Λάζαρος Λαζάρου
Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ
Η λεβέντικη γραφίδα της μνήμης
[Αλήθεια, Επιφυλλίδες, 28 Δεκ 2025, σ.18]
Διαβάζω την τελευταία πρόταση του ανά χείρας βιβλίου του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ «20 διηγήματα» (εκδόσεις Κάρβας, 2014, επιμέλεια Θ. Πυλαρινού) και το κλείνω, μαζί και τα μάτια μου. Μέσα στο βλέμμα μου, χωρίς να βλέπω, έχω ολόκληρη την Αμμόχωστο με τα γραφικά της χωριουδάκια όπως το Βασίλι, ο γενέθλιος τόπος του συγγραφέα. Ξανανοίγω τα μάτια μου κι είμαι βαθιά πεπεισμένος πως ο Χατζημιχαήλ γράφει, για να μην ξεχάσει τη γη του. Γράφει για τον νόστο της επιστροφής, για τους ανθρώπους και τη φύση εκείνου του τόπου. Είμαι ακόμα βέβαιος για τη λυρική του ικανότητα, τις καθαρές του προτάσεις, την ικανότητά του να αναπαριστά τα γεγονότα μέσα από γλαφυρές εικόνες. Κι όλα αυτά γιατί είναι συγγραφέας της συγκίνησης. Μέσα από τα 20 του διηγήματα, ο Χατζημιχαήλ κάνει βουτιά στην παιδική του ηλικία, φωτίζει τα χρόνια της αθωότητας, της σκληρής βιοπάλης μα και της αξιοπρεπούς φτώχειας. Έτσι, στις σελίδες των διηγημάτων ξαναζωντανεύει η οδός Δημοκρατίας, το ζαχαροπλαστείο «Κυψέλη», η καφετέρια «Μποκάτσιο» (διήγημα «Επιστροφή στην ευτυχία»), ο πατέρας του ο μάστρο Μιχάλης («Η καρδερίνα γύρισε»), ο θείος Πέτρος («Ξέρεις ποδήλατο;»), ο Τζον Λούης («Ο γητευτής των μυρμηγκιών»), ο Φώταρος με τα ξόβεργα των μελισσοφάγων («Τα πουλιά κλαίνε»), ο Σώζος και η Ζαλιχέ («Η γητεύτρα»), οι ιστορίες του γέρο Κρίνου («Ο κρατήρας με τις εφτά λαβές»), το πρώτο σφύριγμα («Η Ελβίρα»), ιστορίες που άκουγε μικρός («Οι Τσερκέζοι», «Η κόρνα», «Το θαύμα», «Ο άνθρωπος με το πιδκιαύλιν»), η αντιμετώπιση των φοβιών του συγγραφέα («Τέρας χωρίς κεφάλι», το μοναδικό παιχνίδι που παίξανε μόνο μια φορά («Η μαύρη μοτοσυκλέτα»), «Η γητεύτρα», «Η Λάμπουσα»), οι μηχανικές κατασκευές του φίλου του παππού του συγγραφέα («Το αεικίνητον»).
Υπάρχουν και 3 διηγήματα που αναφέρονται στα τραγικά γεγονότα της τουρκικής εισβολής. Το διήγημα «Το ενθυμητάριο» αναφέρεται στην αιχμαλωσία του πατέρα του συγγραφέα τον Αύγουστο του 1974, μέσα από τον συμβολισμό του κομπολογιού, φτιαγμένου από κουκούτσια ελιάς, σαν αυτές τις λυσσασμένες που τον τάιζαν οι Τούρκοι τότε: «ένα ματωμένο κομπολόι από κουκούτσια της ευλογημένης ελιάς (...), ένα ενθυμητάρι, για να λειτουργεί ως πυξίδα, για την ορθή πορεία της πατρίδας προς το μέλλον». Το διήγημα «Η κιθάρα» αναφέρεται στη συγκλονιστική επίσκεψη του γιου του πρόσφυγα στην πατρική του εστία, αντικρίζοντας το σκληρό πρόσωπο των εποίκων: «Η κιθάρα είναι δική μου τώρα» (...) «η «κουρτίνα» τραβήχτηκε και στα έκπληκτά του μάτια ξεδιπλώθηκε μια ελληνική σημαία. Πάγωσε. Τη σημαία την είχαν κάνει κουρτίνα».
Άφησα τελευταίο το διήγημα «Η πόλη όλη» που κατά τη γνώμη μου είναι το πιο συγκλονιστικό. Σε αυτό το διήγημα καταγράφονται οι δραματικές στιγμές των Αμμοχωστιανών που προσπαθούσαν να γλιτώσουν από την τουρκική βαρβαρότητα, μέσα από τα μάτια ενός παπαγάλου, του Κόκο, που υπήρχε στην πραγματικότητα και ήταν το σημείο αναφοράς του δημόσιου κήπου της πόλης. Έχω την εντύπωση πως ο Κόκο είναι η ίδια η πόλη της Αμμοχώστου, που αργότερα την περίφραξαν με συρματόπλεγμα: «Έψαξε πόντο πόντο όλο το κλουβί, μήπως βρει μια χαραμάδα, μια τόση δα μικρή τρύπα, για να ξεφύγει από αυτή τη φυλακή». Με λόγο καθηλωτικό ο Χατζημιχαήλ αποτυπώνει το δράμα του παπαγάλου που προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή, όπως την Αμμόχωστο σήμερα, συνειδητοποιώντας πόσο ανατρεπτική είναι η ζωή: «Τώρα κατάλαβε πόσο γεμάτες ήταν οι μέρες του παλιά και πόσο άδεια ήταν η ζωή του τώρα». Κι όταν ο παπαγάλος καταφέρνει να αποδράσει από το κλουβί του, πετά περήφανος πάνω από την πόλη του μα η πραγματικότητα είναι σκληρή: «Μόνο γάτους είχε πια η πόλη, φίδια, σκυλιά κι έναν παπαγάλο. Τι φρικτό! Απίστευτο». Όμως ο παπαγάλος θα επιλέξει να μείνει εκεί για πάντα, όπως πάντα θα ελπίζουν οι πρόσφυγες στην επιστροφή τους, και θα το φωνάξει πολλές φορές: «Την πόλη έκτισε ο Τεύκρος, ο γιος του Τελαμώνα, ο Τεύκροοοοος...».
Ο Χατζημιχαήλ με τον λυρισμό του, τη συγκινητική του γραφή και τη λεβεντιά του λόγου του αποδεικνύει πόσο σπουδαίος συγγραφέας είναι κι ότι ισχύει η ρήση του Στάνισλαβ Γέρζυ Λετς πως «μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια μας στην πραγματικότητα, αλλά όχι στις αναμνήσεις».
