16 Φεβ 2019

ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΞΕΡΟΛΙΘΙΑ!


Ανθισμένη Ξερολιθιά!

Άναψε τα κλωνάρια της

και τρέλανε τη φύση∙
δίπλα της μια ξερολιθιά
είπε κι αυτή ν΄ανθίσει!


[ΝΝ-Χ, 11 Φεβ. 2019]



8 Φεβ 2019

ΑΝΘΕΜΙΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΗΣ

Ο Θεοδόσης Νικολάου στο σπίτι μας, στη Λευκωσία

Σήμερα 8 Φεβρουαρίου 2019 κλείνουν 15 χρόνια χωρίς τον Ανθέμιο Καλοκαίρη

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΑΜΗΧΑΝΟΝ ΚΑΛΛΟΣ

Και τι θα γίνει με τον Ανθέμιο Καλοκαίρη;
Αν λογαριάσουμε το έτος που βγήκε μες στον κόσμο
Χωρίς αμφιβολία μέσα στην πιο παλιά γενιά ταξινομείται.
Όμως από το χρόνο που κάνει την ουσιαστική του παρουσία
Στη νέα γενιά των ποιητών συναριθμείται.

Μεσήλιξ με γκρίζα μαλλιά και γκρίζα σκέψη
Αναπαλαιώνει τα καινούρια κι ανανεώνει τα παλιά
Αλλά μέσα στο έαρ των εφήβων, μέσα στα τερετίσματα των ρόδων
Ακούεται η φωνή του αν όχι βέβαια παράφωνη
Οπωσδήποτε όμως κάπως ξένη.

Οι εποχές όμως διαβαίνουν και χάνονται στην άβυσσο
Αλλά μέσα στο χώμα τούτο που πατούμε
Οι σπόροι έχουν το δικό τους το ρυθμό
Κι αθέατες οι ρίζες στο σκοτάδι
Βρίσκουν το δρόμο φωτεινό και προχωρούν.

Και η ποίηση;
Και η ποίηση ίσως δεν είναι μήτε ο κύκνος
Αλλά η σιγή που επιβάλλει προχωρώντας στο νερό του ποταμού
Ή μπορεί μονάχα ένα φτερό
Από τη συντετριμμένη ομορφιά του.

Ένα φτερό που χρόνια τώρα ταξιδεύει με τον άνεμο που πνέει
Και φτάνει κάποτε στην δράση σου
Και μπορείς τότε να μαντέψεις με υπομονή αλλά και τόλμη
Με λογισμό και με όνειρο
Το χρυσάφι των μαλλιών της
Και το ασήμι του προσώπου της
Και την κίνηση της κνήμης
Αυτής που κάποτε έφερε το όνομα Αγησιχόρα.

[Θεοδόσης Νικολάου, «Εικόνες», σελ. 39, Κύπρος 1988]




ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

Ἀνθέμιος Καλοκαίρης

Χάιδεψε τὴν γκρίζα γενειάδα του
Θαυμάζοντας τὴν ὀμορφιὰ
Τοῦ φεγγαριοῦ ποὺ ἔλαμπε στὸν οὐρανό.

Μὲ συγκίνηση ὑποκλίθηκε στὸν τρελὸ τῆς γειτονιᾶς
Ὑψώνοντάς τον μὲ χαιρετισμὸ καὶ μὲ κρυφὴ χαρὰ
Ποὺ ἤταν ἀδύνατο τὰ μάτια του νὰ κρύψουν.

Τὸ βραδάκι στὴν ταβέρνα τῆς γωνιᾶς, τὸ μαῦρο
Στερκὸ ἐπαίνεσε τοῦ τόπου του κρασὶ
Φέρνοντας στὸ στόμα ἄρωμα καὶ ποτήρι
Μὲ κίνηση ἀργὴ τοῦ κεφαλιοῦ καὶ τοῦ χεριοῦ
Κρίνοντας πὼς στὴ ζωή μας τελικὰ
Δὲν ἔχει σημασία τὸ τί ἀλλὰ τὸ πῶς.

Τέλος, τράβηξε γιὰ τὴ σκήτη του
Νὰ ὀνειρευτεῖ τὸ πρῶτο σπίτι του
Νὰ ὀνειρευτεῖ τὴν πρώτη του τὴ μαγική του πόλη
Προσέχοντας νὰ σταματᾶ, νὰ μὴν πατᾶ
Τὰ βατραχάκια ποὺ διασταύρωναν τὸν δρόμο
Ἔχοντας τὰ κλοπιμαῖα τῆς μέρας του στὸν ὦμο
Καὶ στὸ φεγγάρι ρίχνοντας ματιὰ εὐγνωμοσύνης
Τὶ στὸν μικρὸ σκαντζόχοιρο τὸ μονοπάτι ἀνάβει.


[Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, «Διθαλάσσου», σελ. 38, εκδόσεις Κάρβας 2012]

Ο Θεοδόσης Νικολάου στο σπίτι μας στη Λευκωσία



6 Φεβ 2019

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

[Ο Θεοδόσης Νικολάου μελετά τις εικόνες στην εκκλησία της Παναγίας της Αγγελόκτιστης στο Κίτι, Λάρνακα]

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
                                                                          
Δεν πέθανε ο μικρός θεός κι ας γίνηκε
Θρύψαλα η άδεια υδρία.
Ας ξεδιψά η δίψα του χρυσαφιού
Εκεί που το χώμα ξεδιψούσε.
Δρόμοι και σπίτια και πλατείες επάνω
Στο αθάνατο σώμα το λησμονημένο
Από το εφήμερο γένος των ανθρώπων.
Και έρχεται ώρα που υψώνει το μέτωπο λαμπρό
Χτυπά η φτερούγα του αετού
Ξαναθυμάται την αθέατη κοίτη του
Και ωρύεται τα νερά του
Επιδεικνύοντας τίτλους ιδιοκτησίας.
Ωραίος ακουμπά την κεφαλή
Στο στήθος της μητέρας
Ο για χρόνια πολλά εκμηδενισμένος
Ενώ τα έργα της υπεροψίας σωριάζονται
Στη γη, όπως τα χτίσματα των παιδιών
Κοντά στο κύμα.


[Θεοδόσης Νικολάου, «Πεπραγμένα», Κύπρος 1980, σελ. 44]


5 Φεβ 2019

ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ



ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ


Α'

Όλοι μας περιμένουμε να μιλήσει η Ιστορία.
Για να μιλήσει όμως κανείς πρέπει να δει
Το ουράνιο τόξο να γεφυρώνει την ομορφιά του κόσμου
Πρέπει ν' ακούσει τη βροχή που κυλά
Πάνω στο αυγινό στέλεχος του σταριού
Και την ερωτική φλυαρία των κυκλάμινων,
Στον ουρανίσκο το μέλι της οπώρας
Και να κρατήσει στη φούχτα του πρέπει το νερό της θαλάσσης.

Ανοίγουμε λάκκους στη γη, μα γιατί;
Ανοίγουμε λάκκους μέσα στο σκοτάδι.
Γιατί;

Η Ιστορία είναι βέβαια απασχολημένη τριγυρίζοντας
Μέσα στα πεδία των μαχών και τους υπόγειους διαδρόμους
      πού ανοίγει η άβυσσος του νου.
Παραγγέλλει πρώτα στις μέρες
Να νίψουν τα αιματωμένα πρόσωπα
Παραγγέλλει στον Απρίλη και στ' άλλα λαμπρά παλληκάρια
Ν΄ αφαιρέσουν τη φρίκη ράβοντας το δέρμα
Συγκολλώντας τα σπασμένα κόκκαλα των νηπίων
Επιδιορθώνοντας και τοποθετώντας πάλι
Στις κόγχες του προσώπου τα πεσμένα μάτια.
Τότε μπορεί να γίνει η αναστήλωση των εικόνων
Στο ξυλόγλυπτο τέμπλο των ψυχών μας.

Μα όταν λάβει καιρό χρονοτριβεί
Συγχύζοντας το βήμα της σε δρόμους που πήρε
Παραπλανημένη από οδόσημα που δεν οδηγούν πουθενά.

Τέλος όταν έρθει η ώρα να μιλήσει
Μιλά με γενικότητες και στατιστικές
Ενώ η λεπτομέρεια υποκύπτει και μηδενίζεται.
Αυτό που έχει σημασία είναι το επίτευγμα,
Όπως η ήρεμη επιφάνεια του ποταμού που κυλά
Αποκρύπτει την απεγνωσμένη πάλη των πρώτων κινήσεων.

Κι ακόμα όταν έρθει η ώρα να μιλήσει
Εμείς δεν είμαστε πια εκεί για ν' ακούσουμε
Κι αυτοί που ακούουν δεν ενδιαφέρονται πως
Η μάχη ετράπη εις απλήν σφαγήν,
Ήτις μηδεμίαν ποιούσα διάκρισιν
Μεταξύ Βένετων και Πρασίνων
Διήρκεσεν επί ώρας πολλάς, και επήνεγκε
Τον θάνατον τριάκοντα χιλιάδων ανθρώπων.
Όμως τη φωνή του Γιάννη μεσ' από τη σκόνη
      που σήκωνε το χώμα
«Μη με θάβετε, είμαι ακόμα ζωντανός»,
Ποιος θα καταγράψει,
Τώρα που εκραταιώθη η εξουσία του βασιλέως
Και όλα τα πράγματα μπήκανε σε τάξη;

Β'
 

Ο άνθρωπος που έρχεται από την Ανατολή
    δίνει το χέρι στον άνθρωπο που έρχεται από τη Δύση.
Το νερό του πόταμου είναι ρευστό
Αλλά έρχεται ώρα που περνώντας κάτω από υπερυψούμενα τόξα
Πήζει, και στήνεται το πανηγύρι
Με τραγούδια και χρωματιστές ενδυμασίες.

Τρεις ποντικοί, τρεις ποντικοί, για δέστε τους πως τρέχουν
Τα μάτια τους μοιάζουν κεριά σβησμένα που καπνίζουν.
Ένα μικρό τριαντάφυλλο π' ανθίζει μες στον κάμπο
Κόρη πανέμορφη ξυπνά με τη μοσκοβολιά του.

Ρίχνουν χιόνι ο ένας επάνω στον άλλο και γελούν
Ρίχνουν πέτρες ο ένας επάνω στον άλλο και σιωπούν
Ρίχνουν βόμβες ο ένας επάνω στον άλλο
Βόμβες ναπάλμ
Και φωνή εν Ραμά ηκούσθη
Θρήνου και κλαυθμού και οδυρμού
Ραχήλ αποκλαιομένη ουκ ήθελε παύσασθαι
Επί τοις υιοίς αυτής, ότι ουκ εισί.

Όλοι βουλιάζουν μέσα στον ποταμό
Που αγριεύει και χάνονται.
Δεν υπάρχουν τώρα οι αλλαγές των εποχών.
Οι μέρες που περνούν είναι ίδιες με τη νύχτα.
Είναι ο καιρός της σιωπής, είναι ο καιρός της κυοφορίας
Αναμένεται η γέννηση του μεγάλου Ήρωα.
 Μαντήλι από μετάξι με κρόσσια χρυσαφιά
Και χέρια δυνατά για ν' αντέχουν στα γυρίσματα του χορού.
Αυτός θα δείξει τον κρυφό δρόμο
Φτάνοντας στην καρδιά και την αταραξία της πέτρας.

Και πάλι το πανηγύρι με τραγούδια
Χρώματα και χτυπήματα
Πάνω στο πηχτό νερό
Χτυπήματα πάνω στο σώμα του θανάτου
Και ο καταποντισμός μέσα στις γλώσσες των κυμάτων
Ακαταπαύστως.

Γιατί ο ήρωας βέβαια λάμπει
Αλλά λάμπει μονάχα από μια προκαθορισμένη γωνία.
Από τις άλλες ζει μέσα στη σκιά που ρίχνει το δικό του φώς.
Ενώ το πρόσωπο του Αγίου αχτινοβολεί στον αιώνα
Ορατό από όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης
Όπως ο μικρός θεός των ναυτικών
Που βασιλεύει στην ουρά της Μικράς Άρκτου.


[Θεοδόσης Νικολάου, "Εικόνες", Κύπρος 1988, σελ. 33]
  











4 Φεβ 2019

ΟΙ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ




ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
 
ΟΙ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

                                          Στον Φοίβο Σταυρίδη

Α'

Γελούν όσοι δεν άκουσαν την ηχώ
Των σταθερών βημάτων. Μα ποιος θ' ακούσει
Μέσα στην ταραχή και τις φωνές του κόσμου;
Ασθμαίνουμε για ν' αυξήσουμε την αγάπη μας
Για ό,τι θηρεύει η αίσθηση κι αιχμαλωτίζει.
Και η ψυχή συντετριμμένη σαν κοχύλια πάνω στα λάφυρά μας,
Που η θάλασσα στο τέλος, με ακατάπαυστη κίνηση ελαφρύνει
Και στην άμμο εναποθέτει.
Ή το ενισχυμένο χέρι άλλες φορές
Με στρίψιμο επιδέξιο
Αποσπά μ' ευκολία από το βράχο.

Είδα τον καπετάνιο να γελά
Με την πίπα του στο στόμα να καπνίζει
Ενώ το καράβι του βούλιαζε.

Γελούν ακόμα γιατί δεν έχουν κατεβεί
Σκαλί σκαλί τη σκάλα
Και δεν λεηλατήθηκε η ακοή τους
Από τα σκουριασμένα σιδερικά καθώς χτυπούσαν
Σε σιδερικά. Δεν έχουν ακούσει τα κλειδιά

Να γυρίζουν δυο και τρεις φορές στις κλειδαριές.
Κι εκείνες τις φωνές του πόνου να μαυρίζουν
Μέσα στις απέραντες κάμαρες το σκότος
Δεν άκουσαν.

Αν ξέραμε
Ίσως πάνω στα χείλη μας θ' άνθιζε
Ένα πικρό μικρό χαμόγελο μονάχα
Όπως αυτό που βλέπεις στο πρόσωπο των αγαλμάτων
Γραμμένο από τους Έλληνες τεχνίτες
Τον καιρό που ερωτεύονταν τις πέτρες.


Β'

Ο ήλιος ρίχνει τα μαλλιά του από ψηλά
Και οι πέτρες κοκκινίζουν από τις γλώσσες της φωτιάς·
Λιποθυμά το χόρτο και γέρνει μέσα στον καπνό.

Όμως αυτή την κώχη δεν την πιάνει.
Όπως ο σπουργίτης διατηρεί απόσταση ασφαλείας
Από το πλησίασμα παιδιού με το πέταγμα του
Έτσι οι έλικες στην άμιλλα τους προχωρούν
Και βρίσκουν τόπο για ν' απλώσει τα φύλλα του το αμπέλι
Τόπο για τη στερεομετρία της ταξιανθίας
Και ύστερα δροσιά για τον καρπό
Στην αιώρα των ανέμων.
Δροσιά ακόμα και για την οχιά
Όταν τυλίγεται επάνω του με φρόνηση.
Άλογα τρέχουν χρεμετίζοντας
Κι ανάμεσα τους το πιο ευγενικό και ωραίο
Το τριανταφυλλί άλογο διακρίνεις.
Τόσο ελαφρό
Ελευθερωμένο τώρα από το βάρος της σοφίας
Που λες δεν τρέχει αυτό
Αλλά πετά.

Γ'

Η γνώση διδάσκει την ταπείνωση
Κρούοντας αθέατες χορδές
Και γεμίζοντας τον αιθέρα με ήχους
Που μήτε το ρεύμα που τρέχει
Μήτε το φύλλο που ψιθυρίζει
Μήτε και το κρυφό αηδόνι
Έχει γνωρίσει.

Συλλαβίζουμε και τα χρόνια περνούν
Κι εμείς μαθητές ανεπίδεκτοι μαθήσεως
δεν μπορούμε να πάμε στην άλλη σελίδα.

Για να εκτιμήσουμε το μέγεθος του φωτός
Πρέπει στον άλλο δίσκο της ζυγαριάς να βάλουμε
Την ίδια ποσότητα του σκότους.
Έτσι για να χαρούμε τη χάρη της χορηγίας
Πρέπει τα δάκτυλά μας
Να ψηλαφήσουν το περίγραμμα της απουσίας της.
Αυτό το μάθημα
Είναι το μέγιστον μάθημα.

Δ'

Τα τέσσερα σημεία της οικουμένης
Άρκτος, Δύση, Ανατολή και Μεσημβρία
Είναι οι δρόμοι των άνεμων που κυλούν
Για ν' αλλάζουν τις όψεις του προσώπου της.

Αινίγματα για την απογείωση του λογισμού
Φτερά στα όνειρα για να βιάζουν
Τις κλειστές θύρες.

Αν σας απογυμνώνω
Είναι γιατί μέσα στην ψυχή μου υπερεκχειλίζει η αγάπη.
Αν σας απογυμνώνω
Είναι για ν' αποζητήσετε τη λαμπρή στολή,
Για τη μεγάλη γιορτή που πλησιάζει.

Ε'

Ιδού λοιπόν και η λίμνη.
Χωρίς επιθυμίες, χωρίς όνειρα
Για να ξυπνά τις μυστικές επιθυμίες
Και όνειρα παλαιά ν' ανακαινίζει.

Η λίμνη αφήνει γύρω τα βουνά και το τοπίο
Να κατοικούν μες στα νερά της.
Ποιό είναι το είδωλο, και ποιό είναι το αντικείμενο
Ποιό είναι αυτό που υπάρχει και ποιά η σκιά του;
Δεν μπορείς να πεις
Ούτε ακόμα και στη φωτογραφία
Που τη γυρίζεις πάνω κάτω μες στα χέρια σου.

Σύννεφο κυλά τριανταφυλλί
Ταράζει την επιφάνεια του νερού
Κι ευθύς διαμελίζεται σ' αμέτρητα πουλιά
Πού κοιμούνται και ονειρεύονται ταξίδια.

Σκύβεις διψασμένος
Μα το νερό
Ξεφεύγει από τά δάχτυλα αλμυρό.
Όμως αυτή η ωραία μορφή που ενατενίζεις
Είναι το πρόσωπό σου
Που το βλέπεις τώρα μέσα στην ομορφιά του ουρανού
Και είναι ανάγκη να το αγαπήσεις
Για ν' απαλείψεις έτσι τις ρυτίδες και τα σημάδια της φθοράς.
Γιατί και η λίμνη φεύγει με την αποδημία των πουλιών

Και απομένει μια λευκή έκταση
Που αστράφτει και τυφλώνει την δράση.
Γι' αυτό βύθισε το βλέμμα σου μέσα στο γαλάζιο
Καθώς ξεδιπλώνεται απαλό πάνω από την κεφαλή
Κι άφησε τους υιούς των υποζυγίων
Συντρίβοντας τον καθρέφτη που σκληρύνεται
Να τρυγούν με υπομονή τον λευκό καρπό της.


[Θεοδόσης Νικολάου, "Εικόνες", ποιήματα, σελ. 16, Κύπρος 1988]