3 Ιουν 2013

"ΚΥΠΡΙΩΤΙΚΑ ΕΡΩΤΙΚΑ"



Μετά τη χθεσινή ανάρτηση για τον «ανορθούμενο λέοντα»  το ιστολόγιο πήρε φωτιά … η επισκεψιμότητα εκτοξεύτηκε στα ύψη όπως και η περιέργειά μου για το που έχει φτάσει η έρευνα σχετικά με το θέμα του ανώνυμου ποιητή του παλιού χειρογράφου. Την ίδια απορία πιθανόν να έχουν και αρκετοί επισκέπτες που διάβασαν τα κείμενα.


Έστειλα λοιπόν, ηλεκτρονικό μήνυμα στον αγαπητό φίλο Γιώργο Κεχαγιόγλου –βιογραφικό του παραθέτω πιο κάτω‒ που είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να απαντήσει στο ερώτημα. 

Με την άδειά του δίνω αμέσως εδώ, τις πέντε σχετικές σελίδες από την Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας και την απάντησή του στο μήνυμά μου.
(Γιώργος Κεχαγιόγλου: Κεφάλαιο 2, βενετοκρατία, σελίδες 114-121)


το μήνυμα του Γιώργου Κεχαγιόγλου:

Αγαπητέ Νίκο, και βέβαια έχεις την άδειά μου να σκανάρεις και να αναρτήσεις ό,τι θελεις.


Όσο για τα «Κυπριώτικα ερωτικά» έχουν ειπωθεί πολλά, βέβαια, για ενδεχόμενο,-ους ποιητή,-ές και μεταφραστή,-ές/διασκευαστές ποιημάτων. 

Μα πρέπει πρώτα να ψαχτούν, από ειδικούς εραλδικούς, φαντάζομαι, τόσα πολλά οικόσημα κτλ., που ακόμα είμαστε μάλλον στην αρχή για σίγουρες ταυτίσεις, σαν κι αυτές με το λιοντάρι κτλ. Πόσα τέτοια θα υπήρχαν στην Ευρώπη της εποχής!

Νομίζω πως και για το γενικό ζήτημα αν είναι ένας ή δύο επώνυμοι, ή πολλοί ανώνυμοι οι συλλογείς, επίσης είμαστε πολύ πίσω. Το μόνο σίγουρο για μένα είναι πως κάμποσα ποιήματα εκεί μέσα (π.χ. τα πιο δημοτικοφανή, τα διδακτικά κτλ. και όχι τα καθαρά ερωτικά) πρέπει να προϋπήρχαν των κατόχων της συλλογής, άρα αυτή δεν είναι έργο ενός και μόνο ποιητή, αλλά μάλλον ανθολογία.

Γ. Κ.
Βιογραφικό
Ο Γιώργος Κεχαγιόγλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1947 και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη (1965-1969) και στο Παρίσι (1977-1979). Από το 1975 διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (όπου από το 1989 είναι καθηγητής α' βαθμίδας). Ασχολείται με ποικίλα θέματα της Νεοελληνικής λογοτεχνίας και φιλολογίας από τις αρχές (12ος αιώνας) έως σήμερα, καθώς και με ζητήματα συγκριτικής φιλολογίας. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μελέτη και κριτική αποτίμηση της νεότερης Κυπριακής γραμματείας και λογοτεχνίας.


2 Ιουν 2013

"ΛΕΩΝ ΑΝΟΡΘΟΥΜΕΝΟΣ"


«ΛΕΩΝ ΑΝΟΡΘΟΥΜΕΝΟΣ»

Μια επίσκεψη στην Αγγελόκτιστη
[κι απ αφορμή, λίγα λόγια για τον Ανώνυμο Ποιητή του Χειρογράφου του 16ου αιώνα,
της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας]

Όταν βρίσκομαι στην περιοχή της Λάρνακας και έχω στη διάθεσή μου λίγο χρόνο, τότε επισκέπτομαι την Αγγελόκτιστη στο Κίτι. Μόλις φτάσω εκεί, φωτογραφίζω ασταμάτητα αρχίζοντας από την αψιδωτή γωνιακή είσοδο του περιτοιχίσματος με τα εντοιχισμένα του παλιά ανάγλυφα. Τα φωτογραφίζω ξανά και ξανά γιατί φοβάμαι μήπως την επόμενη φορά που θα επισκεφτώ τον χώρο δεν θα τα βρω εκεί. Στη συνέχεια θαυμάζω τις τεράστιες πιστακιές του περιβόλου και κατόπιν προσπαθώ να αναγνωρίσω τον «ανορθούμενο λέοντα» στα εντοιχισμένα και ταλαιπωρημένα από τη βροχή τον ήλιο και τους ανέμους, οικόσημα τού τοίχου του παρεκκλησιού, στη νότια πλευρά του ναού, που αντιστέκονται ακόμα στον χρόνο. Και μόνο που σκέφτομαι ότι από τότε που έγιναν έχουν περάσει όχι μήνες και χρόνια αλλά αιώνες, τότε αντιλαμβάνομαι καλύτερα τη σκληρή πλην, τελικά, άνιση ή μάταιη μάχη που δίνει η πέτρα με τα στοιχεία της φύσης. Κάθε μέρα που περνά, παίρνει μαζί της απειροελάχιστα, αθέατα στο μάτι σωματίδια από την πέτρα κι έτσι το βαθύ ανάγλυφο μετατρέπεται σταδιακά σε επίπεδη πέτρα που σε λίγο θα είναι χωρίς σημασία, χωρίς την ιστορική της πληροφορία. Η ιστορία του τόπου γράφεται από το σύνολο των μνημείων του και οφείλουμε να τα διαφυλάττουμε. Ένας τόπος χωρίς μνημεία δεν έχει ιστορία, και χωρίς ιστορία δεν μπορεί να οικοδομήσει ούτε το μέλλον του.

Θα ήταν ευχής έργον να γινόταν κάτι για την προστασία ορισμένων σημαντικών μερών του ναού, όπως τα οικόσημα  που είναι σε πολύ κακή κατάσταση. Δεν θα ήταν δύσκολο να αντικατασταθούν με αντίγραφα και τα πρωτότυπα να διαφυλαχτούν σε κάποιο Μουσείο ή και σε χώρο της ίδιας της εκκλησίας. Μπορεί όμως, να υπάρχει και άλλη λύση: να καλυφθούν ή να ψεκάζονται με προστατευτικό βερνίκι και αυτό φυσικά δεν αποτελεί πρόταση γιατί εγώ δεν είμαι ειδικός επί του θέματος. Θα μπορούσε η εκκλησιαστική Επιτροπή ή το τοπικό Συμβούλιο να κάνουν σχετική εισήγηση στις υπεύθυνες για τον ναό Αρχές.


Κάθομαι στο περιτοίχισμα και προσπαθώ να θυμηθώ κάποιους στίχους από ένα ποίημα του 16ου αιώνα: Για σημάδιν έχω λιόντα /στην οχράν οπού ‘ν γοιόν άστρον / πράσινον δεντρόν σαν κάστρον / πάντα στέκεται θωρώντα. Είναι το πρώτο ποίημα από την κυπριακή συλλογή ερωτικών ποιημάτων του 16ου αιώνα, ο συγγραφέας της οποίας είναι ανώνυμος. Με το θέμα αυτό της ανωνυμίας, ασχολήθηκαν διαπρεπείς μελετητές, φιλόλογοι ιστορικοί και ερευνητές, τόσον Έλληνες όσο και ξένοι που ο καθένας τους υποδεικνύει κάποιο πρόσωπο ως τον πιθανό ποιητή. Δεν γνωρίζω αν το θέμα θεωρείται ότι έχει τελειώσει, θα ήθελα όμως, να αναφερθώ σε μια μελέτη που ήρθε στην αντίληψή μου και η οποία με έπεισε, χωρίς να γνωρίζω  τις προηγούμενες εκτός από αυτή της Θέμιδος Σιαπκαρά –Πιτσιλλίδου, από το βιβλίο τής οποίας γνώρισα ολόκληρη τη συλλογή, όπως έχει μεταφερθεί από το παλιό χειρόγραφο και από τη μετάφρασή της που δίνεται στο βιβλίο.


Πράσινο δεντρό σαν κάστρο ...
Η μελέτη για την οποία μίλησα προηγουμένως είναι του Σωτήρη Α. Γεωργιάδη και στη βιβλιοθήκη μου υπάρχει ανάτυπο της Επετηρίδας ΧΙΧ, Λευκωσία, 1992 του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών με τίτλο Ο Ανώνυμος Ποιητής του Χειρογράφου της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας. Την μελέτη αυτή την έχω διαβάσει εδώ και χρόνια μα κάθε τόσο, όταν ανασύρω από τη βιβλιοθήκη τις Ρίμες Αγάπης, [Ο Πετραρχισμός στην Κύπρο, Ρίμες Αγάπης] γιατί αυτός είναι ο τίτλος του βιβλίου της κυρίας Σιαπκαρά που ανέφερα προηγουμένως, ρίχνω και μια ματιά στο ανάτυπο του Σωτήρη Γεωργιάδη. Αυτό που με ενθουσίασε από την αρχή είναι κυρίως η απλότητα της πρότασής του, που είναι άκρως πειστική σε συσχετισμό με την εξήγηση που δίνει για τον λόγο που το χειρόγραφο ξεκινά από τη σελίδα 272. Θα αφήσω τον ίδιο τον Σωτήρη Γεωργιάδη να αποκαλύψει τον ποιητή δίνοντας λίγα μόνο αποσπάσματα από την μελέτη του. Στη συνέχεια θα δώσω το πρώτο ποίημα της συλλογής με τη μετάφρασή του και μερικές  φωτογραφίες από την επίσκεψή μου στην Αγγελόκτιστη, τη Δευτέρα 27 του Μάη.

... πάντα στέκεται θωρώντα

Ο Σωτήρης Α. Γεωργιάδης τυγχάνει να έχει την ίδια καταγωγή όπως κι εγώ, από το Βασίλι της Καρπασίας και τα ποιήματά του στο σπουδαίο περιοδικό Κυπριακά Γράμματα τα δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Σ. ΑΓ. Βασιλιώτης. [Το ψευδώνυμο αυτό, νομίζω δεν είναι καταγραμμένο στο σχετικό βιβλίο των Παναγιώτου - Παρασκευά]. Πληροφορίες για τον ίδιο και την οικογένειά του θα βρείτε στο ιστολόγιό μου  ΒΑΣΙΛΙ.
                                               [Συνδεθείτε ΕΔΩ]


Γράφει, λοιπόν, στη μελέτη του ο Σωτήρης Γεωργιάδης:

Το ενδιαφέρον μου για τον ανώνυμο ποιητή του Μαρκιανού χειρόγρα­φου το αναζωογόνησε πριν λίγα χρόνια η κα Θέμις Σιαπκαρά-Πιτσιλλίδου σε μια συνέντευξή της στο ΡΙΚ. Ήταν αρχές Δεκέμβρη του 1986, και η μελέτη που αφιέρωσα στο θέμα μέχρι των εορτών των Χριστουγέννων που ακολούθησαν με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ο ανώνυμος ποιητής δεν είναι άλλος από τον ιστορικό της Κύπρου Στέφανο Λουζινιανό, γνωστό από τα συγγράμματά του σαν Etienne de Lusignan ή Steffano Lusignano, που ήταν μοναχός του Τάγμα­τος του Αγίου Δομίνικου και γόνος της οικογένειας των Λουζινιανών, που βασίλεψε στην Κύπρο σχεδόν τριακόσια χρόνια. Οι ιδιότητες αυτές του ποιητή ίσως να εξηγούν σ' ένα βαθμό τη σχολαστικότητα με την οποία διαφύλαξε την ανωνυμία του.

Η ΠΡΩΤΗ ΕΝΔΕΙΞΗ:


Το οικόσημο των Λουζινιανών, άνω  
Μια πρώτη ένδειξη ότι ο ανώνυμος ποιητής θα μπορούσε να ήταν ο Στέφανος Λουζινιανός παρέχει το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής με την εξόφθαλμη αναφορά του σε οικόσημο που φέρει «λιόντα». Είναι γνωστό ότι ο ερυθρός «ανορθούμενος λέων» (lion rampant de gueules) είναι η παράσταση στο οι­κόσημο των Λουζινιανών. Ο ποιητής όμως κατόρθωσε να θολώσει τα νερά με το «πράσινο δεντρό σαν κάστρο». Δεν μπορεί κανείς να αδικήσει την Θέμιδα Σιαπκαρά Πιτσιλλίδου που παραπλανήθηκε από την ποιητική εικόνα του πρώτου ποιήματος και, κάνοντας φιλότιμη μελέτη της εραλδικής, παρασύρθηκε στην αναζήτηση οικόσημου που να φέρει και λέοντα ανορθούμενο και «πράσινο δεντρό σαν κάστρο».

Κατάληξε έτσι στο οικόσημο της οικογέ­νειας Ζαχαρία, όνομα που κατά περίεργη σύμπτωση (αν είναι σύμπτωση) αναφέρεται στο ποίημα 137. Όπως όμως ορθά παρατηρεί η ίδια η Θ.Σ.Π., το δέντρο στο οικόσημο Ζαχαρία είναι αργυρούν, ενώ στο πρώτο ποίημα το δέντρο είναι πράσινο. Η αλήθεια είναι ότι ο ανορθούμενος λέων (ο λιόν­τας) είναι όντως στο οικόσημο, όπως θα διαπιστώσει όποιος επισκεφθεί την εκκλησία της Παναγίας της Αγγελόκτιστης στο Κίτι, όμως το «πράσινο δεντρό σαν κάστρο» είναι έξω και πάνω από το οικόσημο. Τη νότια πλευρά της εκκλησίας κοσμούν τρία οικόσημα, ένα των Λουζινιανών με το «λιόντα», ένα των Ζιμπλέ και ένα των Ποτοκατάρο, τελευταίων κτητόρων του τιμαρίου του Κιτίου. Πάνω από τα οικόσημα και την εκκλησία ορθώνονται αιωνόβιες γιγαντιαίες πιστακιές. Όταν δει κανείς αυτά τα τεράστια δέντρα (κυρίως το ανατολικό) με το πλήρες φύλλωμα τους την άνοιξη ή το καλοκαίρι να επισκιάζουν την εκκλησία και τα οικό­σημα είναι εύκολο να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό «πράσινο δεντρό σαν κάστρο».

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ

Για σημάδιν έχω λιόντα
στην οχράν οπού ΄ν γοιόν άστρον
πράσινον δεντρόν σαν κάστρον
πάντα στέκεται θωρώντα∙
μ’ όρεξην παντές βιγλώντα
του δεντρού τους κλώνους χάσκει,
να πηδήση πάνω πάσκει
και γι’ αυτόν στέκει στεκόντα.

Η καρδιά μου με τον λιόντα
τούτον εμπορεί να μοιάση
απού του δεντρού να πιάση
την κορφήν πάσκει πηδώντα∙
η καρδιά μου πεθυμώντα
στα ψηλά θεν να πετάση
και μηδ δύνοντα να φτάση
στέκει χαμηλά κλαμόντα.  



Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΔΕΙΞΗ:


Μια άλλη ένδειξη ότι ο ανώνυμος ποιητής θα μπορούσε να είναι ο Στ.Λ. είναι το γεγονός ότι στο χειρόγραφο των ποιημάτων η αρίθμηση αρ­χίζει στο κάτω μέρος με τον αριθμό 272. Επιτρέπεται να υποθέσει κανείς ότι το χειρόγραφο άρχιζε με άλλο κείμενο που τέλειωνε στη σελίδα 271, κείμενο που δεν αποτελείτο από ποιήματα αλλά προφανώς ήταν διαφορε­τικού περιεχομένου, αφού το ποίημα στη σελίδα 273 (ή στη σελ. 3 κατά την άνω δεξιά αρίθμηση) φαίνεται από το περιεχόμενό του να είναι το πρώτο της ποιητικής συλλογής, στο οποίο ο ανώνυμος ποιητής πολύ έξυπνα και παραστατικά συστήνεται με το οικογενειακό του οικόσημο και μας εισάγει ευθύς αμέσως στα συναισθήματα με τα οποία «παθιάζει». Συμπέρανα λοι­πόν ότι στην αναζήτηση που κάνουμε για την ταυτότητα του ποιητή πρέ­πει να έχουμε υπόψη μας ότι πρόκειται για κάποιον που προφανώς έγρα­ψε και πεζά κείμενα, που δεν αποκλείεται να δημοσιεύθηκαν. Αυτούς τους όρους δεν τους εκπληρώνει θαυμάσια ο Στ.Λ. με τη Chorograffia που δημο­σιεύθηκε το 1573, περίπου την ίδια εποχή που γράφτηκαν τα τελευταία ποιήματα της συλλογής; Υπάρχει κανείς άλλος της περιόδου εκείνης που δημοσίευσε πεζό κείμενο που καταλαμβάνει περίπου 270 φύλλα;

….

Στο πολύ αξιόλογο έργο της η Θ.Σ.Π. έφερε στο φως ενδιαφέροντα στοιχεία που θα μπορούσαν να φωτίσουν και το μυστήριο της ταυτότητας του ποιητή. Είχε όμως την ατυχία να σκοντάψει πάνω σε κάποια παραπλα­νητικά σημάδια που την οδήγησαν σε λανθασμένη κατεύθυνση. Είχε όπως φαίνεται και την εντύπωση ότι ο Στ.Λ. δεν ήταν παρά ένας Φράγκος που, όπως έδειχναν τα ιστορικά συγγράμματα που δημοσίευσε, ήξερε μόνο γαλ­λικά και ιταλικά. Έτσι, επηρεασμένη ίσως κι' από το γεγονός ότι ο Στ.Λ. ήταν καθολικός ιερωμένος και γόνος της βασιλικής οικογένειας των Λουζινιανών, δεν φαντάστηκε ότι ένας τέτοιος άνθρωπος θα έγραφε ερωτικά ποιήματα και μάλιστα στα ελληνικά. Είναι νομίζω γι' αυτό το λόγο που, η Θ.Σ.Π. ενώ κόντεψε την αλήθεια μέχρι σημείου επαφής, δυστυχώς δεν την άγγιξε. Το έργο της παρόλον τούτο δεν παύει να είναι πολύ αξιόλογο, θα τολμούσα να πω μνημειώδες. Δεν είναι όμως γεγονός ότι ο Στ.Λ. δεν ήξερε ελληνικά. Πρέπει να ήξερε πολύ καλά ελληνικά, τόσο αρχαία και λόγια όσο και τη γλώσσα του λαού. Στα συγγράμματά του ξεχειλίζει η αγάπη του για την Κύπρο και τους Κυπρίους κι αυτά τα αισθήματα συχνά τον έφερναν σε επαφή με τους ανθρώπους του λαού (ίσως στο προσφιλές του Κίτι) και εκθειάζει την κλίση τους στη μουσική και την ποίηση και την ικανότητα τους να φτιάχνουν ωραίους στίχους, παρά το γεγονός ότι ήταν αυτοδίδακτοι. Είναι αυτονόητο ότι η επαφή αυτή με το λαό προϋποθέτει γνώση της γλώσσας του.

Εξάλλου, από τη μελέτη του Fabris για τους Έλληνες καθηγητές και φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, πληροφορούμαστε ότι ο Στ.Λ. (που έφυγε από την Κύπρο λίγο καιρό πριν την Τουρκική εισβολή του 1570) δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας ελληνικά και ιταλικά.

Αλλά και η αντίληψη ότι ο Στ.Λ. ήταν αμιγής Φράγκος δεν ανταπο­κρίνεται στην πραγματικότητα. Ενώ από τον πατέρα του Ιάσωνα καταγό­ταν σε ευθεία γραμμή από τον Henry Lusignan, πρίγκιπα της Γαλιλαίας (που ήταν γιός του βασιλέα Ιακώβου Α' και νεώτερος αδελφός του βασιλιά Ιανού), η μητέρα του Στ.Λ.. η Λουκία Φλάτρο ανήκε σε ελληνική οικογένεια, όπως υπέδειξε πρόσφατα ο κόμης Rudt de Collenberg. Μια από τις ελληνικές εκκλησίες της εποχής στη Λευκωσία ήταν εκείνη του Σεργίου Φλάτρο. Είναι χαρακτηριστικό της θρησκευτικής ελευθερίας της εποχής ότι, ενώ ο Στ.Λ. ανήκε στο καθολικό δόγμα, ο αδελφός του Ιωάν­νης έγινε μοναχός στο ορθόδοξο τάγμα των Βασιλειανών με το όνομα Ιλαρίων, η δε αδελφή του Ισαβέλλα έγινε επίσης μοναχή στο ίδιο τάγμα με το όνομα Αθανασία. Μια άλλη αδελφή του. η Ελένη, παντρεύτηκε τον Δημή­τριο Παλαιολόγο.

Από τα ίδια τα ποιήματα (αναφέρομαι κυρίως στο ποίημα 64) φαίνε­ται ότι ο ποιητής έφυγε από την Κύπρο και πήγε στη Δύση. Είναι γνωστό ότι και ο Στ.Λ. έφυγε από της Κύπρο λίγο πριν την Τουρκική εισβολή και πήγε στην Ιταλία και Γαλλία, όπου και δημοσίευσε τα γνωστά ιστορικά του συγγράμματα.

Από το ποίημα 135 βλέπουμε πόση αγάπη και νοσταλγία για το Κίτι έτρεφε ο ανώνυμος ποιητής. Είναι η νοσταλγική αγάπη και προσήλωση που διατηρεί κανείς για κάτι που είχε και έχασε παρά για κάτι που έχει ακόμα. Ο Στ.Λ. εκφράζει στα έργα του την ίδια νοσταλγική αγάπη για το Κίτι που το εγκωμιάζει σαν “tres beux et delicieux” και λέγει ότι αφθονεί σε προϊόντα. Αυτή η νοσταλγική αγάπη γίνεται πιο κατανοητή με την πληροφορία που δίνει ο Στ.Λ. ότι το Κίτι, που επί των ημερών του ανήκε στον Έκτορα Ποτοκατάρο, ανήκε προηγουμένως στην οικογένεια του, αλλά το δήμευσε ο Ιάκωβος ο Νόθος όταν ο προπάππος του Στ.Λ., ο Charles de Lusignan υποστήριξε την Καρλόττα αντί τον Ιάκωβο τον Νόθο.

Ο ποιητής μας δεν περιορίζει την αγάπη και τη νοσταλγία του μόνο στο Κίτι, αλλά την επεκτείνει σ’ ολόκληρη την πατρίδα του την Κύπρο. Στα ποιήματα 64 και 164. θρηνώντας γιατί η μοίρα του τον εξόρισε απ' αυτή, λέγει ότι η εξορία του δεν έγινε παρά για τη «δούλεψή» της, για να τη βοηθήσει να ξαναβρεί την πρώτη της ομορφιά:

Εξόρισε με η τύχη μου, πατρίδα μου, 'ξ αυτήσ σου
μα τούτον όλον δεν ήτον παρού για δούλεψήσ σου,
Αν δώσει χάρην ο Θεός το θάρος μου κι αθθίσει
κ' η πεθυμιά μου παραυτύς άξιον καρπόν να ποίσει,
τότες την ωραιότητα την πρώτη σου να κάμεις
και με βαγινοστέφανο, ως εν πρεπός, να δράμεις.

Η μελέτη ολοκληρώνεται σε δεκαέξι σελίδες στις οποίες δίνονται κι άλλες ενδείξεις για υποστήριξη της θέσης του, παρόλο που για μένα οι δύο πρώτες είναι οι πιο πειστικές: ο Στέφανος Λουζινιανός συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες να είναι ο ανώνυμος ποιητής μερικών ποιημάτων του μαρκιανού χειρόγραφου του 16ου αιώνα.

Αρχάγγελος Μιχαήλ, 18ος αιώνας, χειρογράφηση Θεοδόση Νικολάου 

Τα οικόσημα



29 Μαΐ 2013

Η ΠΟΛΗ ΟΛΗ



Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ
Η ΠΟΛΗ ΟΛΗ
διήγημα

Δημοσίευση: ΑΝΕΥ, περιοδικό Λόγου, Τέχνης και Προβληματισμού, Άνοιξη 2013, χρόνος 13ος, τ.47, σ. 34


Μπροστά από τα ιωνικά προπύλαια του Γυμνα­σίου τής πόλης ήταν ένας μικρός πανέμορφος κήπος. Όταν χτυπούσε διάλειμμα, οι μαθητές τον πλημμύριζαν και δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν από τον παράξενο παπαγάλο που ζούσε εκεί, γιατί ήταν ένα πολύ ξεχωριστό και πανέξυπνο πουλί. Το βασίλειό του ήταν ένα κυλινδρικό πράσινο κλουβί σχε­δόν δύο μέτρα ψηλό, που είχε μια κωνική μεταλλική οροφή, πράσινη κι αυτή. Δεν είχε κα­μιά σχέση με τους άλλους που το μόνο που ήξε­ραν ήταν να επαναλαμβάνουν μερικές λέξεις. Ο Κόκο, αυτό ήταν το όνομά του, είχε το χάρι­σμα της ομιλίας και μπορούσε κανένας να κά­νει άνετα διάλογο μαζί του, άσχετα αν οι απαντήσεις του ήταν τρελές, ανατρεπτικές και, τις πιο πολλές φορές, δεν είχαν καμιά σχέση με την ερώτηση. Ήταν μοναδικός. Κανένας, ωστόσο, δεν μπορούσε να δώσει λεπτομέρειες για την ιστορία και την προέλευσή του. Κανένας δεν ήξερε από ποιο μέρος τού κόσμου είχε έρθει, αλλά κά­ποιοι, βλέποντας το χρώμα των φτερών του, υπο­στήριζαν ότι παλαιότερα ζούσε βορειότερα, στο δάσος τής αρχαίας τους πόλης και ανήκε σ’ ένα σπάνιο είδος. Αυτά τα πουλιά ζουν τόσα πολλά χρόνια, που ουσια­στικά «δεν πεθαίνουν ποτέ». Κάποιος θα τον έφερε από εκεί. 

Στις 13 Αυγούστου τού 1974, τα στρατεύματα τού δεύτερου Αττίλα προχωρούσαν προς τα ανατολικά απειλητικά και πολλοί από τους κατοί­κους άρχισαν να φεύγουν. Το απόγευμα για πολλοστή φορά είχαν βομβαρδισθεί τα παραλι­ακά ξενοδοχεία. Το πουλί έβλεπε την ασυνήθι­στη κίνηση κι όλη η αγωνία τής πόλης μεταφέρθηκε στο κλουβί του. Μακριά ακούγο­νταν πυροβολισμοί. Φτερούγιζε στο κλουβί του ανήσυχος και δεν είχε όρεξη να τσιμπήσει ούτε ένα σποράκι από το φαγητό που του είχε φέρει ο φύλακας. Ήπιε μόνο μια γουλιά νερό, γιατί ένιωσε ότι το λαρύγγι του είχε στεγνώσει.

Την άλλη μέρα το πρωί ήρθαν ξανά τα αερο­πλάνα και βομβάρδισαν. Πετούσαν πάνω από τον κήπο και έριχναν τις βόμβες τους στα παραλι­ακά ξενοδοχεία. Το μεταλλικό σκέπα­σμα του κλουβιού γινόταν σαν ηχείο κι έτσι ο δια­περαστικός ήχος των βομβαρδιστικών τού τρυπούσε τ’ αυτιά και κόντευε να τρελαθεί. Τρύ­πωνε βαθιά μέσα στην ξύλινη φωλιά του, μα κι εκεί δεν ήταν καλύτερα. Το κλουβί τρανταζό­ταν κάθε φορά που έσκαγε μια βόμβα. Πρό­σεξε την ανήσυχη κινητικότητα. Η πόλη άδειαζε. Τα αυτοκίνητα κολλητά το ένα πίσω από το άλλο πήγαιναν όλα προς την ίδια κατεύ­θυνση. 

Το πουλί ξεχάστηκε μέσα στο κλουβί του. Ποιος θα νοιαζόταν τώρα για έναν παπαγάλο, τη στιγμή που όλοι έτρεχαν να σωθούν. Οι πιο πολλοί, βέβαια, νόμιζαν ότι η αναχώρησή τους ήταν προσωρινή, μέχρι να περάσει το κακό και ότι σε δυο τρεις το πολύ μέρες θα ήταν όλοι πίσω στα σπίτια τους. Πού να φαντα­στούν!

Χάζευε τ’ αυτοκίνητα που προχωρούσαν κι όσο πέρναγε η ώρα παρατηρούσε ότι λιγό­στευαν, λιγόστευαν και μέσα σε δύο ώρες δεν υπήρχε πια καμιά κίνηση. Πού ήταν οι φίλοι του; Πού να είχαν πάει άραγε όλοι τους; Καταλάβαινε ότι έγινε μια μεγάλη αναστάτωση, ένα μεγάλο κακό, μα στο μυαλό του ήτανε όλα τα πράγματα συγχυσμένα. Τον τελευ­ταίο καιρό είχε προσέξει την αλλαγή στη συμπεριφορά και τις κινήσεις των φίλων του. Και τώρα τι γύρευαν εδώ αυτά τα τεράστια που­λιά που έριχναν βόμβες κι έκαναν το κλουβί του να τραντάζεται; Τι να ήταν αυτοί οι πυροβολισμοί που ακούγονταν τον τελευταίο καιρό; Δεν μπορούσε να βγάλει κανένα συμπέρα­σμα. 

Τίναξε τα φτερά του και πλησίασε στο αραιό πλέγμα. Ήθελε να φύγει κι αυτός από τούτο το μέρος, μα δεν μπορούσε. Έψαξε πόντο πόντο όλο το κλουβί, μήπως βρει μια χαραμάδα, μια τόση δα μικρή τρύπα για να ξεφύγει από αυτή τη φυλακή. Άρπαξε απελπισμένος με τη γαμψή του μύτη το σύρμα και το ταρακούνησε, αλλά μάταια. Δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας. Φώ­ναξε με όση δύναμη είχε, μα δεν πήρε καμιά απάντηση. 

Η ζέστη ήταν ανυπόφορη κι η υγρασία τού δυ­σκόλευε την αναπνοή. Δεν κουνιόταν ούτε ένα φυλλαράκι. Κι αυτή η μεγάλη σημαία στο γυμνά­σιο, που τόσο του άρεσε να τη χαζεύει όταν ανάλαφρη κυμάτιζε, ήταν τώρα τυλιγ­μένη σαν φίδι γύρω από τον ιστό της. Γύρισε προς το μέρος τής μικρής λιμνούλας και φώ­ναξε πάλι δυ­νατά. Το σιδερένιο δελφίνι δεν του απάντησε. Ακίνητο, με ανοικτό το στόμα του να κοι­τάει σα χαζό τον ουρανό, παγωμένο στο σάλτο του πάνω από τη λιμνούλα. Το σύμβολο της πόλης τώρα έχασκε με απορία. Ένα αποξηρα­μένο πορτοκάλι, μαυρισμένο, ξεχα­σμένο στο σώμα του, του θύμισε τις παλιές καλές εποχές της γιορτής τού πορτοκαλιού, που το δελ­φίνι αποκτούσε το πορτοκαλένιο του σώμα και γινόταν το επίκεντρο της γιορτής. Ξαναφώ­ναξε δυνατά, μα πάλι δεν πήρε απάντηση.

Τώρα ήτανε μόνος, εντελώς μόνος. Ένα συναί­σθημα που πρώτη του φορά ένιωθε, κι ας ήταν τόσα χρόνια κλεισμένος στο ίδιο κλουβί. Τώρα κατάλαβε πόσο γεμάτες ήταν οι μέρες του παλιά και πόσο άδεια ήταν η ζωή του τώρα. Ήταν πια ένα τίποτε∙ ένας παπαγάλος γεμά­τος ανησυχίες και φόβους.

Η αγωνία τού έφερε νύστα, έκλεισε τα μάτια και δεν ονειρεύτηκε, μέχρι που ακού­στηκε ένας θόρυβος και τον ξύπνησε. Ήταν το συντριβάνι τής μικρής λιμνούλας δίπλα, που είχε αρχί­σει να λειτουργεί, όπως κάθε βράδυ, στην προκαθορισμένη ώρα και τα νερά γίνονταν κόκ­κινα, μετά γαλάζια και μετά κίτρινα. Λειτούρ­γησαν οι αυτόματοι μηχανισμοί τής πό­λης. Κοίταξε τα σπίτια τριγύρω, όλα ήταν ολό­φωτα και οι λάμπες στους στύλους των δρόμων ήταν αναμμένες. Λαχτάρησε. Νόμισε πως όλα είχαν τελειώσει κι η ζωή ξανάρχιζε. Η πόλη όλη ήταν φωταγωγημένη, μα, δυστυχώς, δεν υπήρχε καμιά κίνηση, μόνο το συντριβάνι ακουγό­ταν κι ύστερα από λίγο οι γρύλλοι, οι νυ­χτερίδες κι ο υπόλοιπος μικρόκοσμος της νύ­χτας. 

Πεινούσε. Πήρε μερικούς σπόρους κι έσπασε έ-να φιστίκι που βρήκε σε μια γωνιά. Τα φιστί­κια ήταν η αδυναμία του. Οι μαθητές στα δια­λείμματα του τα έριχναν από το αραιό πλέγμα. Τον πείραζαν κάποτε, μα δεχόταν τα πειράγ­ματά τους. Έκαναν ότι του δίνουν το φιστίκι και τη στιγμή που πλησίαζε για να το πάρει, το τραβούσαν πίσω. Έκανε όμως κι αυτός τα κόλπα του, έπαιζε θέατρο, έκανε ότι το φιστίκι δεν τον ενδιέφερε και γύριζε το κεφάλι από την άλλη μεριά. Μα ξαφνικά, με μια απότομη κί­νηση γυρνούσε και το έπαιρνε πριν προλάβουν να το απομακρύνουν. Γελούσαν, αλλά στο τέ­λος το διασκέδαζε κι αυτός. 

Τα Σαββατοκύριακα γινόταν ένα πραγματικό πα­νηγύρι. Αγαπούσε τα μικρά παιδιά και χαιρό­ταν που άκουγε τις φωνούλες τους. Έπαιρνε προσεκτικά τα φιστίκια από τα τρυ­φερά τους χεράκια και πρόσεχε μήπως, χωρίς να το θέλει, πληγώσει κάποιο. Όταν όμως η μπά­ντα τού Δήμου αργά το από­γευμα άρχιζε να παίζει, έπαυε να είναι το κέντρο τού ενδιαφέ­ροντος. Ο διευθυντής τής ορχήστρας, ο άνθρωπος με τη μπαγκέτα, κέρδιζε τότε την πα­ράσταση. Δεν τον πολυχώνευε και κάθε τόσο ξεφώνιζε: «παραπάμ παμπάμ, παραπάμ παμπάμ» και κουνούσε τα φτερά του στο ρυθμό τής μουσικής αντιγράφοντάς τον. Όμως, η προσοχή όλων ήταν αλλού.

Το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι τα μεσάνυχτα που ο φύλακας έκλεινε τις μεγάλες πόρτες. Τις καθημερινές όμως τα πράγματα ήταν διαφορε­τικά. Η ζωή του ξεκινούσε με το πρώτο φως τής ημέρας. Ερχόταν ο φύλακας με το ποδήλατό του, άνοιγε διάπλατα τις καγκελόπορτες και σπρώχνοντάς το, το φύλαγε σε μια μικρή απο­θήκη. Τον καλημέριζε από μακριά χτυπώντας τό κουδούνι τού ποδηλάτου. Και είχε έναν γλυκό ήχο αυτό το κουδούνι, «γκριγκρίγκ, γκρι­γκρίγκ». Συγχυζόταν, δεν μπορούσε να επαναλά­βει τον ήχο. Έτσι, συνήθιζε να απαντά με ασυναρτησίες ή κάποτε με το «καλημέρα». Μετά, ερχόταν κοντά του, καθάριζε το κλουβί και του μιλούσε σιγανά, όπως ακριβώς μι­λάει κάποιος μ’ έναν φίλο του: «πώς είσαι; πώς πέ­ρασε το βράδυ σου; θέλεις κάτι να σου φέρω;» Άλλαζε το νερό στο δοχείο, του έβαζε τροφή κι έπειτα άρχιζε την περιποίηση του κήπου.

Έπιανε ψιλή κουβέντα με το Δήμο τον περι­πτερά, ο ένας μέσα από το κάγκελο και ο άλ­λος απέξω, αλλά το μάτι του ανίχνευε γύρω του και κάθε τόσο πήγαινε εδώ κι εκεί για να βγάλει κάποιο χόρτο που εντόπιζε, ενώ ο Δή­μος πεταγόταν να εξυπηρετήσει κάποιον πε­λάτη δίνοντάς του την πρωινή του εφημερίδα. Σε λίγο άρχιζαν να καταφθάνουν κι οι μαθη­τές, όλοι σχεδόν με τα ποδήλατά τους, ντριγκ ντριγκ τον καλημέριζαν, γέμιζε ο τόπος φωνές, κουδουνίσματα, πύκνωνε η κίνηση και η πόλη αποκτούσε το ρυθμό της. 

Τις καθημερινές ο κήπος έκλεινε νωρίς και μόνο όταν έφευγαν και οι τελευταίοι θαμώνες τού καφέ «Μποκάτσιο» ησύχαζε και ξε­κουραζόταν. Του ήρθε μεγάλο παράπονο. Τον κατέτρωγε η μοναξιά. Ήθελε να φύγει από τούτο το κλουβί. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνι­κτική, η υγρασία και ο καπνός που ερχόταν από μακριά εισχωρούσαν και μέσα στη φωλιά του ακόμα και τον έπνιγαν. Αγωνιούσε. Δεν ήξερε τι να κάνει. Άρχισαν να βγαίνουν άναρ­θρες κραυγές από το στόμα του και μετά κάτι ασυναρτησίες: «άνδρα μοι έννεπε μούσα πολύ­τροπον ος μάλα πόλλα». Μιλούσε συνέ­χεια χωρίς να σταματά∙ θυμόταν όλα όσα είχε μάθει από τους φί­λους του τους μαθητές. Έρχονταν κοντά του και διάβαζαν τα κείμενά τους για το διαγώνι­σμα της ημέρας. Αυτός επαναλάμβανε. Στο επό­μενο διάλειμμα έρχονταν άλλοι μαθητές, με άλλες ιστορίες. Μιλούσε ασταμά­τητα, καθώς οι εικόνες τού παρελθόντος ξετυλί­γονταν η μια πίσω από την άλλη και τα λόγια έβγαιναν χωρίς έλεγχο, μέχρι που από­καμε. 

Την άλλη μέρα ανακάλυψε πως είχε τελειώ­σει και η τελευταία σταγόνα νερού. Αυτή η θλιβερή διαπί­στωση τον αναστάτωσε. Γύρισε το βλέμμα γύρω, μα δεν διέκρινε ούτε την παραμικρή κί­νηση. Η μόνη κίνηση που τον ευχαριστούσε ήταν το συντριβάνι που ξεκινούσε στην προκαθο­ρισμένη ώρα και το νερό που γινόταν εναλλακτικά κόκκινο, μπλε, κίτρινο. Κάρφωνε το βλέμμα του εκεί και παρακολουθούσε με τις ώρες το νερό, μέχρι που τον έπαιρνε ο ύπνος. Σή­μερα όμως δεν ξεκίνησε ούτε αυτό. Ούτε ξανά­ναψαν τα φώτα. Παντού πηχτό, ανατριχιαστικό σκοτάδι.

Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Δεν ήξερε πότε κοιμόταν και πότε ξυπνούσε. Σε κάποια στιγμή άκουσε κάποιους θορύβους. Τέντωσε το αυτί και σε λίγο είδε κάποιους στρατιώ­τες. Ήταν κοντά στο περίπτερο και προ­σπαθούσαν να ανοίξουν την πόρτα του χτυ­πώντας την με τα κοντάκια των όπλων τους. Μιλού­σαν μια γλώσσα που πρώτη του φορά άκουγε. Έπρεπε να κάνει κάτι να τον προσέξουν διαφορε­τικά ήταν χαμένος. Έβαλε όση δύναμη του απέμεινε και φώναξε δυνατά: «την πόλη έκτισε ο Τεύκρος, ο γιος τού Τελαμώνα». Οι στρα­τιώτες που ξαφνιάστηκαν, ακροβολίστη­καν αμέσως πίσω από το περιτοίχισμα του κή­που. Ήταν η τελευταία ευκαιρία που είχε για να επιζήσει. Ήταν σίγουρος ότι τον είχαν ακού­σει. Περίμενε λίγο και ξαναφώναξε μηχανικά: «την πόλη έκτισε ο Τεύκρος, ο ...». Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και μια ριπή γά­ζωσε το κλουβί του και τον συντάραξε. Τρύ­πωσε στην ξύλινη φωλιά του φοβισμένος και πε­ρίμενε. Δεν είχε άλλη επιλογή. 

Πέρασαν πολλές ώρες χωρίς να γίνει τί­ποτε, χωρίς να ακούγεται τίποτε κι ύστερα πρό­βαλε δειλά το κεφάλι έξω από τη φωλιά∙ μα πάλι τίποτε. Πήρε θάρρος και βγήκε. Το πέ­ταγμα μιας σκαλιφούρτας που προσγειώθηκε σ’ ένα κλαδί δίπλα, τον τρόμαξε προς στιγμήν, μα γρήγορα συνήλθε κι έμεινε να την κοιτά. Ζή­λεψε αυτό το μικρό πουλάκι που ήταν ελεύ­θερο να πετά και να πηγαίνει όπου θέλει. Κατα­ράστηκε την τύχη του να είναι κλεισμένος σ’ ένα κλουβί νηστικός και διψασμένος με τις δυ­νάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Μα, η τύχη του τού χαμογέλασε. Η ριπή που έριξαν οι στρατιώτες προκάλεσε ένα μικρό ρήγμα στο κλουβί, όμως αρκετά μεγάλο, για να χωρέσει και να περάσει έξω. Δεν έχασε δευτερό­λεπτο. Έσπρωξε το σώμα του όσο πιο δυ­νατά μπορούσε και βρέθηκε φαρδύς πλατύς κάτω. Δεν έχασε χρόνο, όρμησε στο νερό και ξεδί­ψασε. Τίναξε τις φτερούγες και ένιωσε τις δυνάμεις του να επανέρχονται. 

Περπάτησε πάνω στο πλακόστρωτο γύρω από τη μικρή λιμνούλα και δοκίμασε να πετά­ξει. Δεν τα κα-τάφερε όμως∙ ένιωσε το σώμα του τόσο βαρύ. Από πέτρα σε πέτρα, ανέβηκε στο χώρο τής μπάντας. Ήταν πε­ρίπου ένα μέτρο ψηλά και θα δοκίμαζε από το άνοιγμα που ήταν τα σκαλοπάτια. Πήρε φόρα, ανοιγόκλεισε τις φτερούγες, μα έφαγε τα μούτρα του μόλις ένα μέτρο μπροστά στα σκαλο­πάτια. Πόνεσε πολύ, όχι από το κτύ­πημα, πιο πολύ από την ανικανότητά του. Δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε πετάξει. Τη σπασμωδική του κίνηση την έκανε μηχανικά, χωρίς να συντονίσει τα μέλη του, την τελευταία στιγμή δείλιασε, το μυαλό του θό­λωσε και οι φτερούγες του δεν άνοιξαν. 

Ήταν φανερό πως έπρεπε πια να συγκε­ντρωθεί και να δράσει με περί­σκεψη. Οι σκιές άρχισαν να μακραίνουν και η νύ­χτα να έρχεται γρήγορα. Ο φόβος άρχισε πάλι να φωλιάζει μέσα του κι εγκατέλειψε τις προσπάθειες για το πέταγμα. Θα το έκανε την επόμενη μέρα. Για την ώρα έπρεπε να βρει κατα­φύγιο για προφύλαξη∙ δεν γνώριζε τι του επεφύλασσε η νύχτα. Κάποια νιαουρίσματα που είχε ακούσει νωρίτερα, τον έκαναν ν’ ανησυ­χήσει, γιατί ήξερε από ένστικτο πως αρέ­σει στους γάτους να τρώνε τα πουλιά. Με αρ­γές κινήσεις χώθηκε στη ρίζα ενός πυκνού θά­μνου και από εκεί κούρνιασε στο πιο ψηλό κλαδί που μπόρεσε ν’ ανέβει αναλογιζόμενος τα γεγονότα τής ημέρας. Άκουγε τ’ αλυχτί­σμα-τα των σκυλιών, τα νιαουρίσματα των γά­των, αλλά ήταν τόσο μεγάλη η ένταση, η κού­ρασή του, που βυθίστηκε αμέσως σε βαθύν ύπνο, καθώς η τρομαχτική νύχτα άρχισε ν’ απλώ­νει το κατάμαυρο πέπλο της επάνω στον μικρό κήπο.

Ξύπνησε, καθώς κάποιες ακτίνες διαπερνώ­ντας το φύλλωμα του θάμνου τον σκούντηξαν. Ξημέρωσε. Δοκίμασε αμέσως να πετάξει ψηλά βάζοντας όλα του τα δυνατά, πιστεύοντας ότι θα τα καταφέρει∙ και τα κατάφερε. Ήταν πολύ χαρούμενος. Μπορούσε πια να βλέπει τον κήπο από ψηλά και να πετά χωρίς κανένα πρό­βλημα. Μόνο που ήταν αποδυναμωμένος λόγω της ασιτίας του. Τώρα όμως, που ήταν ελεύθε­ρος θα το φρόντιζε κι αυτό το πρόβλημα. Πέ­ταξε προς το Λύκειο Ελληνίδων και κάθισε στο γείσο πάνω από την είσοδο. Από εκεί, πέταξε προς το καφέ «Μποκάτσιο» και μπήκε από ένα ανοιχτό παραθυράκι. Τι τύχη! Πίσω από το μπαρ ήταν τρία δοχεία γεμάτα με ξηρούς καρ­πούς. Νόμιζε ότι ονειρευόταν, μα σαν δοκίμασε με τη γαμψή του μύτη ένα φιστίκι, τότε σιγουρεύ­τηκε ότι είχε σωθεί. Αφού έφαγε με βου­λιμία μέχρι σκασμού, βγήκε από το ίδιο παρα­θυράκι και πέταξε προς το πιο ψηλό ση­μείο τού Λυκείου. Ένιωθε καλύτερα τώρα κι άρ­χισε να καταστρώνει σχέδια δράσης.

Ήθελε να πετάξει πάνω από την πόλη, όσο πιο ψηλά μπορούσε, για να βγάλει κάποιο συμπέ­ρασμα. Πρώτα πέταξε προς το μέρος τής παρα­λίας. Καλύτερα όμως να μην έβλεπε. Το μετά­νιωσε. Τα ξενοδοχεία ήταν βομβαρδισμένα κι οι δρόμοι ήταν αποκομμένοι από τα συντρίμ­μια τους, χωρίς καμιά κίνηση, εντελώς έρημοι. Μόνο η θάλασσα ακουγόταν, και ήταν σαν να θρη­νούσε, καθώς χτυπιόταν με τα αφρισμένα της κύ­ματα επάνω στην άμμο, θυμωμένη γι’ αυτά που είχαν γίνει σε όλο το μήκος τής παραλίας. 

Τράβηξε προς τα δυτικά που ήταν το κέντρο τής πόλης και κατόπιν πιο βόρεια. Τα ίδια: μια βομβαρδισμένη, βουβή κι έρημη πόλη. Πιο μα­κριά έβγαιναν πυκνοί καπνοί κι ακούγονταν εκρήξεις. Τον έπιασε θλίψη, γιατί σε όποια κατεύθυνση και να πε­τούσε, έβλεπε παντού καταστροφή. Επέστρεψε στον κήπο αργά το απόγευμα, πάρα πολύ κουρα­σμένος, και προσγειώθηκε ψηλά σ’ ένα κλωνάρι τού πυκνόφυλλου δέντρου δίπλα από το υπόστεγο της ορχήστρας∙ έκλεισε τα μάτια, μα σχεδόν αμέσως τα άνοιξε πάλι, γιατί ακού­στηκε το ανατριχιαστικό νιαούρισμα ενός γά­του, που τον έκανε να ανησυχήσει. Μόνο γά­τους είχε πια η πόλη, φίδια, σκυλιά κι έναν παπα­γάλο. Τι φρικτό! Απίστευτο. 

Από την επόμενη και κάθε μέρα, πολύ νωρίς άρχιζε την περιπλάνησή του στην πόλη που ήθελε τόσο πολύ να γνωρίσει. Πάντα έβρισκε τρόπο να μπαίνει στα κτήρια, γιατί όλο και κά­ποιο μικρό παράθυρο έμενε ανοικτό. Το Δημαρ­χείο και το Διοικητήριο ήταν βομβαρδισμένα. Τραπέζια, γραφεία και άλλα έπιπλα ήταν σκορπισμένα εδώ κι εκεί, με ανοι­χτά συρτάρια, και τα χαρτιά, όσα, βέβαια, είχαν γλυτώσει από τη φωτιά ο άνεμος τα σκόρπισε παντού. 

Επισκέφτηκε το σπίτι τού ξακουστού ζωγρά­φου, ένα παλιό σπίτι κοντά στην εκκλησία, με εσωτερική αυλή, που δεν δυ­σκολεύτηκε να μπει. Μέσα ήταν μεγάλα τελάρα και πολλές ζωγραφιές στους τοίχους. Του άρεσε η εικόνα τής μάνας που έχει το παιδί της τρυφερά στην αγκαλιά της σαν Παναγιά.

Ύστερα επισκέφτηκε τη βιβλιοθήκη τής πό­λης. Κι εδώ υπήρχαν πολλές ζωγραφιές, μα πιο πολύ είχε τραπέζια με ανοιχτά βιβλία επάνω∙ πε­ρίμεναν αυτούς που τα είχαν ανοίξει, να συνε­χίσουν το διάβασμα από εκεί που είχαν μεί­νει. Όπου και να πήγαινε, αντίκριζε εικόνες θλίψης, οδύνης και πόνου. Έπρεπε να πάρει την απόφασή του. Να μείνει ή να φύγει μακριά; Κι αν έφευγε, πού θα πήγαινε; 

Πετούσε ψηλά κι έβλεπε περίλυπος την πόλη του. Του άρεσε να ανυψώνεται πολύ, γιατί από εκεί ψηλά, τίποτε δεν πρόδιδε την κα­ταστροφή, φαινόταν μια ήρεμη και ωραιό­τατη πόλη, ξαπλωμένη ανάμεσα στο πράσινο των περιβολιών και το γαλάζιο τής θάλασσας. Όταν, όμως κατέβαινε χαμηλότερα, λυπόταν πολύ γιατί αντίκριζε μια φρι­κτή εικόνα που δεν μπορούσε να την αντέξει.

Στις καθημερινές του επισκέψεις με πολλή λύπη διαπίστωνε ότι οι ζωγραφιές λιγόστευαν, οι εικόνες στις εκκλησίες και τα βιβλία εξαφανί­ζονταν, ακόμη και τα παραθυρόφυλλα έλειπαν. Κι οι άνεμοι έμπαιναν μέσα στα σπί­τια και απέθεταν μέρα με τη μέρα όλο και πιο πολλή σκόνη και άμμο. Τα βράδια χτυπούσαν παράθυρα, έσπαγαν τζάμια, ακούγονταν παρά­ξενοι θόρυβοι, και άγριες κραυγές από αγριόγατους που μάλωναν και του έκοβαν την ανάσα. Κάποτε πάλι, ακουγόταν ξαφνικά μια ριπή κι ύστερα τα πάντα βυθίζονταν σε από­λυτη σιωπή. 

Παρ’ όλα αυτά, είχε αποφασίσει να μείνει εδώ. Εδώ ήταν το σπίτι του. Δεν είχε πουθενά να πάει. Πού να πάει; Ακόμα έβρισκε σπόρους και βλαστούς κι επιβίωνε. Πετούσε πάνω από την πόλη του που άλλαζε γρήγορα όψη. Στους δρόμους είχαν φυτρώσει θάμνοι, διατρυπώ­ντας ακόμα και την άσφαλτο, και κάθε μέρα γίνονταν όλο και πιο ψηλοί. Παντού υπήρχαν τζάμια σπασμένα, σάπια ξύλα, πεσμένοι σοβάδες και ανάμεσα στους σκουριασμένους σωλήνες και τους πεταμένους τσίγκους κυκλοφορούσαν αρουραίοι και φίδια. Κάθε μέρα που ξημέρωνε, έκανε την πόλη του πιο γκρίζα, μουντή και καταθλι­πτική. Ήταν όμως η πόλη του. Κι η από­φαση που είχε πάρει ήταν οριστική και αμε­τάκλητη: εδώ θα ζούσε∙ για πάντα. 

***

Όσοι επισκέπτονται τώρα την πόλη, πηγαί­νουν μέχρι το συρματόπλεγμα και καρφώνο­νται εκεί για πολλή ώρα σιωπηλοί, με τα μάτια δα­κρυσμένα, ακούνε το κύμα που δεν ησυ­χάζει ποτέ, σκάει στην αμμουδιά ασταμάτητα και είναι το μόνο πράγμα που δεν έχει αλλάξει από τότε σε τίποτε, αναπολούν τις ευτυχισμέ­νες στιγμές που έζησαν σ’ αυτή την υπέροχη πόλη, βάζουν το χέρι στο μέτωπο αντήλιο ή παίρ­νουν τα κιάλια και προσηλώνονται σε κά­ποιο σημείο, τεντώνουν το χέρι, δείχνουν κάτι στο διπλανό τους, γιατί όπου και να κοιτά­ξουν, όλο και κάτι θα δουν που να συνδέεται με τη ζωή που έζησαν εδώ, και επαναλαμβάνουν ψιθυριστά την ίδια δισύλλαβη λέξη: «γιατί;». 

Πολλοί μαρτυρούν με έκπληξη ότι κάθε φορά που πηγαί­νουν, βλέπουν ένα παράξενο πουλί να τρι­γυρνά εκεί κοντά∙ είναι το πουλί που «δεν πε­θαίνει ποτέ», το βλέπουν να κάθεται επάνω στα θλιβερά και ανατριχιαστικά συρματοπλέγ­ματα και να επαναλαμβάνει δυ­νατά μια και μοναδική φράση: «την πόλη έκτισε ο Τεύκρος, ο γιος τού Τελαμώνα, ο Τεύκροοοοοος …». 

Ύστερα χάνεται μέσα στην γκρίζα θολούρα τής βουβής πόλης κι ακούγεται μόνο το γοερό κι ασταμάτητο βογγητό τής θάλασσας.


[Η αρχική ανάρτηση/δημοσίευση ήταν όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΑΝΕΥ, το κείμενο όμως, αντικαταστάθηκε στις 8 Αυγούστου 2014 με το κείμενο όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο "20 Διηγήματα", Κάρβας 2014"]