Το μυθιστόρημα Όταν σωπάσαν τα πουλιά, προϊόν ενδελεχούς έρευνας -μελέτης αρχείων, συλλογής πληροφοριών από προφορικές μαρτυρίες, καταγραφής προσωπικών βιωμάτων- εμπλουτίζει με θαυμαστό τρόπο την Μικροϊστορία (Ιστορία από Κάτω) -επιστημονική κοινωνική Ιστορία- με λογοτεχνική μαεστρία. Επί παραδείγματι, πώς και πόσο επηρέασαν τη ζωή των απλών ανθρώπων τρεις μάστιγες, η ανομβρία, οι ακρίδες και η βαρύτατη φορολογία -οθωμανικό χαράτσι που κληροδότησαν οι Οθωμανοί στους Άγγλους κατακτητές. Oι αντιδράσεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων, δεν θα παραδίδονταν στους νεοτέρους με τόση ευαισθησία και σοβαρότητα, αν ο πολυγραφότατος Έλληνας Κύπριος συγγραφέας Ν.Ν-Χ. δεν είχε εγκύψει με τόση στοργή επάνω στην καθημερινότητα των Κυπρίων μιας εποχής και μιας κοινωνίας που ανεπιστρεπτί παρήλθε.
Τομές στους χαρακτήρες των ηρώων, και ζωντάνεμα της καθημερινής ζωής στην επαρχία Αμμοχώστου των αρχών του 20ου αι., επιτυγχάνει ο συγγραφέας-αφηγητής. Ακολουθεί με θαυμαστό και ευρηματικό τρόπο την τεχνοτροπία της εποχής του λογοτέχνη και διανοούμενου Κωνσταντίνου Θεοτόκη –ταξινομώντας το έτσι στην κατηγορία των ηθογραφιών. Ο συγγραφέας αντλεί από βιώματα και ανεξίτηλες αναμνήσεις του ιερέα προπάππου του. Αρχές της Αγγλοκρατίας στην Αμμόχωστο με τις μάταιες ελπίδες των Ελλήνων της Κύπρου για ελευθερία αναπτερωμένες -«οι πολιτισμένοι Άγγλοι δεν είναι οι βάρβαροι Οθωμανοί»- και ματαιωμένες στο τέλος.
Ο χωρο-χρόνος διαγράφεται σποραδικά σε όλη την έκταση της αφήγησης, διασώζοντας τοπωνύμια, μνήμες και μνημεία: Βαρώσι, Καρπασία, Τρίκωμο, Λεονάρισσο, Βουκολίδα, Κώμα Γιαλού, Γιαλούσα, Μοναστήρι Αποστόλου Αντρέα, Παναγία η Κανακαριά -βαρύτατη πολιτιστική κληρονομιά, που έχει ήδη παραχαραχτεί από τους κατακτητές. Η τοπική διάλεκτος -αν και οι διάλογοι στο γλωσσικό ιδίωμα, όπως συνηθίζεται στις ηθογραφίες, απουσιάζουν-αποτυπώνεται με πλήθος γλωσσικά στοιχεία που έχουν ήδη λησμονηθεί, με την αλλαγή στην κοινωνική διαστρωμάτωση. Οι αγροτικοί πληθυσμοί βίαια διωγμένοι από την πατρώα γη καταφεύγουν στα αστικά κέντρα ξεσπιτωμένοι, πρόσφυγες. Αναφορές στην κυπριακή διάλεκτο αναδύονται στην αφήγηση του συγγραφέα στη ζωή των προγόνων του και καταμαρτυρούν την ελληνικότητα της Κύπρου. Ο Ν.Ν-Χ. -γεννημένος ο ίδιος κατά το δεύτερο μισό του 20ου αι.- κρατά στη μνήμη του πληθώρα λαογραφικών στοιχείων τα οποία και καταγράφει: τους νερόμυλους, την καρέτα του παππού, τις τσαγκαροποδίνες, τον κοριποστάτη, τη λάμπα πετρελαίου. Ακόμα και εδέσματα σπάνια για λεχώνες αναφέρει: πουργουρόσουπα και κουλουράκια λεχουζούθκια -είδη διατροφής που χάθηκαν στον χρόνο. Διάσπαρτα τα ελληνικά/χριστιανικά ονόματα Αμμοχωστιανών: Αρχοντού, Ρουμπίνη, Ευαγγέλης, Μιρτής, Δημητρός, Λιασίδης, Σιακαλλής, Εμφιετζής. Η πόλη της Αμμοχώστου (Βαρώσι) καταγράφεται ως Βαρώσια και οι πρώτοι μήνες του καλοκαιριού ως Πρωτογιούνης και Δευτερογιούνης. Ενισχύει σημαντικά την επιστήμη της λαογραφίας της Κύπρου το μυθιστόρημα του Ν.Ν-Χ.
Κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος ο Παπαγιάννης, ο επιλεγόμενος Παπασπάθας -με το άλογό του τον Πήγασο- ιερέας στο χωριό Βασίλι της Καρπασίας. Μορφή επιβλητική, ηγετική. Με άξονα τα δεινά της πατρίδας -κοινωνικά και εθνικά- επιχειρούνται τομές στον χαρακτήρα του ιερέα προγόνου του συγγραφέα, καθώς ξεδιπλώνονται οι σελίδες και η πλοκή του μυθιστορήματος. Εν είδει βιογραφικού ημερολογίου του ιερέα εκτυλίσσεται το κοινωνικό μυθιστόρημα του Ν.Ν-Χ., με έντονη σκιαγράφηση του κεντρικού ήρωα του, μέσα από τη ζωή και δράση του οποίου καταγράφονται καίρια ιστορικά γεγονότα: από τον έναν κατακτητή στον άλλον η Κύπρος το 1878, οι εκλογές για το πρώτο Νομοθετικό Συμβούλιο στην Κύπρο -ένα είδος βουλής, που συγκροτήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1878, λίγους μήνες μετά την ανάληψη της διοίκησης του νησιού από τους Βρετανούς, καθώς επίσης το Αρχιεπισκοπικό Ζήτημα του 1900-1910 και το πρώτο Ενωτικό Δημοψήφισμα της 25η Μαρτίου του 1921. Ο Παπαγιάννης, φλογερός πατριώτης, πίστεψε αρχικά πως οι Άγγλοι θα έφερναν αλλαγή στον τόπο μετά την τουρκοκρατία. Χαρακτηριστικά λέει: «Φυσάει νέος αέρας στον τόπο πια, θα βάλουν τα πράγματα στη θέση τους, φύσηξε επιτέλους νέος αέρας στο νησί». Τον διέψευσαν τα γεγονότα τον Παπαγιάννη –στο τέλος, ως πρόεδρος της Επιτροπής Αγώνα, αναλαμβάνει δράση ενάντια στην ανθελληνική στάση των Άγγλων.
Η στοχοθετημένη αφήγηση του Ν.Ν-Χ. στο τελευταίο του μυθιστόρημα αποκαλύπτει λάθη και πάθη των ηρώων αναδεικνύοντας τις αρετές αλλά και τα ελαττώματα του λαού της Κύπρου που έχτισαν, μέσα από αντίξοες συνθήκες, κοινωνίες με συλλογική συμπεριφορά και δράση που πέτυχαν την επιβίωση του ελληνικού στοιχείου στο νησί της Ανατολικής Μεσογείου. Τέλος, δεν μπορεί να παραληφθεί ο διδακτικός-παραινετικός χαρακτήρας του έργου. Ο ερευνητής-συγγραφέας, συνειδητά επιχειρεί και θαυμάσια το επιτυγχάνει να νουθετήσει τις νέες γενιές, παραδίδοντας τους ατόφια την παράδοση και την ιστορία του τόπους τους, μέσα από τις αληθινές ιστορίες πραγματικών προσώπων.


