ΟΤΑΝ ΣΩΠάΣΑΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ:
ο διχασμός μόνο δεινά αφήνει στον τόπο
Το μυθιστόρημα «Όταν σωπάσαν τα πουλιά» μάς γνωρίζει τον δυναμικό και ασυγκράτητο χαρακτήρα ενός ιερέα, σ’ ένα μικρό χωριό, ο οποίος μετά από ένα φοβερό χτύπημα της μοίρας, που τον βύθισε σε απύθμενο άλγος και σε απόλυτη δυστυχία, προσπαθεί να δώσει νόημα στη ζωή του, ερχόμενος όμως σε σύγκρουση με συγγενείς και φίλους, ακόμα και με την κεφαλή της Εκκλησίας την οποία υπηρετούσε. Η σύγκρουση οφειλόταν και στην ερωτική του ζωή, πράγμα που δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό. Η ιστορία του εκτυλίσσεται κατά τα πρώτα χρόνια της αγγλοκρατίας, από το 1879 μέχρι τον Ιανουάριο του 1922 και είναι εμπλουτισμένη με την προφορική παράδοση της οικογένειάς μου. Τα γεγονότα όμως, στα οποία είχε πρωταγωνιστήσει είχαν συνταράξει όχι μόνο το μικρό χωριό του αλλά και ολόκληρη την Κύπρο. Ήταν η εποχή της δημιουργίας των πρώτων κομμάτων όπου η έντονη και σκληρή αντιπαράθεσή τους δημιουργούσε διχασμό σε ολόκληρο το φάσμα της κυπριακής κοινωνίας.
Ποια ήταν η αφορμή / η έμπνευση που σας οδήγησε στη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;
Δεκάχρονο, ακόμα, παιδί άκουγα τις γιαγιάδες, τους παππούδες και άλλους αλλά και την ίδια την κόρη του ιερέα –την προγιαγιά μου– να μιλάνε για τον σπουδαίο πρόγονο. Ποτέ δεν άκουσα ολοκληρωμένη την ιστορία. Άκουγα μερικές σκόρπιες φράσεις π.χ. «τον αποκάλεσαν Ιούδα Ισκαριώτη, προδότη της πατρίδας και έγινε μια δίκη» ή «ο παπάς ήξερε γιατρικές» ή «ο παπάς έσωζε άνθρωπο από την κρεμάλα». Όταν όμως ο αείμνηστος φίλος μου Φοίβος Σταυρίδης με ενημέρωσε δίνοντάς μου φωτοτυπημένα αντίγραφα μιας έκδοσης της αγγλόφωνης εφημερίδας The Owl –ανταπόκριση από μια δίκη, στην οποία «αναφέρεται ένας ιερέας από το χωριό σου» όπως μου είχε πει– τότε άνοιξε ο δρόμος προς την έρευνα. Και ευτυχώς, κατόρθωσα να δώσω αυτό το βιβλίο, το οποίο θεωρώ πως είναι ό,τι καλύτερο μπόρεσα να δώσω στην ελληνική λογοτεχνία που γράφεται στην Κύπρο.
Τι σημαίνει για εσάς ο τίτλος και πώς συνομιλεί με το περιεχόμενο του βιβλίου;
Κάποτε, ο πατέρας μου αφηγούμενος τη ζωή του, ως εγκλωβισμένος στο χωριό, περιέγραψε μια συνταρακτική σκηνή: «ακούστηκαν από μακριά οι σειρήνες των τανκς, που όσο πλησίαζαν δυνάμωναν όλο και πιο πολύ. Και ήταν τόσο ανατριχιαστικό αυτό το σφύριγμά τους που παρέλυε τις αισθήσεις μας. Όταν, επιτέλους, πέρασαν όλα και συνήλθα, άνοιξα την πόρτα και βγήκα στην αυλή. Δεν ακουγόταν ο παραμικρός θόρυβος. Τα ζώα που είχαμε στο σπίτι είχαν μουγγαθεί. Οι γάτοι και οι σκύλοι είχαν εξαφανιστεί. Δεν πετούσε ούτε μύγα. Η ζωή είχε σταματήσει. Τα πουλιά είχαν σωπάσει». Αυτή τη φράση θυμήθηκα όταν αργότερα έγραφα το βιβλίο μου, γιατί ερευνώντας παράλληλα στον τύπο της εποχής, ανακάλυπτα παρόμοιες καταστάσεις. Οικογενειακές τραγωδίες, που δημιουργούσαν τα ίδια συναισθήματα και με συγκλόνιζαν. Έτσι αποφάσισα να δώσω αυτό τον τίτλο με τον οποίο κυκλοφόρησε και που ταιριάζει απόλυτα με το περιεχόμενο του βιβλίου.
Υπάρχουν συγκεκριμένες επιρροές ή αναφορές – λογοτεχνικές, καλλιτεχνικές, προσωπικές – που διαμόρφωσαν το ύφος και το περιεχόμενο του βιβλίου;
Το βιβλίο, είναι η ιστορία πραγματικών προσώπων της οικογένειάς μου, που είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο σε ιστορικά γεγονότα, πριν από ενάμιση περίπου αιώνα. Τα γεγονότα αυτά εμπλουτίστηκαν με την προφορική οικογενειακή παράδοση. Το ύφος του βιβλίου διατηρεί το ύφος των διηγημάτων μου. Δεν μπορώ να δω συγκεκριμένες επιρροές που το διαμόρφωσαν αλλά σίγουρα κάτι θα υπάρχει από τα διαβάσματά μου: Βενέζης, Μυριβήλης, Καζαντζάκης, Σαμαράκης είναι οι αγαπημένοι μου συγγραφείς.
Πώς βλέπετε το βιβλίο σας να εντάσσεται ή να συνομιλεί με την κυπριακή λογοτεχνία;
Από τις πληροφορίες που έχω, φαίνεται πως την περίοδο κατά την οποία εκτυλίσσεται η ιστορία του βιβλίου, δεν την έχει επισκεφτεί κανένας λογοτέχνης μέχρι σήμερα, ίσως γιατί τα γεγονότα που ακολούθησαν –οκτωβριανά, απελευθερωτικός αγώνας, τουρκοκυπριακή ανταρσία και τουρκική εισβολή– τράβηξαν οριστικά το ενδιαφέρον τους μακριά από αυτήν. Πιστεύω όμως, πως η εποχή εκείνη, δηλαδή η μετάβαση από την τουρκοκρατία στην αγγλοκρατία δόθηκε πολύ πειστικά. Δεν γνωρίζω για την ένταξη του βιβλίου στην κυπριακή λογοτεχνία. Αυτό είναι θέμα των κριτικών και των φιλολόγων. Αν κρίνω όμως, από τα κείμενα που έχουν γραφεί έως τώρα, όλοι, σχεδόν, έχουν επαινέσει τις λογοτεχνικές του αρετές. Ένας δε έγκριτος κριτικός έγραψε πως «αυτό το μυθιστόρημα έχει κερδίσει το στοίχημα τόσο από πλευράς νοηματικού φόρτου όσο και από πλευράς αισθητικού κάλλους, και ως εκ τούτου καταλαμβάνει αξιοσημείωτη θέση στη σύγχρονη κυπριακή λογοτεχνία». Μακάρι να είναι έτσι.
Τι σας ξάφνιασε ή τι μάθατε στην πορεία από την αρχική ιδέα ως το τελικό κείμενο; Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης από το βιβλίο σας, τι κρατάτε εσείς από αυτό;
Όταν ένας συγγραφέας ξεκινά μια ιστορία, τις περισσότερες φορές δεν γνωρίζει πού θα οδηγηθεί στο τέλος. Στο ιστορικό μυθιστόρημα όμως, η μυθοπλασία είναι κάπως περιορισμένη. Δίδεται μεγαλύτερη σημασία στα ιστορικά γεγονότα. Το βιβλίο στηρίχτηκε σε ένα αρχικό πλαίσιο το οποίο συμπληρωνόταν με την πρόοδο της έρευνάς μου. Αυτό που όχι μόνο με ξάφνιαζε αλλά με συντάραζε, ήταν οι διπλές και τριπλές τραγωδίες που έχουν συμβεί στην οικογένεια και δεν τις γνώριζα. Όταν τυπώθηκε το βιβλίο μου, το διάβασα πολλές φορές, ως να το είχε γράψει κάποιος άλλος. Και κάθε φορά είχα την εντύπωση πως σήμερα ξαναζούμε την ίδια εκείνη μακρινή εποχή, των διαλλακτικών και των αδιάλλακτων, των ενωτικών και των μη ενωτικών: ο διχασμός μόνο δεινά αφήνει στο τόπο. Αυτό θα ήθελα να κρατήσει και ο αναγνώστης του βιβλίου μου. Να το εμπεδώσει.

.png)