20 Μαρ 2013

"Η ΚΙΘΑΡΑ"


Στ΄άνθη γελάς κι είσ΄ όμορφο
χάσμα του βράχου μαύρο
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ,  Ο Πόρφυρας



[Δημοσίευση: Πόρφυρας, φυλλάδιο 146, σελ. 485, Ιανουάριος - Μάρτιος 2013] 
Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ
Η «ΚΙΘΑΡΑ»
διήγημα

Δεν ήθελε να επισκεφθεί το σπίτι του. Ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι του. Και για τον μοναδικό αυτό λόγο δεν δοκίμασε ποτέ να περάσει τα οδοφράγματα. Προτιμούσε να ζει με την εικόνα που ήταν χαραγμένη μέσα του, την άφθορη, την άχραντη, την αγνή εικόνα τού σπιτιού του, που καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να χαλάσει. Η συρρίκνωση που υπέστη ο τόπος, ο δρόμοι που είχαν γίνει στενότεροι, τα σπίτια και οι πόρτες που χαμήλωσαν ξαφνικά και έπρεπε να σκύψεις για να μπεις, και τόσες άλλες αλλαγές που είχαν επισημάνει όσοι πήγαιναν εκεί, δεν τον άγγιζαν. Όταν γύριζαν από εκεί οι φίλοι και οι συγγενείς τού έφερναν φωτογραφίες, μα αυτός αδιαφορούσε παντελώς. Ξεκινούσαν να του περιγράφουν τον τόπο κι αυτός απομακρυνόταν ή άκουγε αδιάφορα, λες και ήταν περιγραφή κάποιου άγνωστου τόπου από έναν μακρινό πλανήτη σε κάποιον μακρινό γαλαξία. Δεν συμμετείχε, ζούσε στο δικό του παραμύθι. Και τα πάντα στο παραμύθι του είχαν όνομα: το κάθε δέντρο, το κάθε χωράφι, ο γιαλός, τα τζιτζίκια, τα σγαρτίλια, το ποδήλατό του, η σκυλίτσα του, η μηχανή τού νερού. Ακόμα και η αγαπημένη του κιθάρα, δώρο από τη μάνα του, που της έδωσε τιμητικά τ’ όνομά της. 

Ο γιος του σεβάστηκε την επιθυμία του και ποτέ δεν τον πίεσε να τον συνοδεύσει σε ένα ταξίδι που θα ήταν τόσο οδυνηρό γι’ αυτόν, μα μια φωνή μέσα του τού έλεγε ότι έπρεπε να γνωρίσει τον τόπο που γεννήθηκε ο πατέρας του και να τον συνδέσει με τις ιστορίες που του έλεγε κάθε φορά όταν τον ρωτούσε. 

Στο σπίτι τώρα έμεναν άλλοι άνθρωποι, ξένοι, που τους έφεραν εδώ, για να ζήσουν σε σπίτια ανθρώπων που έδιωξαν με εκβιασμούς. Στο σπίτι δεν τους ανήκει, κι ούτε τους κόφτει αν στους τοίχους κρέμονται οι φωτογραφίες άλλων ανθρώπων. Υπάρχει δίκαιο; Αλλά, ποιος ενδιαφέρεται πια για δίκαιο. 

Αυτές και άλλες πολλές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του, καθώς προχωρούσαν στον στενό δρόμο. Ο θείος που τον συνόδευε είπε να σταματήσουν. Το διαισθάνθηκε κι ο ίδιος ότι ήταν κοντά. Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και στάθηκαν μπροστά στο σπίτι. Ακριβώς όπως του το είχε περιγράψει ο πατέρας του: η μαυρομάτα έγινε πελώρια όπως και η ακακία κι η ζαμπουκιά∙ ο ευκάλυπτος φαινόταν λυγισμένος και γερασμένος∙ τα κυπαρίσσια στη θέση τους∙ δεν υπήρχαν όμως οι μουριές και άλλα δέντρα. Βγήκαν κάποιοι άνθρωποι από την κεντρική είσοδο του σπιτιού και κοιτούσαν με απορία στην αρχή, μα γρήγορα κατάλαβαν για τι επρόκειτο. Ένας γέρος κούνησε τα χέρια του και από τις κινήσεις του φαινόταν ότι δεν είχαν εχθρική διάθεση. Χαιρέτησε, μα δεν τους έδωσε σημασία, προχώρησε αμέσως προς το παράθυρο. Στο δωμάτιο του πατέρα κάτω από τη μαυρομάτα∙ το σκαλιστό ερμάρι∙ η φωτογραφία τής εκκλησίας. Απίστευτο! όλα στη θέση τους, και το μόνο πράγμα που φαινόταν αλλαγμένο ήταν η κουρτίνα. Καθώς δε το βλέμμα του σάρωνε κάθε τετραγωνικό εκατοστό από το χώρο τού δωματίου, καρφώθηκε ξαφνικά σε ένα συγκεκριμένο σημείο∙ μεταξύ τού τοίχου και τού ερμαριού φαινόταν το κεφαλάκι της και ένα μέρος από το λαιμό της. Φώναξε αυθόρμητα: «η αγγελού» κι έδειξε με το χέρι προς το μέρος που έβλεπε. Ένας μεσόκοπος Τούρκος που είχε μπει λίγο πριν στο δωμάτιο, είδε την κίνηση και χαμογελώντας έβαλε το αριστερό του χέρι, έπιασε την κιθάρα και με το δεξί πέρασε μια φορά τα δάχτυλα πάνω από τις χορδές. 

Αυτό που ακούστηκε δεν ήταν μουσικός ήχος∙ αναστεναγμός ήτανε∙ και παράπονο. «Η κιθάρα τού πατέρα μου», είπε δυνατά. Αμέτρητες ήταν οι ιστορίες που είχε ακούσει γι’ αυτή την κιθάρα. Πρόσεξε στο σώμα της τα αρχικά τού πατέρα. Χαμογέλασε και τα χέρια του κινήθηκαν μηχανικά μπροστά, σε μια κίνηση όπως όταν προσμένει κάποιος να πάρει κάτι που του προσφέρουν ή κάτι που του ανήκει. 

«Η κιθάρα είναι δική μου τώρα», ακούστηκε μέσα από το δωμάτιο. Σαν αστροπελέκι έπεσε στο κεφάλι του αυτό που άκουσε, χάθηκε το χαμόγελο από τα χείλη του και πριν ακόμα συνέλθει από το ξάφνιασμα, ήρθε ένα δεύτερο: η «κουρτίνα» τραβήχτηκε και στα έκπληκτά του μάτια ξεδιπλώθηκε μια ελληνική σημαία. Πάγωσε. Τη σημαία την είχαν κάνει κουρτίνα.

Συνήλθε μόνο από το θόρυβο που έκανε το αυτοκίνητό τους, καθώς ξεκινούσε. Ο θείος του ήταν ήδη μέσα και τον περίμενε. στο γυρισμό δεν είπε ούτε-μια-λέξη. Κοιτούσε, ανέκφραστος, στο βάθος τού δρόμου, χωρίς να βλέπει τίποτε, σχεδόν χωρίς να αναπνέει. Μέσα του, όμως, στην οθόνη τής ψυχής του προβαλλόταν σαν κινηματογραφική ταινία η ιστορία τού τόπου του. Σχεδίαζε την πορεία του στο μέλλον.




7 Μαρ 2013

ΚΥΠΡΟΣ, ΓΕΩΛΟΓΙΚΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

ΑΝΟΙΞΗ 
Θεοδόση Νικολάου

Η ξερολιθιά στον τόπο μας ανθοφορεί την Άνοιξη
Και τραγουδά με χίλια χρώματα
Το φίδι προβάλλει το κεφάλι
Αναδιπλώνει τη φρίκη της μελανής ομορφιάς του
Και κάθε τόσο αλλάζει το πουκάμισό του
Καθώς γίνεται βαρύ από το φορτίο των αρωμάτων.
Η ανεμώνη με σοφία επιμηκύνει το λιγνό στέλεχός της
Βρίσκει το δρόμο της μες΄από το λαβύρινθο του ακανθώδους θάμνου
Και διαστέλλει τα πέταλά της στον γλυκό αγέρα της ζωής.

Και συλλογίζομαι αν θα μπορέσουμε κι εμείς
Να βρούμε τον δικό μας δρόμο
Μες΄από τον σκοτεινό λαβύρινθο της αιχμαλωσίας μας
Χτισμένο με τόση μαστοριά και ακανθώδη τέλια
Συλλογίζομαι αν θα μπορέσουμε καμμιά φορά
Να σηκωθούμε πιο ψηλά από το χώμα
Και να χαιρετίσουμε την ανατολή της άνοιξης. 

[Θεοδόση Νικολάου, Πεπραγμένα, ποιήματα, Κύπρος, 1980, σ.45]



Μικρή εκδρομή, δεκαπέντε μόλις λεπτά από τη Λευκωσία, την πρώτη μέρα της  Άνοιξης. Η παλιά φίλη, εφοδιασμένη με τα κατάλληλα εργαλεία, ανυπομονεί ν΄ αντικρίσει τους βράχους που είχα εντοπίσει κάποτε. Την παρακολουθώ που φτάνοντας εκεί τους χαϊδεύει με αγάπη. Τα δάχτυλά της κινούνται επάνω στην πέτρα γύρω από τα χρώματα και τις αποχρώσεις. Η μικρή μας πατρίδα μπορεί να μην είναι για πολλούς παράδεισος, είναι όμως, σίγουρα ένα γεωλογικός παράδεισος. Και δεν χρειάζεται να είσαι επιστήμονας για να δεις την ομορφιά. Αν είσαι και επιστήμων, τόσο το καλύτερο! Οι φωτογραφικές μηχανές παίρνουν φωτιά. Εκατοντάδες φωτογραφίες και αμέτρητες ώρες για την ταξινόμηση και μελέτη. Ένα μικρό φιδάκι... Θυμάμαι το ποίημα του Θεοδόση...       
















21 Φεβ 2013

ΤΟ ΝΕΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ


ΝΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Που μου χάρισε ένας φίλος, ή που διάλεξα


Ίσως, δεν χρειάζεται άλλη προκαταρκτική δήλωση, αφού ο ίδιος ο τίτλος καθορίζει και το περιεχόμενο του νέου μου ιστολογίου. Απλά θα παρουσιάζονται βιβλία -κυρίως λογοτεχνικά- που είχαν την καλοσύνη να μου στείλουν διάφοροι φίλοι, είτε για να μου γνωρίσουν τη δουλειά τους, είτε ως αντίδωρα για τα δικά μου βιβλία που τους έστειλα και, βιβλία που έχω επιλέξει και είχαν κάτι σημαντικό να μου πουν. Είμαι ευγνώμων που λαμβάνω αυτά τα ανεκτίμητα δώρα, που μεγαλώνουν τον κύκλο των φίλων. Δεν είμαι κριτικός, ούτε ιστορικός της λογοτεχνίας για να συγκρίνω, αξιολογήσω και τοποθετήσω αυτά τα βιβλία∙ πρόθεσή μου μοναδική είναι να πω ένα ευχαριστώ, έναν καλό λόγο∙ να μοιραστώ με τους φίλους επισκέπτες κάποιες σκέψεις ίσως γιατί, τελικά, πιστεύω πως «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΚΟ ΒΙΒΛΙΟ».- 

ΕΔΩ
▼

13 Φεβ 2013

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ

Ένας φίλος από την Ολλανδία, ο Κορνήλιος (Κέης) Κλοκ, συγκλονισμένος κι αυτός από τον τραγικό και απροσδόκητο θάνατο της Νίκης Μαραγκού ανέβασε στο ένα από τα δύο θαυμάσια ιστολόγιά του (στο αγγλόφωνο) ένα κείμενο - ανάμνηση για την κοινή μας φίλη. Μπήκα στο facebook, γράφει και μόλις είδα τη φωτογραφία της σκέφτηκα πως θα ήταν ένα νέο βραβείο. Μόλις όμως, διάβασα την ελληνική λέξη "σκοτώθηκε" ... 


Η  ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΗΣ ΚΛΟΚ
ΕΔΩ
▼



Κέης Κλόκ, Στέλλα Τιμωνίδου

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο Κορνήλιος (Κέης) Κλοκ γεννήθηκε στην Ντόρντρεχτ (Dordrecht)) της Ολλανδίας. Σπούδασε ιστορία στη Χάγη και σύγχρονη ιστορία στο πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Αρχικά, έστρεψε την προσοχή του στην ευρωπαϊκή αποικιοκρατία και την αμερικανική ιστορία. Αργότερα, ειδικεύτηκε στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, της Κύπρου και της γύρω περιοχής, για την οποία έγραψε πολλά άρθρα και βιβλιοκρι­σίες τα τελευταία 15 χρόνια. Έγραψε μια ιστορία της Κύπρου με τίτλο Αφροδίτη και Ευρώπη.

Το 2002 συνεργάστηκε ως ιστο­ρικός σε μια σειρά εκπομπών του ολλανδικού ραδιοφώνου για την Κύπρο, που μεταδόθηκε την ίδια χρονιά και την επό­μενη. Είναι ιδρυτικό μέλος της Ολλανδικής Εταιρείας Νεοελ­ληνικών Σπουδών, που εδρεύει στο πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ. 

Εκτός από ιστορικός, είναι ποιητής και μεταφραστής. Μετα­φράζει ποίηση από τα ελληνικά στα ολλανδικά (παλαιότερα μαζί με την αείμνηστη σύζυγό του Στέλλα Τιμωνίδου). Υπήρξε για πολλά χρόνια μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Kruispunt. Το 2004 επιμελήθηκε μαζί με τη Στέλλα Τιμωνίδου, για το ίδιο περιοδικό, μια μεγάλη ανθολογία για την κυπριακή λογοτεχνία και κουλτούρα, με τίτλο "Ζούμε σε μια γλώσσα".

Πολύ πρόσφατα, στις 30 του περασμένου Δεκεμβρίου, είχε μιλήσει στο ολλανδικό ραδιόφωνο για την κυπριακή ποίηση και λογοτεχνία και είχε κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην Νίκη Μαραγκού.



ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ 


Το αφιέρωμα του περιοδικού Kruispunt, στη Λογοτεχνία της Κύπρου,
εργασία που έγινε από τον Κέης Κλοκ και την αείμνηστη σύζυγό του Στέλλα Τιμωνίδου.



10 Φεβ 2013

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ


Αγαπημένη μου φίλη Νίκη, νομίζεις πως πιστεύω αυτά που γράφουν οι εφημερίδες; Δεν τα πιστεύω εγώ αυτά τα πράγματα. Μπήκα στο facebook και στο twitter αλλά δυστυχώς κι εκεί οι ίδιες ψευτιές. Μα, εγώ δεν πιστεύω τίποτε απ' όλα αυτά. Είσαι σε μακρινό ταξίδι και θα γυρίσεις. Γνωρίζω τη μεγάλη αγάπη σου για τα ταξίδια. Κάπου έχεις πάει και θα γυρίσεις. Μην αργήσεις όμως. Σε περιμένω γιατί έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε. Βλέπω τα τελευταία σου μηνύματα στον ηλεκτρονικό μου υπολογιστή και συνοψίζω: Λογοτεχνικά Αναλόγια. Δεν μου είπες, έστειλες την επιστολή στον διευθυντή του ΘΟΚ; Συμφωνώ μαζί σου, να παρουσιαστούν πρώτα οι 18 Αφηγήσεις σου και μετά να ακολουθήσει ένα θεατρικό αναλόγιο για τη Δημουλά. Μετά έχουμε το βιβλίο της Άντρης Νικολάου. Πότε πρόλαβες και πληκτρολόγησες όλα τα κείμενά της. Πρέπει να ξαναπάμε να τη δούμε, να τα βάλει στη σειρά που θέλει και μετά να προχωρήσουμε στην έκδοση. Θα χαρεί τόσο. Ξέρω, είσαι πολύ χαρούμενη για τα νέα σου ποιήματα. Άρχισες να γράφεις αυτά τα ποιήματα το 2007 μετά που σε είχε εγκαταλείψει η ποίηση στα 47 σου, όπως μου έγραψες. Αυτό εδώ πρέπει να είναι από τα πρώτα της σειράς αυτής:  

 ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ

Είπαν πως ήταν καντηλανάφτης στην Πέστη
εκ Λευκωσίας της Ασίας
κανένας δεν ήξερε να πει για τη ζωή του
πως βρέθηκε από τη Λευκωσία στην Πέστη
πως γνώρισε το Ρήγα
πως βρέθηκε μπλεγμένος
στου Γένους τον ξεσηκωμό
από την Λευκωσία της Ασίας

Μου άρεσαν τα τελευταία σου ποιήματα που μού έστειλες. Μου θύμισαν τα πρώτα σου τής συλλογής σου Τα από κήπων. Πολλά από εκείνα τα ποιήματα είχαν γραφτεί στην Καρπασία που τόσο αγαπούσες. Και τώρα, φαίνεται, είχες καταφύγει εκεί για να γράψεις. Είναι και τα δύο ερωτικά. Οι ερωτευμένοι θέλουν να είναι σε συνεχή επικοινωνία με τον άνθρωπό τους κι όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται, όταν κάτι συμβαίνει και διακόπτεται η επικοινωνία, τότε πονούν. Με πληροφορείς  ότι πόνεσες, μα, φαίνεται πως έτσι είναι φτιαγμένος αυτός ο κόσμος, αγαπημένη μου φίλη: για να πονά. Όταν όμως, πονά ο άνθρωπος, τότε θριαμβεύει η Τέχνη: 

 ΑΓΙΟΣ ΦΙΛΩΝ

Ο άνεμος από τη θάλασσα
κουνούσε την κουνουπιέρα
που ήταν δεμένη σε κόμπο
πάνω από το κρεβάτι,
Από τους βράχους ανέβαινε ένα
τεράστιο μισό πορτοκαλί φεγγάρι.
Το έβλεπα από το μαξιλάρι.
Από το άλλο παράθυρο φαινόταν η άρκτος
και ο Γαλαξίας.
Αφουγκραζόμουν έναν έναν
τους ήχους της νύχτας
και τα κύματα
περιμένoντας  να φτάσει μήνυμα σου.


ΟΙ ΦΟΙΝΙΚΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

                   «Ανάμεσα στον πόθο και τον σπασμό»
                                    Τ. Σ. Έλιοτ «Οι κούφιοι άνθρωποι»

Ο ομιλητής έλεγε για τη Septuaginta
και για την έννοια του «καθαρού λόγου»
στο παλιό συνοδικό της αρχιεπισκοπής.
Το πρόσωπο του ήταν στη σκιά
καθώς το μαλακό φως του φθινοπώρου
άναβε τους φοίνικες στο παράθυρο.
Σκεφτόμουν πως και  οι δυο ακροβατούμε
ανάμεσα στην επιθυμία και τον σπασμό,
βουτηγμένοι στις χωριστές ζωές μας
και στην κοινή αναιμική ισχνή μας σχέση
μέσα απ’ τα καλώδια,
που ξαφνικά ανάβει και φωτίζεται
όπως οι  φοίνικες  στο παράθυρο,
αφήνοντας όλα τ’ άλλα στο σκοτάδι.

Κι εγώ αναρωτιέμαι και χαίρομαι που σου άρεσαν οι στίχοι μου: 


ΠΟΙΑ ΔΥΝΑΜΗ

Αναρωτιέμαι ποια δύναμη κινεί
τους φοίνικες στο παράθυρό σου∙
αναταράζει την κουνουπιέρα σου
πάνω από το κάτασπρο σεντόνι∙
ψαρεύει με αόρατη κλωστή
πίσω απ΄ τους βράχους το φεγγάρι∙
το κάνει παιχνιδάκι και στολίζει
άρκτους, γαλαξίες και νεφέλες∙ 
δίνει φωνή στον γρύλλο στο τριζόνι
τις θάλασσες περιδινεί και φουρτουνιάζει∙
σηκώνει κύματα θεόρατα και κάνει
να βογγά η θάλασσα και να στενάζει∙
βάζει φωτιά στο χώμα και στο μέταλλο
και σαν βεγγαλικά ψηλά τα εκτοξεύει∙
φωτίζει το στερέωμα και τέλος το στριμώχνει
ανάμεσα στα δυο ανοιχτά σου τα παράθυρα
μα, είναι ανήμπορη να φέρει λόγια αγάπης.


Μετά είναι η παρουσίαση του βιβλίου σου στην Αθήνα την Άνοιξη, 15 του Μάρτη, μη ξεχαστείς σε τόπο μακρινό. Παραλίγο να ξεχάσω τα παραμύθια σου. Ονειρεύεσαι μια καινούρια έκδοση. Γιατί με ευχαριστείς που μπόρεσα να διαβάσω τα παλιά αρχεία των παραμυθιών; Δεν έκανα και τίποτα σπουδαίο. Οι φίλοι δεν πρέπει να λένε ευχαριστώ. Μετά, γιατί βιάζεσαι τόσο πολύ; Σαν να έχεις ανοίξει πολλά μέτωπα με την Τέχνη. Μου λες ότι έχεις ξεκινήσει και το καινούριο μυθιστόρημά σου. Κάνεις τόσα πράγματα μαζί και δεν κουράζεσαι. Το πρόσωπό σου πάντα είναι γαλήνιο και το χαμόγελό σου γλυκό. Η ματιά σου καθαρή δείχνει άνθρωπο τίμιο που ξέρει μόνο αγάπη να δίνει. Και αυτούς ακόμα που σε κακολόγησαν, από ζήλια ίσως, επίμονα έχεις ένα λόγο καλό  μόνο να πεις. Κοιτάζω τη φωτογραφία σου: το ίδιο γλυκό πρόσωπο που γνωρίζω από το 1980. Είναι το ίδιο πρόσωπο που με κοίταξε μια μέρα πριν φύγει για το ταξίδι του. Τόσο ζωντανό. Γι αυτό  αγαπημένη μου φίλη Νίκη, δεν τα πιστεύω αυτά που γράφουν οι εφημερίδες, δεν τα πιστεύω εγώ αυτά τα πράγματα, μπήκα και στο facebook και στο twitter αλλά δυστυχώς κι εκεί οι ίδιες ψευτιές, μα εγώ δεν πιστεύω τίποτε απ' όλα αυτά, είσαι σε μακρινό ταξίδι και θα γυρίσεις, σε παρακαλώ, πες μου πως είσαι σε μακρινό ταξίδι και θα γυρίσεις, δείξε μου ότι βλέπω ένα κακό όνειρο, κάνε κάτι να καταλάβω ότι όλα αυτά που άκουσα είναι ψέματα. Άπλωσε και δώσε μου το χέρι σου. 










8 Φεβ 2013

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΦΟΙΒΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Μνήμη και Τιμή για τρεις Φίλους 

Σήμερα (8 Φεβ 2013) εννιά χρόνια από τον θάνατο του Θεοδόση Νικολάου (8 Φεβ 2004) και έναν χρόνο (6 Μαρ 2012) από τον θάνατο του Φοίβου Σταυρίδη, δυο αγαπημένων φίλων και συνεργατών, που η απώλειά τους άφησε ένα τεράστιο κενό στη ζωή μου που δεν είναι εύκολο να συμπληρωθεί, απροσδόκητα έπεσε σαν κεραυνός και με κτύπησε μια άλλη θλιβερή είδηση. Αυτές οι στιγμές, όμως, δεν μπορούν να περιγραφούν. Λες δεν γίνεται. κάποιο ψέμα θα είναι. Πως είναι δυνατόν. Χθες μιλούσαμε. Κάποιο λάθος θα έχει γίνει.  Δυστυχώς δεν είναι λάθος. Δεν είναι κακός εφιάλτης. Θρηνώ την  αγαπημένη μου φίλη Νίκη Μαραγκού, που σκοτώθηκε σε τροχαίο στην Αίγυπτο χθες το πρωί 7 Φεβ 2013. Λίγες μέρες πριν αναχωρήσει για την Αίγυπτο είχαμε συναντηθεί για να της δώσω μια βιντεοκάμερα που μου είχε ζητήσει για το ταξίδι, γιατί με την ευκαιρία που θα ήταν εκεί θα έπαιρνε και κάποια μαθήματα για βίντεο. Ήταν πολύ χαρούμενη γιατί της άρεσε να ταξιδεύει. Αγαπούσε ιδιαίτερα την Αίγυπτο και την Αλεξάνδρεια. Δυστυχώς αυτό ήταν το τελευταίο της ταξίδι. 

Στις 15 Μαρτίου θα παρουσίαζε το τελευταίο της βιβλίο στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα. Πιο πολύ όμως, ήταν χαρούμενη για το νέο της ποιητικό βιβλίο που είναι ακόμα σε τυπογραφείο στην Αθήνα: Προς αμυδράν ιδέαν, αυτός είναι ο τίτλος που του έδωσε. Έχω την πρώτη πρόχειρη έκδοση, όπως ακριβώς την έμαθα να φτιάχνει στον υπολογιστή της και στη συνέχεια να τυπώνει. Πολύ συχνά με έπαιρνε στο τηλέφωνο και με ρωτούσε πώς θα έλυνε κάποιο πρόβλημα με τον υπολογιστή της και φυσικά πάντα της έλυνα το πρόβλημα. 

  
Αντιγράφω ένα ποίημα από την πρόχειρη αυτή έκδοση: 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΤΟΝ ΒΟΡΡΑ

Επειδή μιλώ για τριαντάφυλλα,
για τη διάχυση του φωτός,
την ανημποριά της αγάπης
και την παροδική ζωή μας,
μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,
ότι αυτό που συνέβηκε το 74
δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,
κάθε μέρα.

Το φεγγάρι ξεπροβάλλει σαν μια φέτα καρπουζιού από τη θάλασσα
και η πεθαμένη μητέρα μου στη βεράντα του σπιτιού μας στην παραλία της Αμμοχώστου να μας φωνάζει
να βγούμε από το νερό.
Είδα έναν πίνακα που ζωγράφισε τις προάλες
στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Καρπάσι.
Μιας ταβέρνας που την αποτελούσαν κλεμμένες καρέκλες,
κλεμμένα τραπεζομάντηλα, κλεμμένες πόρτες,
κλεμμένα χερούλια.
-Είναι της μάνας μου, είπα στον ταβερνάρη, εδώ είναι γραμμένο το όνομά της.  
-Τώρα όμως, είναι δικό μου, είπε ο άντρας που ήρθε από το μέρος που ανατέλλει ο ήλιος, (έτσι μου τον περιέγραψε η γυναίκα του).
-Είναι δικό μου τώρα, είπε, ganimend*,
έτσι το λένε στα τουρκικά.

ganimend: λάφυρο πολέμου
Έκθεση βιβλίου στην Κωνσταντινούπολη, Οκτ 2005  

Από την συλλογή της ΑΡΧΗ ΙΝΔΙΚΤΟΥ, εκδόσεις Κοχλίας 1987 είναι το πιο κάτω ποίημα:

ΚΑΘΩΣ ΓΥΡΙΖΕΙΣ ΜΕ ΚΑΡΑΒΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

Κι ακόμα θα σας παρακαλούσα με
την ευκαιρία των λίγων γραμμών
που σας στέλνω, να λαβαίνατε τον
κόπο να μου φιλούσατε -με τους 
λωτούς και με τις φοινικιές της με τα 
νερά της και τα δειλινά της- ολά-
κερη την Αίγυπτο στο στόμα.

Γράμμα του Ν. Λαπαθιώτη
Και ο ύπνος σου γίνεται βαθύς
πάνω από την αρχαία νεκρόπολη
το λαβύρινθο των στοών
με τα σπασμένα αγγεία τ΄αγάλματα τ΄ακόντια
καθώς ξαναβρίσκεις την οδυνηρή ισορροπία
που σου επιτρέπει να είσαι και να μην είσαι
να περπατάς και να μένεις ακίνητη
στην ίδια θέση πάντοτε
ψηλαφώντας τους οικείους χώρους
τους ευκαλύπτους γύρω απ΄το ποτάμι
το σπίτι με τους φοίνικες
που άδειασε με τις φασαρίες του ΄55
τις μυστικές απογευματινές συναντήσεις
χωρίς καμμιά πια αιδώ ή τύψη
μ' ένα σελάνι αιμάτινο στο στήθος

Κι ο ύπνος σου γίνεται βαθύς
πάνω από την αρχαία νεκρόπολη
οι ηδονές πελάγιες
οι χορευτές εξαίσιοι
βαθαίνουν οι ώχρες και τα πράσινα
μέσα στα θαύματα των κήπων
στην παρδαλή παρέλαση της προκυμαίας
η άμαξα σου δίνει μια περιορισμένη μόνο όψη του δρόμου
ακολουθείς το υδάτινο ρέμα
στην κούπα από αλάβαστρο
τα κέρινα ομοιώματα
μετακινούνται ελάχιστα πάνω στην επιφάνεια του νερού

ξυπνάς πρωί στη Λευκωσία
αργοπορημένη.


Ναι, αγαπημένη μου φίλη, ο ύπνος σου έγινε βαθύς, πολύ βαθύς, και δεν θα γυρίσεις με καράβι από την Αίγυπτο. Έχεις περάσει στην άλλη όχθη και δεν θα γυρίσεις πίσω ποτέ.

ΟΠΟΙΟΣ ΠΕΡΑΣΕΙ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ

Όποιος περάσει στην άλλη όχθη
δε γυρίζει πίσω ποτέ
με το καράβι που μια ζωή συναρμολογούσε
με σκοινί γερό και ξύλο αρωματικό
θα ταξιδέψει τις δώδεκα ώρες της νύχτας
και το πρωί θα τριγυρνά
σε συνοικίες αράπικες
μικρομάγαζα στολισμένα
με χρωματιστά λαμπιόνια
γλυκά αμύγδαλα ποτά
θα μπαίνει μέσ΄ τα σπίτια τα κτισμένα με πλιθάρι
θα βάζει στα μαλλιά του λάσπη
και θα πενθεί όπως κι αυτοί
τον Άδωνι.
Ανάμεσα στους κίονες
με τα άνθη του λωτού και του παπύρου
θα βλέπει κάποτε αργά το απόγευμα
κάποια ρωμαϊκή επιγραφή
κάποιον άγιο χριστιανό ζωγραφισμένο
ή ένα άλογο ή μια ρομφαία
και θα ξαναθυμάται
μόνο σαν μια σκιά σαν αστραπή
την περασμένη του ζωή
το "γενεαί πάσαι" τους ευκαλύπτους στο κυβερνείο
τον τοίχο τον ψηλό με τα γυαλιά
κάποτε ακόμα και τη θάλασσα
αυτή αλήθεια πια σαν όνειρο
τη θάλασσα.

Έτσι θα εντρυφείς μεσ΄τη σιωπή σου

θα κουβαλείς μια μουσική που πέτρωσε
θ' ακούς τα κρόταλα το φίδι το αιγυπτιακό
μόνη εσύ θα τα ακούς
μόνη εσύ θα τα διηγείσαι.


Αρχή Ινδίκτου, σελ. 32 


Μια μέρα πριν το δυστύχημα τής είχα στείλει την πιο κάτω φωτογραφία της που την έβγαλα στο σπίτι του Θεοδόση Νικολάου. Μου απάντησε ότι ήθελε να μου στείλει κάτι μα δεν μπορούσε να χειριστεί τον υπολογιστή εκεί. Η Νίκη εκτιμούσε και αγαπούσε πάρα πολύ τόσο τον Θεοδόση όσο και τον Φοίβο. Όταν ήμουν στην Λάρνακα ερχόταν πολύ συχνά και μας έβρισκε. Τόπος συνάντησης ήταν βέβαια το φαρμακείο του Φοίβου και μετά την επίσκεψή μας σε κάποια γραφική ταβερνούλα της παραλίας καταλήγαμε στη βιβλιοθήκη του Φοίβου. Εκεί περιεργαζόμαστε τις καινούριες παραλαβές σπάνιων βιβλίων που ανακάλυπτε ο Φοίβος ή ακούγαμε σιωπηλοί αναλύσεις ποιημάτων από τον Θεοδόση. Κάποτε, αναγνώσεις από τον Γ. Π. Σαββίδη και άλλους. Οι συναντήσεις αυτές κρατούσαν και μετά τα μεσάνυχτα.




Η Νίκη διαβάζει ένα ποίημα του Θεοδόση, που η γυναίκα του Άντρη (στη φωτογραφία πιο κάτω με την μαθητική ποδιά) έχει βάλει μέσα σε κορνίζα:




     

Η Νίκη Μαραγκού και η Άντρη Θεοδόση Νικολάου στο σπίτι του Θεοδόση στη Λάρνακα.


Το γραφείο του Θεοδόση Νικολάου


Ας είναι όλα αυτά ένα μικρό αφιέρωμα μνήμης και τιμής στους φίλους μου που όλοι έφυγαν άδικα πολύ νωρίς.




Πιο κάτω η καταγγελία για την καταστροφή των ψηφιδωτών της Κανακαρίας. Το καταγγελτικό κείμενο είναι του Φοίβου Σταυρίδη  και η βυζαντινίζουσα μοναδική γραφή είναι του Θεοδόση Νικολάου. Το σχέδιο της εκκλησίας της Παναγίας Κανακαριάς είναι δικό μου.





Ένα κείμενο μου (ανάμνηση) θα δημοσιευτεί στα τετράδια των μικροφιλολογικών που θα κυκλοφορήσει την άνοιξη αφιέρωμα στον Φοίβο Σταυρίδη.


Η ποιητική σύνθεση του Θεοδόση Νικολάου Ημιτελής Τοιχογραφία








Κλείνω αυτό το μικρό αφιέρωμα με ένα ποίημα του Φοίβου Σταυρίδη
 από τη συλλογή του Τρίτο Πρόσωπο

Η ΒΡΟΧΗ 

Τούτη η μαγική βροχή από
   μνήμες,
       εικόνες,
          λέξεις, 
             μουσική,

καθώς καρφώνεται επάνω σου
πότε σαν ρίγος
πότε σαν προσδοκία επίσκεψης

πώς να την πιάσεις στα δίχτυα
να γίνει θάλασσα του πρωιού
μ' ένα δικό της σύνορο
θανάτου;



7 Φεβ 2013

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ


Είμαι συγκλονισμένος γιατί μόλις τώρα μαθαίνω για τον θάνατο της φίλης μου της Νίκης. Της έστειλα χθες αυτή τη φωτογραφία, μου απάντησε ότι ήθελε να μου στείλει και αυτή κάτι από την Αίγυπτο, αλλά δεν μπορούσε να χειριστεί τον υπολογιστή που υπήρχε εκεί. Η φωτογραφία είναι από επίσκεψή μας στο σπίτι του Θεοδόση Νικολάου. Στο καλό αγαπημένη μου φίλη. Αιωνία σου η μνήμη.