6 Μαρ 2016

"ΘΕΑΤΡΟ" ΚΑΙ "ΘΕΑΤΡΙΚΑ"



Την Αθήνα την αγαπώ κυρίως για το θέατρο της. Κάθε τόσο πετάγομαι εκεί, όπως έκανα την εβδομάδα που μας πέρασε. Τέσσερεις μέρες στην Αθήνα, τέσσερεις θεατρικές παραστάσεις. Δεν λέω ότι όλες ήταν τέλειες αλλά γενικά ευχαριστήθηκα. Αν έμενα περισσότερες μέρες θα έκανα καλύτερες επιλογές! Αν πήγαινα νωρίτερα θα προλάβαινα τις καρφίτσες στα γόνατα... 

Προσπαθώντας σήμερα να τοποθετήσω τα προγράμματα στη βιβλιοθήκη μου ανακάλυψα ότι ο διαθέσιμος χώρος για το θέατρο μού τελείωσε. Έμεινα για λίγο με τα προγράμματα στο χέρι κοιτώντας τα θεατρικά μου βιβλία στο ράφι. Η ματιά μου έπεσε σ΄έναν χοντρό τόμο: ΘΕΑΤΡΙΚΑ 71. Πιο εκεί τα τεύχη από το περιοδικό Θεατρικά... και πιο εκεί τα τεύχη από το Θέατρο του Νίτσου. Στη μνήμη μου ήρθαν οι ωραίες αναλύσεις που διάβαζα, οι κριτικές... κρινόταν ακόμα και το μοναδικό πέρασμα από τη σκηνή ενός ηθοποιού που έκανε το γκαρσόνι... 

Με μια αστραπιαία κίνηση τα προγράμματα βρέθηκαν στο ράφι, τα Θεατρικά 71 στο γραφείο μου ...κι εγώ με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια μου να διαβάζω το πρώτο κείμενο του τόμου: "το θέατρο και η εποχή μας" του Γιώργου Χατζηδάκη. Προσπαθεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα της εποχής: το θέατρο θα πεθάνει ή όχι; Είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε σήμερα τι γινόταν τέσσερεις δεκαετίες πριν. Κάποιοι πίστευαν πως ο κινηματογράφος και η τηλεόραση είχαν αφάνταστα περιθώρια εξέλιξης αλλά και τα άλλα ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΜΕΣΑ που θα επινοούνταν στο ΜΕΛΛΟΝ θα έφερναν αναπόφευκτα τον θάνατο του θεάτρου. Διαβάστε όλο το κείμενο πιο κάτω.


Σ' αυτόν τον τόμο των Θεατρικών έχω καρφιτσωμένα τα εισιτήρια των παραστάσεων που είχα παρακολουθήσει φοιτητής τότε. Κάθε χρόνο παρακολου-θούσαμε ολόκληρο το φεστιβάλ Αθηνών [στο Ηρώδειο]. Επάνω στα εισιτήρια έχω και τις σημειώσεις μου: Βάκχες, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού και μουσική του Χατζηδάκι,  πήγα με την Άννα, την Νίνα, τη Δέσπω, τη Στέλλα και Σία... με την Ισμήνη... κάθε Κυριακή απόγευμα... αναμνήσεις.



Σε ένα εισιτήριο σημείωσα: "μόνος". Άαααα!  αξίζει να σας διηγηθώ μια μικρή ιστορία: Όπως κάθε Κυριακή απόγευμα έτσι κι εκείνη την Κυριακή πήγα σε θέατρο. Στου Ζωγράφου. Με τα πόδια πήγαινα. Από τη Σόνια στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. 
Νόμιζα πως έγινε κάποιο λάθος. Ήμουν μόνος στο θέατρο! Δεν το πίστευα. Η παράσταση ξεκίνησε κανονικά και τελείωσε κανονικά. Τις επόμενες μέρες είδα ένα μικρό σημείωμα στην εφημερίδα τα Νέα. Ήταν μια ανακοίνωση του Θεάτρου που έλεγε περίπου τα εξής: Πριν λίγες μέρες δώσαμε μια παράσταση σε έναν και μοναδικό θεατή. Ο άνθρωπος από ευγένεια μάς ζήτησε αν θέλαμε θα μπορούσαμε να αναβάλουμε την παράσταση μια και ήταν ο μοναδικός θεατής. Εμείς αρνηθήκαμε. Και δώσαμε την καλύτερη μας παράσταση. Σε έναν και μοναδικό θεατή. 

Δεν πιστεύω να ήταν για μένα η ανακοίνωση, γιατί πρόσεξα πως μερικές σειρές πίσω από μένα ήταν ακόμα ένα θεατής άρα είμαστε δύο. Με συγκίνησε όμως η ανάμνηση εκείνης της παράστασης. Το θέατρο είναι η αλήθεια μου! Το θέατρο είναι ΦΩΣ!  



Το Θέατρο και η εποχή μας
του 
Γιώργου Χατζηδάκη

Βρισκόμαστε σε μια εποχή που το θέατρο αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο μιας εξαφάνισης. Η άποψη της επερ­χόμενης εξαλείψεως και επομένως του μοιραίου θανάτου του θεάτρου, έ­χει εκφραστεί αρκετές φορές τα τε­λευταία χρόνια και πρόσφατα αυτό έ­γινε κατηγορηματικά, από ανθρώπους που αντιμετώπισαν το θέατρο μονό­πλευρα, σαν κοινωνικό φαινόμενο.

Σαν επιχείρημα, φέρνουν τη διαφο­ροποίηση που σημείωσε στην κοινω­νική δομή η τεχνολογική ανάπτυξη και η εξέλιξη των μαγικών ενημερω­τικών μέσων. Λένε δηλαδή, ότι το θέ­ατρο σαν λειτουργία άλλα και σαν στοιχείο ανθρώπινης επαφής και ιδεο­λογικής επικοινωνίας, θα χάνει ολοένα τη χρησιμότητά του, όσο θα βελτιώ­νονται και θα γενικεύονται τα τεχνο­λογικά μέσα που το υποκαθιστούν. Το θέατρο στερείται «πειστικότητας», δη­λαδή δυνατότητας απεικονίσεως της ζωής κατά ρεαλιστικό τρόπο και α­παιτεί μια σκηνική σύμβαση, ενώ ο κινηματογράφος και η τηλεόραση με αφάνταστα περιθώρια εξελίξεως και κάθε άλλο ηλεκτρονικό μέσο που θα επινοηθεί στο μέλλον, έχουν τη δυ­νατότητα να παρουσιάσουν όχι μόνο τη ζωή κατά ρεαλιστικό τρόπο, αλλά και να καλύψουν δυσκολίες που κι αυτή η ζωή η ίδια δε θα μπορούσε — μεταφορές, αναπαραστάσεις ή φαν­ταστικές καταστάσεις. Έτσι -κατα­λήγουν- θάρθει αναπόφευκτα η μέ­ρα που το θέατρο θα εξαφανιστεί.

Η αντίρρηση που εκφράζεται σ' αυ­τή την πρόγνωση είναι σαφώς ανθρω­πινότερη και στηρίζεται σε αναλλοίω­τες, από οποιαδήποτε εξέλιξη, ψυχο­λογικές ανάγκες.

Η πιεστική ανάγκη της άμεσης αν­θρώπινης επικοινωνίας, χωρίς τη με­σολάβηση του στούντιο και της κάμε­ρας και της ελεγχόμενης και κατευ­θυνόμενης σκοπιμότητας, θα εντείνε­ται, όσο η τεχνολογική εξέλιξη θα ε­πεμβαίνει παραμορφωτικά στην επα­φή του συγγραφέα, σκηνοθέτη, ηθο­ποιού με τον θεατή. Αυτή ακριβώς η ανάγκη της ανθρώπινης προσεγγίσε­ως όχι μόνο θα διατήρηση το θέατρο αλλά και θα το καταστήσει σπαρακτι­κά αναγκαιότερο. Σ' αυτή την αντίρ­ρηση προστίθεται ότι ο κινηματογρά­φος και η τηλεόραση εκτός του ότι προσφέρουν μια κατευθυνόμενη μορ­φή τέχνης, αφαιρούν και τη δυνατό­τητα από τον θεατή να έχει μια δη­μιουργική συμμετοχή στην ολοκλήρω­ση της εντυπώσεως και του προσφέ­ρουν το «παξιμάδι βρεμένο», υποχρε­ώνοντας τον σε μια πνευματική μαλθακότητα.

Αυτές είναι οι δυο βασικές θέσεις γύρω από το μέλλον του θεάτρου.

Στο μεταξύ όλο και νέοι τρόποι θε­ατρικής εκφράσεως δοκιμάζονται και το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι οι άνθρωποι με αγωνιώδη τρόπο προσπαθούν να επικοινωνήσουν και να εκφραστούν, κάτω από το βάρος μιας αγχώδους και συντριπτικής ε­ποχής.
Το προβληματισμένο θέατρο ευρύνεται και επικρατεί όλο και περισσό­τερο, απευθυνόμενο κυρίως σε νέους ανθρώπους που αναζητούν μια εξή­γηση και προσδοκούν μια λύση στα συσσωρευμένα προβλήματα, ρεαλιστι­κά ή μεταφυσικά. Επειδή δε υπηρε­τείται και απευθύνεται σε ανθρώπους που οπωσδήποτε δεν συνθέτουν αυτό που στις μέρες μας λέγεται «κατεστη­μένο» αντιμετωπίζει κατά κανόνα προ­βλήματα επιβίωσης, τις περισσότερες φορές οικονομικά.

Αλλά έκτος από τ0 θέατρο της ε­πικοινωνίας και του προβληματισμού υπάρχει το θέατρο της ψυχαγωγίας  - από την κομμέντια ντελ' άρτε ως το μιούζικαλ-  που απευθύνεται σ' έ­να κοινό εφησυχασμένο και αδιάφο­ρο, το κοινό εκείνο που θεατρίζεται για να «νοιώσει καλύτερα» και το ο­ποίο αποτελεί την πλειονότητα. Είναι αυτό που λέμε το «μεγάλο» κοινό. Δεν είναι σκοπός μας την ώρα αυτή να εξετάσουμε αν το θέατρο που έ­χει σαν μοναδικό στόχο τη «διασκέδα­ση», έχει ξεστρατίσει από τον αρχικό του προορισμό, μπορούμε όμως να είμαστε βέβαιοι ότι είναι ένα θεατρι­κό είδος επιβεβλημένο, αφού άφορα την πλειοψηφία κι αφού εκφράζει κι αυτό μια άλλη ανάγκη της εποχής.
Το είδος θέατρο - ψυχαγωγία, εν­τείνει τις προσπάθειες του να γίνει φαντασμαγορικότερο, με ωραιοπρέπεια και σκηνικό πλούτο, δημιουργών­τας έτσι μια ωραία εικόνα του κόσμου ώστε να κράτηση το κοινό του, μακριά απ' την καθημερινότητα.

Το θέατρο, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη μορφή τέχνης, είναι μια εικόνα της εποχής του και περιέχει όλα τα στοιχεία που την συνθέτουν και την εκφράζουν.

Ο σαφής διαχωρισμός του θεάτρου σε δύο είδη είναι χαρακτηριστικός, γιατί καθρεφτίζει το σύγχρονο κοι­νωνικό φαινόμενο της υπάρξεως δύο ειδών ανθρώπων, τόσο συγκε­κριμένα διαφορετικών, από πνευματι­κή και φιλοσοφική άποψη.

Αυτό είναι, κατά προσέγγιση, το «στίγμα» που βρίσκεται σήμερα το θέατρο στην ιστορική του διαδρομή μέσα στον χρόνο.

Κάθε χώρα, έχει τις ιδιαίτερες κοι­νωνικές της συνθήκες που τις δημι­ουργούν οι ιστορικές καταβολές και άλλοι παράγοντες. Οι συνθήκες αυτές επηρεάζουν, έτσι ή αλλιώς, τη μορ­φή του θεάτρου, σε κάθε χώρα, σε ποσοστό όμως, που δεν μεταβάλλει ουσιαστικά το περίγραμμα που δώσα­με παραπάνω σε παγκόσμια κλίμακα.

Στη χώρα μας, οι ίδιες ανάγκες και τα ίδια φαινόμενα που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη θεατρική δραστηριότη­τα σ' όλον τον κόσμο, επηρέασαν και την ελληνική θεατρική κατάσταση. Τόσο, που μπορούμε να πούμε ότι ο προβληματισμός των νέων Ελλήνων συγγραφέων έχει μια οικουμενικότη­τα. Όλες οι τάσεις του σύγχρονου θεάτρου ενεφανίσθησαν, με τις επι­τρεπόμενες μορφές και στην Ελλά­δα. Θέατρο προβληματισμού, ιδεών και πειραματικό όπως επίσης και θέα­τρο - έρευνα, καφέ θέατρο και ζωντα­νό θέατρο. Εκτός αυτών όμως, το ελαφρό θέατρο, το δοκιμασμένο και πάντα αρεστό στις ευρύτερες μάζες έχει πολύ καλές επιδόσεις. Φαντα­σμαγορικά μιούζικαλ και κωμωδίες είναι τα δύο είδη ελαφρού θεάτρου που δούλεψαν περισσότερο τα τελευ­ταία χρόνια και ειδικότερα στη χρο­νιά που πέρασε.

Φορείς της πολύτιμης κληρονομιάς, του αρχαίου δράματος, έχομε να επι­δείξουμε μια εντυπωσιακή δραστηριό­τητα σ' αυτόν τον τομέα, τόσο από τα κρατικά μας θέατρα όσο και από θιάσους ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Το πρώτο τεύχος των «Θεατρικών» που είναι αφιερωμένο στη θεατρική δραστηριότητα του χρόνου που πέρα­σε, παρουσιάζει όλα τα έργα που παίχθηκαν στις τελευταίες θεατρικές πε­ριόδους και ιδιαίτερα όσα ανέβηκαν μέσα στο 1971.

Επίσης φιλοξενεί άρθρα διακεκρι­μένων ανθρώπων του θεάτρου που σχολιάζουν, αναλύουν και ανατέμνουν προβλήματα και καταστάσεις.

[Θεατρικά 71]


    


ΦΟΙΒΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ


Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ

ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΦΟΙΒΟ

[Απόσπασμα από ομιλία που έγινε πέρσι στο 
Παττίχειο Δημοτικό Μουσείο, Ιστορικό Μουσείο και Κέντρο Μελετών Λεμεσού 
σε ημερίδα μνήμης και τιμής]

Ολόκληρη η ομιλία ΕΔΩ: ΕΝΑΣ "ΚΥΚΛΟΣ" ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ

...
Καθίσαμε [με τον Θεοδόση Νικολάου] ώρες εκεί, μιλώντας μόνο για βιβλία και ζωγραφική. Τέλος, με ρώτησε αν γνώριζα τον Φοίβο Σταυρίδη. Στην αρνητική απάντησή που έδωσα, σηκώθηκε αμέσως και μου είπε: Μα, δεν γνωρίζεις τον Φοίβο Σταυρίδη; Πρέπει να τον γνωρίσεις! Να πάμε αμέσως, τώρα∙ δεν είναι μακριά και σε μερικά, πράγματι, λεπτά φτάσαμε στο φαρμακείο του Φοίβου, στην κεντρική πλατεία της Λάρνακας. 

Θα αναφερθώ πολλές φορές στον Θεοδόση γιατί δεν μπορώ να φανταστώ τον Θεοδόση χωρίς τον Φοίβο και τον Φοίβο χωρίς τον Θεοδόση. Είχαν γνωριστεί αμέσως μετά την προσφυγιά, έγιναν φίλοι και η φιλία αυτή γινόταν όλο και πιο δυνατή. Μετά το Γυμνάσιο Παραλιμνίου είχε μετατεθεί σε σχολείο της Λάρνακας. Μια μέρα πρόσεξε πως στην είσοδο του σχολείου είχε ανθίσει μια κάππαρις το πρώτο της λουλούδι. Ένα ωραιότατο κατάλευκο λουλούδι που έλαμπε στο πρωινό φως του ήλιου. Με χαρά το ανακοίνωσε στον καθηγητικό σύλλογο και προέτρεψε τους καθηγητές να πάνε να θαυμάσουν το ωραίο λουλούδι. Δεν πήγε κανένας, είπαν … θα το δούμε όταν θα φεύγουμε. Φυσικά δεν το είδαν ποτέ γιατί το λουλούδι της κάπαρης διαρκεί μόνο για λίγο, μετά μαραίνεται και χάνεται. Αυτό το γεγονός θυμήθηκε ο Φοίβος όταν πήγα να τον δω μια μέρα πριν μας φύγει για πάντα. Ήταν στο Ογκολογικό Κέντρο στη Λευκωσία και μου μιλούσε για τρεις ολόκληρες ώρες με πάθος για το Ίδρυμα που οραματιζόταν. Ήθελε λίγο χρόνο για να μπορέσει να το δει σε λειτουργία μα, δυστυχώς δεν του δόθηκε χρόνος. Όταν τον χαιρέτισα για να φύγω μου είπε τα τελευταία του λόγια: νομίζεις ότι τυχαία με φέρανε σ΄ αυτό το δωμάτιο; Είμαι πιο κοντά στον Θεοδόση μας. Και έδειξε κάτι στον τοίχο πίσω μου. Γύρισα και είδα το κάδρο: μια πανέμορφη ανθισμένη κάππαρις. Ο Θεοδόσης είχε «φύγει» λίγα χρόνια πριν από το ίδιο μέρος. 
...

5 Μαρ 2016

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ


Το πρώτο μου βιβλίο. Όλα κι όλα δυο ποιήματα είχα γράψει και ήθελα να τα κάνω βιβλίο. Το ποίημα "Καρπασία" κι άλλο ένα, το "μονόλογος", ως ένθετο, με ένα σχέδιο επιζωγραφισμένο στο χέρι, και φύλλο χρυσού στον φωτοστέφανο του Αγγέλου, σε κάθε αντίτυπο που έδινα. Τυπώθηκε στις 20 Ιουλίου 1984 από τα χειρόγραφά μου, δέκα χρόνια μετά την καταστροφή. Το είχα στείλει σε λίγους φίλους και σε άλλους από έναν κατάλογο που μου είχε δώσει ο φίλος Φοίβος Σταυρίδης και η Νίκη Μαραγκού. Τα υπόλοιπα από τα πεντακόσια αντίτυπα χάθηκαν. Ίσως σε κάποια μετακόμιση. Σήμερα ξεφύλλισα ένα από τα δεκαπέντε αντίτυπα που βρήκα πρόσφατα σε έναν ξεχασμένο φάκελο. Όλα με την αφιέρωσή τους. Δεν τα ταχυδρόμησα ποτέ. Έκρινα ότι δεν έπρεπε να ενοχλήσω ανθρώπους όπως ο Ελύτης, ο Ρίτσος και άλλοι. Δεν μετάνιωσα. 

Κάποτε όμως, αυτές οι αφιερώσεις μας προξενούν λύπη. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί πού στέλνουμε τα βιβλία μας. Ο Θεοδόσης Νικολάου πίστευε πως τα βιβλία πρέπει να αγοράζονται και όχι να χαρίζονται. Ωστόσο κι εκείνος έστελνε αρκετά βιβλία. Πριν λίγες μέρες που ήμουν στην Αθήνα πέρασα από ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στη Χαριλάου Τρικούπη γιατί είχα εντοπίσει μέσω διαδικτύου ένα αντίτυπο του βιβλίου μου "Η κόρη του Δραγουμάνου" που έχει προ πολλού εξαντληθεί. Εκεί, βρήκα κι ένα αντίτυπο από τη συλλογή "Διθαλάσσου". Και τα δύο σε άριστη κατάσταση. Και τα δύο με την αφιέρωση που είχα κάνει. Το ένα, μάλιστα, άκοπο, αξάκριστο! Δεν θα αναφέρω -τα γνωστά- ονόματα, απλώς να αναφέρω ότι στον κόσμο υπάρχει πολλή υποκρισία. Ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στον οποίο το είχα αφιερώσει -δεν γνωριζόμαστε- όταν είχε περάσει από τη Λευκωσία, θεώρησε ότι έπρεπε να με ευχαριστήσει, με προσκάλεσε στο ξενοδοχείο που διέμενε, και μου απεκάλυψε τα σχέδια που είχε για την προβολή του βιβλίου μου. Είχα μείνει άναυδος από αυτά που άκουγα. Έκτοτε ούτε τον ξαναείδα ούτε ενημερώθηκα ούτε πρόσεξα αν έγινε κάτι που έκανε για το βιβλίο μου. Σήμερα γνωρίζω τι είχε κάνει!

Κρατούσα με λύπη το ολοκαίνουργιο βιβλίο - πεντέμισι ευρώ το είχαν! Πάλι καλά, του Σωτήρη Δημητρίου δίπλα το είχαν 2 ευρώ! - και κοιτούσα την ωραία μου αφιέρωση με τη βυζαντινή γραφή. Προσγειώθηκα κανονικά!




Καρπασία
Κάθε πρωὶ
Ἀκονίζω τὴ μνήμη μου
Κι ἕνα μαχαίρι
Ἀνάμεσα σὲ θάλασσες ποὺ ματώνουν
Σὲ δυὸ κομμάτια μὲ χωρίζει.

Τὰ παιδικά μου χρόνια μὲ συνθλίβουν…

Προσπαθῶ νὰ ταιριάξω φωνήεντα
Στὰ ʺξὶʺ καὶ ʺζήταʺ
Καθὼς στὸν ἥλιο διάπλατα
Ἡ μάνα ψιθυρίζοντας
Τὸ σπίτι ἀνοίγει.

Στὴν πρωινὴ καταχνιὰ
Τριάστρι, Ποαλέτρικα καὶ ἄλλοι ἀστερισμοὶ
Δὲν μποροῦν νὰ σηκώσουν τὸ βάρος τῶν βλεφάρων μου.
Κυνηγώντας τὴ σκιά μας ἀνάμεσα στὰ καπνόφυτα
Μὲ τὴν πίσσα στὰ χέρια καὶ στὰ ροῦχα μας
Ἀποχωρίζουμε τσὰκ τσὰκ τὰ νοτισμένα φύλλα
Κι ἐνῶ τὸ χρυσαφὶ ρουφάει τὸ πράσινο
Ὁ ἥλιος ἀνεβαίνει
Καὶ οἱ μακριὲς αὐλακιὲς
Μικραίνουν στὸ μέτωπο τοῦ πατέρα
Μετρώντας τον μὲ κοντάρια.

Μὰ ἕνας ρόδακας
Ὁλοένα γυρίζει μιὰ μπροστὰ καὶ μιὰ πίσω
Ἐπιστρέφοντας εἰκόνες τοῦ παλιοῦ καιροῦ
Καὶ δείχνοντας τὶς ἄλλες
Ποὺ συνθέτουν οἱ μέρες ποὺ θά ᾿ρθουν.


Ἂς ἀρχίσει λοιπὸν ὁ ἀγῶνας
Κι ἂς μὴν εἶναι διὰ τὴν δόξαν
Ἂς εἶναι γιὰ τὰ καπνολούλουδα
Καὶ τὶς σκορπισμένες ψηφίδες
Τῆς διθαλάσσου πεφιλημένης πατρίδας.









25 Φεβ 2016

ΖΕΣΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ






ΘΕΟΔΟΣΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΖΕΣΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Όλα τα χρώματα είναι ωραία
Και όλα τα χρώματα είναι αγνά.
Γυρίζουν οι εποχές και εκθέτουν
Τις ζωγραφιές της γης
Καμωμένες με άνθη.
Το μαύρο βλέμμα της παπαρούνας
Μες’ από τα κόκκινα πέπλα των φρουρών του,
Η θάλασσα των σταχιών
Που ξεδιπλώνει κίτρινα τα κύματά της
Μέσα στο καλοκαίρι.
Και η άλλη, η άλλη θάλασσα η μεγάλη
Με τα λευκά και τα γαλάζια των γαλάζιων
Ως τη χάλκινη κραυγή που αφήνει
Το φύλλο της χαρουπιάς
Δροσίζοντας την κεφαλή των ανθρώπων.
Το τόξο του ουρανού τα αναλαμβάνει
Και πλυμένα από τη βροχή
Τα ταξινομεί.

Η ευαισθησία όμως για το λευκό
Δεν είναι γιατί λευκές είναι οι φτερούγες
Και λευκή η στολή των Αγγέλων.

Καθήσαμε κάποτε στον ποταμό της Αλβιόνος.
Εκεί μήτε κλάψαμε, μήτε γελάσαμε
Μήτε ρωτηθήκαμε, μήτε απαντήσαμε.
Το νερό του ποταμού κυλά
Αλλά στην όραση φτάνει μια γκρίζα ακινησία.
Την κίνηση την αντιλαμβάνεσαι μονάχα
Με τα πανιά των καραβιών που ταξιδεύουν
Ή όταν ένα σώμα παρασύρεται
Και συλλογίζεσαι πως αυτό το σώμα
Μπορεί να είναι το δικό σου σώμα.

Κι εκεί που δεν υπήρχε τίποτα
Παρά μόνο μια έρημος
Κι εσύ μόνος μέσα στην έρημο γυμνός,
Όπου με λύσσα μάχονται οι τέσσερεις άνεμοι
Κουβαλώντας στα φτερά τους την παγωνιά,
Αντήχησε
Γλυκύτατη, αγαπημένη, οικεία
Η φωνή.
«Τά μάτια σου ακόμα συντηρούν τη λάσπη
Και δεν βλέπεις γύρω σου τους ποταμούς του ελέους
Δεν βλέπεις τη βροχή της αγάπης.
Πάρε τα ιμάτια μου και κρύψε τη γύμνωση σου.»
Τότε απέραντα από τον ουρανό ξετυλίγονταν
Ιμάτια λευκά, και αναδιπλώνονταν —
Γέμισε η γη με χιόνι.
Τό χιόνι ανεβαίνει στα δέντρα
Ανεβαίνει ίσαμε την καρδιά σου
Το θάλπος της αγάπης τη ζεσταίνει.

Πάνω στα σκουριασμένα κλωνάρια της αμυγδαλιάς
Ανεβαίνουν χιλιάδες λευκές πεταλούδες.
Πάνω στη σκουριασμένη ψυχή μας ξεπετάγονται
Χιλιάδες λευκοί ανθοί ωσάν το χιόνι.

Εδώ στο κράτος του θανάτου λαμπροφορεί η ζωή
Και η οπτασία της ανθισμένης αμυγδαλιάς
Γαληνεύει το χειμώνα και το πνεύμα σου.



[Θεοδόση Νικολάου, Εικόνες, σελ. 13, Κύπρος 1988, με προμετωπίδα του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ]



16 Φεβ 2016

ΕΝΑ ΚΟΥΤΑΚΙ ΜΕ ΣΧΕΔΙΑ



Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ
ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΚΟΥΤΑΚΙ ΜΕ ΣΧΕΔΙΑ
ανάμνηση

Ανάμεσα στα δύο δάχτυλα του αριστερoύ μου χεριού έκαιγε συνέχεια ένα τσιγάρο καρέλια φίλτρο! Τα ίδια τσιγάρα κάπνιζαν όλοι οι φίλοι μου. Κάποτε όμως – όταν η ανάγκη μάς πίεζε – μπαίναμε στο μαγαζάκι ενός γεράκου, Μεθώνης και Ζωοδόχου Πηγής. Ήταν ένα πολύ μικρό μαγαζάκι ένα επί δύο μέτρα, που είχε τους τοίχους του ντυμένους με κιτρινισμένες εφημερίδες από τον γάμο του Παύλου και της Φρειδερίκης. Αυτός καθόταν πίσω από έναν πολύ μικρό πάγκο και κάπνιζε. Ποτέ δεν είχαμε ακούσει τη μιλιά του∙ εμείς μιλούσαμε: με λίγες δραχμούλες ζητούσαμε τσιγάρα χύμα, Στούκας τα λέγανε, που μας έκαιγαν τον λαιμό κι ύστερα μας έπιανε ασταμάτητος βήχας. Το τελευταίο μου τσιγάρο το κάπνισα πριν δεκαπέντε χρόνια κι αν ήξερα πόσο διαφορετικός άνθρωπος γίνεσαι θα το έκοβα πολύ πριν.

Ανάμεσα στα δάχτυλα του δεξιού μου χεριού στριφογυρνούσε πάντα ένα μολύβι ή ένα στυλό ή μια πέννα ή κάτι τέλος πάντων που έγραφε. Οι άσπρες επιφάνειες ήταν μια πρόκληση για μένα. Τα άσπρα χάρτινα τραπεζομάντηλα της ταβέρνας, η ετικέτα ενός μπουκαλιού κρασιού κι η απόδειξη πληρωμής ακόμα. Όλα γέμιζαν με σχέδια μα, πολύ λίγα γλύτωσαν. Από τις φουρτουνιασμένες θάλασσες με λαδομπογιές σε σπιρτόκουτα και τα κεφάλια των κοριτσιών με πενάκι σε μικρά χαρτονάκια γλύτωσαν μόνο όσα φυλάχτηκαν σε μικρά κουτάκια. Δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς ένα μολύβι να παίζει ανάμεσα στα δάχτυλα. Και όμως έγινε κι αυτό: και τα δέκα μου δάχτυλα χαϊδεύουν τώρα ένα πληκτρολόγιο, και οι ζωγραφιές έγιναν λέξεις λέξεις λέξεις…

Τυχαία άνοιξε σήμερα ένα κουτάκι επάνω στο γραφείο μου… και κοιτούσα με θλίψη κάποια σχεδιάκια. Πορτραίτα φανταστικά ανύπαρκτων ανθρώπων, που μου φάνηκαν τόσο οικείοι, σαν πραγματικοί φίλοι, αλλά και πορτραίτα πραγματικών φίλων μου, που ο καθένας τους τράβηξε τον δρόμο του γιατί έτσι έπρεπε. Μπορεί να τους ξαναδώ κάποτε. Την Τζούλια όμως γνωρίζω πως δεν θα την ξαναδώ ποτέ πια. Ούτε θα μακιγιάρει κανέναν πια στο ΡΙΚ. Βλέπω τα θλιμμένα της μάτια να κοιτάνε στο πουθενά. Η ίδια θέλησε να φύγει για πάντα γιατί ο πόνος κάποτε είναι αβάσταχτος. Ξανακλείνω ευλαβικά, με συγκίνηση το κουτάκι…κι εσύ παλιοπληκτρολόγιο... σταμάτα να χοροπηδάς κάτω απ΄τα δάχτυλά μου... πάψε επιτέλους.







2 Φεβ 2016

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΩΡΟ



Η συμμετοχή μου -και ευχαριστώ τον Δημήτρη Κοσμόπουλο και την Νέα Ευθύνη- στην πλούσια ύλη της Νέας Ευθύνης αρ 31 (Οκτώβριος -Δεκέμβριος 2015) που κυκλοφορεί τώρα στα βιβλιοπωλεία. Το δράμα με τα παιδάκια που σακατεύονται στην πατρίδα τους ή πνίγονται στο Αιγαίο δεν λέει να πάρει τέλος. Είναι ντροπή για την Ευρώπη. 

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΩΡΟ 
διήγημα
του
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Το καλοκαίρι που μας πέρασε, ο εγγονός μου είχε κλείσει την πρώτη εφταετία της ζωής του κι ανάμεσα στα πολλά κουτιά με δώρα που πήρε, και που τελικά δεν του έκαναν καμιά αίσθηση, ήταν και το δώρο της νονάς του, το πιο φανταστικό δώρο, όπως μου είπε αργότερα, που τον έκανε ευτυχισμένο. Ήμουν εκεί και είδα με τι χαρά το δέχτηκε. Ξέσχισε το περιτύλιγμα κι όταν έκπληκτος αντίκρισε την εικόνα που ήταν τυπωμένη στο κουτί, το χάιδευε και δεν πίστευε στα μάτια του. Ήταν η σανίδα με τα τέσσερα τροχάκια των ονείρων του. Αμέσως, αναζήτησε με το βλέμμα τον πατέρα του, για να διερευνήσει ποια εντύπωση είχε κάνει σ΄εκείνον, γιατί μπροστά του εκείνη ακριβώς τη στιγμή, βρισκόταν αυτό που είχε ζητήσει λίγους μήνες πριν και ο πατέρας επίμονα τού είχε αρνηθεί. Η θετική όμως εικόνα που αντίκρισε και το χαμόγελό του, διέλυσαν την αγωνία του και τον χαροποίησαν. Έσφιξε τις γροθιές του και τις κουνούσε πάνω κάτω βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Έβγαλε τη σανίδα από το κουτί και την έβαλε στην αγκαλιά του με αγάπη.

Τις επόμενες μέρες, με την καθοδήγηση του πατέρα του, με μεθοδικότητα και υπομονή, κατακτούσε το παιχνίδι σωστά, και μάθαινε όλα τα μυστικά και τις εντυπωσιακές φιγούρες του. Αργότερα, τα απογεύματα, συνέχισε να κάνει την εξάσκησή του πότε στο πάρκο και πότε στο πλάτωμα του αδιεξόδου. Μαζί με τον εξάδελφό του και άλλα δύο παιδιά της γειτονιάς συγκρότησαν την παρέα του skateboard. Τα παιδιά έπαιζαν, ευτυχώς, ήσυχα χωρίς φωνές και έτσι κανένας από τις γύρω πολυκατοικίες δεν ενοχλείτο.

Από την πρώτη μέρα που άνοιξαν τα σχολεία μπήκα κι εγώ στη ρουτίνα μου και κάθε μεσημέρι βρίσκομαι στο σχολείο. Στη μία και πέντε ακριβώς χτυπά το κουδούνι και τα παιδιά ξεχύνονται έξω από τις τάξεις σέρνοντας τις τσάντες-καροτσάκια, και σε δυο τρία το πολύ λεπτά βλέπω τον εγγονό μου να με εντοπίζει και να μου δίνει σήμα σηκώνοντας το χέρι. Την ίδια ακριβώς κίνηση κάνω κι εγώ, φουσκώνοντας από περηφάνια. Είναι καλό παιδί, και είμαστε φιλαράκια. Θέλει συνέχεια να ρωτά και να μαθαίνει. Με ακούει με προσοχή και ποτέ δεν κάνει ζαβολιές. Κι αυτός ανυπομονεί να μου πει όλα όσα τον απασχολούν, τι έγινε στο σχολείο του, τι είπαν οι φίλοι του και γενικά να μου εξιστορήσει όλα τα γεγονότα της ημέρας. Κυρίως όμως, μόλις μπαίνει στο αυτοκίνητο αρχίζει τις απίστευτες περιγραφές για το νέο του παιχνίδι και κάποτε μου υποβάλλει κάποιες ερωτήσεις που με ξαφνιάζουν, ερωτήσεις που δεν περιμένει ποτέ κανένας ν΄ακούσει.

-Παππού τι είναι το «χαρμπ»; Τι σημαίνει «ισούρια»; Παππού ξέρεις τι είναι το τικ-τακ;

Οι ερωτήσεις πέφτουν βροχή κι εγώ ο καημένος απαντώ πως δεν ξέρω τι είναι αυτά τα παράξενα πράγματα που μου λέει. Δεν είχαμε στην εποχή μας τέτοια παιχνίδια. Το μοναδικό δώρο που πήρα στο Δημοτικό ήταν μια μπάλα και αργότερα λίγα βιβλία. Τα παιχνίδια μας ήταν δικής μας επινόησης και κατασκευής. Θυμήθηκα που είχα φτιάξει κάποτε κι εγώ ένα παιχνίδι. Ήταν ένα αεροδυναμικό όχημα με ένα και μοναδικό τροχό από τενεκεδάκι του «γάλα βλάχας» καρφωμένο σ΄ένα λεπτό πηχάκι, μακρύ ένα περίπου μέτρο. Το οδηγούσα με ταχύτητα στα μονοπάτια και τα στενά δρομάκια του χωριού και δεν ήθελα να σταματήσω το τρέξιμο∙ ήμουν ακούραστος. Ένα μικρό κομμάτι κομμένο από το ίδιο κουτί που ήταν καρφωμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να εφάπτεται στον τροχό δημιουργούσε θόρυβο, που όσο πιο γρήγορα έτρεχα γινόταν και πιο γλυκός∙ σαν αληθινό αυτοκίνητο. Βέβαια, όλη αυτή τη φασαρία που γινόταν συμπλήρωνε ο ήχος που δημιουργούσε η γλώσσα και τα χείλη μου, προσπαθώντας να μιμηθώ τη μηχανή. Στη γειτονιά μου είμαστε τρεις φίλοι και υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός στην κατασκευή των οχημάτων μας. Τη διαφορά την έκανε ο θόρυβος που δημιουργούσε το μικρό κομματάκι του τσίγκου καθώς χτυπούσε στις εγκοπές που δημιουργούσαμε στον τενεκεδένιο τροχό αφού πρώτα τις γυρνούσαμε προς τα έξω με μια πένσα.

-Παππού θέλεις να σου πω τι είναι το τικ-τακ; συνέχιζε ο αγαπημένος μου εγγονός, είναι ένα κόλπο που κάνω με το skateboard. Όταν στρίβω βάζω το πόδι μου, όχι το καλό, το άλλο, πατάω πίσω, ανασηκώνεται η σανίδα και τότε πατώ με δύναμη με το καλό, μια εδώ και μια εκεί, και χτυπάνε κάτω οι τροχοί και κάνουν τικ-τακ, τικ-τακ. Όταν ήσουν μικρός είχες σανίδα παππού; Ο μπαμπάς μού είπε πως δεν υπήρχαν σανίδες όταν ήταν μικρός, αλλά τώρα που ο κόσμος έγινε καλύτερος, υπάρχουν πολλά παιχνίδια για όλα τα παιδιά, και κάθε παιδί βρίσκει το παιχνίδι που του αρέσει.

-Σου είπε ο μπαμπάς ότι ο κόσμος έγινε καλύτερος; τον ρωτώ μα, δεν περιμένω απάντηση και τον οδηγώ αλλού με μια άλλη ερώτηση που μπορεί ν΄απαντήσει: ποιο είναι το πόδι το καλό και ποιο το άλλο πόδι που δεν είναι το καλό; Αυτός έχει έτοιμη την απάντηση.

-Παππού, το καλό πόδι είναι αυτό που πατά πάντα μπροστά στη σανίδα. Το άλλο μπορούμε να το μετακινούμε όπου θέλουμε και μας βοηθά να κρατάμε ισορροπία, να σταματάμε ή να κάνουμε το τικ-τακ. Έχει κι άλλα κόλπα αλλά θα σου τα πω άλλη φορά.

Δυο τρεις μέρες πριν κλείσουν τα σχολεία για τις χριστουγεννιάτικες γιορτές, τον περίμενα ως συνήθως στα σκαλάκια, μα εκείνη την ημέρα δεν είχε κέφι να μου μιλήσει, ήταν σκεφτικός κι ήτανε φανερό πως κάτι τον βασάνιζε. Οι διερευνητικές ερωτήσεις μου περιστράφηκαν γύρω από το σχολείο, ωστόσο δεν διαπίστωσα κάτι που να πήγε στραβά. Όμως, καιγόμουν να μάθω τι συνέβαινε, και συνέχισα λίγο ανήσυχος τις ερωτήσεις μα, τις απαντήσεις του τις έβγαζα με το τσιγκέλι.

Επειδή κάθε μέρα μου περιέγραφε και ένα κόλπο που έκανε με τη σανίδα του, και σήμερα δεν μου είχε πει ακόμα τίποτε, αποφάσισα να τον ερωτήσω ευθέως πώς πάνε τα κόλπα με τη σανίδα. Και η απάντηση ήρθε χωρίς καθυστέρηση.

-Παππού θα σου πω τι έγινε. Εκεί που κατεβαίνουμε στην πλατεία μας, μένει ένα παιδάκι και μας βλέπει που παίζουμε, κάποτε σηκώνει τα χέρια του ψηλά όταν κάνουμε κάτι δύσκολο και κουνά το κεφάλι του και τα χέρια του προσπαθώντας να κάνει κι αυτός ό,τι κάνουμε κι εμείς. Μια μέρα που έκανα ένα κόλπο, κι ανέβηκα με το skateboard σ’ ένα τοιχάκι με χειροκρότησε γιατί του άρεσε πολύ το κόλπο μου. Του είπαμε να έρθει μαζί μας αλλά δεν καταλάβαινε, τον ρωτήσαμε πώς τον λένε μα πάλι δεν καταλάβαμε τι μας είπε, του μιλούσαμε αλλά αυτός όλο «χαρμπ» και «ισούρια» μας έλεγε και έκανε το κεφάλι έτσι, μια εδώ και μια εκεί. Μιαν άλλη μέρα πάλι με χειροκρότησε κι ύστερα βάζει τα χέρια του έτσι, ακουμπά το κεφάλι του επάνω και μας παρακολουθεί από το μπαλκόνι. Σκέφτηκα ότι για να μην θέλει να έρχεται μαζί μας μπορεί να μην έχει skateboard και είπα στη μάμα μου ότι επειδή εγώ έχω δύο να του δώσω το ένα και η μάμα μου με φίλησε και μου είπε μπράβο Κωνσταντίνε μου, να του το δώσεις γιατί σε λίγες μέρες είναι Χριστούγεννα και όλα τα παιδάκια πρέπει να έχουν δώρα. Όμως η μάμα αγόρασε ένα καινούργιο τυλιγμένο με χριστουγεννιάτικο περιτύλιγμα και την άλλην ημέρα που κατέβηκα για να παίξω με τους φίλους μου πήρα και το δώρο μαζί μου, του έδειξα ότι θέλω να του το δώσω και φώναξε τη μάμα του και μου άνοιξε∙ μπήκα με το κουτί και προχώρησα στο μπαλκόνι που καθόταν για να του το δώσω, αλλά στεναχωρήθηκα παππού, το άφησα κάτω και έτρεξα στο σπίτι και δεν ήθελα να παίξω και πήγα στο δωμάτιό μου.

Τον έβλεπα από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου που ήταν φανερά λυπημένος. Τι ήταν αυτό που σε στενοχώρησε τόσο πολύ Κωνσταντίνε μου, τον ρώτησα, πες μου να καταλάβω κι εγώ, κι εκείνη τη στιγμή πρόσεξα ότι από τα ματάκια του που ήταν κόκκινα έτρεχαν δάκρυα που τα σκούπιζε με την ανάποδη του χεριού του.

- Παππού, το παιδάκι δεν είχε πόδια. Δεν είχε πόδια!

-----------------------------------------------------------------------------
Στα αραβικά η λέξη χαρμπ σημαίνει πόλεμος και η λέξη ισούρια σημαίνει Συρία.


Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, "η έκρηξη", παστέλ, 30Χ20 εκ.