12 Ιαν 2015

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ "ΠΙΚΡΟΛΙΘΟ"


Σκέψεις για τον «Πικρόλιθο»
του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

του
 Παύλου Πασιουρτίδη
[Πολίτης, παράθυρο, 10 Ιαν 2014, σελ. 45]

Είναι με πολλή χαρά που πήρα στα  χέρια μου τη νέα ποιητική συλλογή  του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ. Μια πολύ προσεγμένη από όλες τις πλευρές, καλαίσθητη έκδοση, διανθισμένη με όμορφα και  σχετικά με το  θέμα κοσμήματα.

Παρόλο που το έργο διατηρεί στενές θεματικές  σχέσεις με την Διθαλάσσου, την προηγούμενη ποιητική του δουλειά,  θα έλεγα πως τώρα χρησιμοποιεί ένα πιο συμπυκνωμένο, πιο φιλοσοφικό, και ρυθμικό λόγο. Όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι εξαιρετικά και ο κάθε στίχος είναι φτιαγμένος με πολλή προσοχή, μεράκι και ευαισθησία. Μέσα από μια έκρηξη συναισθημάτων που κατακλύζει ολόκληρο το έργο, ο  αναγνώστης  μπορεί αβίαστα να ακροαστεί σαν μια κραυγή αγωνίας  τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του ποιητή για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της μικρής μας πατρίδας, του  «Πικρόλιθου» αυτού και των κατοίκων  του. Με μια χρονολογική σειρά βρίσκουμε αρμονικά δεμένη στους στόχους των  ποιημάτων του, την εξέλιξη της  ανθρώπινης φυλής, από τα πρώτα σκιρτήματα ψυχισμού της, μαζί με το ιστορικό γίγνεσθαι του τόπου και των ανθρώπων  του.

Καθώς διαβάζω ρυθμικά, ξανά και ξανά τους πρώτους στοίχους  από την  «Πέτρα», αισθάνομαι σαν να είμαι σε ντιβάνι  ψυχαναλυτή, σε μια διαδικασία ανάδρομης ύπνωσης. Παρατηρητής  800.000 τόσα χρόνια πίσω, κάπου στην περίοδο εκείνη που σύμφωνα με την επιστήμη, αρχίζει να ξεχωρίζει και να αναπτύσσεται ο ανθρώπινος κλάδος με τον Αυστραλοπίθηκο  του Taungs που αποτελεί την απαρχή της γενεαλογίας  του   homo sapiens. «Η πέτρα στο χέρι καμωμένη με τέχνη και κόπο» είναι το όπλο δημιούργημα του Αυστραλοπίθηκου που αμύνεται και συνάμα συντρίβει τα κεφάλια και τα οστά των θηραμάτων του. Όμως η ανθρώπινη σκέψη ποτέ δεν μένει στάσιμη λέει ο ποιητής. Φόβοι, αγωνίες, βάσανα, δυσκολίες και παλινδρομήσεις, δεν τον πτοούν δεν τον σταματούν, προχωρά πάντα  μπροστά. Ανακαλύπτει και διαχειρίζεται τη φωτιά το νερό το ξύλο  και το σίδηρο, φτιάχνει εργαλεία, ανεβαίνει σε μια σχεδία χωρίς  σκοπό χωρίς προορισμό. «Κι  ούτε που ξέρω εκεί που πάω τι θα βρω. Αν θα ριζώσω. Αν θα γυρίσω. Αν θα χαθώ». Πυξίδα το ένστικτο, αλλά και  η περιέργεια μαζί με το πάθος του πρωτάρη. Μπορεί όμως, «για τη χαρά του ταξιδιού και μόνο» όπως λέει ο ποιητής. Ποιος μπορεί να ξέρει; Ένας «Οδυσσέας» χωρίς «Ιθάκη»  αλλά σοφότερος και πιο δυνατός  καθώς  τα μανιασμένα κύματα τον πετούν στην μαλακή αμμουδιά μιας «άγνωστης» γης.

Η ζωή και ο έρωτας των όντων, η ανελέητη πάλη για επιβίωση και τελικά ο  θάνατος που καραδοκεί σε κάθε στιγμή της ύπαρξης, είναι προβλήματα που απασχολούν έντονα τον συγγραφέα. Ο θάνατος του ενός δίνει ζωή στον άλλο. Ο έρωτας συντηρεί τη ζωή και η ζωή συντηρεί το θάνατο. Καταστάσεις αλληλένδετες  σαν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, όπως η μέρα με τη νύκτα, το φώς και το σκοτάδι. Η διαφορά βρίσκεται μόνο στο νου του παρατηρητή.

Αυτά όμως είναι μεταφυσικές θεωρήσεις και επιστημονικά «κβαντικά παράδοξα». Στην πραγματικότητα ο ποιητής ζει και λειτουργεί συνεχώς μέσα στον κόσμο των συναισθημάτων. Ραγίζει η καρδιά του, αγωνιά και πονά, τον πνίγει ο θυμός και το άδικο. Πώς να δεχτεί την εθελοντική προσφορά της μάνας που πέφτει απορημένη στο στόμα του φιδιού για να προστατεύσει το μικρό της; Και πια καρδιά μπορεί να αντέξει, στη θέα ενός βρέφους που βυζαίνει το αίμα της μάνας, της σκοτωμένης με δυο σφαίρες από  ανθρωπόμορφα φίδια; 

 Όμως η αλαζονεία του δυνατού και η αβάστακτη αδιαφορία «φίλων» και «συγγενών»  προετοιμάζει μια άλλη σπάνια κάστα ανθρώπων. Τους ήρωες και τους ημίθεους. Κλεισμένοι σε σπηλιές ή σκήτες» «κλαίνε και γελούν, τραγουδούν και ονειρεύονται για τον τόπο τους». Περιμένουν την βροχή και τον ήλιο που θα κάνει το σπόρο να βλαστήσει. Και σαν έρχεται η ευλογημένη  ώρα, πετιούνται από παντού λεβέντες ατρόμητοι, περιφρονώντας τον θάνατο, στέκονται  αγέρωχοι μπροστά στον δυνατό που ακούει ξαφνιασμένος μαζί και απορημένος λόγους πρωτόγνωρους. Αν δεν λιώσει ο σπόρος βλαστάρι δεν θα βγει. Αν δεν λιώσει το κερί φως δεν θα ανάψει. Αν δεν καούμε εμείς, λευτεριά οι άλλοι δεν βλέπουν. «Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα». Ο πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος  όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με πολλές δυνατότητες, θα διαλέξει τη μια, αυτή που του υπαγορεύει η ψυχή του. Έτσι  ξανά επαναλαμβάνεται, η  ίδια αγέρωχη  απάντηση του Προμηθέα στον μαντατοφόρο Ερμή που  του προαναγγέλλει τις νέες βαριές τιμωρίες που θα του επιβάλει ο πανίσχυρος Δίας γιατί αγάπησε περισσότερο από όσο έπρεπε τους ανθρώπους. «Μάθε, πως  δεν θα αλλάξω  ποτέ  τα βάσανά μου, με την σκλαβιά σου. Προτιμώ  χίλιες φορές, να είμαι δεμένος πάνω σ αυτόν το βράχο, παρά να είμαι πιστός δούλος του Δία».

Στον «Πικρόλιθο», έρχεται  μια μέρα που πρέπει, όπως λέει και ο Καβάφης, όλοι οι ήρωες να πουν «το μεγάλο Ναι η το μεγάλο Όχι» και τότε φανερώνεται το μεγαλείο της ελεύθερης εκλογής που αγνοεί τις συνέπειες.

Έτσι γράφεται η ιστορία ενός λαού. Με αυτοθυσία, αξιοπρέπεια, με ήθος  με τιμιότητα και σεβασμό για τους ανθρώπους  και τον τόπο. «Γι΄αυτό τον λαό, για τον ήλιο, τις πέτρες, το νερό και τη γη που πατάτε» είναι η απάντηση  του πολεμιστή στον κατακτητή. Δεν μπορούμε εμείς οι δειλοί και υλοβαρείς λάτρεις τις μίζας και της διαπλοκής να ξαναγράφουμε τα γεγονότα κόβοντας και ράβοντας  κουστούμια για να βολέψουμε το ασήμαντο δικό μας μέγεθος και τις εφήμερες εγωκεντρικές επιδιώξεις μας. Γιατί τότε πιο παραμύθι και πια ιστορία θα μένει, για να λέει ο παππούς στο μικρό Παναγιώτη;

Ο ποιητής την ώρα της σύλληψης τού ποιήματος δονείται από τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Κινείται ταυτόχρονα  σε δύο επίπεδα. Κοιτάζει μια στον έξω κόσμο και μια στα βάθη του εσώτερου του εαυτού. Μαζεύει λέξεις φτιάχνει έννοιες και εικόνες. Μετά παραμερίζει τις εξωτερικές επιδράσεις και διαλογίζεται. Τώρα κάθε λέξη κάθε στίχος κάθε νοητική εικόνα έχει εμποτιστεί από την ίδια τη ψυχή του. Τα ποιήματά του είναι  το  μέτρο που δονείται η  ψυχή του. Τέτοιος είναι ο λόγος του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ στον «Πικρόλιθο». Βέλη ψυχής για ψυχές που δονούνται στην ίδια συχνότητα. 


Σε ευχαριστούμε ποιητή, που μας ταρακουνάς ξανά  και μας ξυπνάς από τον βαθύ μας ύπνο. Εύχομαι και προσδοκώ μαζί σου να ξεδιπλώσει σύντομα τις φτερούγες του «του δίκαιου ήλιου ένας κριτής αετός».