16 Απρ 2022

ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΣ ΑΘΑΛΑΣΣΑΣ... κάποιες σκέψεις.


Νιώθω τυχερός κι ευτυχισμένος όταν κάθε πρωί μπορώ και περπατώ στο πανέμορφο Εθνικό Πάρκο της Αθαλάσσας, στη Λευκωσία. Κάθε μέρα είναι ξεχωριστή. Κάθε μέρα αντικρίζω κάτι διαφορετικό. Η άνοιξη στον τόπο μας "τραγουδά με χίλια χρώματα". Η χαρά μου όμως, διακόπτεται όταν η ματιά μου πέφτει στο μέρος εκείνο του Πενταδάκτυλου που έχει πληγωθεί από το μίασμα της βαρβαρικής σημαίας. Η σκέψη μου αμέσως ταξιδεύει στο σπίτι μου, στο χωριό μου και στον πανέμορφο κάμπο του, στην πανέμορφη Καρπασία. Αλήθεια, έχετε ακούσει χίλιες φραγκολίνες να τραγουδούν το απόγευμα, λίγο πριν δύσει ο ήλιος;    

Κάπου αλλού όμως, εδώ και πενήντα μέρες, σκοτώνονται καθημερινά άνθρωποι. Αδιάκριτα∙ μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, πιστοί και άπιστοι, μορφωμένοι και αγράμματοι, καλοί και κακοί. Εκατόμβες! Γιατί όμως; Πλοία βυθίζοντα αύτανδρα και η απειλή για έναν ολοκληρωτικό πυρηνικό πόλεμο επικρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη, στα κεφάλια όλων των ανθρώπων. Γιατί όμως; Δισεκατομμύρια άλλοι άνθρωποι, εκτός των εμπλεκομένων, παρακολουθούν με αγωνία και φόβο αλλά αδύναμοι να επέμβουν αποτελεσματικά. Δεν βρέθηκε ακόμα ο μηχανισμός να σταματούν οι πόλεμοι εν τη γενέσει τους.

Ωστόσο, υπάρχει κάποια ελπίδα ότι αυτό το ζώο, ο άνθρωπος, μπορεί ακόμα να επιζήσει σε τούτο τον πλανήτη. Μόλις έχω τελειώσει την ανάγνωση του βιβλίου τού Ντέϊβιντ Αττένμπορο "Η ζωή στον πλανήτη μας" με υπότιτλο "Η μαρτυρία μου και ένα όραμα για το μέλλον". Ο ενενηντάχρονος συγγραφέας δεν χρειάζεται συστάσεις. Το βιβλίο μόλις έχει κυκλοφορήσει και το συστήνω ανεπιφύλακτα. Θα δώσει χαρά σ' αυτούς που ανησυχούν για το μέλλον του πλανήτη.   

Ο συγγραφέας του βιβλίου αλλά κι εγώ και πολλοί από εσάς, που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, γεννηθήκαμε στην Ολόκαινο περίοδο αυτού του γαλάζιου πλανήτη, και ασφαλώς όλοι μας πολλές φορές έχουμε συγκρίνει παλαιότερες περιόδους της ζωής μας με τη σημερινή, που οι επιστήμονες  ονομάζουν Ανθρωπόκαινο. Της απόλυτης επικράτησης του ανθρώπου. Πολύ φοβάμαι όμως, ότι οι γεωλόγοι του μέλλοντος -αν θα υπάρχουν- ή γεωλόγοι από άλλους πλανήτες, που θα επισκέπτονται τον πλανήτη, στα πετρώματα που θα μελετούν, θα βρίσκουν μόνο κομμάτια πλαστικού, μια παγκόσμια διασπορά από κόκκαλα κοτόπουλων εκτροφείων, και πλουτώνιο από πυρηνική δραστηριότητα. Ο συγγραφέας, που έχει μελετήσει τη ζωή σε κάθε γωνιά του πλανήτη, πλαισιωμένος και από άλλους επιστήμονες, έχει σωστική πρόταση. Αλλά ποιος θα τον ακούσει.  

Τις εντυπώσεις μου από τις επισκέψεις μου στο δάσος, μοιράζω στους φίλους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Να εφτά από τις τελευταίες μου φωτογραφίες. Μικρές λεπτομέρειες της άνοιξης! 

Μπορεί η Ομορφιά, η Ποίηση, η Τέχνη να σταματήσουν την βαρβαρότητα, τον πόλεμο; Ίσως... 




Σήμερα στον πρωινό μου περίπατο στο Δάσος συνάντησα μια μελισσούλα! Δεν με φοβήθηκε -οι μέλισσες δεν με φοβούνται γιατί ο πατέρας μου -πολύ καλά μελετημένος μελισσοκόμος- μού έμαθε πολλά μυστικά για τις μέλισσες. Πάντα είχαμε μερικές κυψέλες στο σπίτι και περνούσα πολλές ώρες ανάμεσά τους παλεύοντας με σφήκες. Η μελισσούλα, φορτωμένη με γύρη εξερευνούσε ένα λουλούδι λαδανιάς - ξισταρκάς (είπαμε χθες με τη βοήθεια φίλων τι είναι). Την πλησίασα, της μίλησα και με άφησε να τη φωτογραφίσω!








 



4 Απρ 2022

ΔΥΟ ΑΙΩΝΕΣ ΕΠΩΝΥΜΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

 


ΔΥΟ ΑΙΩΝΕΣ ΕΠΩΝΥΜΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (1837-2021) 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

[Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής, Λευκωσία 2021] 

του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Ο Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής (ΟΛΚ) έδωσε στο φως, πρόσφατα, μια εξαιρετική έκδοση. Πρόκειται για μια ανθολογία επώνυμης κυπριακής ποίησης, με ποιήματα που γράφτηκαν από το 1837 μέχρι και το 2021. Όπως αναφέρεται στον πρόλογο, ο τόμος αυτός των τετρακοσίων τριάντα έξι σελίδων, είναι αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας δύο ομάδων –ανθολόγησης και επιμέλειας– που συγκροτήθηκαν, κυρίως, από διδάκτορες ή υποψήφιους διδάκτορες Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Επομένως μιλούμε για μια σοβαρή εργασία η οποία, μεταξύ άλλων, θα αποτελέσει ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των εκπαιδευτικών, που διδάσκουν το μάθημα της Λογοτεχνίας και για τούτον ακριβώς τον λόγο είναι αξιέπαινη η προσπάθεια του ΟΛΚ.

Όπως εξηγεί ο Λεωνίδας Γαλάζης –που είχε τη γενική επιμέλεια– στην ολιγοσέλιδη αλλά περιεκτική εισαγωγή του, η επιλογή του Ομίλου, να περιοριστεί η ανθολόγηση μόνο στους δύο τελευταίους αιώνες, αποτελεί απόδοση τιμής στην επέτειο των διακοσίων χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, χωρίς ωστόσο τα ανθολογούμενα ποιήματα –εκτός ορισμένων– να ανήκουν στη θεματική της Ελληνικής Επανάστασης.

Η Ανθολογία δεν περιέχει δημοτικά τραγούδια ούτε και ποιήματα λαϊκών ποιητών, ωστόσο ανθολογήθηκε και διαλεκτική ποίηση κι εδώ πρέπει να σημειώσουμε κάτι πολύ σημαντικό: δεν υπήρξε αυτοανθολόγηση, δηλαδή δεν ζητήθηκαν ποιήματα από τους ίδιους τους ποιητές ή τους απογόνους τους. Οι ανθολόγοι δούλεψαν με βάση το δικό τους ποιοτικό και αισθητικό κριτήριο. Η ανθολογία περιορίζεται σε ένα μόνο ποίημα για κάθε έναν από τους 332 ποιητές / ποιήτριες που ανθολογούνται, εκτός λίγων οι οποίοι τυγχάνουν καθολικής αναγνώρισης ως ξεχωριστοί ποιητές, από τους οποίους ανθολογούνται περισσότερα ποιήματα.

Εκτός από το Ευρετήριο των ποιητών / ποιητριών και το Γλωσσάριο Κυπριακής Διαλέκτου στο τέλος του βιβλίου, έχει γίνει και θεματική κατάταξη των ανθολογούμενων ποιημάτων. Στην ανθολόγηση οι τρεις θεματικές περιοχές που συγκεντρώνουν τα περισσότερα ποιήματα είναι: “Για την ποίηση”, “Ερωτική ποίηση” και “Φιλοσοφική/Υπαρξιακή περιοχή”. Παρόλο που η θεματική κατάταξη κρύβει κινδύνους θεωρώ ότι είναι πολύ χρήσιμη στην εξαγωγή πολλών συμπερασμάτων. Επειδή όμως, η ποίηση κρύβει πολλά νοήματα και επιδέχεται πολλές ερμηνείες πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος να καταταχτεί ένα ποίημα σε λανθασμένη κατηγορία, ανάλογα με την πρόσληψη τού κάθε αναγνώστη. Ένα παράδειγμα: όταν ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης ρωτήθηκε από τον καθηγητή Γ. Π. Σαββίδη γιατί δεν γράφει ερωτική ποίηση, χωρίς χρονοτριβή του απάντησε: μα η “Αμμόχωστος Βασιλεύουσα” δεν είναι ερωτική ποίηση; Θα ήταν καλό, λοιπόν, κάποια ποιήματα να κατατάσσονταν σε περισσότερες από μία θεματικές κατηγορίες.

Οφείλω ευχαριστίες σε όλους τους παράγοντες της έκδοσης, όχι μόνο για τη συμπερίληψη του ποιήματός μου στην Ανθολογία αλλά και επειδή θα έχω την τιμή και τη χαρά να κοσμείται η βιβλιοθήκη μου με αυτό το όμορφο και χρήσιμο βιβλίο, που δεν έγινε μόνο για μια ανάγνωση αλλά για συχνές επισκέψεις σ' αυτό. Θα ήταν παράλειψη αν δεν αναφερόμουν και στην ωραία λινογραφία του Γιώργου Α. Κωνσταντίνου, που κοσμεί το εξώφυλλο. Να ευχηθώ, τέλος, καλοτάξιδη και καλοδιάβαστη να είναι η Ανθολογία, και καλή συνέχεια στην εκδοτική δραστηριότητα του Ομίλου.




1 Απρ 2022

ΤΟΤΕ...

 


...
O ήλιος χανόταν πίσω από τα ψηλά κυπαρίσσια της αυλής της εκκλησίας. Κλείδωσα τον Σύλλογο και ξεκινήσαμε για τα σπίτια μας αμίλητοι. Το μυστικό με το «χαρτάκι» το ήξερε μόνο ο κύριος Παναγίδης. Έτσι νόμιζα. Το ήξερε και η Ιωάννα. Το κατάλαβα την άλλη μέρα, το απόγευμα, που με φώναξε. Ήταν πολύ σοβαρή και λιγομίλητη. Έκλεισε την πόρτα του δωματίου όπου είχε τη ραπτομηχανή και τράβηξε την κουρτίνα. Έψαξε μέσα στα τόπια με τα υφάσματα και έβγαλε ένα μικρό χαρτί. Κατάλαβα. Έβαλα το χέρι μου στην Καινή Διαθήκη και επανέλαβα ακριβώς αυτά που είχα διαβάσει την προηγούμενη μέρα από το δικό μου χαρτάκι. Τα μάτια της έλαμπαν. Με κοίταζε στα μάτια και, μόλις τελείωσε η ορκωμοσία, με φίλησε στο μέτωπο και μου είπε: «Φεύγουμε τώρα». Περπατήσαμε σχεδόν μισό μίλι κρατώντας ένα άδειο καλάθι και δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα. Κάποτε μου είπε να περιμένω και χάθηκε πίσω από μια συστάδα δέντρων, που ήταν ένα μισοχαλασμένο σπίτι. Oύτε δυο λεπτά δεν πέρασαν και εμφανίστηκε πάλι με το καλάθι: «Έλα, προχωράμε γρήγορα γιατί νυχτώνει». Πενήντα μέτρα πιο κάτω ήταν η στροφή με το γεφυράκι και δίπλα ένα χτήμα με πολλές κολοκυθιές. Πλησιάσαμε στο γεφυράκι και εκεί ακριβώς μου έδωσε τις οδηγίες. «Ιωάννα, δεν με χωράει!» ψιθύρισα. «Πρόσεξε μην σου ξεφύγει το καλώδιο» είπε επιταχτικά. «Βγες από την άλλη μεριά και να με συναντήσεις στο χαλασμένο σπίτι. Γρήγορα, και πρόσεχε το καλώδιο. Εγώ .... μαζεύω κολοκύθια».

Όταν γυρίσαμε στο σπίτι, είχε νυχτώσει για καλά. Είπαμε «καληνύχτα» και χωρίσαμε χωρίς κουβέντες. Το βράδυ δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Κάθε φορά που ακουγόταν θόρυβος από αυτοκίνητο, άρχιζα την αντίστροφη μέτρηση: «τώρα… τώρα… τώρα!». Στριφογύριζα στο κρεβάτι μου ― «Πρόσεξε μην σου ξεφύγει το καλώδιο!», έβλεπα τα γουρλωτά μάτια της Ιωάννας να με κοιτάζουν. Ώσπου, στο τέλος, ακούστηκε η φοβερή έκρηξη και ησύχασα.

Κοιμήθηκα κι ούτε που με ενδιέφεραν τα σχόλια των γονιών μου, που είχαν ξυπνήσει εντωμεταξύ. Η μάνα μου σε κάποια στιγμή είπε: «Μην φοβάστε, δεν είναι τίποτα. Κοιμηθείτε».
Μετά, όλα ησύχασαν. Μακριά μόνο ακούγονταν κάποια λυσσασμένα σκυλιά.


[Στην αρχική μορφή του διηγήματός μου είχα χρησιμοποιήσει ψευδώνυμα για τα δύο πρόσωπα. Στο απόσπασμα που δημοσιεύω εδώ χρησιμοποιώ τα πραγματικά τους ονόματα∙ δεν βρίσκονται πια στη ζωή.

Η εικόνα είναι λεπτομέρεια από το έργο του Γ. Πολ. Γεωργίου "Κύπρια Σάγα"]


15 Ιαν 2022

Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (μια επιστολή σήμερα 15/1/2022 στην Καθημερινή)




ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ 
ΝΙΚΟΥ Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΥ
(Σήμερα 15 Ιανουαρίου 2022 στην Καθημερινή)
 
Γιὰ τὸν Νίκο Δ. Τριανταφυλλόπουλο μοῦ μιλοῦσε συχνὰ ὁ ἀείμνηστος φίλος καὶ Δάσκαλός μου Θεοδόσης Νικολάου, τὸν ὁποῖο ἐκτιμοῦσε πολὺ γιατί εἶχαν καὶ οἱ δύο μεγάλην ἀγάπη γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη. Τοῦ ἔστελνα τὰ βιβλία μου στὴ Χαλκίδα, ὅπου ζεῖ καὶ πάντα μοῦ ἀπαντοῦσε μὲ ἐπιστολὲς ἢ μικρὰ κείμενα σὲ περιοδικά. Ἔτυχε νὰ γνωριστοῦμε ἀπὸ κοντὰ πρὶν λίγα χρόνια στὴ Χαλκίδα, σὲ μιὰ παρουσίαση βιβλίου στὸ βιβλιοπωλεῖο τοῦ φίλου καὶ ἐκδότη Θεόδωρου Παντούλα. Μετὰ τὸ τέλος τῆς παρουσίασης τοῦ συστήθηκα καὶ χάρηκε κι αὐτὸς ποὺ μὲ γνώρισε ἀπὸ κοντά. Ἄρχισε νὰ μοῦ μιλᾷ γιὰ τὴν Κύπρο καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὰ χρόνια ποὺ ὑπηρέτησε στὸ γυμνάσιο τῆς Σολέας. Εἶχε κάποιες κακὲς ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καὶ πραγματικὰ λυπήθηκα. Τὴν ἴδια ἐποχὴ ἤμουν μαθητὴς στὸ Ἑλληνικὸ Γυμνάσιο Ἀμμοχώστου, καὶ οἱ ἐξ Ἑλλάδος καθηγητές μας, ὅπως διαπίστωσα ἀργότερα, ἀπὸ τὴ φιλία μου μὲ τὸν Χριστόφορο Μηλιώνη, ἦταν πολὺ εὐχαριστημένοι. Ἡ ἀφήγησή του κράτησε ὥρα πολλὴ καὶ ὅταν ἀπεχώρησε ὅλοι ἤθελαν νὰ μάθουν γιὰ ποιά πράγματα μοῦ μιλοῦσε τόση ὥραν, τὴ στιγμὴ ποὺ ἤξεραν ὅτι πάντα ἀποχωροῦσε ἀμέσως ὅταν τελείωνε μιὰ ἐκδήλωση. Νομίζω ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ ἑτοιμαζόταν τὸ βιβλίο του «Ποιός Φοβᾷται τὸν Κύριο Ἐπιθεωρητή;» Κουκούτσι 2018. Στὸ βιβλίο αὐτὸ παρουσιάζει καὶ τὴν κυπριακὴ ἐκπαιδευτική του ἐμπειρία.
 
Ἡ ἐπιστολή του -καὶ κυπριακοῦ ἐνδιαφέροντος- ποὺ δημοσιεύεται σήμερα (15/1/2022) στὴν Καθημερινή, εἶναι ἡ σύνοψη μιᾶς ἱστορίας ποὺ περιγράφεται στὸ βιβλίο του. Διαβάστε ὁλόκληρη τὴν ἱστορία στὶς πέντε σελίδες τοῦ βιβλίου πι
ό κάτω.
 
Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ: 
Ο Βιργίλιος, ο Οράτιος και οι μαθητές μου
 
Κύριε διευθυντά
 
Η τελευταία παράγραφος του άρθρου «Κι ύστερα ήρθαν οι Λατίνοι» του κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου («Κ», 11 Δεκεμβρίου) μου θύμισε μια «λατινική τάξη» τελειοφοίτων του εξαταξίου Γυμνασίου της ορεινής Σολέας Κύπρου. Έχω αλλού αφηγηθεί τη σχετική ιστορία, αλλά θα την επαναλάβω συνοπτικά διότι πιστεύω πως δίνει κάποιαν απάντηση στο ερώτημα τού κ. Τ.Θ.: πώς μπορεί ο έφηβος ν’ακούει «λατινικά» δίχως να του σηκώνεται η τρίχα;
 
Υπενθυμίζω ότι ο κύριος Τ.Θ. υπερμαχεί της διδασκαλίας των λατινικών, λοιπόν συμπαρατάσσομαι και εξιστορώ συνοπτικά το χρονικό της «λατινικής τάξης».
Σχολικό έτος 1961-1962. Στο σχολείο καταφθάνει ένας καθηγητής γεωπονικών, αρκετά μυστηριώδης και καταφερτζής. Κουβαλάει από το Γραφείο Ελληνικής Παιδείας μια διαταγή που ισχύει μόνο για το δικό μας Γυμνάσιο. Ο φετφάς ορίζει ότι οι τελειόφοιτοι μπορούν να επιλέξουν τα γεωπονικά αντί των λατινικών. Ο κομιστής της διαταγής τάζει λαγούς με πετραχήλια στους τελειόφοιτους, θα κάμουν, λέει, σπουδαίες καλλιέργειες και, χάρη στα χρήματα που θα εισπράξουν από τα προϊόντα τους, θα ταξιδέψουν στο Ισραήλ για να δουν τα κιμπούτς.
Οι τελειόφοιτοι ψηφίζουν γεωπονικά. Μόνο πέντε μαθήτριες τού άριστα και του λίαν καλώς, κι ένας ισάξιός τους μαθητής επιλέγουν τα λατινικά. Καθηγητής τους ελόγου μου - και ευτυχώς τους είχα και στα λατινικά των δυο προηγουμένων τάξεων.
 
Δεν είδαμε ποτέ τα προϊόντα των μαθητευόμενων γεωπόνων, όπως δεν είδαν κι εκείνοι το Ισραήλ. Εμείς όμως οι επτά το γλεντήσαμε. Ο Βιργίλιος και ο Οράτιος περπάτησαν στην τάξη ανάλαφρα, όπως δα ταιριάζει σε ποιητές. Στην απολυτήρια εξέταση τούς προέτρεψα να μεταφράσουν έμμετρα τα κείμενα.
Πήρα έξι κεφάτα γραφτά. Οι ακροατές μου ήταν 18 χρονώ, εγώ 29 και τα λατινικά μας πανάρχαια αλλά φρέσκα.
 




 
το ποίημα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη
 

 

14 Ιαν 2022

ΤΑ ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΜΑΡΜΑΡΑ

 

ΤΑ ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΜΑΡΜΑΡΑ

Μια εικόνα από το αέτωμα του Παρθενώνα των Αθηνών, από ένα ωραιότατo βιβλίο, που κοσμεί τη βιβλιοθήκη μου: «Greek Pictures», drawn with pen and pencil by J. P. Mahaffy, M.A., D.D., London 1890. Το μέρος αυτό του αετώματος βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο. Θέλω να εκφράσω τη χαρά μου για τη νέα θέση που πήρε η εφημερίδα Times του Λονδίνου. Πιστεύω πως η επανένωση των κλεμμένων μαρμάρων θα επιτελεστεί. 

Κάποτε είχα επισκεφτεί το Λονδίνο και το Βρετανικό Μουσείο: έγραψα ένα διήγημα από την επίσκεψή μου εκείνη: ο τίτλος του είναι «Δύκι όκο - έκε νάκα», δηλαδή «Δύο-ένα» στα… κατσιβέλικα, και είναι από την εξαντλημένη συλλογή μου «Η κόρη του Δραγουμάνου», Μεταίχμιο 2003. Πρώτη φορά το παρουσιάζω στο διαδίκτυο. Αν θέλετε διαβάστε το πιο κάτω:

Όξφορντ Στρητ και Τότναμ Κώρτ Ρόουντ γωνία, με το δισάκι στο ώμο, κουρασμένος μετά την πρώτη μου πολύωρη επίσκεψη στο Βρετανικό Μουσείο. Πρώτη φορά βρίσκομαι σ’ αυτή την πόλη και το μυαλό επεξεργάζεται τις εικόνες που είναι ακόμα μπερδεμένες μέσα μου. Όλες οι φυλές του κόσμου στη σειρά, σαν ένα τεράστιο φίδι που το κεφάλι του διαλύεται στις μεγάλες αίθουσες, ενώ το σώμα του αργοσέρνεται στο πλακόστρωτο και η ουρά του, που φθάνει ως έξω στο δρόμο, κτυπιέται πέρα δώθε στο πεζοδρόμιο αφού οι αργοπορημένοι που μόλις έχουν φθάσει, δεν αποφασίζουν εύκολα αν πρέπει να σταθούν στη σειρά ή ν’ αλλάξουν πρόγραμμα. Μετά, η ανυπομονησία μέχρι να βρεθεί ο δρόμος προς τα Μάρμαρα και η συγκίνηση. Το μουσείο είναι ο πιο ακατάλληλος τόπος για να θαυμάσει κανένας ένα έργο τέχνης. Καθώς χαιρετάς την «Κόρη» και προσπαθείς νοερά να την τοποθετήσεις στο χώρο της, ξεπροβάλει από πίσω ένα γιαπωνεζάκι και σε φέρνει στην πραγματικότητα, ενώ τα αιγυπτιακά, τα ρωμαϊκά και τα άλλα εκθέματα που κουβάλησαν εδώ απ’ όλο τον κόσμο, δεν έχουν παρά να σου προσφέρουν μια απέραντη θλίψη. Τα αγάλματα στις γωνιές σε κοιτάζουν και έχουν το βλέμμα του σκυλιού που βρέθηκε σε ξένη γειτονιά. Αναρωτιέσαι τι πραγματικά έχει κερδίσει αυτός ο λαός ή τι έχει χάσει τελικά. 

Στέκομαι τώρα σε μια άλλη ουρά και χαζεύω τις φωτογραφίες στους τοίχους που δείχνουν τα διαθέσιμα προϊόντα. Τρεις σειρές μπροστά στον πάγκο και τρία ολόδροσα κορίτσια με τις στολές και τα κόκκινα σκουφάκια τους παίρνουν τις παραγγελίες από τους βιαστικούς περαστικούς που μιλούν στα κινητά τους σε όλες τις γλώσσες του κόσμου και την ώρα ακόμα που δίνουν την παραγγελία τους. Πραγματική Βαβέλ. Γρήγορα γρήγορα ετοιμάζουν τους δίσκους πληρώνονται, δίνουν ρέστα και ο καθένας πια ψάχνει για τραπεζάκι.

Πανδαιμόνιο. Ενώ πλησιάζω και δεν έχω αποφασίσει ακόμα τι θα πάρω, προσπαθώ να δω τι τρώνε, προσπαθώ ν’ ακούσω τι παραγγέλλουν οι πρώτοι στη γραμμή, ρίχνοντας ακόμα τις τελευταίες ματιές στις φωτογραφίες. Mac cheese coke, mac chicken coke, mac fish coke mac etsi coke, mac allios coke, φτάνει η σειρά μου και στο yes please της κοκκινοσκουφίτσας, παραγγέλνω κι εγώ ένα «Μπίκι-φτέκι κόουκ, με πάκα-τάκα-τάκα, πλιζ».

Θεέ μου τι είπα. Πώς μου ξέφυγε αυτή η βλακεία. Αλλά και αυτή, χωρίς διαμαρτυρία χωρίς να ξαναρωτήσει, χωρίς ίχνος απορίας, δίνει την παραγγελία πάρα κάτω κι αρχίζει να ετοιμάζει το δίσκο μου. Κατάλαβε τι της έχω πει; Δεν περνούν πέντε λεπτά και είμαι έτοιμος. Πληρώνω και απομακρύνομαι ψάχνοντας για τραπεζάκι αναλογιζόμενος τι μακσκαραλίκια θα έτρωγα. 

Μωρέ μπράβο! Εδώ όλα τα καταλαβαίνουν. Δεν τους ξεφεύγει τίποτα. Το μπιφτέκι μου αχνίζει και η παγωμένη κόκα κόλα σβήνει τη δίψα μου.
 
Άραγε είχαν καταλάβει και τότε; Πάντα με βασάνιζε αυτό το ερώτημα, αλλά σήμερα είχα βρει την απάντηση. Είχαν καταλάβει και πολύ καλά μάλιστα. Μιλώ για τα χρόνια της «Ανεμοθύελλας».
 
Όταν παίζαμε στην έδρα του «Ανέμου» τα πράγματα ήταν καλύτερα, γιατί χρησιμοποιούσαμε κανονικό γήπεδο. Οι εγγλέζοι είχαν στρατώνα εκεί κοντά και βέβαια δεν μπορούσε να λείπει το γήπεδο. Πηγαίναμε πολύ συχνά, δεν τους πείραζε, άλλο που δεν θέλαμε κι εμείς -σκόπιμα- γιατί πολλές φορές εκτελούσαμε και κάποιες αποστολές. Κάναμε τους κατασκόπους και μαθαίναμε τι αυτοκίνητα και πόσα μπαινόβγαιναν στο στρατόπεδο, τι ώρα και άλλα και αν μπορούσαμε γράφαμε και τα νούμερα ακόμα.
 
Η έδρα της «Θύελλας» ήταν η αυλή της εκκλησίας. Μικρό το γήπεδο αλλά τη δουλειά του την έκανε.
 
Όταν δεν παίζαμε ποδόσφαιρο, κάναμε ό,τι περνούσε από το μυαλό μας. Παίζαμε τις γλώσσες. Σπάζαμε τις λέξεις σε συλλαβές και τις ανασυνθέταμε προσθέτοντας σε κάθε συλλαβή ένα «κε», ένα «κι», ένα «κο» ανάλογα με το φωνήεν που προηγείτο. Δηλαδή, όταν μικι λούκου σακα μεκε μεταξύ μας, οι λέξεις διαλύονταν σε συλλαβές γίνονταν εικονίτσες στο μυαλό μας, κι ανάλογα με την ευστροφία του καθενός έπεφτε και η μετακινούμενη καρτελίτσα με το «κάππα» και οι λέξεις αποκτούσαν πια μια άλλη αξία.
 
Μερικοί από μας μιλούσαν και... γαλλικά, στην περίπτωση αυτή όμως, το σύστημα δούλευε διαφορετικά. Όταν θέλαμε να πούμε «βούτυρο» λέγαμε βουλεβού-βουλετύ-βουλεγό.
 
Κάποιοι άλλοι μπορούσαν να μιλήσουν και κινέζικα αρκεί να έβαζαν ένα «τσι» ή ένα «τσογκ» και δυο πολύ προχωρημένοι μπορούσαν να εναλλάσσουν τα φωνήεντα με τα σύμφωνα. Δεν ήταν τυχαίο που η ομάδα στο τέλος, έβγαλε τρεις φιλόλογους, δυο δασκάλους κι ένα ποιητή.
 
Ένα απόγευμα λοιπόν, στο γήπεδο του «Ανέμου» ενώ παίζαμε αμέριμνοι, εμφανίστηκαν τρέχοντας, μια ομάδα από εγγλέζους που για πρώτη φορά ακολουθούσαν αυτή τη διαδρομή. Διέσχισαν το γήπεδο και ξεφεύγοντας από τη γραμμή τους σταμάτησαν στο κέντρο. Σταματήσαμε κι εμείς γιατί δεν ξέραμε τις προθέσεις τους.
 
Ο επικεφαλής άρχισε να μιλά αλλά δεν καταλαβαίναμε τι ήθελε να μας πει. Κάποιοι στρατιώτες είπαν κάτι άλλο, αλλά μάταια Δεν υπήρχε επικοινωνία. Τότε μου ήρθε η φαεινή ιδέα. Πήρα τη μπάλα και τοποθετώντας την στο σημείο του κέντρου φώναξα δυνατά:
Παίκε ζέκε τέκε μπάκα λάκα μάκα λάκες;
 
Οι δικοί μου, που εν τω μεταξύ μαζεύτηκαν κοντά μου ξαφνιάστηκαν από την κίνησή μου, έβαλαν αυθόρμητα τα γέλια και το γέλιο μεταδόθηκε και στους εγγλέζους.
 
Κάποιος απ’ αυτούς, έβγαλε αμέσως ένα νόμισμα και το γύρισε μπροστά μου για να διαλέξω τέρμα. Δεν έδειξα «κορώνα», έδειξα «γράμματα» και ο αγώνας άρχισε. Ό «Άνεμος» και η «Θύελλα» έγιναν αμέσως «Ανεμοθύελλα» και σε λίγο σημειώναμε και το πρώτο μας τέρμα. Εμείς είμαστε καμιά δεκαπενταριά κι αυτοί μόνο εφτά, ήταν και κουρασμένοι από το τρέξιμο και σε λίγο σημειώναμε και το δεύτερο μας τέρμα. Ο αγώνας έληξε σε λιγότερο από δεκαπέντε λεπτά, μόλις κατάφεραν κι αυτοί με κόπο να σημειώσουν ένα τέρμα. Μπήκαν πάλι στη γραμμή και χειροκροτώντας μας, αποχωρούσαν.
 
Απομακρύνθηκαν λίγο και τότε όλοι μαζί, συμφωνημένα αρχίσαμε να φωνάζουμε με όλη μας τη δύναμη για να μας ακούσουν:
 
Άκα -νεκε -μοκο -θύκι -έκε -λλάκα
Δύκι- όκο Έκε-νάκα Δύκι- όκο Έκε-νάκα
 
Αλλά αμέσως μας έπιασε και το εθνικό μας και τολμήσαμε να φωνάξουμε και το άλλο.
 
Ζήκι τώκο όκο, Μακα κάκα ρικι όκος
Ζήκι τωκο ήκι Έκε όκο κάκα
 
Αυτοί σήκωσαν τα χέρια και μας χαιρετούσαν ώσπου χάθηκαν στη στροφή επιστρέφοντας στο στρατόπεδό τους.
 
***
 
Μια κοπελίτσα με κόκκινο σκουφάκι με ρώτησε ευγενικά αν είχα τελειώσει.
Θένκεν –γιούκου της είπα χαμογελαστός, σπρώχνοντας ελαφρά το δίσκο προς το μέρος της.
 
Αυτή, επιστρέφοντας το χαμόγελο και δείχνοντας δυο σειρές από κάτασπρα δόντια, μου είπε στα... ελληνικά: Καλό σας απόγευμα κύριε. Καλά να περάσετε!