21 Σεπ 2017

ΑΚΤΗ 112, ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2017


ΑΚΤΗ
[τεύχος 112, Φθινόπωρο 2017]

Οσονούπω, θα αρχίσει να συναντά τους συνδρομητές του το νέο τεύχος της ΑΚΤΗΣ με αριθμό 112 ...σχεδόν αφιέρωμα.
...δεν έχω παρά να ευχαριστήσω τον φίλο Νίκο Ορφανίδη, που συνεχίζει να κρατά στη ζωή, παρά τις τόσες δυσκολίες, το περιοδικό, και τον άριστο φιλόλογο Γιώργο Μύαρη [George Miaris], για την εξαιρετική ανθολόγησή των ποιημάτων μου, για το ΕΛΛΗΝΟΜΟΥΣΕΙΟΝ του τεύχους.
Δημοσιεύονται, ακόμα, πολλά ολοσέλιδα σχέδια, χαρακτικά και πίνακές μου, καθώς και τρία κείμενα για τη δουλειά μου. ανάμεσα σε πολλά αξιόλογα κείμενα, των εκλεκτών συνεργατών του: του Κρεσέντσιο Σαντζίλιο, του Rafaelle Piazza, και του φίλου Στέλιος Παπαντωνίου. Πιο κάτω τα τρία κείμενα:





Κρεσέντσιο Σαντζίλιο
Εἰσαγωγὴ
στὴ δίγλωσση ἔκδοση Isolamara, των εκδόσεων Fermenti, Ρώμη 2016
τῶν ποιητικῶν συλλογῶν
Διθαλάσσου (I Due Mari) καὶ Πικρόλιθος (Pietramara)
τοῦ Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Διαβάζοντας τὶς δυὸ ποιητικὲς συλλογὲς τοῦ Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ, ποὺ παρουσιάζονται ἐδῶ μεταφρασμένες, ἡ πιὸ καθαρὴ ἐντύπωση, ἢ μᾶλλον βεβαιότητα, ποὺ εἰσπράττεται ἀπ᾿ αὐτὲς εἶναι ὅτι βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ ἕναν δημιουργὸ οὐσιαστικοῦ λυρικοῦ διαμετρήματος καὶ μαζὶ ἄμεσου περιγραφικοῦ ρεαλισμοῦ, δυὸ ἰδιοτήτων ποὺ ἐδῶ συνδυάζονται σοφὰ σὲ μιὰν ἀτμόσφαιρα τρυφερῆς νοσταλγίας καὶ συγκρατημένου πάθους.
Ὡστόσο, καὶ πέρα ἀπὸ μιὰ τέτοια διαπίστωση, τὴν ὁποία θὰ ἐξετάσω στὴ συνέχεια, ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ στὴν προαναφερθείσα ποιητικὴ δημιουργία, οὐσιαστικῶς καὶ ἀσφαλῶς δὲν πρόκειται γιὰ δυὸ ποιητικὲς συλλογὲς πραγματικὰ ξεχωριστὲς μεταξύ τους καὶ ἐντελῶς διακριτές, μέσῳ μιᾶς ἐγκεφαλικῆς ἔμπνευσης καὶ παραστατικῆς γεωμετρικότητας καὶ χωρὶς ἀμοιβαίους δεσμοὺς ἐπαφῆς μεταξύ τους.  Ἀλλὰ πιὸ πολὺ ὅτι πρόκειται γιὰ δυὸ ποιητικὰ ἔργα ὀργανικῶς ἐπικοινωνοῦντα μεταξύ τους, διαρθρωμένα σὲ στροφές (τὶς ἐπὶ μέρους συνθέσεις), τὸ καθένα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἰσδύει ὀσμωτικῶς στὸ ἄλλο, ὄντας ἀμοιβαίως ἑνωμένα μὲ μιὰν ἑνοποιούσα σκέψη καὶ μιὰν ἑνιαία δημιουργικὴ πνευματικὴ διαδικασία.
Ὑπάρχει ὡς ἐκ τούτου μιὰ ἀκριβὴς ἐσωτερικὴ συνοχή, ἡ ὁποία διατρέχει καὶ συνδέει τὴ διπλὴ ποιητικὴ δομή, διαρθρώνοντας μ᾿ αὐτὴν τὴ σταθερότητα τοῦ στοχασμοῦ καὶ ἀποδίδοντας σὲ κάθε ἐπὶ μέρους ποίημα τὸν χαρακτήρα καὶ τὸ ἀπαραίτητο ὑπόστρωμα στὸ ψηφιδωτὸ σύνολο τῶν δυὸ ποιητικῶν συνθέσεων.
Μὲ αὐτὸ τὸ δεδομένο, μέσα στὸ πανόραμα τῆς σύγχρονης κυπριακῆς ποίησης, ὁ Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαὴλ εἶναι ἀσφαλῶς ἕνας ἀπὸ τοὺς περισσότερο ἀλγοῦντες ὑμνωδοὺς τῆς πατρίδας του, τῆς βιαίως ἐξαρθρωμένης καὶ βιαίως ἀποσπασμένης ἀπ᾿ αὐτὸν ἀπὸ τὸ 1974 ὡς σήμερα, καὶ μὲ τὸν πολὺ μεγάλο κίνδυνο ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς νὰ καταστεῖ ὁριστικῶς χαμένη. Ὁ λόγος του εἶναι ἤρεμος καὶ ὅμως σπαρακτικός, στὸν τόνο ἑνὸς νόστου διαβρωτικοῦ, καὶ γιὰ τοῦτο καταπληγωμένος ἀπὸ καθημαγμένα σημάδια βάρβαρης ὠμότητας, τὴν ὁποία ξέρει καλὰ μόνο ἐκεῖνος ποὺ τὴν ὑπέστη καὶ ποὺ ὁ ξένος δὲν μπορεῖ νὰ τὴ φανταστεῖ. Ὑπαινιγμοὶ καὶ μεταφορές, συνεκδοχές, ὑπερβατὰ καὶ ἀναφορὲς βοηθοῦν νὰ ἀφηγηθεῖ καίριες στιγμὲς ὁλοκαυτωμάτων της ἱστορίας τῆς Κύπρου στὴν εἰκοσαετία ἀπὸ τὸ 1955 ὡς τὸ 1974.
Ὁ Νικολάου-Χατζημιχαὴλ κατάγεται ἀπὸ ἐκείνη τὴ λωρίδα γῆς ποὺ μοιάζει μὲ δάχτυλο προτεταμένο πρὸς τὴ Συρία, ὀνομαζόμενη Καρπασία, τὴν ὁποία οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες εἶχαν παρονομάσει βοὸς οὐράν, οὐρὰ τοῦ βοδιοῦ.
Ἡ ζωή του διαβαίνει ἀνάμεσα στὴν Καρπασία καὶ στὴν Ἀμμόχωστο, τὴν ὁποία οἱ δυτικοὶ ὀνομάζουν Φαμαγκούστα.  Καὶ οἱ δυό, ἀπὸ τὸν Αὔγουστο τοῦ 1974, ἀποτελοῦν μέρος τοῦ 37% τοῦ ἐδάφους τῆς Κύπρου ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τουρκικὴ κατοχή. Ὑπάρχει ὡστόσο μιὰ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δυό: στὴ χερσόνησο τῆς Καρπασίας παραμένει ἀκόμα ἕνας ἀριθμὸς ἑλληνοκυπρίων παγιδευμένων, ὑπολείμματα, θὰ μποροῦσα νὰ πῶ, μιᾶς τουρκικῆς πολιτικῆς ἀποφασιστικῶς γενοκτονικῆς, τὴν ὁποία ἡ ἐγκληματικὴ ἀδιαφορία τῆς διεθνοῦς κοινότητας τὴν ἀφήνει συνεχῶς ἀτιμώρητη, μολονότι τὴν ἀντιμετωπίζει ὡς ἕνα καταφανὲς ἔγκλημα κατὰ τῆς ἀνθρωπότητας, καταδικασθὲν ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ τὶς σωστὲς νομοθεσίες τοῦ κόσμου.
Σ᾿ αὐτὴ τὴν Ἀχαιῶν Ἀκτή, ποδοπατημένη ἀπὸ τὴν τουρκικὴ στρατιωτικὴ μπότα, ζοῦν φυλακισμένοι οἱ ἐπιζήσαντες τῆς ἐθνοκάθαρσης, ποὺ ἐκτελέστηκε ἀπὸ τὸν Ἐτζεβὶτ ἀπὸ τὸ 1974 καὶ μετά.  Ἀποτελοῦν τὴν πατρίδα ποὺ ἀφανίζεται, τὴν ἱστορία ποὺ χάνεται, τὴν ἑλληνικότητα ποὺ ξεφτίζει.
Ἔχει λεχθεῖ (ἀπὸ τὸν Θ. Πυλαρινό) ὅτι τὰ ποιήματα τοῦ Νικολάου-Χατζημιχαὴλ εἶναι ἕνας ὕμνος καὶ θρῆνος γι᾿ αὐτὴν τὴν χαμένη γενέθλια γῆ, μὲ τὶς τελευταῖες της εἰκόνες μιᾶς ἀλησμόνητης ἑλληνικῆς-κυπριακῆς ἐποχῆς, καὶ πραγματικὰ αὐτὸς ὁ πολύτιμος ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια τόπος, ἀνάμεσα σὲ δυὸ θάλασσες, διθάλασσος, ἀντιπροσωπεύει καὶ τώρα τὴν ἴδια μυθολογία τῆς ὅλης πατρίδας, τὴ γεμάτη φόβο καὶ τελικὴ τώρα ἐξιδανίκευση ἑνὸς τοπίου καὶ ἑνὸς κόσμου, ποὺ ὁ πόθος γι᾿ αὐτὰ τυραννεῖ ἀκόμα τὴν ψυχὴ καὶ διαπερνᾶ τὴ μνήμη.
Τὸ χαρισματικὸ καρπασίτικο πανόραμα διαστέλλεται σὲ ἕνα σύμπαν ποὺ δεσπόζει συμπαγὲς καὶ ὅπου φέγγουν οἰκεῖα πρόσωπα, εἰκόνες τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ὀπτασίες περασμένης εὐτυχίας,
             ἀνάμεσα σὲ θάλασσες ποὺ ματώνουν
καὶ ὅλο αὐτὸ μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἀσθμαίνουσας ἐλπίδας γιὰ ἀναγέννηση καὶ ἐπανάκτηση τῶν δικαιωμάτων τῆς ζωῆς ποὺ ἀφανίστηκε μὲ τὴ βία:
            περιμένουμε τὴ στιγμὴ
            ποὺ τὰ πουλιὰ θὰ ἀνοίξουν πάλι τὰ φτερά τους.
Ὑπάρχει μέσα στὴν ποιητικὴ πράξη τοῦ Νικολάου-Χατζημιχαὴλ ἕνα συμβολικὸ στοιχεῖο ταυτοποιητικοῦ ἰδεολογικοῦ περιεχομένου: ἡ πέτρα, ὁ ἐλάχιστος κοινὸς παρονομαστὴς μιᾶς ὀντότητας ὑλικῆς καὶ ἰδανικῆς, φυσικῆς καὶ πνευματικῆς, ἱστορικῆς καὶ ἐνδεχόμενης: τῆς Πατρίδας!
Ὁ ποιητὴς κουβαλᾶ μαζί του, σφίγγει μέσα στὸ χέρι του πάντα τὴν πέτρα, τὸν πι-κρόλιθο”, τὴν  “πικρὴ πατρίδα
            περπατῶ μὲ μιὰ πέτρα στὸ χέρι
σὲ ἕνα ταξίδι εὐλαβοῦς ἀποδοχῆς τῆς πατρίδας, μαζὶ ὅμως καὶ τῆς προσωπικῆς αὐ-τογνωσίας μέσῳ τῆς ἴδιας τῆς πατρίδας καὶ γιὰ τὴν πατρίδα.
Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, ἡ πατρικὴ γῆ, μὲ ὅλα τὰ συναισθηματικά, ἀνθρωπολογικά, ἐμπειρικὰ καὶ ὑπαρξιακὰ συστατικά της, ἀποτελεῖ ἕνα ἀναπόσπαστο κομμάτι ἐμᾶς τῶν ἴδιων. Ἐδῶ ὅμως ὁ ποιητής, ὑπερβαίνοντας τὶς συνηθισμένες συμβάσεις τῆς γενικότητας, παρενείρει μέσα στὴν πέτρα τὴ δική του μοναδική, ἐντελῶς προσωπικὴ καὶ ἀποκλειστικὴ ὁδοιπορικὴ πληρότητα μέσα στὴ ζωντανὴ μυθολογία μιᾶς πατρίδας, ποὺ τὸν ἀνεβάζει, τὸν κάνει νὰ ὑποφέρει, τοῦ προσφέρει ἐλπίδα καὶ ἀπελπισία, τόσο, ποὺ ἐκεῖνος τελικῶς νὰ τὴ σωματοποιεῖ, νὰ νιώθει τοὺς παλμοὺς τῶν διεσπαρμένων μελῶν της, τοὺς χτύπους τῆς θυσιασμένης καρδιᾶς της: καὶ δὲν τοῦ εἶναι πιὰ ἀρκετὸ νὰ τὴν κουβαλᾶ στὸ χέρι, μὲ στοργὴ καὶ ἀγωνία, ἀλλὰ πάει πιὸ πέρα, ἀποδίδοντάς της δυνάμεις ἀποτρεπτικὲς
              μιὰ φέτα ἀπ᾿ τὴν πέτρa
             φυλαχτὸ στὸν λαιμό μου κρεμῶ
μέσα στὴν ἀγωνία τῆς γῆς ἀνάμεσα στὶς δυὸ θάλασσες καὶ τὸ ἀμείωτο ψυχικό της βάρος μέσα στὴν ἀγωνιώδη ἀναμονὴ ἑνὸς πάθους ἀθεράπευτου καὶ καταλυτικοῦ.
Καὶ εἶναι ἴσως ὑπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔννοια, πού, ἀντιστρέφοντας τοὺς ὅρους, τὰ βότσαλα καὶ οἱ πέτρες καὶ ἡ πέτρα τοῦ ποιητῆ γίνονται ποιήματα, ἡ Κύπρος γίνεται ποίηση καὶ εἶναι μ᾿ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ποὺ ἡ ποίηση στὴν Κύπρο εἶναι παντοῦ καὶ ἡ Κύπρος εἶναι, μὲ βεβαιότητα, ἡ χώρα τῆς Εὐρώπης μὲ τὴ μεγαλύτερη πυκνότητα ποιητῶν ἀναλόγως πρὸς τὸν πληθυσμό της.
Κι ἔπειτα εἶναι ἡ Ἀμμόχωστος, ἡ ἀγαπημένη ὅλων τῶν Κυπρίων, φτάνει νὰ προφέρουν τὸ ὄνομά της, ἡ περίκλειστη πόλη, τώρα μέσα στὴ φασματική της γεμάτη μνῆμες μαρτυρία, ἡ ὁποία ταλαιπωρεῖ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἱστορία τῆς Κύπρου, μιὰ πόλη προορισμένη νὰ εἶναι μοιραία ἤδη ἀπὸ τὸ 1571, ἀκόμα καὶ πολὺ πιὸ πρίν, μὰ πιὸ πολὺ μετὰ τὸ 1974.
Πόλη σύμβολο (μαζὶ μὲ τὴν Κερύνεια στὸν βορρά), ὅπου φανερώνεται καὶ τελειοῦται ἡ θυσία τοῦ ἀνθρώπου τῆς Κύπρου, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ διαχρονικὸ βάρος τῆς προδοσίας, μιὰ πληγὴ ποὺ μέσα στοὺς αἰῶνες παραμένει ἀνοιχτή στὸ σῶμα τῆς γλυκείας χώρας Κύπρου.
Ἰδού, ἡ θυσία, μιὰ λέξη τῆς ὁποίας οἱ Κύπριοι ἔχουν μεγάλη πείρα καὶ ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ σκέφτεται κάποιος τὸ νόημα τῆς θυσίας χωρίς, ἐξ αἰτίας ὀδυνηρῶν αὐτοματισμῶν, νὰ ξαναφέρνει ἀμέσως στὸν νοῦ τὶς μνῆμες τῆς τραγικῆς καὶ ἡρωϊκῆς πάλης ἐναντίον τῆς ἀγγλικῆς ἀποικιοκρατίας, στὴ διάρκεια τῆς ὁποίας, ἀπέναντι στὴ μεγάλη καὶ ἐπίμονη δίψα γιὰ ἐλευθερία καὶ ἀνεξαρτησία τῶν Κυπρίων ὑψώθηκε ἡ πιὸ ἀπάνθρωπη καὶ αἱμοσταγὴς ἀντίδραση τῶν Βρεττανῶν.
Ὁ Γρηγόρης Αὐξεντίου καὶ ὁ Κυριάκος Μάτσης εἶναι, ἀνάμεσα στοὺς πολλούς, οἱ δυὸ πιὸ ἐμβληματικὲς μορφὲς ποὺ καταυγάζουν τὸ ἐπαναστατικὸ τοπίο, τοῦ προσδίδουν ἀξιοπρέπεια δόξας καὶ μαζὶ στιγματίζουν τὴν ἀντιϊστορικὴ καὶ ἀπάνθρωπη καταπιεστικὴ ἰσχυρογνωμοσύνη τῶν κατακτητῶν ἀπὸ τὴν Ἀλβιόνα:
            μιὰ σκήτη μυστικὴ στὴ γῆ ἔχω σκάψει
           ἀπὸ πέτρα σκληρή.
Ξανὰ λοιπὸν ἡ πέτρα, ὅλη ἡ Κύπρος ἔγκλειστη στὴν πέτρα τοῦ σπηλαίου, καὶ
            κλαίω, γελῶ, τραγουδῶ, σιωπῶ
            γιὰ τὸν τόπο μου ὀνειρεύομαι κι ἀκούω τ᾿ ἀηδόνι.
Καὶ βρίσκεται ἐδῶ ἔγκλειστη ἡ γήϊνη παρουσία τοῦ πρώτου, ἐνῶ
           τραγούδι γλυκὸ τραγουδῶ 
           καὶ ποτὲ μὰ ποτὲ δὲν σταματῶ
γιατὶ
            λεύτερος εἶμαι, λεύτερος εἶμαι,
           ἔλα ἂν μπορεῖς νὰ μὲ πιάσεις
θυμίζει ὁ δεύτερος, ἀφοῦ ἕνας ὁλόκληρος λαὸς ἀναλαμβάνει, ὡς μαρτυρία τῆς θυσίας του καὶ τῆς κτηνωδίας τῶν ἐχθρῶν, μιὰ πράξη ἐνσυνείδητης ἄρνησης τῆς ἀτέρμονης διαδοχικῆς ὑποταγῆς σὲ ξένες ἐξουσίες, ὅπως αὐτὲς ποὺ ἔζησε ὁ κυπριακὸς λαὸς μέσα στὴ πολυχιλιόχρονη ὕπαρξή του.
Καὶ ὁ θυσιαζόμενος ἥρωας ἀφήνει τὰ ἴχνη τῆς ζωῆς του καὶ τοῦ θανάτου του πάνω στὴν πέτρα, πάνω σὲ ὅλη τὴν Κύπρο, τὴν ὁποία κρατεῖ σφιχτὰ στὸ χέρι, πορευόμενος μαζί της στὴν αἰωνιότητα:
           στὴν πέτρα μου ἀφήνω 
          ἕνα κόκκινο σημάδι ἀπὸ αἷμα
ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἐκείνη πέτρα, ποὺ μέσα στὸ ἄλλο χέρι παρουσιάζεται σὰν παντιέρα θάρρους καὶ ἀνδρείας:
           θὰ βγῶ μὲ μιὰ πέτρα στὸ χέρι
ἐπειδὴ εἶναι ὁλόκληρη ἡ πατρίδα ποὺ ἀντικρύζει τὸ πεπρωμένο της καὶ μέσα στὴ μοίρα τοῦ θανάτου της δημιουργεῖ τὶς προϋποθέσεις τῆς αἰώνιας ἔξαρσής της, ἑνώνοντας σὲ ἕνα μόνο βωμὸ θριάμβου ὅλους τοὺς μάρτυρες τῆς ἐλευθερίας τοῦ νησιοῦ, χρυσοπράσινου φύλλου ριγμένου στὸ πέλαγο.
Ὅμως ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ τῆς Κύπρου δὲν μπορεῖ οὔτε καὶ τὴ γέννησή της ἀπὸ τὴ θάλασσα νὰ ξεχάσει, τοὺς δεσμοὺς αἵματος μὲ τὴ θάλασσα, ποὺ εἶναι καὶ οἱ δεσμοὶ τῆς ἀνθρώπινης περιπέτειας πάνω στὴ γῆ - μιὰ σχέση ἀτέρμονη, μεγάλης ἀξίας, ἡ ὁποία συμπλέκει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον, τὸ συναίσθημα καὶ τὴν αἴσθηση, ἀκόμα καὶ ὅταν
            ἦρθε ἔνα κῦμα ὅλο σκοτάδι
           ἀπὸ τὴν ἄλλη θάλασσα,
αὐτὸ τῶν ἀλλόδοξων εἰσβολέων, σκοτεινῶν μέσα στὸ θρησκευτικὸ καὶ φυλετικό τους μίσος.
Εἴτε εἶναι μιὰ σχεδία εἴτε εἶναι ἕνα πλοῖο, ὁ σκοπὸς εἶναι πάντα ὁ ἴδιος καὶ ἀναλλοίωτος: τὸ ταξίδι, τὸ καβαφικὸ ταξίδι τὸ γεμάτο ἐμπειρίες, τὸ ὁποῖο ὅμως γίνεται αὐτὸ καθ᾿ ἑαυτὸ μακρινὸ χωρὶς σκοπό. Καὶ ἐδῶ ὁ ποιητὴς εἶναι ὁ πιὸ εὐαίσθητος ἑρμηνευτὴς καὶ ἀφηγητής του.
Ἔτσι ἐκεῖνο ποὺ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ σπρώχνει καὶ παρακινεῖ στὴν ἀναχώρηση, παρὰ τὶς κακοκαιρίες καὶ παρὰ τὸν ἄνεμο καὶ τὶς συντριβές, εἶναι νὰ εἶσαι πάντα ἕτοιμος γιὰ ἀναχώρηση, διακινδυνεύοντας ὀδυσσεϊκὰ πρὸς ἕνα ἄλλο πεπρωμένο, πάντοτε πρὸς ἕνα ἄλλο πεπρωμένο, μὲ ἐλπίδα καὶ φῶς, ἀκούοντας μόνο τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς.
Καὶ εἶναι ἴσως αὐτὴ ἡ προοπτικὴ μιᾶς νέας καὶ ἀνακαινισμένης ζωῆς, καὶ γιὰ τοῦτο μὲ διάρκεια δίχως τέλος, ποὺ ἐμψυχώνει τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα, στὴν Ἑλλάδα ἢ στὴν Κύπρο ἢ παντοῦ, μὲ τὸ μάτι στραμμένο στὸν ὁρίζοντα τοῦ αὔριο, ἀλλὰ μὲ τὴν πατρίδα/πέτρα πάντοτε στὸ χέρι:
           τότε κι ἐγὼ φυλάγω τὴν πέτρα
           καὶ παίρνω στὰ χέρια μιὰ κώπη
γιατὶ βέβαια εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ταξιδεύεις, δὲν εἶναι ὅμως ἀναγκαῖο νὰ ζεῖς (Πλούταρχος), ἀπὸ μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη, ἀπὸ ἕνα σήμερα σὲ ἕνα ἄλλο σήμερα καὶ σ᾿ ἕνα ἄλλο αὔριο, ἀπὸ μιὰν αἰωνιότητα σὲ μιὰν ἄλλη, στὴν αἰωνιότητα ἑνὸς πνεύματος ποὺ ἀναγεννιέται, ποὺ ἀνανεώνεται, ποὺ θαυμάζει τὴν ἀπέραντη ζωὴ ὅπως τὰ πουλιὰ ποὺ ξέρουν τὴν αἰωνιότητα τοῦ ταξιδιοῦ καὶ τῆς ζωῆς μέσα στὸν ἄπειρο οὐρανό, πιστοὶ σύντροφοι στὸ ταξίδι.
Ἔτσι ὁ ποιητής, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ εὐαίσθητος ἀπέναντι στὰ ὁράματα τῶν πουλιῶν καὶ καταλαβαίνει τὰ μυστικά τους καὶ τοὺς ὁρίζοντες, ὁ ποιητὴς ὁ ὁποῖος ταξιδεύει στὸν χρόνο καὶ μέσα στὴν καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ κοντινὲς ἀκτὲς κι ἀπὸ μακρινὲς χῶρες
            γνωρίζει μόνο τὶς πέτρες
           γνωρίζει μόνο τὰ πουλιὰ
           γνωρίζει μόνο τὰ ταξίδια
ποὺ διατρέχουν τὴν ἱστορία καὶ τὶς ἱστορίες, τὶς πληγὲς καὶ τοὺς ἔρωτες, τὰ σώματα καὶ τοὺς θανάτους καὶ τέλος τοὺς χρόνους μέσα στὴν οἰκονομία τοῦ πρόσκαιρου καὶ τοῦ αἰώνιου, πορεύεται πέρα ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὴ φθορὰ τῆς ἀνθρώπινης κενοδοξίας καὶ ἀλαζονείας καὶ ταξιδεύει μὲ τὸ καράβι
           φορτωμένο ἐλπίδα
           μὲ τὸ καράβι φορτωμένο φῶς
γιατὶ ἡ ζωὴ πρέπει πάντα νὰ νικᾶ, καὶ νικᾶ πάντα, αἰώνιος Φοίνικας.
Ὑπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ὁ Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαὴλ δὲν εἶναι ὁ ποιητὴς τῶν ἀκατάληπτων ἑρμητικῶν καὶ/ἢ σουρρεαλιστικῶν ἀκροβασιῶν, ἀλλὰ ἕνας πραγματικὸς ποιητὴς λυρικῆς καθαρότητας καὶ δωρικῆς βραχυλογίας. Πειστικὸς καὶ ἀληθινός.
                                                                                               
Crescenzio  Sangiglio
(μετ.  Γ. Χατζηκωστῆς)

Isolamara (Πικρόνησος)
τοῦ
Rafaelle Piazza

Ὁ Νίκος Νικολάου Χατζημιχαὴλ γεννήθηκε στὸ Βασίλι τῆς Καρπασίας (Κύπρος). Ἀσκεῖ τὴν τέχνη τῆς ζωγραφικῆς μετέχοντας σὲ ἐπιτυχημένες ἀτομικὲς καὶ ὁμαδικὲς ἐκθέσεις. Ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος στὴ σύνταξη τοῦ λογοτεχνικοῦ πε-ριοδικοῦ Ὁ Κύκλος.  Ἔχει στὸ ἐνεργητικό του βιβλία διηγημάτων καὶ ποίησης. Ποιητικές του συνθέσεις ἔχουν δημοσιευθεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ τῆς Κύπρου καὶ τῆς Ἑλλάδας.
Ἡ Isolamara (Πικρόνησος), ἡ ὁποία περιέχει ποιήματα παρμένα ἀπὸ τὴ συλλογὴ Διθαλάσσου (2012) καὶ Πικρόλιθος μὲ τὸν ὑπότιτλο Σημειώσεις σχεδίας (2014), περιλαμβάνει μιὰν εἰσαγωγὴ τοῦ Crescenzio Sangiglio. Ὁ κριτικὸς εἶναι καὶ ὁ μεταφραστὴς τῆς συλλογῆς, στὴν ὁποία εἶναι ἐντεταγμένο καὶ τὸ ἀρχικὸ ἑλληνικὸ κείμενο στὶς ἀπέναντι σελίδες. Πρόκειται γιὰ ἕνα πολύπλοκο βιβλίο, λόγῳ τῶν ἀναφορῶν στὶς ὁποῖες παραπέμπει. Δὲν εἶναι συμπτωματικὸ ποὺ καὶ τὰ δυὸ μέρη ὑποστηρίζονται ἀπὸ λεπτομερεῖς ἐπεξηγηματικὲς σημειώσεις.
Ἐν συντομίᾳ, ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος εἶναι ποιητικὴ νεολυρική, στὴν ὁποία κεντρικὰ στοιχεῖα εἶναι οἱ νατουραλιστικὲς εἰδυλλιακὲς καὶ ἐλεγειακὲς εἰκόνες, διαποτισμένες ἀπὸ μιὰν ἀδιάσπαστη γραμμὴ μαγείας.
Ἡ ἔκφραση, χαρακτηριζόμενη ἀπὸ καθαρότητα καὶ φωτεινότητα, μοιάζει συχνὰ μυθική.
Στὴν Καρπασία, ὄνομα ποὺ ὑποδηλώνει μιὰ χερσόνησο καὶ μιὰν ἀρχαία πόλη, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς διαπιστώνεται ὅτι ὁ ποιητὴς κάθε πρωῒ ἀκονίζει τὴ μνήμη του καὶ ὅτι ἕνα μαχαίρι ἀνάμεσα σὲ ματωμένες θάλασσες τὸν μοιράζει στὰ δυό.  Ἀναδύεται ἀκόμα μιὰ ἀναφορὰ στὰ παιδικά του χρόνια καὶ στοὺς δεσμοὺς ποὺ τὸν συνδέουν μὲ τὴν μητέρα καὶ τὸν πατέρα του. Στὸ Ἡ Πέτρα  προβάλλουν εἰκόνες καὶ παραστάσεις ποὺ ταράζουν τὴν ψυχή, ὅπως ἐκείνη ἀπὸ τὴν ἐξάντληση ποὺ τοῦ προκαλεῖ ἡ μεταφορὰ μιᾶς πέτρας στὸ χέρι, ἀπὸ τὸ νὰ σημαδεύει μὲ τὸ δάκτυλο ἕνα θηρίο ποὺ οὐρλιάζει καὶ ἀπὸ τὴν παράκληση νὰ κυνη-γήσει τὸ ἄγνωστο κακὸ τὴς νύχτας.
Τὰ ἀποσπάσματα χαρακτηρίζονται ἀπὸ κομψότητα ὕφους καὶ μουσικότητα, συνδεόμενα μέσῳ τοῦ ὑποβλητικοῦ καὶ σφιχτοδεμένου ρυθμοῦ τῶν στίχων.
Στὸ δομικὸ ἐπίπεδο ἀξίζει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι τὰ περισσότερα ποιήματα εἶναι διαρθρωμένα μέσα στὴ σελίδα κατὰ τὸν παραδοσιακὸ τρόπο. Ἀντιθέτως μερικὲς συνθέσεις τοῦ Πικρόλιθου εἶναι συγκροτημένες ἀπὸ συστήματα στίχων, μικρὲς ἑνότητες παρατιθέμενες ἡ μιὰ πλάϊ στὴν ἄλλη χωρὶς ἐπάνοδο στὴν ἀρχὴ τοῦ στίχου, χωριζόμενες μεταξύ τους μὲ γραφικά, ὅμοια μὲ τετραγωνάκια.
Τὰ ὡς ἄνω κείμενα, χαρακτηριζόμενα ἀπὸ γοητεία καὶ μικρὲς παύσεις, εἶναι καρπὸς ἑνὸς προσωπικότατου πειραματισμοῦ τοῦ συγγραφέα.
Τὸ πρῶτο ποίημα τῆς Διθαλάσσου, σύντομο καὶ ἐντόνως κάθετο, τιτλοφορούμενο Φῶς, διαιρεῖται σὲ τρεῖς στροφὲς καὶ ἕνα μεμονωμένο στίχο.  Καὶ γιὰ τὴ δομή του ὅπως καὶ γιὰ τὸ περιεχόμενό του ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὶς ἄλλες συνθέσεις ποὺ ἀποτελοῦν μέρος τῆς Isolamara  (Πικρόνησου).  Στὸ κείμενο αὐτὸ τὸ ἐγὼ-ποιητὴς στρέφεται πρὸς ἕνα ἐσύ, θηλυκό, ἐξ ὅσων μπορεῖ νὰ ἐξαχθεῖ, στὸ ὁποῖο κάθε ἀναφορὰ παραμένει σιωπηλή.
Θεματικὴ τῆς σύνθεσης φαίνεται νὰ εἶναι ἐκείνη μιᾶς ἐρωτικῆς συνάντησης πα-ρεντεθειμένης σὲ μιὰ σκηνοθεσία ἀκαθόριστης ὀμορφιᾶς. Ὄντως ἀναφέρονται φυλλώματα ἐλιᾶς καὶ κυπαρισσιοῦ καὶ τὸ κόκκινο τῆς ροδιᾶς, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν τὸ προοπτικὸ βάθος μιᾶς αἴσθησης τοῦ ἔρωτα, ὅμοιου μὲ μιὰ θεοφάνεια, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ φῶς μέσα σὲ ὅλο τὸν κόσμο.
Ὁ συγγραφέας εἶναι κύριος τοῦ ὑλικοῦ του καὶ σὲ ὁλες τὶς συνθέσεις οἱ λέξεις ἰσορροποῦν μέσα στὴ σελίδα ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν πρῶτο στίχο, χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἐμφανῆ προσπάθεια, μὲ εὐλυγισία καὶ μαζὶ παραστατικότητα.
Ἡ μορφή, ἐκλεπτυσμένη καὶ καλῶς σμιλευμένη, καθίσταται θεμελιῶδες στοι-χεῖο τοῦ βιβλίου, τὸ ὁποῖο γεννᾶ μιὰν ἀτμόσφαιρα ἁρμονίας καὶ κοσμιότητας.
Πρωταγωνιστὲς πολλῶν κειμένων εἶναι τὰ πουλιά, ὅπως ὁ γλάρος, ἡ φραγκολίνα, ὁ σπίνος, ἡ καρδερίνα καὶ τὸ σπουργίτι. Στὴν Πρωϊνὴ Συμφωνία, ποὺ ἀποτελεῖ μέρος τῆς Διθαλάσσου, ὁ Νίκος τὰ ὀνομάζει τὴν ὥρα ποὺ ἔρχεται τὸ φῶς καὶ ξημερώνει μέσα στὸ σκοτεινὸ φύλλωμα τῶν δέντρων.
Φανερώνεται ἡ χαρὰ τῶν ἴδιων τῶν φτερωτῶν πλασμάτων μὲ τὸ νὰ τονίζουν ἕνα τραγούδι ἐλεύθερο καὶ μαζὶ εὐτυχισμένο στὴν ἔκρηξη τῆς μέρας, καθὼς κατευθύνονται σ᾿ ἕνα καινούριο ταξίδι πρὸς τὸ ἄγνωστο.  Σὰν νὰ ἀκούει κανεὶς τὴ φωνή τους, σὰν νὰ μποροῦσαν νὰ μιλοῦν. Ὁ ποιητὴς παρομοιάζει τὸν ἑαυτό του μὲ τὰ πουλιά, βεβαιώνοντας ὅτι, ἐνῶ αὐτὰ εἶναι χαρούμενα μὲ τὰ χαρμόσυνά τους τραγούδια, ἡ δική του φωνὴ ἀντιθέτως εἶναι πικρὴ καὶ δυστυχισμένη.
Τὸ θέμα τοῦ τραγουδιοῦ ἐπανέρχεται μέσα στὰ ποιήματα, καὶ στὸν Ἀόρατο ἡ ποιητικὴ φωνὴ εἶναι ἐκείνη τοῦ ὁμώνυμου θάμνου, ὁ ὁποῖος ψάλλει βέβαιος ἀνάμεσα σὲ δυὸ θάλασσες, εἰκόνα ὑποβλητική, καὶ ἁπλώνει τὰ κλαδιά του στὸν ἄνεμο. Σχετκῶς μὲ τὰ φυτὰ ποὺ μιλοῦν ἔρχεται στὸν νοῦ ὁ γάλλος ποιητὴς Ponge, ὁ ὁποῖος βεβαίωνε πὼς θὰ ἦταν ὡραῖο ἂν ἕνα δέντρο μποροῦσε νὰ μιλᾶ. Ὁ λόγος εἰσέρχεται στὴ θεματικὴ τῆς μεταφορᾶς στὸ φυτικὸ βασίλειο.
Οὐσιαστικὸ στοιχεῖο τῆς ποιητικῆς δημιουργίας τοῦ συγγραφέα εἶναι ἡ ἱκανότητά του νὰ ἐπιτυγχάνει ἔντονα ἀποτελέσματα μέσῳ ἑνὸς λόγου ἐκφραστικοῦ, μὲ μιὰ σπουδὴ προσεκτικὴ καὶ ἐκλεπτυσμένη.  Ἀγωνιώδης ἀναμονὴ καὶ μαγεία εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα στὸ ὁποῖο φθάνει συχνά, μὲ μιὰν ἀπόχρωση γλυκύτητας.
Ἀκόμα καὶ τὸ ἐπικὸ στοιχεῖο ἀντιμετωπίζεται μὲ σκηνὲς ναυμαχιῶν καὶ πεζομαχιῶν, μὲ τρόπο ἀκριβολόγο.
Στὸ Τὰ Βότσαλα  πραγματοποιεῖται ἕνας στοχασμὸς τῆς ποίησης πάνω στὴν ἴδια τὴν ποίηση, ἐνῶ βεβαιώνεται ὅτι τὰ ποιήματα περιφέρονται ὅπως τὰ βότσαλα τῆς θάλασσας, παράγοντας μιὰν εὔπλαστη ὕλη καὶ φθάνουν στοὺς βυθοὺς μαζὶ μὲ τοὺς ρυθμοὺς τῆς καρδιᾶς καὶ τὰ χρώματα τοῦ ἔρωτα. Τὰ ποιήματα ἐξαπλώνονται μέσα στὴ σιωπηλὴ ἄβυσσο καὶ λειαίνονται ἀπὸ τὴν περιπέτειά τους, ἐνῶ τὰ κύματα τὰ ἐναποθέτουν στὶς ἀμμουδιὲς καὶ μέσα στὸ φῶς. Στοὺς στίχους αὐτοὺς ὁ ποιητὴς ἀναπαριστᾶ τὴν ἴδια τὴν πράξη τῆς δημιουργίας, στὴ γένεσή της, ἐπιδεικνύοντας μιὰ δυνατὴ ποιητικὴ προδιάθεση.
Ὁ Χατζημιχαὴλ ἀντιμετωπίζει μιὰ πολλαπλότητα θεμάτων, ἀνάμεσα στὰ ὁποῖα δὲν ἀπουσιάζει καὶ τὸ θρησκευτικό.  Μὲ τὸ νὰ ἐκφράζει ἕνα θαυμασμὸ γιὰ ἕνα ὄνειρο μὲ μάτια ἀνοικτά, ὁποιοδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὸ ἀντικείμενο τοῦ ποιεῖν του, ὁ ποιητὴς γνωρίζει νὰ κυριαρχεῖ πάνω στὰ αἰσθήματα καὶ οἱ στίχοι, ἄν και συχνὰ ξεχειλίζουν, βρίσκονται κάτω ἀπὸ αὐστηρὴ ἐποπτεία καὶ ἔλεγχο μέσα στὴν ἀνέλιξή τους.
Τὸ λεξιλόγιο εἶναι ἐκλεπτυσμένο καὶ συμπυκνωμένο, μὲ ἀποχρώσεις ὀρφικές. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι σὲ μεγάλο μέρος τὰ ποιήματα εἶναι περιγραφικὰ ἢ ἔκφραση τῆς ἐκκένωσης τοῦ πολὺ αὐτοσυγκεντρωμένου ἐγὼ-ποιητῆ.
Ἡ ἀνάγνωση τῆς Isolamara (Πικρόνησου), ἑνὸς ἔργου ποὺ δὲν στερεῖται μιᾶς κλασσικίζουσας πνοῆς, ἀποτελεῖ, μὲ ἕνα λόγο, τὴν κατάδυση μέσα σὲ ἕνα σύνθετο καὶ ὁραματικὸ σύμπαν.

Rafaelle  Piazza
(μετ. Γ. Χατζηκωστῆς)


ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ
ποιήματα, Εκδόσεις Κάρβας 2012

Πριν ασχοληθώ με τα ίδια τα ποιήματα, ως εισαγωγή διάβασα τις Σημειώσεις του βιβλίου.

Πρόκειται για ποιητή με πολλή αγάπη στο έργο του και προπάντων σοβαρότητα, μελετημένο, με τη λεπτομέρεια να υποδεικνύει τη σημαντικότητά της και την έρευνα με τη γνώση να θεμελιώνει τον ποιητικό λόγο. Ήδη ο αναγνώστης έχει κερδηθεί λόγω του σεβασμού του ποιητή προς αυτόν.

Ξεκάθαρος, απλός, λιτός, περιεκτικός λόγος, τεχνικά διαρθρωμένος, όντως φωτεινός. Και πίσω από τις τραγουδημένες μυστικές ομορφιές του τόπου, λυγμός από την καταστροφή.

Η δημοτική παράδοση και μούσα δεν διανθίζει αλλά αποτελεί την ίδια την ουσία του πολιτισμού μας, τις συλλήψεις του ανθρώπου σαν αντικρίζει ή παρακολουθεί εικόνες της φυσικής ζωής.

Ο ποιητής δεν είναι μόνο ευαίσθητος δέκτης της φυσικής ομορφιάς αλλά και την αποτυπώνει μπολιασμένη με την πνευματική του σκευή. Φράσεις σπάνιες και ποιητικές καρφώνονται ως επιμύθιο σε μικρά αλλά πολύφωνα κι αρμονικά ποιήματα σφραγίζοντας την όλη ποιητική σύνθεση.

Αφορμές από ανύποπτους χρόνους, ξεχασμένες, τυπωμένες σε περιοδικά εικόνες γαζώνουν το χρόνο με εντυπωσιακές μορφές. Ο ποιητής διαλέγεται με προσφορές άλλων στον τόπο και στη ζωή του, αποκαλύπτοντας ομορφιές. Ο ποιητής φανερώνει τις κρυφές όψεις των πραγμάτων.

Σ’ όποια στιγμή κι αν κρατηθεί στην ομορφιά και στη γαλήνη του παρελθόντος, το σκουλήκι των βαρβάρων δεν τον αφήνει να υπνώσει. Το 1974 στάθηκε η μεγάλη πληγή που αιμορροεί.

Μια τετράδα ποιημάτων για μια μικρή ομορφιά του παρελθόντος μεταθέτει σ΄ όλες τις βαθμίδες του χρόνου κι ανέρχεται τέλος στο άχρονο, στη Ουρανία Ελένη, την αιώνια ομορφιά, την ιδέα.

Η Καρπασία κι η Αμμόχωστος βρήκαν τον τεχνίτη ποιητή τους. Η όλη ατμόσφαιρα, οι εργασίες, ο ανθρώπινος μόχθος. Δεν είναι μόνο το συνταίριασμα. Είναι η δημιουργία και μεταφορά στον αναγνώστη μέσα από τον ποιητικό λόγο όλων των ιδιαιτεροτήτων της Καρπασίας που μένουν αιώνιες σ’ όποιον τις έζησε ή τις δημιουργεί, σ’ όποιον δεν τις γεύτηκε.

Μέσα από τους μύθους και τις παραδόσεις για εικόνες σεβάσμιες ο ποιητής- διαμορφώνοντας το ύφος του- εμβαθύνει στα κρύφια των παραδόσεων με την αγωνία του παρόντος της σκλαβωμένης πατρώας γης.

Η ποίηση με τα φτερά της αναβιώνει το παρελθόν, τις στιγμές που αιωνίζονται, τα τοπία που ανέρχονται στον άλλο πάνω κόσμο. Μεγάλη η ανυψωτική χάρη του ποιητή.

Οι λέξεις δεν φωτογραφίζουν γιατί φέρουν μαζί τους αισθήσεις κι αισθήματα και συναισθήματα, ιστορική γνώση και αυτογνωσία. 

Πέρα από την επιστήμη ο ποιητής συλλαμβάνει το άφραστο κι ανήκουστο. 

Και την ελπίδα στο σκοτάδι. 

-----------------------------------------
Ο Στέλιος Παπαντωνίου είναι φιλόλογος



19 Σεπ 2017

"ΥΔΑΤΑ ΥΔΑΤΩΝ"


  ΑΠΑΡΑΜΙΛΛΟ 
ΠΑΤΡΙΔΟΛΑΤΡΙΚΟ ΠΑΘΟΣ
Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ: Ύδατα Υδάτων, Κάρβας 2016

του 
Γιώργου Φράγκου

[ο Φιλελεύθερος, Πολιτισμός, σελ.20, Δευτέρα 18 Σεπτ. 2017] 

Τη μεγάλη έφεσή του στα σύνθετα ποιήματα, τις ποιητικές συνθέσεις και τις συμπαγείς θεματικές ενότητες αναδεικνύει ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ και με την τρίτη ποιητική συλλογή του που φέρει τίτλο: «Ύδατα Υδάτων» και κυκλοφόρησε το 2016 από τις εκδόσεις «Κάρβας». Αυτή η έφεση ήταν προφανής τόσο με τη συλλογή «Διθαλάσσου» του 2012, όσο και με τη συλλογή «Πικρόλιθος» του 2014.

Ο ποιητής συνεχίζει την κατάδυσή του στον αρχαίο κόσμο, στον ελληνικό κόσμο και πιο ειδικά στην αρχαϊκή Κύπρο, από εκεί που την άφησε στην προηγούμενη συλλογή του, τον «Πικρόλιθο». Αυτή δε τη φορά, πιστεύω πως ο ποιητής επιχειρεί να γίνει πιο συμπαντικός και σε σημαντικό βαθμό το καταφέρνει.

Πάντα η ματιά του ποιητή, κυρίως στον εναρκτήριο λόγο, διακρίνεται από μια ευρύτητα και καθολικότητα που εντυπωσιάζουν με το ύψος αλλά και το βάθος της πρόσληψής τους. Ο Ν.Ν-Χ. σε κάθε ποιητική συλλογή, ξεκινά από το γενικό και το ευρύ για να καταλήξει στο ειδικό και το συγκεκριμένο. Συνάμα, και ως εικαστικός δημιουργός, είναι και βαθύτατα εικονοποιός, ιματζινιστής σε όλους του τους στίχους: «Ποτάμι εκατόβρυσο / Τον κόρφο σου ποτίζει / Ένδυμα χαλκοπράσινο / Στο σώμα ανεμίζει / Αλλάζει γίνεται ασημί / γίνεται χαλί χρυσό / Κάτω από γαλάζιο θόλο. / Στην υδάτινη αγκαλιά μου / Το ομορφότερο πλάσμα του κόσμου / Στην αγκαλιά της Πανθαλάσσου / Γεννιέσαι». (σελ 17)

Και σε αυτή τη συλλογή τα διακείμενα του Ν.Ν-Χ. είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτα και προφανώς παρατεθειμένα με ειλικρίνεια. Π.χ. στο ποίημα «Μεσόγειος» ο ποιητής συνομιλεί με τον Ρίτσο και τον «Επιτάφιό» του. Και η συνομιλία αυτή είναι τόσο μετρική όσο και υφολογική: «Όσ΄ άστρα έχει ο ουρανός τόσα και τα φιλιά μου / Μελωδικό πολύφλοισβον κρύβει η αγκαλιά μου / Μας βλέπουνε από ψηλά που σε φιλώ στο στόμα / Πέφτουνε μέσα στο μαλλιά στο μελιχρό σου σώμα». (σελ.18)

Στο ίδιο ποίημα απαντάται και μια νοερή στιχομυθία με τον Ελύτη: «Εδώ φυσά ο Ζέφυρος, ο Κάρβας ο Απηλιώτης / Από ψηλά χαμογελά ο ήλιος φωτοδότης». (σελ. 19)

Η ανάγκη της ρίμας, της ομοιοκαταληξίας και του παραδοσιακού στίχου καθιστούν τους «απόηχους» και τα διακείμενα του Ν.Ν-Χ. σαφώς πιο ευδιάκριτα απ΄ ότι συνέβαινε στις προηγούμενες συλλογές του που ήταν γραμμένες σε ελεύθερο στίχο. Π.χ. σε μελοποιημένους στίχους του Βαγγέλη Γκούφα παραπέμπει το δίστιχο: «Του ήλιου χάθηκε το φως μαυρίλα έχει πέσει / Πυκνός καπνός με έπνιξε χωρίστηκα στη μέση» (σελ.28). Στο ίδιο ποίημα και μια φράση που θυμίζει τους «Μοιραίους» του Κώστα Βάρναλη: «Γλυκοχαράζει η αυγή ζωγραφιστή κροκάτη / Βγαίνει ο ήλιος λαμπερός κλείνει ξανά το μάτι».

Οι στίχοι του Ν.Ν-Χ. συχνά αναδίνουν μια γλυκύτητα, ένα ρομαντισμό και ένα απαράμιλλο πατριδολατρικό πάθος. Είναι όμως ταυτόχρονα και στίχοι στέρεοι που πατούν γερά στη γη, από αυτήν ελαύνονται και σε αυτήν απολήγουν, έστω κι αν πολύ συχνά ή σχεδόν κατά κανόνα, απογειώνονται με τα φτερά της φαντασίας: «Επάνω στο κορμάκι μου ποτάμια μεθυσμένα / Τρέχουνε γάργαρα νερά• και φέρνουνε σε σένα / Νάματα κι έρωτα μαζί μυστήριο και πάθη / Το σώμα μου σ΄ αναζητά ρωτά θέλει να μάθει». (σελ.20)

Συχνά, το πατριωτικό ρίγος του Ν.Ν-Χ. δεν συνυφαίνεται μόνο με τον ρομαντισμό και τη φαντασία, αλλά και με στοιχεία μεταφυσικής. Ακόμα και η φύση αντιστέκεται στις ξένες επιβουλές, στους επίδοξους κατακτητές: «Το κύμα μου πρωτεϊκό φτάνει στο περιγιάλι / Χορεύει με τα βότσαλα και με την αύρα ψάλλει / Κάποτε γίνεται άγριο θαλασσινούς φοβίζει / Κι αν έχουνε κακό σκοπό στα βράχια τους τσακίζει». (σελ. 24)

Ωστόσο, το κύριο χαρακτηριστικό της υπό παρουσίαση συλλογής είναι η αφηγηματικότητα και πολύ φοβάμαι ότι αυτή ενδεχομένως και να λειτουργεί διαβρωτικά ή έστω περιοριστικά για την ποιητική λειτουργικότητα, την ποιητικότητα των στίχων του Ν.Ν-Χ. Κι αυτό διότι ακριβώς η αφηγηματικότητα, μοιραία, προσδίδει στους στίχους του ποιητή μίαν επίπεδη ροή, χωρίς ανατροπές και υπερβατικές μεταφορές, χωρίς αναχρονισμούς και άλλα ευφυή στοιχείο της προηγούμενης ποιητικής και αισθητικής του.

Ένα ενδεικτικό παράδειγμα ποιήματος άκρας αφηγηματικότητας που διαβρώνει το αισθητικό αποτέλεσμα, αφού «στεγνώνει» το δημιούργημα από τους «χυμούς» του είναι, κατά τη γνώμη μου, το ποίημα «Μαρτύριο», (σελ. 37) από τις στιγμές του βιβλίου που ελέγχονται ιδιαιτέρως.

Από την άλλη, θα χαρακτήριζα γόνιμη και θετική τη θεματική επιστροφή του Ν.Ν.Χ. στην αρχαία ελληνική ιστορία, στον Όμηρο αλλά και στους ελληνιστικούς χρόνους. Θεματικά πάντα ο Ν.Ν.Χ ενεργοποιεί εκ νέου τους μύθους του ελληνισμού, όχι μόνο τους αρχαίους αλλά και τους βυζαντινούς. Ενδεικτική η μνεία στον μαρμαρωμένο βασιλιά: «Δεν τον ξανάδε πια κανείς• έγινε φως! / Έγινε φως που απλώθηκε / Σ΄ όλη την οικουμένη». (σελ. 36)

Ωστόσο, μάλλον ατελής ή έστω περιοριστική, πάντα κατά τη γνώμη μου, αποδεικνύεται η μετρική επιστροφή στον παραδοσιακό ομοιοκατάληκτο στίχο, κυρίως στον ζευγαρωτό δεκαπεντασύλλαβο. Έχω την εντύπωση ότι εάν αποφευγόταν αυτή η δέσμευση, το αισθητικό αποτέλεσμα θα ήταν ακόμη πιο καλό...





15 Σεπ 2017

ΤΡΥΦΕΡΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ

video

ΤΡΥΦΕΡΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Πριν λίγα χρόνια, μια συννεφιασμένη μέρα, στη μέση του πουθενά... στη μέση της Μεσογείου, ήρθε στο μπαλκονάκι μου, στο κρουαζιερόπλοιο, ένα πουλάκι... δεν έχασα την ευκαιρία... άρπαξα τη μηχανή και το φωτογράφισα.
Ζήτησα από τον φίλο μου Mattheos Mattheou λίγη μουσική για το βιντεάκι και δεν μου χάλασε χατίρι...

Παραλλαγή στο ποίημα ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ, από τη συλλογή μου "Υδατα Υδάτων"


Ἀνοίγω τὴ φτερούγα μου σ᾽ Ἀνατολὴ καὶ Δύση
Ἀρώματα θαλασσινὰ τριγύρω νὰ σκορπίσει

Σοῦ δίνω ἁλάτινα φιλιὰ μὲ γεύση ἀπὸ μέλι
Μοῦ δίνεις χιόνινο νερὸ ποὺ πίνουν οἱ ἀγγέλοι

Ἀνοίγω τὴ φτερούγα μου σ᾽ Ἀνατολὴ καὶ Δύση 
Ροδόσταμο στὸν κόρφο σου τὸ σῶμα νὰ δροσίσει

Ἐκεῖ λυσσομανᾶ Βοριᾶς καὶ σειέται ὅλη ἡ πλάση
Στέκεται ὁ ἥλιος σκεφτικὸς ἡ μπόρα νὰ κοπάσει

Γλυκοχαράζει στὰ δεξιὰ καὶ στὰ ζερβὰ νυχτώνει
Λαγγεύω καὶ σπαγιάζουμαι μέχρι ποὺ ξημερώνει.


ΤΟΠΙΟ


"κορόνια
στην Πάφο, μετά την Πέγεια, 
πριν φτάσουμε στον Κάθικα, δεξιά.