1 Απρ 2022

ΤΟΤΕ...

 


...
O ήλιος χανόταν πίσω από τα ψηλά κυπαρίσσια της αυλής της εκκλησίας. Κλείδωσα τον Σύλλογο και ξεκινήσαμε για τα σπίτια μας αμίλητοι. Το μυστικό με το «χαρτάκι» το ήξερε μόνο ο κύριος Παναγίδης. Έτσι νόμιζα. Το ήξερε και η Ιωάννα. Το κατάλαβα την άλλη μέρα, το απόγευμα, που με φώναξε. Ήταν πολύ σοβαρή και λιγομίλητη. Έκλεισε την πόρτα του δωματίου όπου είχε τη ραπτομηχανή και τράβηξε την κουρτίνα. Έψαξε μέσα στα τόπια με τα υφάσματα και έβγαλε ένα μικρό χαρτί. Κατάλαβα. Έβαλα το χέρι μου στην Καινή Διαθήκη και επανέλαβα ακριβώς αυτά που είχα διαβάσει την προηγούμενη μέρα από το δικό μου χαρτάκι. Τα μάτια της έλαμπαν. Με κοίταζε στα μάτια και, μόλις τελείωσε η ορκωμοσία, με φίλησε στο μέτωπο και μου είπε: «Φεύγουμε τώρα». Περπατήσαμε σχεδόν μισό μίλι κρατώντας ένα άδειο καλάθι και δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα. Κάποτε μου είπε να περιμένω και χάθηκε πίσω από μια συστάδα δέντρων, που ήταν ένα μισοχαλασμένο σπίτι. Oύτε δυο λεπτά δεν πέρασαν και εμφανίστηκε πάλι με το καλάθι: «Έλα, προχωράμε γρήγορα γιατί νυχτώνει». Πενήντα μέτρα πιο κάτω ήταν η στροφή με το γεφυράκι και δίπλα ένα χτήμα με πολλές κολοκυθιές. Πλησιάσαμε στο γεφυράκι και εκεί ακριβώς μου έδωσε τις οδηγίες. «Ιωάννα, δεν με χωράει!» ψιθύρισα. «Πρόσεξε μην σου ξεφύγει το καλώδιο» είπε επιταχτικά. «Βγες από την άλλη μεριά και να με συναντήσεις στο χαλασμένο σπίτι. Γρήγορα, και πρόσεχε το καλώδιο. Εγώ .... μαζεύω κολοκύθια».

Όταν γυρίσαμε στο σπίτι, είχε νυχτώσει για καλά. Είπαμε «καληνύχτα» και χωρίσαμε χωρίς κουβέντες. Το βράδυ δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Κάθε φορά που ακουγόταν θόρυβος από αυτοκίνητο, άρχιζα την αντίστροφη μέτρηση: «τώρα… τώρα… τώρα!». Στριφογύριζα στο κρεβάτι μου ― «Πρόσεξε μην σου ξεφύγει το καλώδιο!», έβλεπα τα γουρλωτά μάτια της Ιωάννας να με κοιτάζουν. Ώσπου, στο τέλος, ακούστηκε η φοβερή έκρηξη και ησύχασα.

Κοιμήθηκα κι ούτε που με ενδιέφεραν τα σχόλια των γονιών μου, που είχαν ξυπνήσει εντωμεταξύ. Η μάνα μου σε κάποια στιγμή είπε: «Μην φοβάστε, δεν είναι τίποτα. Κοιμηθείτε».
Μετά, όλα ησύχασαν. Μακριά μόνο ακούγονταν κάποια λυσσασμένα σκυλιά.


[Στην αρχική μορφή του διηγήματός μου είχα χρησιμοποιήσει ψευδώνυμα για τα δύο πρόσωπα. Στο απόσπασμα που δημοσιεύω εδώ χρησιμοποιώ τα πραγματικά τους ονόματα∙ δεν βρίσκονται πια στη ζωή.

Η εικόνα είναι λεπτομέρεια από το έργο του Γ. Πολ. Γεωργίου "Κύπρια Σάγα"]