14 Φεβ 2026

ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Σας παρουσιάζω ένα σημαντικό έγγραφο, που κυκλοφόρησε πριν από 39 χρόνια, για την έναρξη της λειτουργίας του Σπιτιού της Κύπρου. Επειδή τελευταίως έγινε λόγος για τον δημιουργό του, είδαν το φως κάποιες αναρτήσεις κυρίως στο facebook. Αναρτώ το έγγραφο αφού αφαίρεσα τα ονόματα των τριών λειτουργών, οι οποίοι ορίστηκαν για να δίνουν πληροφορίες για το Κέντρο. Το έγγραφο αυτό λύνει όλες τις απορίες, που υπάρχουν, σχετικά με τη σύστασή του. 

 






4 Φεβ 2026

ΟΤΑΝ ΣΩΠάΣΑΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ


 του Λάζαρου Λαζάρου

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ:
 «Όταν σωπάσαν τα πουλιά»
[Αλήθεια, πολιτισμός, επιφυλλίδες, 3 Φεβρουαρίου 2026, σελ. 15]

Ο Στρίντμπεργκ λέει πως «στη σιωπή δεν μπορείς να κρύψεις τίποτα… όπως μπορείς στα λόγια» κι ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ (Ν.Ν.Χ.) με το βιβλίο του «Όταν σωπάσαν τα πουλιά» (Κάρβας, 2024) αποδεικνύει πως το γνωρίζει καλά, κάνοντας στροφή, από την σπουδαία ποίηση και τα άρτια διηγήματά του, που μας έχει χαρίσει το παρελθόν, στην πιο εκτενή φόρμα του μυθιστορήματος, και μάλιστα στην πιο δύσκολη μορφή του, αυτή του ιστορικού μυθιστορήματος. Το αποτέλεσμα τον δικαιώνει, τόσο εκδοτικά, άλλωστε οι εκδόσεις των βιβλίων του πάντα ξεχωρίζουν για την καλαισθησία τους, αλλά και ως προς το περιεχόμενό του, καθώς δεν είναι υπερβολή να πούμε πως, το ανά χείρας βιβλίο, συγκαταλέγεται στα πιο καλογραμμένα μυθιστορήματα των τελευταίων δεκαετιών.

Κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, το οποίο χωρίζεται σε 5 μέρη, είναι ο μακρινός προπαππούς του συγγραφέα, ο φλογερός ιερέας Παπαγιάννης Παπαθεοδούλου. Πρόκειται για άνθρωπο δραστήριο, ευθύ και τολμηρό, που δεν διστάζει να τα βάλει με την Εκκλησία ή με ισχυρά πρόσωπα της εποχής, προκειμένου να υπερασπιστεί την ελεύθερη γνώμη του. Ο Ν.Ν.Χ., όμως, δεν είχε πρόθεση να γράψει μια ηθογραφία, γι’ αυτό και γύρω από τον Παπαγιάννη αποτυπώνονται, με τρόπο λογοτεχνικό, πέραν από τα προσωπικά πάθη, το κλίμα της εποχής, οι συγκρούσεις, οι μεγάλες χαρές, οι ανυπέρβλητες τραγωδίες, αλλά και οι αναγκαίες συσχετίσεις με τη σύγχρονη εποχή, ώστε να προβληματιστεί βαθιά ο προσεκτικός αναγνώστης.

Γνωρίζουμε καλά πως όσο το συλλογικό παρελθόν ξεμακραίνει από το παρόν, τόσο ξεθωριάζει και παραμονεύει ο κίνδυνος ένα ιστορικό μυθιστόρημα να περιοριστεί σε απλά ονόματα, τοποθεσίες και στεγνά γεγονότα. Ο Ν.Ν.Χ όμως εργάστηκε σκληρά, πραγματοποιώντας εκτενή έρευνα για την εποχή που πραγματεύεται το βιβλίο του: από την έναρξη της αγγλοκρατίας το 1878 («Τώρα που ήρταν οι Εγγλέζοι, θ’ αλλάξουν τα πράγματα») μέχρι το πρώτο ενωτικό δημοψήφισμα του 1921. Δεν είναι λίγες οι αναφορές σε εφημερίδες της εποχής όπως την «Εφημερίδα της Σκάλας», «Σάλπιγγα της Λεμεσού», «Αλήθεια», Φωνή της Κύπρου». Βέβαια, μόνο η ύπαρξη ιστορικών προσωπικοτήτων και το ορθό χωροχρονικό πλαίσιο δεν επαρκούν για να κάνουμε λόγο για λογοτεχνικό έργο. Κι αυτό το γνωρίζει ο Ν.Ν.Χ., γι’ αυτό και φρόντισε να προσθέσει την απαραίτητη μυθοπλασία, που σύμφωνα με τον ίδιο, υπερκαλύπτεται από την προφορική παράδοση της οικογένειάς του.

Ο Ν.Ν.Χ., με το παρόν βιβλίο του, φτάνει σε ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό αποτέλεσμα, γιατί καταφέρνει να αναβιώσει το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, με υποδειγματική παραστατικότητα (Αγγλοκρατία, Νομοθετικό Συμβούλιο, Δίκη Γιαγκ, Αρχιεπισκοπικό ζήτημα), αλλά και το γεωγραφικό περιβάλλον της Καρπασίας, με επίκεντρο το χωριό Βασιλικά, το γειτονικό Λεονάρισσο με τον αστυνομικό σταθμό, το Τρίκωμο με τον Δραγομάνο και μακρύτερα την Αγία Ζώνη και το Βαρώσι. Ταυτόχρονα, όμως, ζωντανεύει, λογοτεχνικά, και με τρόπο αβίαστο, τη ζωή των κατοίκων, με τον ιδιαίτερο τοπικό λαογραφικό τους χαρακτήρα, την αγροτική ζωή με τις επίμοχθες εργασίες όπως το μάζεμα των χαρουπιών, της ελιάς, της σταφίδας, τα ζίβανα και τη ρατζή, αλλά και την κυπριακή ύπαιθρο. Επίσης, σκιαγραφεί την ανελέητη μάχη για εξουσία, τις οικονομικές ζυμώσεις (ίδρυση μετοχικής Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας) και τις κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης. Μέσα από τη γραφίδα του, ο Ν.Ν.Χ. δίνει ξανά πνοή στις «φραγκολίνες», τις «πετρόβουρνες», τους «νερόλακκους», τους «ηλιακούς», τη «λινάτσα», τις «τόνενες καρέκλες», την «πουργουρόσουπα», το «στερκό κρασί», την «κολόκα», τους «μισταρκούς», τις «κανναβίτσες», τη «μαμμή» και το «αλακάτι».

Αν και ο χρόνος στο μυθιστόρημα είναι γραμμικός, εντούτοις ο Ν.Ν.Χ. επιστρατεύει την τεχνική του εγκυβωτισμού, ώστε να φωτίσει καλύτερα κάποια σημαντικά γεγονότα, και τους γρήγορους διαλόγους, για να προστατεύσει την αφήγησή του και να μην κουράσει. Ακόμα και στην παρουσίαση της δίκης του Γιαγκ, με τους πολλούς μάρτυρες και τα επαναλαμβανόμενα επιχειρήματα, ο συγγραφέας αρκείται στα εντελώς απαραίτητα γεγονότα και δεν ξεχνά να κρατά αμείωτο το λογοτεχνικό ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Αυτό που εντυπωσιάζει μεμιάς στο έργο είναι η δεινότητα του Ν.Ν.Χ. να στήσει, ως σκηνογράφος, (άλλωστε είναι εξαιρετικός ζωγράφος) το εντυπωσιακό σκηνικό του. Έχοντας στο φόντο του καμβά την πανέμορφη Κύπρο του 19ου αιώνα, ο συγγραφέας αποτυπώνει την καθημερινότητα των Καρπασιτών, των Αμμοχωστιανών, αλλά και όλων των Κυπρίων, με τις σκληρές μέρες της βιοπάλης, της φτώχειας, των αδικιών, των προσωπικών παθών, των σκληρών δοκιμασιών της μοίρας, των ασθενειών (ευλογιά, φυματίωση, τυφοειδής πυρετός), των φυσικών καταστροφών και των εθνικών πόθων. Μα δεν εξαντλείται στην απλή αναπαραγωγή του παρελθόντος.

Στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τον νοτιοαφρικανό συγγραφέα Zakes Mda, ο οποίος λέει πως «γράφει ιστορική μυθιστοριογραφία για να αντιμετωπίσει το παρόν» κι ότι «τα ιστορικά μυθιστορήματα ίσως βοηθάνε και εμάς του ίδιους να κατανοήσουμε καλύτερα την ίδια την ιστορία μας». Αυτό ακριβώς κάνει και ο Ν.Ν.Χ., ο οποίος μέσα από τη στηλίτευση των κομμάτων που πρωτοεμφανίστηκαν εκείνη την εποχή, μέσα από την επικράτηση των προσωπικών φιλοδοξιών και των αυθαιρεσιών της εξουσίας, παρέχει στον αναγνώστη του την ευκαιρία να κάνει τους ανάλογους συσχετισμούς με το σύγχρονο συγκείμενο. Με αυτό το σκεπτικό έχω την εντύπωση πως το παρόν μυθιστόρημα ξεπερνά την ιστορία και γίνεται μεθιστορικό.

Άξια λόγου είναι και η ευαισθησία που επιδεικνύει ο συγγραφέας ως προς το λεξιλόγιό του. Σταχυολόγησα μερικές μόνο λέξεις όπως «αντερί», «σερπετό», «καματερό», «συνείσακτη», «λουκάντα», αλλά και τη διάνθιση του κειμένου με λέξεις της διαλέκτου που ξυπνούν άλλες εποχές όπως «κουκκουμάρα», «μουγκάνισε», «νεκαλητό», «ταπατζιά», «λάλαρο», «ζάφτι», «ζαφτιές», «λαδαρκό».

Μπορεί τα πουλιά να σωπαίνουν 3 φορές στο μυθιστόρημα (θάνατος Ρουμπίνης, Μαργαρίτας και Παπαγιάννη-Νικόλα), μπορεί κατά τον Ρίτσο «εδώ σωπαίνουν τα πουλιά,/σωπαίνουν κι οι καμπάνες,/σωπαίνει κι ο πικρός Ρωμιός/μαζί με τους νεκρούς του» («Ο ταμένος»), όμως αυτά τα πουλιά νιώθω πως είναι η συλλογική μας μνήμη, είναι οι θύμησες που κάποτε σωπάνε μπροστά στα ανείπωτα κακά της μοίρας μας, μα αλίμονο αν χάσουμε τα πουλιά, αλίμονο, για να θυμηθώ ένα ανατριχιαστικό διήγημα του Ν.Ν.Χ., εάν ο παπαγάλος Κόκο πάψει να φωνάζει πως «Την πόλη έκτισε ο Τεύκρος, ο γιος του Τελαμώνα, ο Τεύκροοοοος…».


3 Φεβ 2026

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΚΛΑΙΝΕ


ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΪ

Για πολλοστή φορά, το εξαιρετικό ιστολόγιο "Ιστορίες Μπονζάι", η αισθητική του μικρού, του ποιητή Γιάννη Πατίλη [Γιάννης Πατίλης] και της λογοτέχνιδας εικαστικού Ηρούς Νικοπούλου [Ηρώ Νικοπούλου] φιλοξενεί ένα διήγημά μου από τα παλιά. Οφείλω άπειρες ευχαριστίες για την τιμή. Ο πιο κάτω σύνδεσμος οδηγεί σε όλα τα δημοσιευμένα μέχρι σήμερα διηγήματα.:


Τὰ που­λιὰ κλαῖ­νε

BΡΙΣΚΟΜΟΥΝ σὲ ἀπό­γνω­ση, για­τὶ πα­ρὰ τὶς προ­σπά­θειές μου δὲν κα­τά­φερ­να νὰ βρῶ δου­λειά. Κόν­τευε ἕνας ὁλό­κλη­ρος χρό­νος ἀπὸ τὴν ἡμέ­ρα ποὺ εἶ­χα γυ­ρί­σει ἀπὸ τὶς σπου­δές μου καὶ βρι­σκό­μουν σὲ μαύ­ρη ἀπελ­πι­σία. Ὅπου καὶ νὰ πή­γαι­να, μὲ ἔβρι­σκαν εἴ­τε ἀκα­τάλ­λη­λο εἴ­τε ἀνει­δί­κευ­το. Τὸ ὄνο­μά μου, βέ­βαια, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν στὶς λί­στες γιὰ διο­ρι­σμὸ στὸ δη­μό­σιο ἀλ­λά, σύμ­φω­να μὲ τοὺς ὑπο­λο­γι­σμούς μου, μέ­χρι νὰ διο­ρι­στῶ θὰ περ­νοῦ­σαν σα­ράν­τα δύο χρό­νια. Ζῆ­σε Μάη μου νὰ φᾶς τρι­φύλ­λι, δη­λα­δή. Τὴν ἔβγα­ζα στὸ κα­τά­στη­μα ἑνὸς ξα­δέλ­φου μου βο­η­θῶν­τας τὸν λί­γο καὶ πα­ρα­τη­ρῶν­τας τὴν κί­νη­ση στὴ λε­ω­φό­ρο. Ἔτσι περ­νοῦ­σαν οἱ μέ­ρες μου.

Μί­αν ὡραί­αν πρω­ΐ­αν, κα­θὼς ἤμου­να στὴν εἴ­σο­δο τοῦ κα­τα­στή­μα­τος, στα­μά­τη­σε μπρο­στά μου, στὸ φαρ­δὺ πε­ζο­δρό­μιο, ἕνα ἐμ­πο­ρι­κὸ βὰν ἀπὸ τὸ ὁποῖο κα­τέ­βη­κε κά­ποιος καὶ μπῆ­κε μέ­σα στὸ κα­τά­στη­μα. Πα­ρα­τη­ροῦ­σα τὸ πα­ρά­ξε­νο σῆ­μα ποὺ ἦταν στὸ πλάϊ καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κα­τα­νο­ή­σω τί εἴ­δους ἐπι­χεί­ρη­ση ἦταν τὸ «Πρό­τυ­πον Πτη­νο­σφα­γεῖ­ον». Ἐνῶ ἔκα­να διά­φο­ρες ὑπο­θέ­σεις, ὁ ὁδη­γὸς εἶ­χε γυ­ρί­σει καὶ ἄκου­σα τὸν ἐξά­δελ­φό μου νὰ στέλ­νει χαι­ρε­τι­σμοὺς στὸν κύ­ριο Φώ­τη. Ὑπο­λό­γι­σα ὅτι ὁ κύ­ριος Φώ­της ἦταν ὁ κύ­ριος «Φ», τῆς ἑται­ρεί­ας «Φ. Δ. Φω­τί­ου καὶ Υἱ­ός», ποὺ ἔβλε­πα στὸ αὐ­το­κί­νη­το. Τὸν ρώ­τη­σα γιὰ ἐπι­βε­βαί­ω­ση καὶ ἡ ἀπάν­τη­ση ἦρ­θε κα­τα­πέλ­της: «ξά­δελ­φε, ἔχα­σες τὴ μνή­μη σου; Δὲν θυ­μᾶ­σαι τον Φώ­τα­ρο; Τώ­ρα εἶ­ναι με­γά­λος καὶ τρα­νός. Νὰ στὸ ξα­να­πῶ; Με­γά­λος καὶ τρα­νός» καὶ τό­νι­σε μιὰ-μιὰ τὶς λέ­ξεις. Φυ­σι­κὰ δὲν χρειά­στη­κε ἄλ­λη ἐπε­ξή­γη­ση. Ἕνας Φώ­τα­ρος ὑπῆρ­χε στὸν κό­σμο.

Εἶ­χα ἤδη ἐπι­στρέ­ψει πολ­λὰ χρό­νια πί­σω στὸ πα­ρελ­θόν. Ὁ Φώ­τα­ρος ἦταν τέσ­σε­ρα μὲ πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρός μας. Δύο χρό­νια σὲ κά­θε τά­ξη. Στὸ σχο­λεῖο ἐρ­χό­ταν γιὰ νὰ γλι­τώ­νει ἀπὸ τὶς σκλη­ρὲς ἀγρο­τι­κὲς δου­λειές, μὲ τὶς ὁποῖ­ες κα­τα­γι­νό­ταν ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του. Ἦταν ἥσυ­χος χω­ρὶς κα­νέ­να ἐν­δια­φέ­ρον γιὰ τὰ μα­θή­μα­τα, κά­πο­τε ἐξα­φα­νι­ζό­ταν γιὰ κα­μιὰ ἑβδο­μά­δα καὶ τὸ μό­νο ποὺ ἔμα­θε ἦταν νὰ γρά­φει τὸ ὄνο­μά του κι αὐ­τὸ ἀνορ­θό­γρα­φα. Οἱ δά­σκα­λοι δὲν τοῦ θύ­μω­ναν καὶ τὸν ἄφη­ναν νὰ περ­νᾶ τὸν και­ρό του εὐ­χά­ρι­στα στὸ σχο­λεῖο. Ἡ πα­ρα­φθο­ρὰ στὸ ὄνο­μά του ὀφει­λό­ταν, ἀσφα­λῶς, στὸν ὄγ­κο του. Ἦταν τε­ρά­στιος, ἀλ­λὰ κα­νέ­νας δὲν κιν­δύ­νευε ἀπὸ αὐ­τόν. Ἦταν ἄκα­κος.

Κά­πο­τε μᾶς εἶ­χε ἀνάγ­κη. Ὅταν ἑτοί­μα­ζε τὰ ξό­βερ­γά του, μᾶς φώ­να­ζε γιὰ βο­ή­θεια. Καὶ ἦταν μιὰ ἱε­ρο­τε­λε­στία ποὺ ἐν­διέ­φε­ρε καὶ μᾶς. Ὁ Φώ­τα­ρος γύ­ρι­ζε στὸ χω­ριό, στὰ μέ­ρη ὅπου ὑπῆρ­χαν ἰξιές, μά­ζευε τοὺς καρ­πούς, κά­τι κί­τρι­νες μπί­λιες, τὶς ἔπλε­νε καὶ τὶς ξα­νά­πλε­νε καὶ τὶς ἄφη­νε νὰ στε­γνώ­σουν. Στὴ συ­νέ­χεια ἔβγα­ζε τὰ σέ­πα­λα μὲ ἐπι­δέ­ξιες κι­νή­σεις τῶν χε­ριῶν, τὶς ἔβα­ζε μιὰ μιὰ στὸ στό­μα του καί, ἀφοῦ ἔσπα­γε μὲ τὰ δόν­τια τὸ μα­λα­κό τους πε­ρί­βλη­μα, τὶς ἔφτυ­νε σὲ μιὰ σκά­φη, κου­νῶν­τας μὲ ρυθ­μὸ δε­ξὰ-ζερ­βὰ τὸ κε­φά­λι ἀγ­κο­μα­χῶν­τας, μέ­χρι ποὺ ἔσπα­γε καὶ τὴν τε­λευ­ταία μπί­λια.

Ἄρ­χι­ζε τό­τε τὸ ζύ­μω­μα. Ἔβα­ζε νε­ρὸ στὴ σκά­φη καὶ χρη­σι­μο­ποιοῦ­σε τὰ χέ­ρια του σὰν με­γά­λες κου­τά­λες καὶ χτυ­ποῦ­σε τοὺς σπα­σμέ­νους καρ­πούς, ὅπως χτυ­ποῦν τὰ αὐ­γὰ γιὰ τὴν αὐ­γο­λέ­μο­νη σοῦ­πα. Ἦταν τὸ πιὸ δύ­σκο­λο ση­μεῖο ποὺ ἤθε­λε ὑπο­μο­νή. Ἀνα­κά­τευε ὥρα πολ­λή, μέ­χρι νὰ βγεῖ ὅλη ἡ κολ­λώ­δης οὐ­σία καὶ νὰ μεί­νουν τὰ κου­κού­τσια καὶ οἱ φλοῦ­δες ποὺ τὶς πέ­τα­γε προ­σε­χτι­κὰ ἔξω ἀπὸ τὴ σκά­φη. Ἦταν με­γά­λος τε­χνί­της. Γνώ­ρι­ζε τὶς σω­στὲς ἀνα­λο­γί­ες τῶν ὑλι­κῶν, ποὺ ἔδι­ναν τὸ κα­λύ­τε­ρο ἀπο­τέ­λε­σμα. Ὁ Φώ­τα­ρος ἦταν ἄσσος σ’ αὐ­τό. Με­τὰ μᾶς ζη­τοῦ­σε τὸ μέ­λι. Ἄνοι­γε τὴ χού­φτα καὶ τοῦ ρί­χνα­με ἀκρι­βῶς τὴν πο­σό­τη­τα ποὺ ζη­τοῦ­σε καὶ ἀνα­κά­τευε γρή­γο­ρα τὸ ὑλι­κό του, ποὺ εἶ­χε ἤδη ἀρ­χί­σει νὰ ἀφρί­ζει. Κά­θε τό­σο ἔπαιρ­νε μιὰ χου­φτιὰ ἀπὸ τὸ ὑλι­κὸ καὶ τὸ ἄφη­νε νὰ γλι­στρᾶ ἀπὸ ψη­λὰ γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ἂν εἶ­χε δέ­σει. Ἔδει­χνε τὴν ἱκα­νο­ποί­η­σή του ἀπὸ τὴν ἐρ­γα­σία καὶ συ­νέ­χι­ζε χω­ρὶς στα­μά­τη­μα τὸ ζύ­μω­μα. Ὅταν δια­πί­στω­νε ὅτι τὸ μῖγ­μα ἦταν ἕτοι­μο, ζη­τοῦ­σε τὰ ξυ­λί­κια· ξυ­λί­κια εὐ­λύ­γι­στα καὶ με­γά­λα ὅσο τὸ χέ­ρι του, δια­λεγ­μέ­να μὲ ὑπο­μο­νὴ ἀπὸ ἀγριε­λιὲς καὶ ἀγριό­θα­μνους, γιὰ νὰ ἔχουν πολ­λὰ ζα­ρώ­μα­τα κι ἔτσι νὰ συγ­κρα­τεῖ­ται ἡ ὑγρὴ κόλ­λα.

Ἦταν ἡ κυ­ριό­τε­ρη βο­ή­θεια ποὺ ἤθε­λε ἀπὸ μᾶς καὶ μᾶς ἔδει­χνε πρῶ­τα πῶς νὰ χει­ρι­ζό­μα­στε τὰ ξυ­λί­κια. Παίρ­να­με τὴ μιά τους ἄκρη καὶ χρη­σι­μο­ποιῶν­τας καὶ τὶς δύο μας πα­λά­μες τὰ στρι­φο­γυρ­νού­σα­με τρα­βῶν­τας τα ταυ­τό­χρο­να πρὸς τὰ πά­νω, ἐνῶ αὐ­τὸς στὶς τε­ρά­στιες χοῦ­φτες του εἶ­χε τὸ κολ­λῶ­δες ὑλι­κό. Κά­θε ἕνα ποὺ τε­λεί­ω­νε τὸ το­πο­θε­τού­σα­με σὲ εἰ­δι­κὲς θῆ­κες ἀπὸ κα­λά­μι ποὺ ἦταν στὴ σει­ρά. Ἀκο­λου­θοῦ­σαν πολ­λὰ χέ­ρια τὶς ἑπό­με­νες μέ­ρες, μέ­χρι ἡ κόλ­λα νὰ ἀπο­κτή­σει ἱκα­νο­ποι­η­τι­κὸ πά­χος καὶ νὰ πά­ρουν ἕνα σκοῦ­ρο κα­φὲ χρῶ­μα. Ὅταν στέ­γνω­ναν, μα­ζεύ­ον­ταν ὅλα σ’ ἕνα μά­τσο κι ἦταν ἕτοι­μα γιὰ χρή­ση.

Ὁ Παν­τε­λῆς, ἕνας συμ­μα­θη­τής μου, ποὺ βρι­σκό­μα­στε κά­θε μέ­ρα στὴν αὐ­λὴ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας γιὰ παι­χνί­δι, εἶ­πε ὅτι ὁ Φώ­τα­ρος δέ­χτη­κε νὰ μᾶς πά­ει μα­ζί του στὸ στή­σι­μο. Τὴν Κυ­ρια­κὴ πρωῒ-πρωῒ πή­γα­με στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο τό­πο ποὺ μᾶς ὑπέ­δει­ξε. Αὐ­τὸς ἦταν ἤδη ἐκεῖ καὶ μᾶς πε­ρί­με­νε. Χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βή, μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑνὸς εἰ­δι­κοῦ ἐρ­γα­λεί­ου ποὺ ἦταν στε­ρε­ω­μέ­νο σὲ ἕνα μα­κρὺ κα­λά­μι, κα­τέ­βα­ζε ἐπι­λεγ­μέ­να κλα­διὰ ἀπὸ τὶς χα­ρου­πιὲς καὶ στὴν ἄκρη τους στε­ρέ­ω­νε ἕνα κα­λά­μι δε­κα­πέν­τε-εἴ­κο­σι πόν­των μέ­σα στὸ ὁποῖο ἔβα­ζε ἕνα ξό­βερ­γο. Ἀφοῦ τὰ το­πο­θέ­τη­σε ὅλα, ἀπο­συρ­θή­κα­με πί­σω ἀπὸ τοὺς θά­μνους.

Ἄρ­χι­σε με­τὰ ἡ ἀγω­νία. Θὰ ἔρ­θουν; Δὲν θὰ ἔρ­θουν; Κά­θε τό­σο κοί­τα­ζε ἀνυ­πό­μο­να τὸν οὐ­ρα­νὸ κι ἔστη­νε αὐ­τὶ γιὰ νὰ τοὺς ἀκού­σει. Κοί­τα­ζε τὴν ἀπο­ξη­ρα­μέ­νη σβου­νιά, ποὺ εἶ­χε ἀνά­ψει καὶ πε­τά­ξει πρὸς τὸ μέ­ρος τῶν δέν­τρων καὶ μὲ σμι­χτὰ φρύ­δια τὸ διε­ρευ­νη­τι­κό του βλέμ­μα ἀκο­λου­θοῦ­σε τὴν ἄσπρη γραμ­μὴ ποὺ δη­μιουρ­γοῦ­σε ὁ κα­πνὸς ἀνε­βαί­νον­τας ψη­λά, προ­σπα­θῶν­τας νὰ δια­κρί­νει τὰ γα­λά­ζια ση­μα­δά­κια. Αὐ­τὸ ἦταν ἕνα ἄλ­λο μυ­στι­κὸ ποὺ ἤξε­ραν μό­νο οἱ εἰ­δι­κοί. Αὐ­τὴ ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­πνοῦ τρα­βοῦ­σε τοὺς με­λισ­σο­φά­γους. Ὅλα ἦταν ἥσυ­χα, ὅπως αὐ­τὴ ἡ πα­ρά­ξε­νη ἄπνοια ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ­ται πρὶν τὴν κα­ται­γί­δα. Κά­πο­τε τὸ πρό­σω­πό του ἔλαμ­ψε κι ἕνα πλα­τὺ χα­μό­γε­λο χα­ρά­χτη­κε στὰ χεί­λη του. Ἀκοῦ­στε! Ἀκοῦ­στε! Ἦρ­θαν. Ἐπί τέ­λους ἦρ­θαν, εἶ­πε, κι ἀνά­βον­τας ἕνα τσι­γά­ρο τρά­βη­ξε μιὰ γε­ρὴ ρου­φη­ξιά. Τέν­τω­σε τὸν λαι­μό του καὶ φύ­ση­ξε τὸν κα­πνὸ ψη­λὰ βή­χον­τας καὶ μουρ­μου­ρί­ζον­τας δυσ­νόη­τες λέ­ξεις ποὺ ἔβγαι­ναν ἀπὸ τὸ στό­μα του τυ­λιγ­μέ­νες μέ­σα στὸν κα­πνό.

Τὰ που­λιὰ ἀκού­γον­ταν κα­θα­ρὰ καὶ ὅσο πλη­σί­α­ζαν στὴν πε­ριο­χή, ἀκού­γον­ταν ὅλο καὶ πιὸ δυ­να­τά. Ἔδι­ναν με­γά­λους κύ­κλους πά­νω ἀπὸ τὸν χα­ρου­πιώ­να μας καὶ ξαφ­νι­κά, μό­λις ὁ ἀρ­χη­γός τους ἔδω­σε τὸ πα­ρά­δειγ­μα, ἔσκι­σαν σὰν κα­τα­διω­χτι­κὰ πά­νω στὶς χα­ρου­πιές, μὲ τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τους κρώ­ξι­μο νὰ μᾶς ξε­κου­φαί­νει, σὰν ξέ­σπα­σμα ξαφ­νι­κῆς κα­ται­γί­δας· ἑκα­τον­τά­δες με­λισ­σο­φά­γοι, πολ­λοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποί­ους κά­θον­ταν στὰ ξό­βερ­γα τοῦ Φώ­τα­ρου καὶ τὸ κρώ­ξι­μό τους τό­τε γι­νό­ταν σπα­ρα­κτι­κό, κα­θὼς ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν ὅτι εἶ­χαν πα­γι­δευ­τεῖ. Αὐ­τὸ ἦταν. Σὰν ἀστρα­πὴ ξε­χύ­θη­κε τό­τε ὁ Φώ­τα­ρος πρὸς τὶς χα­ρου­πιὲς καὶ μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ἄγ­κι­στρου κα­τέ­βα­ζε γρή­γο­ρα τὰ κλα­διά, ξε­κολ­λοῦ­σε τους με­λισ­σο­φά­γους καὶ μὲ μιὰ ἐπι­δέ­ξια κί­νη­ση τοῦ ἀν­τί­χει­ρα ξε­χώ­ρι­ζε τὸ κε­φά­λι ἀπὸ τὸ σῶ­μα τους καὶ τοὺς πε­τοῦ­σε στὸ χῶ­μα. Σὰν τρε­λὸς ἔκα­νε. Ἡ γρή­γο­ρη κί­νη­ση ἐξυ­πη­ρε­τοῦ­σε πολ­λοὺς σκο­πούς: τὰ ξό­βερ­γα δὲν θὰ κα­τα­στρέ­φον­ταν πέ­φτον­τας στὸ χῶ­μα, ἀπὸ τὴν προ­σπά­θεια ποὺ ἔκα­ναν οἱ με­λισ­σο­φά­γοι νὰ ἀπε­λευ­θε­ρω­θοῦν, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλ­λη θὰ ἦταν ἕτοι­μα νὰ δε­χτοῦν τὰ ἑπό­με­να θύ­μα­τα. Κά­πο­τε κου­ρα­ζό­ταν ὁ ἀν­τί­χει­ρας καὶ ἄλ­λα­ζε μέ­θο­δο. Ἔφερ­νε τὸ που­λὶ στὸ στό­μα καὶ ἐν ρι­πῇ ὀφθαλ­μοῦ ἀπο­χώ­ρι­ζε τὸ κε­φά­λι ἀπὸ τὸ σῶ­μα του πε­τῶν­τας τὸ πρὸς τὰ πί­σω πά­νω ἀπὸ τὸν ὦμο του. Οἱ με­λισ­σο­φά­γοι ἀπο­μα­κρύ­νον­ταν, ὅσο ποὺ ἀκού­γον­ταν πιά, τὸ μα­κε­λειὸ τε­λεί­ω­σε καὶ ἀκο­λού­θη­σε τὸ μά­ζε­μα τῶν που­λιῶν σὲ μιὰ με­γά­λη τσάν­τα. Ἡ ἐπι­χεί­ρη­ση εἶ­χε στε­φθεῖ μὲ ἐπι­τυ­χία κι ἐμεῖς ποὺ πρώ­τη φο­ρὰ λαμ­βά­να­με μέ­ρος σὲ στή­σι­μο ξό­βερ­γων, μεί­να­με μὲ ἀνοι­χτὸ τὸ στό­μα πραγ­μα­τι­κά. Ἀρ­γό­τε­ρα, μά­θα­με, ἔγι­νε ἀκό­μα πιὸ εἰ­δι­κός: εἶ­χε προ­μη­θευ­τεῖ εἰ­δι­κὰ δί­κτυα γιὰ ἀμ­πε­λο­πού­λια. Ἐκεῖ ἦταν ἡ με­γά­λη σφα­γή!

Ὁ Φώ­τα­ρος, ὁ τέ­λειος πτη­νο­σφά­κτης, ἦρ­θε σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο μὲ ἕναν καὶ μό­νο προ­ο­ρι­σμό: νὰ σκο­τώ­νει που­λιά. Δὲν ἦταν τυ­χαῖο, λοι­πόν, ποὺ εἶ­χε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο πτη­νο­σφα­γεῖο τῆς πό­λης.

Ἀπὸ τὴν ἡμέ­ρα ποὺ εἴ­χα­με πά­ει μα­ζί του στὸ στή­σι­μο τῶν ξό­βερ­γων, εἴ­χα­με μά­θει καὶ κά­τι ἄλ­λο. Κά­τι ποὺ γνω­ρί­ζουν μό­νο ὅσοι ζοῦν στὶς ἀγρο­τι­κὲς πε­ριο­χές: τὰ που­λιὰ δὲν κε­λαη­δοῦν. Κλαῖ­νε.

ΠΕΝΤΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ







 

25 Ιαν 2026

ΚΙ ΑΝ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΛΑΣΗ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΖΩΗΣ;


Ένας από τους ανθρώπους που θαύμαζα και εξακολουθώ να θαυμάζω είναι ο Ανδρέας Χριστοφίδης. Ο λόγος του -ιδιωτικός και δημόσιος- πάντοτε ουσιαστικός και μετρημένος. Εκεί όπου έχει υπηρετήσει άφησε μόνο θετικό αποτύπωμα. Άξιος αυτής της πατρίδας. Έτυχε να τον γνωρίσω από κοντά, μέσω των φίλων μου Φοίβου Σταυρίδη και Θεοδόση Νικολάου στις αρχές της δεκαετίας του ΄80. Ήταν απόλαυση να τους ακούς να συζητούν για διάφορα θέματα, κάτω από αμέτρητα λευκωσιάτικα αστέρια, στην ταβερνούλα "Αρμενάκι", όταν ακόμα ήταν... "Αρμενάκη". Πιο κάτω ένα κείμενό του, που είχαμε δημοσιεύσει στον "Κύκλο". Πολλές φορές επανέρχομαι και διαβάζω τα δοκίμιά του...

Ανδρέα Χριστοφίδη
Κι αν αυτή είναι η κόλαση μιας άλλης ζωής;

          Life………is a tale
     Told by an idiot, full of sound and fury,
     Signifying nothing.
          Shakespear: Mackbeth, V.v.

Όταν το ερώτημα ξαφνικά με κτύπησε κατακέφαλα, το πιο σημαντικό είναι που δεν ξαφνιάστηκα. Ήταν ωσάν για χρόνια εσχηματίζετο μέσα-μου, περιμέ­νοντας την ώρα που η διατύπωσή-του θα γινόταν δεκτή χωρίς περιττές εκδηλώ­σεις διαμαρτυρίας και δίχως υποκριτικά επιφωνήματα... Ένα ερώτημα που γίνε­ται δεκτό σαν θέση που πρέπει να ερευνηθεί κι όχι σαν διατύπωση που απορρί­πτεται χωρίς δεύτερη συζήτηση.

Θυμούμαι ζωηρά τη στιγμή που το ερώτημα μπήκε στη σκέψη-μου περνώντας στο συνειδητό από το υποσυνείδητο όπου θα κρυβόταν περιμένοντας την ώρα-του. Παρακολουθούσα την παράσταση της δεκαλογίας «Οι Έλληνες» στο θέα­τρο Όλντγουιτς στο Λονδίνο από το Σαιξπηρικό Βασιλικό Θίασο. (Για την παράσταση και άλλα σχετικά χρειάζεται ειδική δοκιμή. Ελπίζω να την επιχειρή­σω κάποτε). Στο σακατεμένο κείμενο του «Αγαμέμνονα» η δράση προχωρούσε με ραγδαίο ρυθμό (τα χορικά σχεδόν όλα περικομμένα) και διερωτόμουν αν η σκη­νή της Κασσάνδρας -η πιο συγκλονιστική ίσως στο παγκόσμιο θέατρο- θα παρουσιαζόταν με κάποια δικαιοσύνη, Όταν ήλθε η στιγμή και πέρασε αισθανό­μουν κάποια ενόχληση πού δε μ' άφηνε να παρακολουθήσω τη συνέχεια, με ένα μέρος μόνο του μυαλού-μου περιμένοντας ν' ακούσω την κραυγή του Αγαμέμνο­να «ωμοι πέπληγμαι καιρίαν πληγήν είσω ...». Ξαφνικά αυτό που μ’ ενοχλούσε βρήκε έκφραση. Ήταν η σκέψη πως σήμερα όλοι θα πίστευαν την Κασσάνδρα, όσο φοβερά κακά κι αν προφήτευε. Δε θα υπήρχε κακό που να θεωρείται πέραν από τα όρια του δυνατού ή πιστευτού. Δεν έχει σχέση που τότε δεν πίστευαν την Κασσάνδρα γιατί έτσι καθόρισε ο προσβλημένος Θεός. Δε γύρευε η σκέψη-μου λογική σειρά ή λογική εξήγηση. Έτσι απλά διατυπώθηκε — η Κασσάνδρα σήμερα είναι μια προφήτισσα κακών που όλοι την πιστεύουν. Όταν ο «Αγαμέμ­νονας» τέλειωνε ήλθε απανωτά το ερώτημα που τιτλοφορεί αυτή τη δοκιμή. "Κι αν αυτή είναι η Κόλαση μιας άλλης ζωής;"

Δεν έχει σημασία αν πιστεύει κανείς ή όχι στην Κόλαση ή στην ιδέα-της. Η κόλαση γίνεται μια έννοια μέσα σ' ένα οικοδόμημα και αντιμετωπίζεται πια στο νοητικό πεδίο.

Ας πούμε πως υπάρχει κόλαση. Σε τι τάχα θα διαφέρει από τον Κόσμο που έχουμε φτιάξει ή μέσα στον οποίο ζούμε κι αν διαφέρει είναι τέτοιες οι διάφορες που να συνιστούν ποιοτική διαφορά έννοιας ή κατηγορίας;

Στην κόλαση που μας κληροδότησε η παράδοση θα ζούμε σε αιώνιο μαρτύριο, σε φλόγες, πραγματικές ή συμβολικές. Θα αναλογιζόμαστε -έτσι για να κατανο­ούμε τη διαφορά- την άλλη ζωή, την παραδείσια που χάσαμε για δεύτερη φορά (την πρώτη εκδιωχθήκαμε, τη δεύτερη δε μπορέσαμε να επιστρέψουμε).

Η κόλαση είναι οι άλλοι (λέει ο Σαρτρ), αλλά οι άλλοι είμαστε εμείς ...

Εμείς κι ο κόσμος που φτιάξαμε.

Με την αποθήκη των υδρογονικών όπλων και τα νεότερα όργανα βασανισμού.

Με το δίκαιο του ισχυρότερου να αποτελεί την ύστατη κατάληξη μιας φοβε­ρής διαδικασίας εξελίξεως: και μόνο σε μερικές στιγμές της καλλιτεχνικής δη­μιουργίας στέλλονται αντικατοπτρισμοί από μια άλλη ζωή της οποίας αυτή εδώ πρέπει να΄ ναι -δεν υπάρχει άλλη εξήγηση- η Κόλαση. 21.3.81

["Ο Κύκλος", τχ.7-8, Γενάρης Απρίλης 1981, 
εξώφυλλο: Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ]