25 Ιουν 2026

"8+5 ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΕΣ"


ΘΥΜΑΣΤΕ ΤΙΣ "ΣΕΛΙΔΕΣ" ;

Ήταν το εβδομαδιαίο περιοδικό του Φιλελεύθερου και είχε μεγάλη επιτυχία. Τον Αύγουστο του 1994 είχαμε μια έκπληξη: πρόσφερε στους αναγνώστες ένα ωραιότατο βιβλίο με διηγήματα των καλύτερων πεζογράφων, παλαιών τε και νεότερων τα οποία συνόδευαν έργα Κυπρίων δημιουργών. Τίτλος "12+1 καλοκαιρινά διηγήματα". Τον επόμενο χρόνο, πάλι μέσα στον καύσωνα του Αυγούστου του '95, έδωσαν ένα δεύτερο βιβλίο με τίτλο "8+5 καλακαιρινά διηγήματα και εικόνες". Στην πρώτη περίπτωση συμμετείχε ένας εξ Ελλάδος λογοτέχνης, τη δεύτερη χρονιά πέντε. Και οι δύο εκδόσεις ήταν θαυμάσιες αλλά για να γίνει αυτό υπήρξαν οι άνθρωποι που οραματίστηκαν, ανθολόγησαν, επιμελήθηκαν, και μεταξύ αυτών οι αείμνηστοι φίλοι Μιχάλης Πιερής και Ελένη Νικήτα για το πρώτο, Νίκη Μαραγκού και Ελένη πάλι, για το δεύτερο. 

Υπήρξα τυχερός γιατί ανθολογήθηκα στο δεύτερο βιβλίο, με το διήγημά μου " Το Σταυρόλεξο", το οποίο συνόδευε έργο του ζωγράφου Σταύρου Αντωνόπουλου. Η πιο μεγάλη χαρά μου όμως ήταν η αναφορά του Αρχισυντάκτη των "Σελίδων" στο διήγημά μου. Ήταν το πρώτο διήγημα που έγραψα, και την αναφορά του τη θεώρησα ως πολύ καλή κριτική. Αρχισυντάκτης ήταν ο σημερινός διευθυντής του Φιλελεύθερου Άριστος Μιχαηλίδης. Τον ευχαριστώ ξανά! Και τα δύο βιβλία μοιράστηκαν σχεδόν σε 50,000 αναγνώστες.

Πιο κάτω, το εισαγωγικό κείμενο του κ. Μιχαηλίδη στις "Σελίδες".

ΚΙ ΕΓΩ, ΚΑΘΟΜΑΙ ΑΜΙΛΗΤΟΣ ΣΕ ΜΙΑ ΓΩΝΙΑ...

«... Στο σαλόνι παίζει η τηλεόραση. Κι εδώ στην κουζίνα η γριά μου αλείφει ασπράδι στα τσουρέκια με το πινέλο, θαρρείς του Θεόφιλου, η ανιψιά μου γυαλίζει τα κόκκινα αυγά μ' ένα λαδωμένο πανάκι, κι εγώ, ο Θανάσης ο Μπούκας, εξήντα εφτά χρόνων, Μακρονησιώτης, σαράντα χρόνια μπαινοβγαίνοντας στο μαρξισμό, κάθομαι αμίλητος σε μια γωνιά και τις κοιτώ, μη ξέροντας πια πώς ν' αντιδράσω...»
Είναι αλήθεια πως αυτή τη βδομάδα, το διάβασμα αρχίζει από τα διηγήματα. Παραμελήσαμε (προς στιγμή, βεβαίως) το μανιώδες φυλλομέτρημα του περιοδικού, όταν είχαμε στα χέρια μας αυτή την πρωτότυπη δημιουργία «8+5 καλοκαιρινά διηγήματα και εικόνες». Έτσι κι αλλιώς οι γνωστές «Σελίδες» θα είναι πάντα εδώ, κάθε βδομάδα, θα τις διαβάσω... αργότερα. Ενώ τις καταπληκτικές εικόνες που μας προσφέρουν τόσο απλόχερα οι πεζογράφοι μας, δεν μπορείς να τις βρεις μπροστά σου εύκολα, χωρίς να τις αναζητήσεις στο πέλαγος των χιλιάδων λογοτεχνικών εκδόσεων. Μια φορά το χρόνο, κάθε καλοκαίρι έστω, που οι Σελίδες συνήθισαν πια να κάνουν αυτά τα μακροβούτια στο φωτισμένο κόσμο της λογοτεχνίας, η ευκαιρία μας να ανανεώσουμε και να δροσίσουμε τις σκέψεις και τις παραστάσεις μας είναι μοναδική. Σ' έναν κόσμο που έμαθε να ικανοποιεί τις πνευματικές του ανάγκες μπροστά στην τηλεόραση, εικόνες σαν αυτήν που μας προσφέρει ο Σκαμπαρδώνης, είναι η πιο ευχάριστη και δημιουργική συνάμα διέξοδος.

Κι ο Νίκος Νικολάου: «... Δεν άντεξε άλλο. Με δύναμη ασυγκράτητη τινάχτηκε πάνω του σαν μανιασμένο θεριό, παρασύροντας καρέκλες, έπιπλα κι ό,τι άλλο βρισκόταν μπροστά του. Ούτε έβλεπε, ούτε άκουε πια. Βύθισε το χαρτοκόπτη στο σώμα του κι ο άλλος σπάραξε σαν άλογο που ξεκοιλιάζεται από μυτερά κέρατα ερεθισμένου ταύρου στην αρένα. Κάποιοι που ήταν κοντά έπεσαν πάνω τους για να τους χωρίσουν...» Αυτή την έκδοση, λοιπόν, διαβάστε την. Μην την προσπεράσετε έτσι. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια, αιώνες ολόκληροι, για να μπορέσει η ελληνική γλώσσα να πλάσει τέτοια κουλτούρα, τέτοια λογοτεχνία, να πλάσει εικόνες που σε κάνουν να ταυτίζεις τόσο εύκολα αλλά και τόσο σαγηνευτικά τον εαυτό σου μ' έναν κόσμο απόμακρο ή και ανύπαρκτο.

Οι Σελίδες, δεν δίστασαν πέρσι να επιχειρήσουν την πρώτη επαφή τους (την πρώτη και για όλα τα κυπριακά έντυπα) με το χώρο αυτό, σε μια προσπάθεια να φέρουν τους λογοτέχνες μας όσο κοντύτερα στην πλατιά μάζα των Κυπρίων αναγνωστών. Η επιτυχία εκείνου του εγχειρήματος, καθώς και η δεδομένη επιτυχία του σημερινού, μας δεσμεύει και για τη συνέχεια…

Άριστος Μιχαηλίδης
Αρχισυντάκτης

[Σελίδες, τ. 193, 4/8/1995]

Το έργο του Σταύρου Αντωνόπουλου, για την εικονογράφηση του διηγήματός μου.




 

1 Ιουν 2026

ΔΥΚΙ ΟΚΟ ΕΚΕ ΝΑΚΑ (διήγημα)


Το 1967 η αγγλική ομάδα ARSENAL ήρθε στην Κύπρο και έδωσε μια σειρά από ποδοσφαιρικούς αγώνες εναντίον κυπριακών ομάδων. Στο Μουσείο της Άρσεναλ υπάρχει μια φωτογραφία της ομάδας με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο να τους καλοσωρίζει στην Κύπρο. Στους αγώνες που έδωσαν νίκησαν όλες τις κυπριακές ομάδες. Και όμως δέκα χρόνια πριν, το 1957, στο αποκορύφωμα του Κυπριακού Απελευθερωτικού Αγώνα, μια ομάδα πιτσιρκάδων σε ένα χωριό στην Καρπασία, νίκησαν την ομάδα των Άγγλων, που είχαν το στρατόπεδο τους στις Ακράδες. 

Ο πιο κάτω σύνδεσμος οδηγεί στο σχετικό άρθρο για τους αγώνες της Arsenal στην Κύπρο και φωτογραφία με το Μακάριο:      

Δύκι-όκο Έκε-νάκα
διήγημα του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Όξφορντ Στρητ και Τότεναμ Κωρτ Ρόουντ γωνία, με το δισάκι στον ώμο, κουρασμένος και πεινασμένος μετά την πρώτη μου πολύωρη επίσκεψη στο Βρετανικό Μουσείο. Πρώτη φορά βρίσκομαι σ’ αυτή την πόλη και το μυαλό επεξεργάζεται τις εικόνες που είναι ακόμη μπερδεμένες μέσα μου. Όλες οι φυλές του κόσμου στη σειρά, σαν ένα τεράστιο φίδι, που το κεφάλι του διαλύεται στις μεγάλες αίθουσες, ενώ το σώμα του αργοσέρνεται στο πλακόστρωτο και η ουρά του, που φθάνει ώς έξω στο δρόμο, χτυπιέται πέρα δώθε στο πεζοδρόμιο, με τους τελευταίους να μην έχουν αποφασίσει αν πρέπει να παραμείνουν στη σειρά ή ν’ αλλάξουν πρόγραμμα. Μετά, η ανυπομονησία μέχρι να βρεθεί ο δρόμος προς τα Μάρμαρα και η συγκίνηση. Το μουσείο είναι ο πιο ακατάλληλος τόπος για να θαυμάσει κανένας ένα έργο τέχνης. Καθώς χαιρετάς την «Κόρη» και προσπαθείς νοερά να την τοποθετήσεις στο φυσικό της χώρο, ξεπροβάλλει από πίσω ένα γιαπωνεζάκι και σε φέρνει στην πραγματικότητα, ενώ τα αιγυπτιακά, τα ρωμαϊκά και τα άλλα εκθέματα, που κουβάλησαν εδώ απ’ όλη την αυτοκρατορία, δεν έχουν παρά να σου προσφέρουν απέραντη θλίψη. Τα αγάλματα στις γωνιές έχουν το βλέμμα σκυλιού σε ξένη γειτονιά. Αναρωτιέσαι τι πραγματικά έχει κερδίσει αυτός ο λαός ή τι έχει χάσει τελικά.

Στέκομαι τώρα σε μια άλλη ουρά και χαζεύω τις φωτογραφίες στους τοίχους, που δείχνουν τα διαθέσιμα προϊόντα. Τρεις σειρές μπροστά στον πάγκο και τρία ολόδροσα κορίτσια, με τις στολές και τα κόκκινα σκουφάκια τους, παίρνουν τις παραγγελίες από τους βιαστικούς περαστικούς, που μιλούν στα κινητά τους σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, και την ώρα ακόμα που δίνουν την παραγγελία τους. Πραγματική Βαβέλ! Γρήγορα γρήγορα ετοιμάζουν τους δίσκους, πληρώνονται, δίνουν ρέστα και ο καθένας πια ψάχνει για τραπεζάκι.

Πανδαιμόνιο. Ενώ πλησιάζω και δεν έχω αποφασίσει ακόμη τι θα πάρω, προσπαθώ να δω τι τρώνε, προσπαθώ ν’ ακούσω τι παραγγέλνουν οι πρώτοι στη γραμμή, ρίχνοντας ακόμη τις τελευταίες ματιές στις φωτογραφίες. Mac cheese coke, mac chicken coke, mac fish coke mac etsi coke, mac allios coke, φτάνει η σειρά μου και στο «yes please» της Kοκκινοσκουφίτσας παραγγέλνω κι εγώ ένα «Μπίκι-φτέκι κόουκ, με πάκα-τάκα-τάκες, πλιζ».

Θεέ μου, τι είπα! Πώς μου ξέφυγε αυτή η βλακεία! Αλλά και αυτή, χωρίς διαμαρτυρία, χωρίς να ξαναρωτήσει, χωρίς ίχνος απορίας, δίνει την παραγγελία παρακάτω κι αρχίζει να ετοιμάζει το δίσκο μου. Κατάλαβε τι της έχω πει; Δεν περνούν πέντε λεπτά και είμαι έτοιμος. Πληρώνω κι απομακρύνομαι αναλογιζόμενος τι μακ-σκαραλίκια θα έτρωγα.

Μπράβο! Εδώ όλα τα καταλαβαίνουν. Δεν τους ξεφεύγει τίποτα. Το μπιφτέκι μου αχνίζει και η παγωμένη κόκα κόλα σβήνει τη δίψα μου.

Άραγε είχαν καταλάβει και τότε; Πάντα με βασάνιζε αυτό το ερώτημα, αλλά να τώρα που αναπάντεχα είχα την απάντηση. Είχαν καταλάβει και πολύ καλά μάλιστα. Μιλώ για τα χρόνια της «Ανεμοθύελλας».

Όταν παίζαμε στην έδρα του «Ανέμου», τα πράγματα ήταν καλύτερα, γιατί χρησιμοποιούσαμε κανονικό γήπεδο. Oι Eγγλέζοι είχαν στρατώνα εκεί κοντά και βέβαια δεν μπορούσε να λείπει το γήπεδο. Πηγαίναμε πολύ συχνά, δεν τους πείραζε, άλλο που δεν θέλαμε κι εμείς, σκόπιμα, γιατί πολλές φορές εκτελούσαμε και κάποιες αποστολές. Κάναμε τους κατασκόπους και μαθαίναμε τι αυτοκίνητα και πόσα μπαινόβγαιναν στο στρατόπεδο, τι ώρα και άλλα και, αν μπορούσαμε, γράφαμε και τα νούμερα ακόμα.

Η έδρα της «Θύελλας» ήταν στην αυλή της εκκλησίας. Μικρό το γήπεδο, αλλά τη δουλειά του την έκανε.

Όταν δεν παίζαμε ποδόσφαιρο, κάναμε ό,τι περνούσε από το μυαλό μας. Παίζαμε τις γλώσσες. Σπάζαμε τις λέξεις σε συλλαβές και τις ανασυνθέταμε προσθέτοντας σε κάθε συλλαβή ένα «κε», ένα «κι», ένα «κο» ανάλογα με το φωνήεντο που προηγείτο. Δηλαδή, όταν μίκι λούκου σάκα μέκε μεταξύ μας, οι λέξεις διαλύονταν σε συλλαβές, γίνονταν εικονίτσες στο μυαλό μας και, ανάλογα με την ευστροφία του καθενός, έπεφτε και η μετακινούμενη καρτελίτσα με το «κάπα» και οι λέξεις αποκτούσαν πια μια άλλη αξία.

Μερικοί από μας μιλούσαν και... γαλλικά, στην περίπτωση αυτή όμως το σύστημα δούλευε διαφορετικά. Όταν θέλαμε να πούμε «βούτυρο», λέγαμε «βουλεβού-βουλετύ-βουλεγό».

Κάποιοι άλλοι μπορούσαν να μιλήσουν και κινέζικα, αρκεί να έβαζαν ένα «τσι» ή ένα «τσογκ», και δυο πολύ προχωρημένοι μπορούσαν να εναλλάσσουν τα φωνήεντα με τα σύμφωνα. Δεν ήταν τυχαίο που η ομάδα στο τέλος έβγαλε τρεις φιλολόγους, δυο δασκάλους κι έναν ποιητή.

Ένα απόγευμα λοιπόν, στο γήπεδο του «Ανέμου», ενώ παίζαμε αμέριμνοι, εμφανίστηκε τρέχοντας μια ομάδα από Eγγλέζους που για πρώτη φορά ακολουθούσαν αυτή τη διαδρομή. Διέσχισαν το γήπεδο και, ξεφεύγοντας από τη γραμμή τους, σταμάτησαν στο κέντρο. Σταματήσαμε κι εμείς γιατί δεν ξέραμε τις προθέσεις τους.

O επικεφαλής άρχισε να μας μιλά, αλλά δεν υπήρχε επικοινωνία. Κάποιοι στρατιώτες είπαν κάτι άλλο, αλλά μάταια. Τότε μου ήρθε η φαεινή ιδέα: πήρα την μπάλα και, τοποθετώντας τη στο σημείο του κέντρου, φώναξα δυνατά:

«Παίκε ζέκε τέκε μπάκα λάκα, μάκα λάκες;».

Oι δικοί μου, που εντωμεταξύ μαζεύτηκαν κοντά μου, ξαφνιάστηκαν από την κίνησή μου, έβαλαν αυθόρμητα τα γέλια και το γέλιο μεταδόθηκε και στους Eγγλέζους.

Κάποιος απ’ αυτούς έβγαλε αμέσως ένα νόμισμα και το γύρισε μπροστά μου για να διαλέξω τέρμα. Δεν έδειξα «κορόνα», έδειξα «γράμματα» και ο αγώνας άρχισε. O «Άνεμος» και η «Θύελλα» έγιναν αμέσως «Ανεμοθύελλα» και σε λίγο σημειώναμε και το πρώτο μας τέρμα. Εμείς ήμασταν καμιά δεκαπενταριά κι αυτοί μόνο εφτά, ήταν και κουρασμένοι από το τρέξιμο και σε λίγο σημειώναμε και το δεύτερό μας τέρμα. O αγώνας έληξε σε λιγότερο από δεκαπέντε λεπτά, μόλις κατάφεραν κι αυτοί με κόπο να σημειώσουν ένα τέρμα. Μπήκαν πάλι στη γραμμή και, χειροκροτώντας μας, αποχωρούσαν.

Απομακρύνθηκαν λίγο και τότε όλοι μαζί, συνεννοημένοι, αρχίσαμε να φωνάζουμε με όλη μας τη δύναμη για να μας ακούσουν:

«Άκα-νέκε-μόκος-θύκι-έκε-λλάκα.

Δύκι-όκο Έκε-νάκα, Δύκι-όκο Έκε-νάκα».

Αλλά αμέσως μας έπιασε και το εθνικό μας και τολμήσαμε να φωνάξουμε και το άλλο:

«Ζήκι τώκο όκο Μάκα ρίκι όκος», «Ζήκι τώκο όκο Μάκα ρίκι όκος».

Αυτοί σήκωσαν τα χέρια και μας χαιρετούσαν ώσπου χάθηκαν στη στροφή, επιστρέφοντας στο στρατόπεδό τους.

-----------------

Μια κοπελίτσα με κόκκινο σκουφάκι με ρώτησε ευγενικά αν είχα τελειώσει.

«Θένκεν-γιούκου» της είπα χαμογελαστός, με τον αέρα του πολύγλωσσου, σπρώχνοντας ελαφρά τον δίσκο προς το μέρος της.

Αυτή, επιστρέφοντας το χαμόγελο και δείχνοντας δυο σειρές από κάτασπρα δόντια, μου είπε σε άψογα ελληνικά: «Καλό σας απόγευμα, κύριε! Καλά να περάσετε στο Λονδίνο».

[Από τη συλλογή μου “Η κόρη του δραγουμάνου” Μεταίχμιο, Αθήνα 2003. Ο μικρός ποδοσφαιριστής είναι ο εγγονός μου Κωνσταντίνοσ] 

[] 









 

29 Μαΐ 2026

Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ


Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ

Ἡ Πόλις ἦταν τὸ σπαθί, ἡ Πόλις ἦταν τὸ κοντάρι,
Ἡ Πόλις ἦταν τὸ κλειδὶ τῆς Ῥωμανίας ὅλης,
Κι ἐκλείδωνε κι ἐσφάλιζεν ὅλην τὴν ῾Ρωμανίαν,
Κι ὅλο τὸ Ἀρχιπέλαγος ἐσφικτοκλείδωνέν το.
(Δημοτικὸ)


ἄκουσε τὴ φοβερὴ κραυγὴ * ἔμεινε ἀκίνητος γιὰ μιὰ στιγμὴ * σήκωσε ἀργὰ τὸ χέρι πρὸς τὴν πόλη του * τὸ κούνησε σὰν νὰ τὴ χάιδευε τρυφερὰ * κι ὕστερα πῆρε τὸ μαντίλι του * μὲ τὸν χρυσὸ ἀητὸ ἀπάνω κεντημένο * μὰ ἔτσι καθὼς τὸ ἀνέμιζε * πέταξε ὁ ἀητὸς καὶ χάθηκε.

Tότε ἡ ματιά του θόλωσε
Ἡ ἀνάσα του ἔγινε βαριὰ
Xτύπησε ἡ καρδιά του δυνατὰ
Καὶ μὲ τὸ χέρι σταθερὸ
Τράβηξε ἀπ᾽ τὸ θηκάρι του
Τὸ ἀτσάλινο σπαθὶ
Κι ὅρμησε ἀκάθεκτος
Ὅρμησε μέσα στὶς ὀρδὲς
Ποὺ κύματα ἔπεφταν στῆς πόλης του
Τὰ γκρεμισμένα τείχη.

Δὲν τὸν ξανάδε πιὰ κανείς∙ ἔγινε φῶς!
Ἔγινε φῶς ποὺ ἁπλώθηκε
Σ᾽ ὅλη τὴν οἰκουμένη.

[Ν.Ν-Χατζημιχαήλ, Ύδατα Υδάτων, δελτία θυέλλης, σελ.36, Κάρβας 2016] 



20 Μαΐ 2026

ΟΠΩΣ ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ...


ΟΠΩΣ ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Mια ευχάριστη έκπληξη! Κάποιοι στίχοι μου, που είχα αναρτήσει κάποτε στο facebook, ντύθηκαν με νότες και το αποτέλεσμα με άφησε ενεό. Μια απίστευτη μουσική σύνθεση, σχεδόν με τη φωνή μου! Μου την έστειλε ένας φίλος από την Αθήνα. Κι εκεί που απεχθανόμουν την Τεχνιτή Νοημοσύνη, τώρα άρχισα να έχω μια άλλη άποψη: τώρα τη φοβάμαι, πραγματικά. Ακούστε το τραγουδάκι.

Μια φίλη σχολίασε:

Το ακούω το ξανακούω και δεν το πιστεύω πως είναι δημιούργημα της ΤΝ! Τόσο, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετική μελοποίηση, τόσο επιτυχημένη μουσική ανάγνωση του ποιήματος! Είναι στ' αλήθεια απίστευτο και τρομακτικό πώς κατάφερε ο άνθρωπος με την ΤΝ να συνομιλήσει με την Τέχνη! Δείχνει το τέλος του Homo Sapiens όπως τον ζήσαμε ή η ΤΝ είναι ένας σταθμός που θα διδάξει πως Τέχνη μόνο ο Άνθρωπος μπορεί να παράξει?

Θα δείξει! Ελπίζω να μην ζήσω αυτή τη μετάβαση σε άνθρωπο-μηχανή χωρίς συνείδηση και ευαισθησία!

...και της απάντησα:

Πολύ σωστές οι παρατηρήσεις σου, φίλη μου. Κανένας δεν γνωρίζει πού οδηγείται ο άνθρωπος. Σίγουρα θα βοηθήσει σε κάποιους τομείς. Στην ιατρική ίσως πιο πολύ. Είναι όπως το μαχαίρι: κόβει το ψωμί, μπορεί όμως να κόψει και έναν λαιμό. Στην Τέχνη δεν ξέρω πού θα οδηγήσει. Στα αθηναϊκά Νέα, προχθές το Σαββατοκύριακο είχε ένα ενδιαφέρον άρθρο του Jean Michel Jarre και μίλησε και για τη σχέση της ΤΝ με τη Μουσική!

Πιο κάτω η λεπτομέρεια για την τεχνολογία από τα Νέα:

16 Μαΐ 2026

Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΛΑΖΑΡΟΥ ΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΔΡΑΓΟΥΜΑΝΟΥ"


ΛΑΖΑΡΟΣ ΛΑΖΑΡΟΥ
ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ:
 Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΔΡΑΓΟΥΜΑΝΟΥ
[Αλήθεια, 15 Μαΐου 2026, σελ. 15]

Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ έλεγε πως «η λέξη δεν λείπει ποτέ όταν κατέχεις την ιδέα». Τούτο μου ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας το βραβευμένο βιβλίο (Κρατικό βραβείο διηγήματος 2003) του σπουδαίου πεζογράφου Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ «Η κόρη του δραγουμάνου». Δεκαεννιά διαλεκτά διηγήματα (με προλόγισμα του Χριστόφορου Μηλιώνη και με το υπέροχο εξώφυλλο του βιβλίου φιλοτεχνημένο από τον ίδιο τον συγγραφέα), άλλοτε σε πρωτοπρόσωπη και άλλοτε σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, καταφέρνουν να γοητεύσουν τον αναγνώστη με τη δομή και την ανάπτυξή τους.

Σκέφτομαι τι είναι αυτό που κάνει τη γραφή του Χατζημιχαήλ τόσο συναρπαστική κι όλο τείνω να πιστεύω πως η μαθηματική του παιδεία, ίσως τον βοηθά να είναι σαφής και ξεκάθαρος, γνωρίζοντας καλά πως οι κομψές σταυροβελονιές είναι περισσότερο το «πώς» που διαμορφώνουν κι όχι τόσο το προφανές «τι;». Επιβεβαιώνει, λοιπόν, τη ρήση του Έζρε Πάουντ πως «καλοί συγγραφείς είναι αυτοί που χρησιμοποιούν μια γλώσσα αποτελεσματική. που είναι δηλαδή καθαρή και ακριβής».

Θεματολογικά ο Χατζημιχαήλ ανασύρει τις αναμνήσεις από τα ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια («Personal cinema»), από την αγγλοκρατία (διηγήματα «Δύκι-Όκο Έκε-Νάκα», «Το γαλάζιο ποδήλατο») και την προσφυγιά («Το βένετο ξωπόρτι», «Το λεωφορείο»). Κάποια συνδυάζουν τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν («Ως τρέχει ο ήλιος»), ώστε να μπορέσει να μιλήσει για την ιστορία αυτού του τόπου, τους αγώνες για την ελευθερία, την εύθραυστη παιδική ηλικία, τα όνειρα και τις διαψεύσεις τους, τη στενή σχέση ανθρώπων και ζώων, και τελικά, για την ίδια τη ζωή και τα αιώνια υπαρξιακά της ερωτήματα.

Στα αξιοσημείωτα της συλλογής η υπαινικτικότητα, η εικονοπλασία, το χαμηλόφωνο ύφος, με επιλεγμένες εξάρσεις που προσθέτουν στοχευμένη δραματουργία, πάντα με φόντο την πανέμορφη Κύπρο του τότε, όπου το θαύμα λειτουργούσε ακόμη, κατά τη σεφερική φράση. Επίσης, ευδιάκριτα είναι το χιούμορ και η λεπτή ειρωνεία που εμφανίζονται σε κάποια διηγήματα π.χ. «Απωλέσθη σκύλος», στο οποίο, όταν ο πρωταγωνιστής Φώτης, στην προσπάθειά του να βρει τη χαμένη σκυλίτσα της αγγελίας, χάθηκε ο ίδιος, σκέφτηκε πως έγινε…«ρεζίλι των σκυλιών» και τελικά έγινε…κυνοτάρχης, από τον Σύνδεσμο Προστασίας Ζώων! Ένα άλλο παράδειγμα είναι ολόκληρο το διήγημα «Δύκι-Όκο Έκε-Νάκα» με το ανατρεπτικό τέλος, αξιοποιώντας την επινόηση, από τους πρωταγωνιστές, μιας συνθηματικής γλώσσας που προκάλεσε ευτράπελα συμβάντα (αυτό το διήγημα ταιριάζει με το «Καπλάνι της βιτρίνας» της Άλκης Ζέης, αφού και στα δύο έργα οι πρωταγωνιστές επινοούν τη δική τους ευρηματική γλώσσα).

Ο Χατζημιχαήλ είναι εξαιρετικός τεχνίτης του λόγου, ένας πανέξυπνος αρχιτέκτονας της γλώσσας, που αποφεύγει τη γραμμική αφήγηση, χρησιμοποιώντας αναδρομικά στιγμιότυπα και αξιοποιώντας την τεχνική του εγκιβωτισμού (π.χ. «Το γαλάζιο ποδήλατο», «Διαδρομή είκοσι τεσσάρων δευτερολέπτων», «Μαξ», «Θεομηνία στον κόκκινο βράχο» κλπ). Άλλες φορές, όπως στο διήγημα «Το σταυρόλεξο», χρησιμοποιεί διπλή και εναλλασσόμενη αφήγηση, δηλαδή αφήνει έντεχνα να εξελίσσονται παράλληλα δύο αφηγήσεις εντελώς διαφορετικές, οι οποίες όμως αργότερα θα ενωθούν, προσδίδοντας αγωνία και αναπάντεχο τέλος στο διήγημα. Ο Χατζημιχαήλ διαθέτει και άλλα όπλα στη φαρέτρα του: Σε αρκετά διηγήματα θολώνει τη διαχωριστική γραμμή του παρελθόντος και του παρόντος, του μύθου και της αλήθειας, του ονείρου και της πραγματικότητας, καταφέρνοντας να καμπυλώσει τον χρόνο, για να κάνει χώρο στον αναγνώστη του, ώστε να τον προβληματίσει βαθιά, και να κάνει τις απαραίτητες προσωπικές αναγωγές. Για παράδειγμα, στο διήγημα «Το λεωφορείο» αναδεύονται μαεστρικά η σκληρή πραγματικότητα και ο διακαής πόθος της επιστροφής (προσωπικά πιστεύω πως το διήγημα συνομιλεί με την «Αλλοφροσύνη» του Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη), ενώ στο πιο συγκλονιστικό διήγημα της συλλογής, «Το κομπολόι από κουκούτσια ελιάς», ο παππούς ξεκινά την ιστορία σαν παραμύθι στον εγγονό του, μα μόλις αποκοιμηθεί ο μικρός, η ιστορία συνεχίζεται στο μυαλό του παππού, ξυπνώντας βάναυσες μνήμες.

Αξιοπρόσεκτο το τέλος που δίνει κάθε φορά ο συγγραφέας στις ιστορίες του, αναγκάζοντάς σε πολλές φορές να κρατήσεις την αναπνοή σου, γιατί συνειδητοποιείς πως οι συμβολισμοί και οι πολυσημίες κάνουν το νόημα να ξεπερνούν τις λέξεις που χρησιμοποίησε. Για παράδειγμα, το διήγημα «Το γαλάζιο ποδήλατο» κλείνει με τις προτάσεις του πατέρα προς τον γιο: «Δεν γύρισε να με κοιτάξει. ‘Άύριο πρωί Ακρόπολη’ είπε ‘θέλω να δω αν φαίνεται η Κύπρος’». Αυτή η ικανότητα του Χατζημιχαήλ να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, χωρίς να βιάζεται να αποκαλύψει τη συνέχεια, αλλά και χωρίς να γίνεται ο λόγος του μακρόσυρτος και βαρετός είναι ένα χάρισμα στους διηγηματογράφους που δεν το βρίσκουμε συχνά, τουλάχιστον στον τόπο μας.

Διαβάζοντας τη συλλογή «Η κόρη του δραγουμάνου» του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ, ένιωσα πως αποτελεί ένα σημαντικό έργο της σύγχρονης κυπριακής πεζογραφίας, ευαίσθητο και στοχαστικό, που αναδεικνύει τη δύναμη της μνήμης, τη σημασία του τόπου και την αξία της καθημερινής ανθρώπινης εμπειρίας.

Τέτοια έργα πρέπει απαραιτήτως να βρίσκονται στις σχολικές αίθουσες. Είναι απορίας άξιον πως τέτοιοι συγγραφείς δεν διδάσκονται! Μέσα από απλές, αλλά βαθιά συγκινητικές ιστορίες, ο Χατζημιχαήλ καταφέρνει να αποτυπώσει τις πληγές της ιστορίας, όπως η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, χωρίς υπερβολές ή δραματοποιήσεις, δίνοντας έμφαση στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων. Με καλοδουλεμένη γραφή, η συλλογή δεν αφηγείται μόνο γεγονότα, αλλά προσκαλεί τον αναγνώστη σε μια βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης, αφήνοντάς του μια γλυκόπικρη γεύση για το παρελθόν, αλλά και το μέλλον.

-----------------------------------

Την ανάρτησή του στο facebook ο Λάζαρος Λαζάρου συνόδευσε με το πιο κάτω εισαγωγικό κείμενο: 
 
Στη σημερινή ΑΛΗΘΕΙΑ, μια κριτική ματιά στην εξαιρετική διηγηματική συλλογή του Νίκου Ν. Χατζημιχαήλ "Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΔΡΑΓΟΥΜΑΝΟΥ".
Κάθε φορά που διαβάζω παλαιότερα βιβλία, χαρισματικών λογοτεχνών, στους οποίους δεν είναι στραμμένα τα φώτα, νιώθω χαρά που τους ανακαλύπτω, αλλά και μια αμηχανία γιατί αντιλαμβάνεσαι πόσο καλά κατάφεραν να τους κρύψουν...

Ανάμεσα στα θετικά σχόλια που ακολούθησαν, πρόσθεσα και το δικό μου:

Καλημέρα, αγαπητέ μου Λάζαρε! Σε ευχαριστώ πολύ για την κριτική ματιά σου στην παλιά αυτή έκδοση του βιβλίου μου. Διάβασα προσεκτικά το κείμενο και συμφωνώ απόλυτα με τη δίκαιη προσέγγισή σου. Έχοντας υπόψη μου και τα κείμενά σου για άλλα βιβλία μου, βρίσκω πως γνωρίζεις πολύ καλά να "διαβάζεις" και να αποδίδεις εξίσου καλά την κριτική σου σκέψη. Η δραστηριότητα αυτή είναι χρήσιμη στους συγγραφείς -κυρίως τους νέους- αλλά και στους αναγνώστες. Σε συγχαίρω, με την ευκαιρία, και για τη δημιουργική ενασχόλησή σου με την ποίηση, την οποία θεωρώ σημαντική.

Θέλω τώρα να αναφερθώ στην εισαγωγική σου αναφορά για τους λογοτέχνες, "στους οποίους δεν είναι στραμμένα τα φώτα". Αν εννοείς ότι έχουν αγνοηθεί από τους ανθολόγους, ναι συμφωνώ μαζί σου. Κάποια κείμενα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία. Αν κάποια κείμενα μου (ή άλλων) είναι διαμαντάκια, κάποτε θα λάμψουν. Αν όχι, τότε θα ακολουθήσουν τη μοίρα τους. Όμως δεν είναι εκπληκτικό το ότι εσύ ανακάλυψες ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν 23 χρόνια; Δεν έχω όμως παράπονο από κανέναν, απεναντίας διηγήματά μου, ποιήματα και άλλα μεταδόθηκαν από το ραδιόφωνο πάρα πολλές φορές. Έχω επίσης "χορτάσει" δεκάδες θετικές κριτικές για το έργο μου, από σπουδαίους κριτικούς, όπως κι εσύ. Εφημερίδες και περιοδικά -στην Κύπρο και στην Ελλάδα- ουδέποτε αρνήθηκαν να φιλοξενήσουν δουλειά μου. Αν φαίνεται, τέλος, ότι κάπως κρύβομαι, είναι γιατί μου αρέσει να απομονώνομαι στην "κρύπτη" μου.

Σε ευχαριστώ ξανά για την εξαιρετική κριτική σου για το βιβλίο μου.

Βιογραφικό

Ο Λάζαρος Λαζάρου κατάγεται από την Πάφο κι είναι πρόσφυγας από την Αμμόχωστο. Γεννήθηκε το 1978 στη Λάρνακα και μεγάλωσε στη Λεμεσό, όπου έζησε για είκοσι χρόνια.Πλέον διαμένει στη Λευκωσία. Σπούδασε Παιδαγωγικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Φλώρινα) και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο UniversityofLondon. Εργάζεται ως δάσκαλος σε σχολεία της Λευκωσίας. Ασχολείται από μικρή ηλικία με τη συγγραφή θεατρικών έργων, ποίησης και διηγημάτων. Το 2021 άρχισε να εκδίδει τα έργα του με πρώτο του βιβλίο «Τα γενναία σποράκια» (Εκδόσεις εκδρομή). Συνεργάζεται με το Θέατρο Δέντρο κι έχουν ανεβάσει μαζί τις θεατρικές παραστάσεις«Τα γενναία σποράκια»,(2020) «Οι Φασουλήδες του Κατσιπόρα» (στην κυπριακή διάλεκτο, 2020), «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» (κυπριακή διάλεκτο» 2021), «Η Παναγία των Παρισίων» (2022). Το 2022 εκδόθηκε το βιβλίο του «Τσιαττίσματα: Πειράγματα τζιΑνθίσματα» υπό την αιγίδα της έδρας ΟΥΝΕΣΚΟ του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.Έργα του έχουν διακριθεί σε διαγωνισμούς στην Κύπρο και στην Ελλάδα.

 







29 Απρ 2026

"ΤΟ ΑΕΙΚΙΝΗΤΟΝ" στις "ιστορίες ΜΠΟΝΖΑΪ, η αισθητική του μικρού"


Τιμητική ανάρτηση 
στο εξαιρετικό ιστολόγιο για το μικρό διήγημα
 "ιστορίες ΜΠΟΝΖΑΪ
η αισθητική του μικρού"
του Γιάννη Πατίλη και της Ηρούς Νικοπούλου
ΘΕΡΜΕΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

ΕΔΩ
διήγημα
 του 
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ



 

26 Απρ 2026

Η ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΤΗΣ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Η παρουσία μου στην ερευνητική εργασία της Μαρίνας Σχίζα

Η ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ 
ΤΗΣ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Παρουσίαση του βιβλίου στο ιστολόγιό μου ΝΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
στον πιο κάτω σύνδεσμο:


 



25 Απρ 2026

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ: ΑΝΟΙΞΗ, ποίημα

ΑΝΟΙΞΗ

Ἡ ξερολιθιὰ στὸν τόπο μας ἀνθοφορεῖ τὴν ἄνοιξη
Καὶ τραγουδᾶ μὲ χίλια χρώματα.
Τὸ φίδι προβάλει τὸ κεφάλι
Ἀναδιπλώνει τὴ φρίκη τῆς μελανῆς ὀμορφιᾶς του
Καὶ κάθε τόσο ἀλλάζει τὸ πουκάμισό του
Καθὼς γίνεται βαρὺ ἀπὸ τὸ φορτίο τῶν ἀρωμάτων.
Ἡ ἀνεμώνη μὲ σοφία ἐπιμηκύνει τὸ λιγνὸ στέλεχός της
Βρίσκει τὸ δρόμο της μέσ' ἀπ' τὸ λαβύρινθο 
       τοῦ ἀκανθώδους θάμνου
Καὶ διαστέλλει τὰ πέταλά της στὸν γλυκὸ ἀγέρα τῆς ζωῆς.

Καὶ συλλογίζομαι ἂν θὰ μπορέσουμε κι ἐμεῖς
Νὰ βροῦμε τὸν δικό μας δρόμο
Μέσ' ἀπὸ τὸν σκοτεινὸ λαβύρινθο τῆς αἰχμαλωσίας μας
Χτισμένο μὲ τόση μαστοριὰ καὶ ἀκανθώδη τέλια
Συλλογίζομαι ἂν θὰ μπορέσουμε καμιὰ φορ
Νὰ σηκωθοῦμε πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸ χῶμα
Καὶ νὰ χαιρετίσουμε τὴν ἀνατολὴ τῆς ἄνοιξης.

[Θεοδόσης Νικολάου, Πεπραγμένα, ποιήματα, Κύπρος 1980]









20 Απρ 2026

21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967... μια πικρή ανάμνηση

ΠΙΚΡΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ
21η Απριλίου 1967

Ήμουν "Αγγελιαφόρος Δικυκλιστής" στην 31η Μοίρα Καταδρομών κι εκείνο το πρωινό της 21ης Απριλίου 1967 βρισκόμουν στη Λευκωσία μπροστά ακριβώς από το καφενείον "Χατζησάββα". Συνήθιζα, μετά την παραλαβή της αλληλογραφίας της μονάδας μου από το ΓΕΕΦ [Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς] να πηγαίνω εκεί και να απολαμβάνω το καφεδάκι μου διαβάζοντας την αγαπημένη μου "Ελευθερία", που έπαιρνα από την Πλατεία Ελευθερίας, εκεί δίπλα.

Εκεί ακριβώς, με πλησίασαν δύο ΕΣΑΚτζήδες και με διέταξαν να επιστρέψω αμέσως στη μονάδα μου γιατί είχε γίνει πραξικόπημα στην Ελλάδα. Δεν είχα άλλη επιλογή. Γύρισα αμέσως. Στο στρατόπεδο επικρατούσε μια ανήσυχη ηρεμία. Ήταν και δυο τρεις φωτογράφοι, που φωτογράφιζαν τους στρατιώτες στον Στίβο Μάχης κι αυτοί ευτυχισμένοι κι ανέμελοι, χαμογελούσαν στον φακό. Δεν θυμάμαι τώρα ποιος με έπεισε να αρπαχτώ κι εγώ από εκείνο το δίχτυ για μια φωτογραφία...

Λίγοι, βέβαια, καταλάβαμε ότι εκείνη τη στιγμή άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση. Η αντίστροφη μέτρηση για την καταστροφή της πατρίδας μας.

Γιατί σήμερα δεν βλέπω καθαρά τον Πενταδάκτυλο; Νόμιζα ότι η σκόνη έχει υποχωρήσει. Επανήλθε ή...