ κοπέλα ἔλεγε ὅτι τὰ ψωμιὰ ἦταν εἴκοσι τέσσερα ἐνῶ ἡ πεθερά της ἐπέμενε ὅτι ἦταν εἴκοσι τρία. Ἡ νύφη ἔλεγε τὴν ἀλήθεια, μὰ ἡ πεθερὰ ἐξοργισμένη τὴν ἅρπαξε καὶ τὴν ἔριξε μέσα στὸν πυρωμένο φοῦρνο. Ὁ Θεός, ποὺ ἔβλεπε τὴ σκηνή, τὴ λυπήθηκε καὶ τὴ μεταμόρφωσε σὲ φραγκολίνα. Ἀπὸ τότε ἡ φραγκολίνα ἀκούγεται νὰ κελαηδᾶ στοὺς ἀγροὺς λυπημένη: «᾿κοστέσσεράπεθερά,᾿κοστέσσεράπεθερά».


14 Μαρ 2017

... ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ...


Άνοιξη βούισμα στους κροτάφους
Άνοιξη αμόνι και σφυρί
Άνοιξη πρόσθια καταβύθιση


[ΕΛΥΤΗΣ, τα ετεροθαλή] 


Άνοιξη πίκρισμα του σκίνου
Άνοιξη άζωτο της αμασχάλης
Άνοιξη σουσάμι αόρατο


Άνοιξη σάλτο της ακρίδας
Άνοιξη μήτρα σκοτεινή
Άνοιξη πράξη ακατονόμαστη



3 Μαρ 2017

ΤΟΣΗ ΟΜΟΡΦΙΑ!


Πορεύτηκα προς τον Μαχαιρά σήμερα∙ σκεφτόμουνα τη θυσία του Γρηγόρη, τις τόσες θυσίες∙ σκεφτόμουνα τι πάει λάθος∙ εδώ∙ και στην άλλη Ελλάδα∙ τι μπορώ να κάνω∙ πόνος αβάστακτος! 

Θεέ μου, πόση ομορφιά!

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

Γρηγόρη, ες αεί

Μια προσέγγιση της ομώνυμης ζωγραφικής σύνθεσης του Γ. Πολ. Γεωργίου μέσα από την Μπαλάντα του Γρηγόρη Αυξεντίου, Ανώνυμου, που δημοσιεύτηκε στις 8 Μαρτίου 1957 στην Tribune, λίγες μόνο μέρες μετά τη θυσία του Γρηγόρη. Η μπαλάντα δημοσιεύεται στη συνέχεια του πιο κάτω κειμένου, στα αγγλικά και στα ελληνικά σε μετάφραση Α. Κ. Ιντιάνου, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου "Πυρσός". 


Έβγα, έβγα λεβέντη Γρηγόρη,
Τη σπηλιά σου περίζωσαν όπλα 
Στις κορφές των βουνών βγαίνει ο γήλιος 
Μια ζωή μένει να σώσεις.
                      

Γ. Πολ. Γεωργίου, Γρηγόρη ες αεί, λάδι, 123 x 221 εκ., 30 Απριλίου 1957,
 Συλλογή Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου.  

του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
Στις 3 του Μάρτη το 1957, ένας νέος και φλογερός αγωνιστής, ο Γρηγόρης Αυξεντίου, έδειξε σε όλο τον κόσμο πως το ηρωικό του άλμα προς την ελευθερία ήταν αντιστρόφως ανάλογο προς το μικρό μέγεθος της πατρίδας του. Η ηρωική του θυσία, μετά από έναν άνισο αγώνα, ενός εναντίον εξήντα Άγγλων στρατιωτών για ώρες πολλές, που οδηγήθηκαν εκεί μετά από προδοσία και το γεγονός ότι οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν μέσα απαράδεχτα και επέδειξαν ακόμα, ύπουλη και άνανδρη στάση, σκόρπισε συγκίνηση σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο και στους ίδιους ακόμα τους Βρετανούς. Υψώθηκαν αμέσως φωνές διαμαρτυρίας μέσω επιστολών και μέσω της Τέχνης. Στη συγκλονιστική Μπαλάντα του Γρηγόρη Αυξεντίου -για να σταθώ μόνο σε ένα έργο- που δημοσιεύτηκε στην Tribune, πέντε μόλις μέρες μετά, φαίνεται το τεράστιο μέγεθος της φλόγας που ξεπήδησε από το λαμπάδιασμα του Γρηγόρη.

Ο υμνητής του κυπριακού αγώνα, ζωγράφος Γ. Πολ. Γεωργίου, συγκλονισμένος κι αυτός από τη θυσία του Γρηγόρη, μετατρέποντας τους στίχους της Μπαλάντας σε εικόνες, μας έδωσε μια από τις ωραιότερες συνθέσεις του: «Γρηγόρη, ες αεί». Το έργο που ξεκίνησε αμέσως και ολοκληρώθηκε στις 30 του Απρίλη του 1957 περικλείει όλο το μεγαλείο της θυσίας του Γρηγόρη Αυξεντίου. 

Οι Άγγλοι στρατιώτες, οδηγημένοι ύστερα από προδοσία, περικυκλώνουν το κρησφύγετό του, μα δεν μπορούν να το καταλάβουν. Μάταια τον καλούν να παραδοθεί. Η απάντηση του είναι σταθερή και αμετάκλητη:

            Μπρος, ελάτε τους φώναξε, ελάτε
            Μοναχός είμαι τώρα δω πέρα.
            Με ντουφέκι ένας άνδρας προσμένει,
            Να με πιάσετε, ελάτε αν μπορείτε.


Στον κλοιό των Άγγλων στρατιωτών, εικονίζονται τα μνήματα των ηρωικών νεκρών του αγώνα που αργότερα, το μέρος αυτό του πίνακα θα αποτελέσει την πασίγνωστη ξεχωριστή του σύνθεση «Τα φυλακισμένα Μνήματα», στα οποία θα προστεθεί και ο σταυρός του Γρηγόρη Αυξεντίου.


Οι αγγλικές αρχές αρνούνται να παραδώσουν τους νεκρούς για να ταφούν από τους δικούς τους. Η έκκληση του ζωγράφου προς τον Κυβερνήτη Σερ Χιου Φουτ θα μείνει χωρίς απάντηση:


«Ευσεβάστως απευθύνομαι προς την Εξοχότητά σας για να σας ζητήσω να λευτερώσετε τους νεαρούς νεκρούς που είναι θαμμένοι πίσω από τα κάγκελα των κεντρικών φυλακών για να ταφούν χριστιανικά και ν’ αναπαυθούν σε ειρήνη».


Για τον ηρωικό νεκρό, ο ζωγράφος θα πει και τούτα:

«Το απανθρακωμένο λείψανο του Γρηγόρη Αυξεντίου, θάφτηκε στις 3 του Μάρτη του 1957, πίσω από τα σιδερένια κάγκελα των κεντρικών φυλακών κοντά στους τάφους του Καραολή, του Δημητρίου, του Μιχαήλ, του Μαυρομάτη, του Κουτσόφτα, του Παναγίδη, του Ζάκου, του Πατάτσου και του Παλικαρίδη.

Σαράντα μέρες μετά τον θάνατό του, σ΄ένα μνημόσυνο για την ανάπαυση της ψυχής του, ενώ η μητέρα του μοιρολογούσε, ένα λευκό περιστέρι πέταξε και κάθισε στην εκκλησιά».

Στον κλοιό των Άγγλων στρατιωτών, όμως, βλέπουμε και τη σάλπιγγα της αλήθειας. Είναι το φύλλο της Tribune, που τον Μάρτη του 1957 «έστησε με τα πετράδια του λόγου μνημείο στην κυπριακή λεβεντιά υμνώντας την αντρειοσύνη του Γρηγόρη».

Ο εχθρός όμως, δεν μπορεί να εξουδετερώσει τον Γρηγόρη. Είναι η ώρα των ανάδρων:

            Τότε τρίζουν βαρέλια μπενζίνα
            Πέραθε όπου ο στρατός δεν τα βλέπει
            Και τους δίνει φωτιά με τα βόλια
            Και περίφλογος καίγεται ο σπήλιος.

            Το μικρό το χωριό τώρα σιέται
            Στου βουνού την κορφή απ΄τον βρόντο
            Μια κι ο σπήλιος σωπαίνει. Οι εξήντα
            Μπορούν άφοβα πια να μπουν μέσα.

Η μάχη τελειώνει. Ο Γρηγόρης περνά στην αθανασία. 

            Και μιλώντας αδέλφι, σ΄αδέλφι
Και γονιός στο παιδί του, σε αγγόνι
Στου λαού του τη μνήμην αιώνια
            Θε να ζει ο λεβέντης Γρηγόρης.






1 Μαρ 2017

ΤΑ ΠΟΝΗΡΑ ΠΤΗΝΑ ΤΗΣ ΖΥΓΑΡΙΑΣ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΗΣ
ΑΦΥΛΑΚΤΗ ΔΙΑΒΑΣΗ
[ποιητική σύνθεση, εκδόσεις Διάττων, σελίδες 40, 14.5Χ23 εκ., Αθήνα 2012]

Είναι κάποια βιβλία, που δεν τοποθετούνται ποτέ στα ράφια της βιβλιοθήκης μου. Τα κρατώ επάνω στο γραφείο μου, τα παίρνω στα χέρια μου κάθε τόσο, τα φυλλομετρώ, εξετάζω κάθε λεπτομέρεια τους, ανοίγω κάθε σελίδα με προσοχή χαϊδεύοντας το χαρτί, τα διαβάζω μέχρι …την επόμενη φορά.
το βιβλιόσημο του συγγραφέα
Ένα τέτοιο βιβλίο έχω μπροστά μου τώρα: την ΑΦΥΛΑΚΤΗ ΔΙΑΒΑΣΗ. Τυπωμένο με μεράκι στις εκδόσεις «Διάττων», στην Αθήνα, με την «αγαπημένη γουτεμβέργειο τυπογραφία», όπως μου γράφει ο ποιητής της, ο αγαπητός Γιώργος Γεωργούσης, και φυσικά η πρώτη μου δουλειά είναι να χαθώ ανάμεσα στις σελίδες του για να απολαύσω πρώτα το άρωμα που αφήνει η μελάνη στο χαρτί. Για το άρωμα των βιβλίων έχω γράψει ένα μικρό κείμενο και μπορεί να διαβαστεί εδώ: ΥΛΑΓΙΑΛΗ ( κι απ΄αφορμή το άρωμα των βιβλίων)

Δεν γνωρίζω ποια σειρά στα δημιουργήματά του κατέχει το βιβλίο αυτό, πάντως στο «Ελληνομουσείον» του περιοδικού Ακτή, μετρώ τριάντα δύο εκδόσεις ποίησης, με τελευταίο «Η σαρκοφάγος του Ήλιου». Το πρώτο του ποιητικό βιβλίο, «Νυκτιλύκη», είχε εκδοθεί το 1966, από τις εκδόσεις "Ίκαρος", όταν ο ποιητής ήταν εικοσιπέντε χρονών.

χαρακτικό του Ρἀλλη Κοψίδη
Στον κολοφώνα του βιβλίου διαβάζω ότι η ποιητική σύνθεσή του, τυπώθηκε στα τυπογραφεία των εκδόσεων Διάττων με στοιχεία πελασγικά των δώδεκα στιγμών, στο πολυτονικό σύστημα. Το κόσμημα στο εξώφυλλο και η προμετωπίδα είναι χαρακτικά του Ράλλη Κοψίδη, και τις διορθώσεις έκανε ο κοινός μας φίλος Θεοδόσης Πυλαρινός. Συνάντηση ανθρώπων με πολλή αγάπη για την παραδοσιακή τυπογραφία. Ο Κοψίδης έβγαζε το περιοδικό Κάνιστρο, με χίλιες δυσκολίες, χρησιμοποιώντας ένα πολύγραφο. Φοιτητής, την δεκαετία του εβδομήντα, τα ξετρύπωνα από τα χαμηλά ράφια, σε ένα βιβλιοπωλείο στη στοά της Λυρικής Σκηνής, στην Ακαδημίας. Έχω όλα τα τεύχη δεμένα σε έναν τόμο. Ο Γεωργούσης σχεδιάζει, και σε άλλες εκδόσεις του χρησιμοποιεί τα δικά του σχέδια. 

το εξώφυλλο του βιβλίου
Στο εξώφυλλο, λοιπόν, το ανάγλυφο κόσμημα του Κοψίδη διαλεγμένο από τον ίδιο τον ποιητή, «τα πονηρά πουλιά της ζυγαριάς», συνάδουν με το πνεύμα του περιεχομένου: όλο και κάποιο χέρι αγγίζει πονηρά τον δίσκο της ζυγαριάς και αλλάζει η ισορροπία του κόσμου. Πρώτα η δικιά μας. Του ποιητή, που μας προσανατολίζει σ΄αυτή τη συγκλονιστική σύνθεσή του με τους πρώτους στίχους:

            Άναψε ο προβολέας του λαθρεπιβάτη
            και φάνηκαν τα πρώτα ερυθρά αιμοσφαίρια∙
            αραδιασμένα πάνω στο κατάστρωμα∙
                        όλα με το δρεπάνι τους∙
            -το ακάματο ημικύκλιο,
            Πλαταγίζοντας σε χέρσο χωραφάκι.

Δεν θα προσπαθήσω να κάνω κριτική ανάλυση, γιατί μάλλον θα αδικήσω το βιβλίο. Θα δώσω όμως πιο κάτω τρεις σελίδες από τη σύνθεση: το πρώτο μέρος (α'), το δεύτερο (β') και το τελευταίο (κθ'). Αξίζει τον κόπο να αποκτήσετε αυτό το βιβλίο. 

Θα ήθελα, να αναφερθώ στο μότο του βιβλίου: «μετά την σκιάν τάχιστα γηράσκει χρόνος», του Κριτία. Ο χρόνος παρέρχεται τάχιστα, διαρκεί όσο και η σκιά. Τι αλήθεια κι αυτή. Και πόσο ταιριάζει στην «αφύλακτη διάβαση».






ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ


Όσο μικρές κι αν είναι οι μέλισσες, έχουν εγκέφαλο που ...δουλεύει! Οι έρευνες και τα πειράματα συνεχίζονται, αλλά δεν γνωρίζουμε ακόμα τα όρια της γνωστικής τους λειτουργίας (cognition).

[New York Times, printed edition, 25/2/17] .


14 Φεβ 2017

ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ "ΠΙΚΡΟΛΙΘΟ"


Ζήνων Ζαννέτος

Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ: 
Πικρόλιθος, σημειώσεις σχεδίας, 
Κάρβας 2014
 [Νέα Ευθύνη, τ.34-35, Ιούλιος - Δεκέμβριος 2016, σ. 446]
  
Η θλιβή και ο έλεγος, απ’ αιώνων φωνή της σταυρικής μοίρας της Κύπρου, η ειδή και το ήθος της ποίησης του «Πικρόλιθου»

Ο ποιητής του «Πικρόλιθου», με χθόνια κυπραία υλικά, υποστασιοποιεί τη φωνή της ψυχής του, πετυχαίνοντας την αναβίωση τής δια των αιώνων ελεγείας φωνής της Κύπρου –«τ’ αηδόνι που γλυκά θλιβάται», μας υποψιάζουν τα Πετραρχικά κύπρια σονέτα των Μέσων Χρόνων. Η τραγική θλιβή υποστηρίζει το σύνολο σχεδόν, των στίχων του «Πικρόλιθου». Άλλωστε, ο ευφυής τίτλος της συλλογής εισάγει, μεταφορικά, στα χαρακτηριστικά αυτής της θλιβής: στη γαιώδη ταυτότητά της –λίθος– στον πολιτισμικό της καημό –πικρό-λιθος– στον μετασχηματισμό της σε πίστη –ειδώλια πικρολιθικά, κρεμασμένα στον λαιμό ως φυλακτά. Ακόμα και το σχήμα των πικρολιθικών ειδωλίων παραπέμπει στον σταυρικόν, απεσταγμένο πόνο της θλιβής, που εκχαίεται ως αίσθηση καθολικής πίκρας –πικρόλιθος– του κοινού των Κυπρίων.

Στον «Πικρόλιθο» ο μύθος εμπραγματώνεται στον βίο της Κύπρου ως ιστοριόμυθος, την ώρα που ο βίος αυτός μυθεύεται στον τόπο του μαρτυρίου και του θαύματος. Είναι μια νέα ποιητική τεχνουργία, που αναπλάθει το πρόσωπο της τέχνης, που ανασωματώνει, με τον τρόπο του θαύματος, το σώμα του λόγου σε μύθο. Μ΄ αυτόν τον ποιητικό τρόπο προεκτείνεται ο λόγος του μύθου μέχρι τα όρια της ανατροπής του, με έλλογες δισημίες και συμβολικές διοσημίες.

Ο λόγος των ποιημάτων της συλλογής «Πικρόλιθος», ως εκρηκτική ύλη, σφενδονίζεται συμβολικά στα πεδία των συναισθήσεων, του θαύματος της ύπαρξης, του χώρου της έκστασης και της θλιβής, που είναι ο συναίσθητος τόπος της φωνής της ιστορίας και της Μοίρας της Κύπρου. Η ύλη της ποίησης του «Πικρόλιθου» είναι ο ίδιος ο τόπος –η Κύπρος– ως πέτρα αγαλματοποιός, που, κατά τον ποιητή, λειαίνεται για να γίνει σώμα και σχήμα –ιστορία και πολιτισμός– και να εκτεθεί στο φως της ακρογιαλιάς, ύστερα από μακρινό ταξίδι μέσα στην άβυσσο και στο σκότος του ταραγμένου βυθού. Στην επιφάνεια αυτού του βότσαλου θα κτίσουν, μας λέει ο ποιητής, τα περιστέρια τη φωλιά τους και τα χελιδόνια θ΄ανάψουν τα κεριά και τις λαμπάδες τους.

Η πέτρα κατέχει σημαντική θέση στους πολιτιστικούς αναβαθμούς της ιστορικής παρουσίας της Κύπρου. Ήταν η βάση της οικοδόμησης της κατοικίας, αλλά και το πρώτο εργαλείο της ζήσης και το πολεμικό όπλο του θανάτου. Ήταν, επίσης, μέσο και ύλη, κατά την αυγή της πολιτισμικής δημιουργίας της Κύπρου. Τη διαδικασία της βύθιας λείανσης της πέτρας σε βότσαλο ακολουθεί και η ποιητική Τέχνη, η οποία με τα λειανθέντα βότσαλα του λόγου, στον μυστικό βυθό της συνείδησης, αγαλματίζει σε μορφή και τέχνη το ποίημα.

Στον «Πικρόλιθο» υποβόσκει ο μύθος της ιστορίας της Κύπρου, τον οποίον σωματώνει ο ποιητής σε σύμβολα όπως τα πουλιά, η σχεδία, η σκήτη, το πηγάδι, το καράβι, για να αποδοθεί η δυναμική των συμβολικών φωνών του και η μυστική του τελεολογική του έκφανση, ως πικρανθός της μοίρας του τόπου.

Ο Σεφέρης στην ήμερη καθημερινότητα της Κύπρου διέγνωσε το επικό μεγαλείο της βιοτής του κόσμου του Ομήρου. Ο ποιητής του «Πικρόλιθου» εκφαίνει το σώμα του τραγικού αυτού του κόσμου, με τις ακτινώσεις του, με το στάγμα δηλαδή των δακρύων της θλιβής και του πόνου του, το εκχεόμενο από τον απωθημένο γόον του τραγικού, όπως καταστάθη ως κλήρος της ιστορίας και της μοίρας του Κόσμου της Κύπρου. Η αίσθηση του τραγικού προκαλείται με ποικίλους ποιητικούς τρόπους μορφικής διαπραγμάτευσης του ποιητικού θέματος. 

Το ποίημα «Πικρόμελο» αναδιαπραγματεύεται ιστορικό-διδακτικά το μέγα παράδοξο του ιστοριόμυθου της Κύπρου: την επανάσταση των Κυπρίων κατά των Περσών, με κεντρικό ήρωα τον Ονήσιλο (499-497). Ο μύθος του Ονήσιλου, ως γνωστόν, γοήτευσε πολλούς σύγχρονους ποιητές της Κύπρου, με προεξάρχοντα τον Παντελή Μηχανικό, επειδή η συμβολισμική του ανάγνωση δίνει σημαντικές απαντήσεις για τα εκάστοτε δολώματα της μοίρας της Κύπρου, αλλά και την σοβούσαν, εκάστοτε, διχόνοιαν των ίδιων των Κυπρίων, κατά το ταραχώδες ταξίδι του νησιού μέσα στους ιστορικούς αιώνες. Η πλοκή, όσο και το τέλος του μύθου, με συμβολισμούς πολύσημους, μπορεί ως έτοιμη σκευή να φορεθεί ως πουκάμισο του Νέσσου και να δώσει αυτογνωσιακά διδάγματα στους Έλληνες της Κύπρου: η δημιουργική πολιτισμική δυναμική του λαού της Κύπρου και τα πραγματωμένα αποτελέσματά της φαντάζουν, κάθε φορά, στα μάτια της πρωτόγονης δύναμης του ζόφου επιθυμητό λογάρι, που το χρύσειον φως του πέπρωται να γίνει βορά του χαίνοντος σκότους Αγαρηνού βαρβάρου. Στον εκάστοτε άνισον αγώνα αντίστασης και ελευθερίας της Κύπρου οι μακράν κείμενοι όμαιμοι συντρέχουν με «οβολόν πτωχίας», αλλά και οι εφιάλτες οι ημέτεροι έχουν γερό μερτικό στην καταστροφή. Η τραγωδία του ’74, που ως οφικό δηλητήριο κυκλοφορεί στις φλέβες του νου και στις αρτηρίες της καρδιάς του ελληνοκυπρίου μπορεί να ξαναδιαβαστεί, προς διδαχήν, με τη συμβολική αλφαβήτα του ιστοριόμυθου του Ονήσιλου. Ο μύθος του «Πικρόμελου» ακροτελευτά με καβάφειον τρόπο:

δοκιμάστε απ΄το δικό μου, της προδοσίας το πικρόμελο που στάζει απ΄το κρανίο μου για να θυμάστε πως πρέπει πάντα να φυλάγεστε απ’ τους αισχρούς Στασάνορες, μα πιο πολύ απ΄τους προδότες Γόργους.

Το τραγικό βίωμα συνοδεύει την ιστορική βιοτή της Κύπρου κι αυτό το τραγικό δίνει και σήμερα το εκχεόμενο αίμα του ως μελάνη για την ποιητική σύνθεση και γραφή του Λόγου και του Μύθου της Κύπρου.

Τα «Πουλιά», που άδουν με γλυκειά θλιβή τον λυρισμό του φυσικού κάλλους του τόπου και βουβαίνονται μέσα στο αιωρούμενο φτερό τους, αφού δέχτηκαν το δηλητήριο του φιδιού και έγιναν βορά του, η ταξιδεύτρα «Σχεδία», χρυσοπράσινο φύλλο, που λικνίζεται στην αγαπημένη θάλασσα της Μεσογείου, κομίζοντας το Άγιο Φως του πολιτισμού, η «Σκήτη» που παραπέμπει το θυμικό του αναγνώστη στην άσκηση και τον Εγκλεισμόν του Αγίου Νεοφύτου, αλλά και στην ιέρωση της ολοκαύτωσης του Γρηγόρη Αυξεντίου στον Μαχαιρά και στο «αυτοπροαιρέτως θνήσκειν περί πάτρης» του Κυριάκου Μάτση, του γιου του Πενταδάκτυλου και όλων των εγκλείστων στις κρύπτες και στις οπές της γης καθαγιασμένων αγωνιστών της ΕΟΚΑ, όλα τα πολύσημα σύμβολα της τραγωδικής ποίησης του «Πικρόλιθου», αποτελούν ιδιόμορφα χορικά, συστατικά μέλη του τραγικού λόγου και μύθου της Κύπρου.

Ο ποιητικός λόγος στον «Πικρόλιθο» αποστάζει την πίκρα του τραγικού με κλασική λιτότητα. Μια πίκρα, που χωρίς εμφανή οιμωγή ή γόον ξυπνά στον αναγνώστη οικεία κακά, τον πόνο της άφευκτης κατάρας της μοίρας του τόπου, ενώ, ταυτόχρονα, ελευθερώνει φωνές – προτάσεις του συνειδότος για την κάθαρση του Κυπρίου και την αυτογνωσία του.

Η συλλογή «Πικρόλιθος» είναι ποιητικός άρτος από της πίκρας το προζύμι. Συμφλογιστές του ζυμώματος και του πυρώματος της πίκρας είναι τα σύμβολα της χαρμονής και της έκστασης της ζήσης της Κύπρου, που, ως αντίστιξη του δράματος, συνθέτουν την τραγωδική υφή του ιστορικού γίγνεσθαι του νησιού: Τα «Πουλιά», σύμβολα του ελεύθερου θυμικού της ψυχής της Κύπρου, η ταξιδεύτρα «Σχεδία», καμωμένη από καρατομηθείσα μυρωδάτη μαύρη πεύκη της Κύπρου και το καράβι, που νεωρεί στις αγαπημένες ακτές και στ΄ακρογιάλια του, με γνώση της πληγής από θαλασσινή πέτρα, με τη μνήμη της συντροφιάς των συνταξιδευτών του πουλιών και δελφινιών και τη θύμηση της γλώσσας και του τραγουδιού τους. 

Ο Νίκος Χατζημιχαήλ πραγματώνει απόλυτα, μορφικά και μυθικά, την υπό ανάγνωση ποιητική σύνθεση με το τελευταίο ποίημα της συλλογής «Πικρόλιθος», που φέρει τον τίτλο «Μονόλογος Σπουργίτη». Ο αναγνώστης δυσκολεύεται και διχογνωμεί στην ερμηνεία του συμβόλου του ποιήματος, επειδή ο μονόλογος φωνεί από έναν τόπο πού ΄ναι ταυτόσημος και ταυτόλογος με τον τόπο Πατρίδας, συνυφασμένος με τον υπαρξιακό τόπο του ποιητή. Στους στίχους

     Έτσι έχω μάθει από μικρό
     Στον τόπο μου να ζω
     Κι ας υποφέρω
     Ας πονώ

ακούει την ασκημένη στον πόνο, από τις καταλυτικές διάχρονες δοκιμασίες, φωνή του Ελληνοκυπρίου, τη φωνή του υπαρξιακού τόπου του προσώπου. Και στους στίχους

     Μα εγώ 
     Θα ζήσω κι ας πονώ στον τόπο αυτό που αγαπώ
     Φάρος ακοίμητος
     Να προσδοκώ να ξεδιπλώσει τις φτερούγες του ξανά
     Του δίκαιου ήλιου πύρινος 
     Ένας κριτής αητός.

υποτροπιάζει η πονεμένη ελπίδα του αδικημένου τόπου της Κύπρου για την απόδοση δικαιοσύνης στο καταπατημένο δίκαιο του ανίσχυρου, του μικρού σπουργίτη. Η πνιγμένη φωνή του τόπου, που ακυρώνεται με τραγικά πάθη, ενέχει και το υπαρξιακό πείσμα θέληση του Ελληνοκυπρίου να μη καταποθεί από τις χειμέριες θύελλες και πλημμυρίδες βαρβαρικών στιφών, που διαχρονικά και κατά λόγον αδικίας και ανορθοδοξίας, υφίσταται.

Ο «Πικρόλιθος», ως συνόλη ποιητική κατάθεση, επέχει θέση βυζαντινού λυπηρού, που συνοδεύει την εικόνα της σταυρωμένης Κύπρου και επιστρέφει την Ιερή Πύλη του εικονοστασίου της ψυχής μας. Το λυπηρόν αυτό κατέχει την εκ δεξιόν θέση του ξύλου του σταυρού της σταυρωμένης κόρης-Κύπρου, με την εικόνα της Θεοτόκου-Μάνας Κύπρου βρεφοκρατούσας, με δυο χαίνουσες και αιμάσσουσες από σφαίρες πληγές. Καθώς ατενίζει ψυχομαχούσα τη σταυρωμένη-κόρη Κύπρο, το ορφανεύον βρέφος γλείφει το εκχεόμενον αίμα της μάνας του, ως μητρικό γάλα για να επιβιώσει.

Το «Πικρόμελο» είναι μέγα ποιητικόν επίτευγμα της νεοελληνικής γραμματείας, με καλλιτεχνικές νεωτερίσεις και λιτή ρωμαλεότητα διαχείρισης του τραγικού στάγματος του ιστοριόμυθου του Κοινού των Κυπρίων και του τόπου τους. Με την αλήθεια και την υψιπέτεια της απλότητας οι στίχοι του «Πικρόμελου» διαλέγονται ποιητικά με τον ενοικούντα στον συναισθηματικό τόπο των ελλήνων της Κύπρου ιδιότροπον έλεγον, την ιδιοπρόσωπη δηλαδή ελεγεία, συγκινησιακά προσόμοιαν με ό,τι αποστάζει και ο λιτός στίχος από τις «Ρίμες Αγάπης»

     Τ΄αηδόνι που γλυκά θλιβάται

Μόνο που εδώ η ελεγεία τραγωδεί, διαστασιασμένη στον Τόπο του τραγικού, όπου τον Λόγον, ως απόκριση στην απορία της Σταύρωσης της Κύπρου, έχει η Μοίρα και ο Θεός. Ο ποιητής, ενωτιζόμενος την ηχώ αυτού του λόγου, την καταθέτει ως φωνήν του συνόντος λόγου του κοινού της Πατρίδας, με τραγωδική σκευή, ως προεξάρχων ενός χορού από στάσιμα θλιβής και πίκρας, κι όταν ακόμα άδει την λυρικήν ευδία της βιοτής του τόπου.