25 Ιαν 2015

ΣΦΥΡΙ ΚΙ ΑΜΟΝΙ


Ανδρέας Χατζηθωμάς
Όταν η πέτρα γίνεται σφυρί
 και η ψυχή αμόνι
για το βιβλίο του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ «Πικρόλιθος», εκδόσεις Κάρβας 2014
[η Καθημερινή της Κύπρου, Ζωή, 25 Ιαν 2014, σελ. 4]

Η καινούργια ποιητική σύνθεση του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ με τίτλο «Πικρόλιθος» είναι ένα πολύπτυχο έργο ποίησης, σχεδιασμού και μιας υπερβατικότητας της ίδιας της γραφής, που δημιουργεί θραύση της ποιητικής φόρμας και ταυτόχρονη διακειμενική πρότυπη αποδοτική εκδοχή, καταγράφοντας έναν προσωπικό κώδικα θεώρησης των πραγμάτων. 

Η πρώτη εντύπωση που αποκομίζουμε από την ανάγνωση των στίχων είναι η διάσταση του χρόνου. Ο χρόνος δεν κινείται γύρω μας∙ κινείται μέσα μας. Ως πρόθεση που αψηφάει τη διάκριση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, στο αντικείμενο και την εικόνα, στη φαντασία και την αντίληψη, ενδίδοντας στη νοσταλγία των γενέθλιων φυσικών πραγμάτων, τα οποία μετατρέπονται σε συνειδητή διαλεκτική μιας στοχαστικής ποιητικής εικονοποιίας. 

Το κάθε απόσπασμα στηριγμένο σε αυτή την αντιληπτή βάση, λειτουργεί ως παράσταση που αρθρώνει την εγγενή οντολογική προτεραιότητα που θέτει ο ποιητής για να προσδιορίσει τις συντεταγμένες της αμφισημίας των όντων και της αναγωγής τους στον ιστορικό χρόνο. Στον «Πικρόλιθο», η συνείδηση πορεύεται προς τις υπώρειες της υπαρξιακής αναγκαιότητας. Το δέος μετουσιώνεται σε κραυγή και θρήνο μιας ιερής παρακαταθήκης. Ο ασίγαστος καημός σμίγει με το άρρητο πάθος σαν δυο φτερούγες που ταξιδεύουν με την ηχώ του κεραυνού, το μοιρολόι της πέτρας και το άρωμα του πουρναριού για να προσαράξουν εκεί που η γης μυρίζει καμένη σάρκα, εκεί που οι στιβαροί αρμοί συνθέτουν το βαρόμετρο των οργισμένων αισθήσεων, για να διαλύσουν το σκοτάδι. 

Σε τούτο το σκοτάδι όπου ζω / Η καρδιά μου είν΄ αυτή που χτυπά δυνατά / απελπισμένα τα θεριά να τρομάξει φωνάζει / Κι είμαι εγώ αυτός στη σπηλιά που τρομάζει / Από τη δική μου την ίδια που επιστρέφει φωνή. 

Η πέτρα γίνεται σφυρί και η ψυχή αμόνι για να φτιάξει ο ποιητής φυλαχτό να τον προστατεύει από τη λήθη των καιρών και την αχλύ που τυλίγει επικίνδυνα κάθε βήμα του ανυπόμονου σώματός του. 

Με την παλάμη στο αίμα / Σημάδι αφήνω στον βράχο / Και μια φέτα απ΄την πέτρα / Φυλαχτό στον λαιμό μου κρεμώ. 


Ο ποιητής φορτώνει σε μια σχεδία μνήμες και ανοιχτές πληγές, το διψασμένο σώμα του και τους μυστικούς του στοχασμούς και ξανοίγεται στο πέλαγος της απόλυτης εξίσωσης με το ασυνείδητο, την απεικόνιση τής ψυχής και τις καταιγίδες που μαστιγώνουν το πνεύμα και τις αισθήσεις. 


Μέσα σε τούτη τη δοκιμασία η ποιητική φωνή, στους ρυθμούς της καρδιάς, είναι η παρακαταθήκη ελπίδας, η αναζήτηση της αλήθειας και η περαιτέρω ενορατική δημιουργία που εξοβελίζει τους λοξούς και οξύμωρους χρησμούς. 

Κορμοί των δέντρων διαλεχτοί / Μαστορικά δεμένοι / Ένα κατάρτι, ένα πανί κι ένα κουπί / Μέσα σε θάλασσα ριγμένα αφρισμένη / Με πάνε σε ταξίδι μακρινό χωρίς σκοπό / Κι ούτε που ξέρω εκεί που πάω τι θα βρω / Αν θα ριζώσω / Αν θα γυρίσω / Αν θα χαθώ. 

Ο ποιητής νιώθει την ανάγκη, λαχταρά να προσεγγίσουμε συναισθηματικά τα πρόσωπα και τα πράγματα που αναφέρονται στο έργο του, ως μια προτίμηση που θέλει να μοιραστεί μαζί μας, ως μια πίστη και αγάπη για το ηθικό, το ουσιώδες και το αληθινό. Από την ιστορία του τόπου μας επιλέγει πράξεις θυσίας για να εκθειάσει την απαράγραπτη κληρονομιά και το ευγενές πνεύμα που εκπηγάζει από ένθερμο εναγκαλισμό με το ήθος, την αξιοπρέπεια, την συναίσθηση του καθήκοντος, την επιτέλεση του χρέους. Και οι στίχοι αφήνουν κόκκινα σημάδια στην πέτρα και στην παλάμη στάχτη. 

βγέστε στο φως με τα χέρια ψηλά / βγαίνουνε οι δύο χωρίς οπλισμό / κι εσύ τι θα κάνεις; / μπορεί ένας άνθρωπος να ονειρευτεί καλύτερη τύχη / από τούτη που τώρα σε μένα έχει τύχει; / βγες, βγες έξω με τα χέρια ψηλά / φυλαχθείτε… αν θα βγω, θα βγω με μια πέτρα στο χέρι. 

Ο ποιητής με τον «Πικρόλιθο», μας αφυπνίζει από τη μορισμένη νάρκη μας, ανοίγει βαθύ πηγάδι στη μνήμη, μας ξεναγεί σε σκήτες ηρώων, γεμίζει το στόμα μας πικρόμελο, και κρεμάει στο λαιμό μας σταυρόσχημο φυλαχτό να μας θυμίζει τη φύτρα μας. Κι όταν αυτή απειλείται ν΄αναμώννουμε. 

Ο Ανδρέας Χατζηθωμάς είναι φιλόλογος - κριτικός 





12 Ιαν 2015

"ΠΙΚΡΟΛΙΘΟΣ"


Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ:
 Πικρόλιθος

της 
Χρυσοθέμιδος Χατζηπαναγή

[η Σημερινή, Κυριακή 4 Ιαν 2014, βιβλιχνηλασίες, σελ. 26]

Από τη «Διθαλάσσου», την εμποτισμένη με τα μύρα της θαλασσοφίλητης γενέτειράς του Καρπασίας, ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ κομίζει στα κάνιστρα της ποιητικής του ψυχής το αρχέγονο σύμβολο ολάκερης της γης του και μαζί βαρύτιμο φυλαχτό της πατρογονικής του κληρονομιάς: τον «Πικρόλιθο» της δεύτερης ποιητικής του συλλογής, που τον έφερε πρόσφατα ο καλοτάξιδος άνεμος Κάρβας των προσωπικών του εκδόσεων. Και αν με τους πρώτους του στίχους ανάστησε στο «Φως» ανάγλυφες «…Εικόνες» από ενδημικά πουλιά, θάμνους και δέντρα, διάβηκε μέσα από μια νοερή «Μικρή Περιήγηση» γνώριμους τόπους και νεκροπόλεις με «Τα Άλογα» της Σαλαμίνας,  συνομίλησε στην ντοπιολαλιά τους με ανθρώπους των περασμένων χρόνων κι ανιστόρησε τα δεινά της «Παναγίας της Καναριάς» και του Μεγάλου Αγγέλου, έρχεται τώρα  να επισφραγίσει τις προηγούμενες «Παλιές σφραγίδες» με νέα εμφαντικότερα χαράγματα.

Ταυτίζοντας την αλληγορική προσωποποίηση της πατρίδας του με την υπαρκτή Καρπασιτοπούλα «Ελένη» του ομώνυμου ποιήματος της «Διθαλάσσου», που απαθανάτισε με τις πέτρες στην πλάτη  μοναδικό φωτογραφικό στιγμιότυπο του «Νational Geographic» το 1928, καταφέρνει να εισχωρήσει τούτη τη φορά στα μεγαλύτερα της βάθη, για ν’ ανασύρει από τα χαλκολιθικά  στρώματα της Ιστορίας και του πολιτισμού της τον κατ’ εξοχήν ενδογενή της «πικρόλιθο». Την ακριβολογική τεχνουργική του ιδιότητα για την κατασκευή των δημοφιλών σταυρόσχημων ειδωλίων του Κυπριακού Μουσείου επεξηγεί στις «Σημειώσεις», που μαζί με τον σελιδοδηγό των αρχαιολογικών «εικόνων» και το διαλεκτικό «Γλωσσάρι» επιτάσσονται της συλλογής. Τόσο, όμως, ο τίτλος της «Πικρόλιθος» όσο και ο υπότιτλός της «σημειώσεις σχεδίας» παραπέμπουν σε μεταφορικά νοήματα και συμβολισμούς πολυσημίας, όπου κατά μία συνεκδοχική σύζευξη τα οιονεί Σολωμικά σχεδιάσματα του ποιητή συνταξιδεύουν πάλι με τον ούριο Κάρβα της μνήμης, αλλά και της πικρής θύμησης πάνω στην Οδυσσεακή σχεδία, πανομοιότυπη με την πανάρχαια σχεδία, τη χαραγμένη σε κάποιο πικρό βράχο της Κύπρου. Και οι άνθρωποί της να περιμένουν την επιστροφή στο μισό της ακροθαλάσσι, δεόμενοι με ανοικτά τα χέρια σ’ ανάμνηση των γηγενών ειδωλίων του «πικρόλιθού» της.

Από τις 14 ποιητικές συνθέσεις, που κατατίθενται στην παρούσα συλλογή, είτε ως αυτοτελή ποιήματα είτε επιμερισμένες σε αριθμημένες θεματικές ενότητες, μερικές εξ αυτών στιχηδόν και άλλες μορφικώς καταλογάδην, στεκόμαστε κατ’ αρχήν στα εμβληματικά δύο πρώτα ποιήματα, που απηχούν ονοματολογικές παραλλαγές ή παραπληρωματικές προεκτάσεις του τίτλου. Έτσι, «Τα Βότσαλα», κατά τον ποιητή, παραλληλίζονται ευστόχως με τα ποιήματα, αποτυπώνοντας τις ιδέες της ποιητικής του βιοθεωρίας σε ευφάνταστες εικονοπλαστικές συλλήψεις: «Τα ποιήματα / Ως εύπλαστη ύλη / Σαν τα βότσαλα ταξιδεύουν / Της θάλασσας» πότε «Σε βυθούς σιωπής», πότε «Σε φουρτουνιασμένη άβυσσο» μέχρι να έλθουν «στο φως». «Η  Πέτρα», ωστόσο, που κρατεί ιερό φυλακτό στις πέντε ποιητικές του διαδρομές ή στις επώδυνες αναβάσεις για τις ανατάσεις των πέντε του αισθήσεων, δεν είναι άλλη από εκείνη τη ριζιμιά της γης του, που δεν μπορεί «να ξεχάσ[ει]» όποιο «ποτάμι» ή «μονοπάτι» κι αν πάρει. Οι ακροτελεύτιοι στίχοι του α΄ και ε΄ μέρους είναι δυναμικά ενδεικτικοί του αναπόσπαστου ομφάλιου λώρου, που δένει στα σπλάχνα της στο πρόσωπο του ποιητή τους συμπατριώτες συνοδοιπόρους του: «Περπατώ με  μια πέτρα στο χέρι / Μα πάντα μένω στα ίδια δάση / Στα ίδια μέρη το χώμα πατώ». «Τότε κι εγώ φυλάγω την πέτρα / Και παίρνω στα χέρια μια κώπη». Αυτήν, προφανώς, της παλιννόστησης, όπως, ακριβώς, «Τα Πουλιά» του επόμενου ποιήματος, που «βρίσκουν τον δρόμο κι επιστρέφουνε στις ίδιες ακτές;» κι ας διερωτάται με απορία Σωκρατικής ειρωνείας.

Στα αμιγώς, θα λέγαμε, θαλασσινά ή ναυτικά ποιήματα «Η Σχεδία», «Το Τραγούδι του Ναύτη της Σχεδίας», «Το Ακρογιάλι» και «Παλιό Καράβι» αποτυπώνεται μαζί με τις αεικίνητες αναζητήσεις και τη φιλοτάξιδη έφεση του ψυχισμού του το  στίγμα του φυλετικού κυττάρου του αιώνιου Έλληνα ταξιδευτή των μακρινών οριζόντων του Καββαδία, αλλά και του Ομηρικού νόστου ή της αμετατόπιστης Καβαφικής «πόλης». Έτσι, ντύνοντας με τα «βαθυκύανα» χρώματα του Ελύτη τα δικά του «δελφίνια», καταγράφει τις αποδράσεις και τις επανόδους του: «Πάνω απ’ τα κύματα πετούν / Ύστερα χάνονται· ξαναγυρνούν». Και καθώς ο Ποιητής του Αιγαίου ομολογεί πως «Τα ανώτερα Μαθηματικά του τα έκανε στο Σχολείο της θάλασσας» ο ίδιος, όντας Μαθηματικός με τα γεωμετρικά σχήματα των λυρικών επαναφορών του μεταστοιχειώνει τον «μικρό Ναυτίλο» στη μουσική κλίμακα του δικού του «Ναύτη», τονίζοντας μέσα από το «Τραγούδι» του το δυσεπίτευκτο του γυρισμού του: «Ναύτη μου / Ναύτη / Όποιος σε θάλασσα αρμενίσει / Με θαλασσόμελο ξεδιψάσει / Πίσω στο σπίτι του δεν θα γυρίσει / Την πρώτη αγάπη του θα ξεχάσει». Για να ομολογήσει, εντούτοις, αλλού, ανακρούοντας «αλίδρομος θαλασσομάχος» την πρύμνη του «καραβιού» του, που υπενθυμίζει από τους συμφραζόμενους στίχους το φυλακισμένο καράβι της Κερύνειας και την ελπίδα της επιστροφής: «Κι ύστερα γύριζα με το καράβι φορτωμένο ελπίδα / Γύριζα με το καράβι φορτωμένο φως».

Τους επικούς αγώνες του Κυπριακού Ελληνισμού συνοψίζει ο ποιητής μέσα από τα ποιήματά του «Πικρόμελο», «Η Σκήτη», «Διάλογος» και «Το Πηγάδι». Σε μιαν αντιστικτική σύνθεση αρχαίας και νέας τραγωδίας ή εν είδει συνοπτικού ποιητικού χρονικού της «γλυκείας» αλλά και πικρής «χώρας Κύπρου» ανιστορεί την επανάσταση του Ονήσιλου εναντίον των Περσών, τη θυσία του Αυξεντίου και του Μάτση για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού, καθώς και του ομοχώριού του Παναγιώτη, που έπεσε πολεμώντας τους Τούρκους το 1974. Ενώ στο «Νανούρισμα», μεταπλάθοντας αριστοτεχνικά σε μοιρολόι το γνωστό κυπριακό τραγούδι, μνημειώνει μιαν από τις πολλές τραγικές ιστορίες της βάρβαρης τουρκικής εισβολής. Για τούτο και ο ποιητής, σαν άλλος δυνατός «Σπουργίτης», που επιβιώνει των κακουχιών και των κατατρεγμών μονολογεί: «μα εγώ, εδώ θα ζήσω…να προσδοκώ να ξεδιπλώσει τις φτερούγες του ξανά του δίκαιου ήλιου πύρινος ένας κριτής αητός».

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ "ΠΙΚΡΟΛΙΘΟ"


Σκέψεις για τον «Πικρόλιθο»
του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

του
 Παύλου Πασιουρτίδη
[Πολίτης, παράθυρο, 10 Ιαν 2014, σελ. 45]

Είναι με πολλή χαρά που πήρα στα  χέρια μου τη νέα ποιητική συλλογή  του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ. Μια πολύ προσεγμένη από όλες τις πλευρές, καλαίσθητη έκδοση, διανθισμένη με όμορφα και  σχετικά με το  θέμα κοσμήματα.

Παρόλο που το έργο διατηρεί στενές θεματικές  σχέσεις με την Διθαλάσσου, την προηγούμενη ποιητική του δουλειά,  θα έλεγα πως τώρα χρησιμοποιεί ένα πιο συμπυκνωμένο, πιο φιλοσοφικό, και ρυθμικό λόγο. Όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι εξαιρετικά και ο κάθε στίχος είναι φτιαγμένος με πολλή προσοχή, μεράκι και ευαισθησία. Μέσα από μια έκρηξη συναισθημάτων που κατακλύζει ολόκληρο το έργο, ο  αναγνώστης  μπορεί αβίαστα να ακροαστεί σαν μια κραυγή αγωνίας  τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του ποιητή για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της μικρής μας πατρίδας, του  «Πικρόλιθου» αυτού και των κατοίκων  του. Με μια χρονολογική σειρά βρίσκουμε αρμονικά δεμένη στους στόχους των  ποιημάτων του, την εξέλιξη της  ανθρώπινης φυλής, από τα πρώτα σκιρτήματα ψυχισμού της, μαζί με το ιστορικό γίγνεσθαι του τόπου και των ανθρώπων  του.

Καθώς διαβάζω ρυθμικά, ξανά και ξανά τους πρώτους στοίχους  από την  «Πέτρα», αισθάνομαι σαν να είμαι σε ντιβάνι  ψυχαναλυτή, σε μια διαδικασία ανάδρομης ύπνωσης. Παρατηρητής  800.000 τόσα χρόνια πίσω, κάπου στην περίοδο εκείνη που σύμφωνα με την επιστήμη, αρχίζει να ξεχωρίζει και να αναπτύσσεται ο ανθρώπινος κλάδος με τον Αυστραλοπίθηκο  του Taungs που αποτελεί την απαρχή της γενεαλογίας  του   homo sapiens. «Η πέτρα στο χέρι καμωμένη με τέχνη και κόπο» είναι το όπλο δημιούργημα του Αυστραλοπίθηκου που αμύνεται και συνάμα συντρίβει τα κεφάλια και τα οστά των θηραμάτων του. Όμως η ανθρώπινη σκέψη ποτέ δεν μένει στάσιμη λέει ο ποιητής. Φόβοι, αγωνίες, βάσανα, δυσκολίες και παλινδρομήσεις, δεν τον πτοούν δεν τον σταματούν, προχωρά πάντα  μπροστά. Ανακαλύπτει και διαχειρίζεται τη φωτιά το νερό το ξύλο  και το σίδηρο, φτιάχνει εργαλεία, ανεβαίνει σε μια σχεδία χωρίς  σκοπό χωρίς προορισμό. «Κι  ούτε που ξέρω εκεί που πάω τι θα βρω. Αν θα ριζώσω. Αν θα γυρίσω. Αν θα χαθώ». Πυξίδα το ένστικτο, αλλά και  η περιέργεια μαζί με το πάθος του πρωτάρη. Μπορεί όμως, «για τη χαρά του ταξιδιού και μόνο» όπως λέει ο ποιητής. Ποιος μπορεί να ξέρει; Ένας «Οδυσσέας» χωρίς «Ιθάκη»  αλλά σοφότερος και πιο δυνατός  καθώς  τα μανιασμένα κύματα τον πετούν στην μαλακή αμμουδιά μιας «άγνωστης» γης.

Η ζωή και ο έρωτας των όντων, η ανελέητη πάλη για επιβίωση και τελικά ο  θάνατος που καραδοκεί σε κάθε στιγμή της ύπαρξης, είναι προβλήματα που απασχολούν έντονα τον συγγραφέα. Ο θάνατος του ενός δίνει ζωή στον άλλο. Ο έρωτας συντηρεί τη ζωή και η ζωή συντηρεί το θάνατο. Καταστάσεις αλληλένδετες  σαν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, όπως η μέρα με τη νύκτα, το φώς και το σκοτάδι. Η διαφορά βρίσκεται μόνο στο νου του παρατηρητή.

Αυτά όμως είναι μεταφυσικές θεωρήσεις και επιστημονικά «κβαντικά παράδοξα». Στην πραγματικότητα ο ποιητής ζει και λειτουργεί συνεχώς μέσα στον κόσμο των συναισθημάτων. Ραγίζει η καρδιά του, αγωνιά και πονά, τον πνίγει ο θυμός και το άδικο. Πώς να δεχτεί την εθελοντική προσφορά της μάνας που πέφτει απορημένη στο στόμα του φιδιού για να προστατεύσει το μικρό της; Και πια καρδιά μπορεί να αντέξει, στη θέα ενός βρέφους που βυζαίνει το αίμα της μάνας, της σκοτωμένης με δυο σφαίρες από  ανθρωπόμορφα φίδια; 

 Όμως η αλαζονεία του δυνατού και η αβάστακτη αδιαφορία «φίλων» και «συγγενών»  προετοιμάζει μια άλλη σπάνια κάστα ανθρώπων. Τους ήρωες και τους ημίθεους. Κλεισμένοι σε σπηλιές ή σκήτες» «κλαίνε και γελούν, τραγουδούν και ονειρεύονται για τον τόπο τους». Περιμένουν την βροχή και τον ήλιο που θα κάνει το σπόρο να βλαστήσει. Και σαν έρχεται η ευλογημένη  ώρα, πετιούνται από παντού λεβέντες ατρόμητοι, περιφρονώντας τον θάνατο, στέκονται  αγέρωχοι μπροστά στον δυνατό που ακούει ξαφνιασμένος μαζί και απορημένος λόγους πρωτόγνωρους. Αν δεν λιώσει ο σπόρος βλαστάρι δεν θα βγει. Αν δεν λιώσει το κερί φως δεν θα ανάψει. Αν δεν καούμε εμείς, λευτεριά οι άλλοι δεν βλέπουν. «Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα». Ο πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος  όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με πολλές δυνατότητες, θα διαλέξει τη μια, αυτή που του υπαγορεύει η ψυχή του. Έτσι  ξανά επαναλαμβάνεται, η  ίδια αγέρωχη  απάντηση του Προμηθέα στον μαντατοφόρο Ερμή που  του προαναγγέλλει τις νέες βαριές τιμωρίες που θα του επιβάλει ο πανίσχυρος Δίας γιατί αγάπησε περισσότερο από όσο έπρεπε τους ανθρώπους. «Μάθε, πως  δεν θα αλλάξω  ποτέ  τα βάσανά μου, με την σκλαβιά σου. Προτιμώ  χίλιες φορές, να είμαι δεμένος πάνω σ αυτόν το βράχο, παρά να είμαι πιστός δούλος του Δία».

Στον «Πικρόλιθο», έρχεται  μια μέρα που πρέπει, όπως λέει και ο Καβάφης, όλοι οι ήρωες να πουν «το μεγάλο Ναι η το μεγάλο Όχι» και τότε φανερώνεται το μεγαλείο της ελεύθερης εκλογής που αγνοεί τις συνέπειες.

Έτσι γράφεται η ιστορία ενός λαού. Με αυτοθυσία, αξιοπρέπεια, με ήθος  με τιμιότητα και σεβασμό για τους ανθρώπους  και τον τόπο. «Γι΄αυτό τον λαό, για τον ήλιο, τις πέτρες, το νερό και τη γη που πατάτε» είναι η απάντηση  του πολεμιστή στον κατακτητή. Δεν μπορούμε εμείς οι δειλοί και υλοβαρείς λάτρεις τις μίζας και της διαπλοκής να ξαναγράφουμε τα γεγονότα κόβοντας και ράβοντας  κουστούμια για να βολέψουμε το ασήμαντο δικό μας μέγεθος και τις εφήμερες εγωκεντρικές επιδιώξεις μας. Γιατί τότε πιο παραμύθι και πια ιστορία θα μένει, για να λέει ο παππούς στο μικρό Παναγιώτη;

Ο ποιητής την ώρα της σύλληψης τού ποιήματος δονείται από τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Κινείται ταυτόχρονα  σε δύο επίπεδα. Κοιτάζει μια στον έξω κόσμο και μια στα βάθη του εσώτερου του εαυτού. Μαζεύει λέξεις φτιάχνει έννοιες και εικόνες. Μετά παραμερίζει τις εξωτερικές επιδράσεις και διαλογίζεται. Τώρα κάθε λέξη κάθε στίχος κάθε νοητική εικόνα έχει εμποτιστεί από την ίδια τη ψυχή του. Τα ποιήματά του είναι  το  μέτρο που δονείται η  ψυχή του. Τέτοιος είναι ο λόγος του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ στον «Πικρόλιθο». Βέλη ψυχής για ψυχές που δονούνται στην ίδια συχνότητα. 


Σε ευχαριστούμε ποιητή, που μας ταρακουνάς ξανά  και μας ξυπνάς από τον βαθύ μας ύπνο. Εύχομαι και προσδοκώ μαζί σου να ξεδιπλώσει σύντομα τις φτερούγες του «του δίκαιου ήλιου ένας κριτής αετός».

  

22 Δεκ 2014

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΩΡΟ



Το χριστουγεννιάτικο δώρο
Χριστουγεννιάτικο διήγημα
          του             
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

[πρώτη δημοσίευση: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κύπρου, Κυριακή 21 Δεκ 2014, ΖΩΗ, σελ. 1]
                                                                                   
Το καλοκαίρι που μας πέρασε, ο εγγονός μου είχε κλείσει την πρώτη εφταετία της ζωής του κι ανάμεσα στα πολλά κουτιά με δώρα που πήρε, και που τελικά δεν του έκαναν καμιά αίσθηση, ήταν και το δώρο της νονάς του, το πιο φανταστικό δώρο, όπως μου είπε αργότερα, που τον έκανε ευτυχισμένο. Ήμουν εκεί και είδα με τι χαρά το δέχτηκε. Ξέσχισε το περιτύλιγμα κι όταν έκπληκτος αντίκρισε την εικόνα που ήταν τυπωμένη στο κουτί, το χάιδευε και δεν πίστευε στα μάτια του. Ήταν η σανίδα με τα τέσσερα τροχάκια των ονείρων του. Αμέσως, αναζήτησε με το βλέμμα τον πατέρα του, για να διερευνήσει ποια εντύπωση είχε κάνει σ΄εκείνον, γιατί μπροστά του εκείνη ακριβώς τη στιγμή, βρισκόταν αυτό που είχε ζητήσει λίγους μήνες πριν και ο πατέρας επίμονα τού είχε αρνηθεί. Η θετική όμως εικόνα που αντίκρισε και το χαμόγελό του, διέλυσαν την αγωνία του και τον χαροποίησαν. Έσφιξε τις γροθιές του και τις κουνούσε πάνω κάτω βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Έβγαλε τη σανίδα από το κουτί και την έβαλε στην αγκαλιά του με αγάπη.

Τις επόμενες μέρες, με την καθοδήγηση του πατέρα του, με μεθοδικότητα και υπομονή, κατακτούσε το παιχνίδι σωστά, και μάθαινε όλα τα μυστικά και τις εντυπωσιακές φιγούρες του. Αργότερα, τα απογεύματα, συνέχισε να κάνει την εξάσκησή του πότε στο πάρκο και πότε στο πλάτωμα του αδιεξόδου. Μαζί με τον εξάδελφό του και άλλα δύο παιδιά της γειτονιάς συγκρότησαν την παρέα του skateboard. Τα παιδιά έπαιζαν, ευτυχώς, ήσυχα χωρίς φωνές και έτσι κανένας από τις γύρω πολυκατοικίες δεν ενοχλείτο.

Από την πρώτη μέρα που άνοιξαν τα σχολεία μπήκα κι εγώ στη ρουτίνα μου και κάθε μεσημέρι βρίσκομαι στο σχολείο. Στη μία και πέντε ακριβώς χτυπά το κουδούνι και τα παιδιά ξεχύνονται έξω από τις τάξεις σέρνοντας τις τσάντες-καροτσάκια, και σε δυο τρία το πολύ λεπτά βλέπω τον εγγονό μου να με εντοπίζει και να μου δίνει σήμα σηκώνοντας το χέρι. Την ίδια  ακριβώς κίνηση κάνω κι εγώ, φουσκώνοντας από περηφάνια. Είναι καλό παιδί, και είμαστε φιλαράκια. Θέλει συνέχεια να ρωτά και να μαθαίνει. Με ακούει με προσοχή και ποτέ δεν κάνει ζαβολιές. Κι αυτός ανυπομονεί να μου πει όλα όσα τον απασχολούν, τι έγινε στο σχολείο του, τι είπαν οι φίλοι του και γενικά να μου εξιστορήσει όλα τα γεγονότα της ημέρας. Κυρίως όμως, μόλις μπαίνει στο αυτοκίνητο αρχίζει τις απίστευτες περιγραφές για το νέο του παιχνίδι και κάποτε μου υποβάλλει κάποιες ερωτήσεις που με ξαφνιάζουν, ερωτήσεις που δεν περιμένει ποτέ κανένας ν΄ακούσει.

-Παππού τι είναι το «χαρμπ»; Τι σημαίνει «ισούρια»; Παππού ξέρεις τι είναι το τικ-τακ;

Οι ερωτήσεις πέφτουν βροχή κι εγώ ο καημένος απαντώ πως δεν ξέρω τι είναι αυτά τα παράξενα πράγματα που μου λέει. Δεν είχαμε στην εποχή μας τέτοια παιχνίδια. Το μοναδικό δώρο που πήρα στο Δημοτικό ήταν μια μπάλα και αργότερα λίγα βιβλία. Τα παιχνίδια μας ήταν δικής μας επινόησης και κατασκευής. Θυμήθηκα που είχα φτιάξει κάποτε κι εγώ ένα παιχνίδι. Ήταν ένα αεροδυναμικό όχημα με ένα και μοναδικό τροχό από τενεκεδάκι του «γάλα βλάχας» καρφωμένο σ΄ένα λεπτό πηχάκι και μακρύ ένα περίπου μέτρο. Το οδηγούσα με ταχύτητα στα μονοπάτια και τα στενά δρομάκια του χωριού και δεν ήθελα να σταματήσω το τρέξιμο∙ ήμουν ακούραστος. Ένα μικρό κομμάτι κομμένο από το ίδιο κουτί που ήταν καρφωμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να εφάπτεται στον τροχό δημιουργούσε θόρυβο, που όσο πιο γρήγορα έτρεχα γινόταν και πιο γλυκός∙ σαν αληθινό αυτοκίνητο. Βέβαια, όλη αυτή τη φασαρία που γινόταν συμπλήρωνε ο ήχος που δημιουργούσε η γλώσσα και τα χείλη μου, προσπαθώντας να μιμηθώ τη μηχανή. Στη γειτονιά μου είμαστε τρεις φίλοι και υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός στην κατασκευή των οχημάτων μας. Τη διαφορά την έκανε ο θόρυβος που δημιουργούσε το μικρό κομματάκι του τσίγκου καθώς χτυπούσε στις εγκοπές που δημιουργούσαμε στον τενεκεδένιο τροχό αφού πρώτα τις γυρνούσαμε προς τα έξω με μια πένσα.

-Παππού θέλεις να σου πω τι είναι το τικ-τακ; συνέχιζε ο αγαπημένος μου εγγονός, είναι ένα κόλπο που κάνω με το skateboard. Όταν στρίβω βάζω το πόδι μου, όχι το καλό, το άλλο, πατάω πίσω, ανασηκώνεται η σανίδα και τότε πατώ με δύναμη με το καλό, μια εδώ και μια εκεί, και χτυπάνε κάτω οι τροχοί και κάνουν τικ-τακ, τικ-τακ. Όταν ήσουν μικρός είχες σανίδα παππού; Ο μπαμπάς μού είπε πως δεν υπήρχαν σανίδες όταν ήταν μικρός, αλλά τώρα που ο κόσμος έγινε καλύτερος, υπάρχουν πολλά παιχνίδια για όλα τα παιδιά, και κάθε παιδί βρίσκει το παιχνίδι που του αρέσει.

-Σου είπε ο μπαμπάς ότι ο κόσμος έγινε καλύτερος; τον ρωτώ μα, δεν περιμένω απάντηση και τον οδηγώ αλλού με μια άλλη ερώτηση που μπορεί ν΄απαντήσει: ποιο είναι το πόδι το καλό και ποιο το άλλο πόδι που δεν είναι το καλό; Αυτός έχει έτοιμη την απάντηση.

-Παππού, το καλό πόδι είναι αυτό που πατά πάντα μπροστά στη σανίδα. Το άλλο μπορούμε να το μετακινούμε όπου θέλουμε και μας βοηθά να κρατάμε ισορροπία, να σταματάμε ή να κάνουμε το τικ-τακ. Έχει κι άλλα κόλπα αλλά θα σου τα πω άλλη φορά.    

Δυο τρεις μέρες πριν κλείσουν τα σχολεία για τις χριστουγεννιάτικες γιορτές, τον περίμενα ως συνήθως στα σκαλάκια, μα εκείνη την ημέρα δεν είχε κέφι να μου μιλήσει, ήταν σκεφτικός κι ήτανε φανερό πως κάτι τον βασάνιζε. Οι διερευνητικές ερωτήσεις μου περιστράφηκαν γύρω από το σχολείο, ωστόσο δεν διαπίστωσα κάτι που να πήγε στραβά. Όμως, καιγόμουν να μάθω τι συνέβαινε, και συνέχισα λίγο ανήσυχος τις ερωτήσεις μα, τις απαντήσεις του τις έβγαζα με το τσιγκέλι.

Επειδή κάθε μέρα μου περιέγραφε και ένα κόλπο που έκανε με τη σανίδα του, και σήμερα δεν μου είχε πει ακόμα τίποτε, αποφάσισα να τον ερωτήσω ευθέως πώς πάνε τα κόλπα με τη σανίδα. Και η απάντηση ήρθε χωρίς καθυστέρηση.

-Παππού θα σου πω τι έγινε. Εκεί που κατεβαίνουμε στην πλατεία μας, μένει ένα παιδάκι και μας βλέπει που παίζουμε, κάποτε σηκώνει τα χέρια του ψηλά όταν κάνουμε κάτι δύσκολο και κουνά το κεφάλι του και τα χέρια του προσπαθώντας να κάνει κι αυτός ό,τι κάνουμε κι εμείς. Μια μέρα που έκανα ένα κόλπο, κι ανέβηκα με το skateboard σ’ ένα τοιχάκι με χειροκρότησε γιατί του άρεσε πολύ το κόλπο μου. Του είπαμε να έρθει μαζί μας αλλά δεν καταλάβαινε, τον ρωτήσαμε πώς τον λένε μα πάλι δεν καταλάβαμε τι μας είπε, του μιλούσαμε αλλά αυτός όλο «χαρμπ» και «ισούρια» μας έλεγε και έκανε το κεφάλι έτσι, μια εδώ και μια εκεί. Μιαν άλλη μέρα πάλι με χειροκρότησε κι ύστερα βάζει τα χέρια του έτσι, ακουμπά το κεφάλι του επάνω και μας παρακολουθεί από το μπαλκόνι. Σκέφτηκα ότι για να μην θέλει να έρχεται μαζί μας μπορεί να μην έχει skateboard και είπα στη μάμα μου ότι επειδή εγώ έχω δύο να του δώσω το ένα και η μάμα μου με φίλησε και μου είπε μπράβο Κωνσταντίνε μου, να του το δώσεις γιατί σε λίγες μέρες είναι Χριστούγεννα και όλα τα παιδάκια πρέπει να έχουν δώρα. Όμως η μάμα αγόρασε ένα καινούργιο τυλιγμένο με χριστουγεννιάτικο περιτύλιγμα και την άλλην ημέρα που κατέβηκα για να παίξω με τους φίλους μου πήρα και το δώρο μαζί μου, του έδειξα ότι θέλω να του το δώσω και φώναξε τη μάμα του και μου άνοιξε και μπήκα με το κουτί και προχώρησα στο μπαλκόνι που καθόταν για να του το δώσω, αλλά στεναχωρήθηκα παππού, το άφησα κάτω και έτρεξα στο σπίτι και δεν ήθελα να παίξω και πήγα στο δωμάτιό μου.

Τον έβλεπα από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου που ήταν φανερά λυπημένος. Τι ήταν αυτό που σε στενοχώρησε τόσο πολύ Κωνσταντίνε μου, τον ρώτησα, πες μου να καταλάβω κι εγώ, κι εκείνη τη στιγμή πρόσεξα ότι από τα ματάκια του που ήταν κόκκινα έτρεχαν δάκρυα που τα σκούπιζε με την ανάποδη του χεριού του.

- Παππού, το παιδάκι δεν είχε πόδια. Δεν είχε πόδια!        


 ______________________________________________________
Στα αραβικά η λέξη χαρμπ σημαίνει πόλεμος και η λέξη ισούρια σημαίνει Συρία.