27 Νοε 2025

Η ΑΓΙΑ ΡΟΔΗ Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ στο ιστολόγιο του "Πλανόδιου"

 


Η ΑΓΙΑ ΡΟΔΗ Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ

Νί­κος Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ
Ἡ Ἁγία Ρόδη ἡ ποιήτρια

ΖΟΥΣΕ ΜΟΝΑΧΗ ΤΗΣ ἔξω ἀπὸ τὸ χω­ριὸ στὴν ἄκρη τοῦ δά­σους. Ἡ ἡλι­κία της ἀκα­θό­ρι­στη. Ἀκό­μα καὶ οἱ πιὸ ἡλι­κιω­μέ­νοι ἔλε­γαν ὅτι πάν­τα ἔτσι τὴν θυ­μόν­του­σαν: μιὰ στα­λιὰ ὕπαρ­ξη, ντυ­μέ­νη στὰ μαῦ­ρα, πάν­τα μὲ ἕνα με­γά­λο μαῦ­ρο τρι­γω­νι­κὸ μαν­τῆ­λι στὸ κε­φά­λι, ποὺ τὸ ἔλε­γε τσί­πα, καὶ στὸ ἀρι­στε­ρό της χέ­ρι τὸ μπα­στοῦ­νι της, κρε­μα­σμέ­νο ἀπὸ τὸν καρ­πό, ποὺ τὸ κρα­τοῦ­σε πιὸ πο­λὺ γιὰ προ­στα­σία πα­ρὰ γιὰ βοή­θη­μα στὸ περ­πά­τη­μα. Προ­στα­σία ἀπὸ τὰ σκυ­λιά, βέ­βαια, καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ τὴν ἀγα­ποῦ­σαν καὶ ἀνη­συ­χοῦ­σαν ὅταν ἀρ­γοῦ­σε νὰ κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή της. Τὸ σα­κί­διό της κι αὐ­τὸ μαῦ­ρο, πά­νι­νο, κρε­μό­τα­νε πό­τε στὸν ζερ­βὸ καὶ πό­τε στὸν δε­ξό της ὦμο καὶ πε­ριεῖ­χε τὰ λί­γα τρό­φι­μα ποὺ τῆς ἔδι­ναν· δε­χό­ταν μό­νο ἐκεῖ­να ποὺ εἶ­χε ἀπό­λυ­τη ἀνάγ­κη, γιὰ νὰ μὴν αὐ­ξά­νε­ται τὸ βὰ­ρος ποὺ κου­βα­λοῦ­σε. Τὸ μαν­τῆ­λι της ἦταν δε­μέ­νο μὲ τέ­τοιον τρό­πο, ποὺ τὸ κε­φα­λά­κι της φαι­νό­ταν σκο­τει­νὸ σχε­δὸν ἀνὺ­παρ­κτο καὶ μό­νο τὰ μι­κρο­σκο­πι­κά της μά­τια στρι­φο­γύ­ρι­ζαν ἀστα­μά­τη­τα στὸν ρυθ­μὸ τοῦ δε­ξιοῦ πάν­τα τα­νυ­σμέ­νου χε­ριοῦ της· εἶ­χε κι αὐ­τὸ ἕνα πα­ρά­ξε­νο πε­ρι­στρο­φι­κὸ τρέ­μου­λο, ὅπως καὶ τὸ κε­φά­λι της, ποὺ σί­γου­ρα προ­ερ­χό­ταν εἴ­τε ἀπὸ κά­ποια πά­θη­ση, εἴ­τε ἀπὸ γη­ρα­τειά. Κα­νέ­νας δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τὲ τὸ χέ­ρι της σὲ κα­τά­στα­ση ἠρε­μί­ας. Δὲν εἶ­χε δόν­τια, τὰ σου­ρω­μέ­να χεί­λη της ἦταν τρα­βηγ­μέ­να πρὸς τὰ μέ­σα κι ἔκα­ναν τὸ μι­κρό της πη­γού­νι νὰ φαί­νε­ται λί­γο με­γα­λύ­τε­ρο. Δυ­σκο­λευό­ταν στὶς λέ­ξεις ποὺ εἶ­χαν σῖγ­μα, αὐ­τὸ ὅμως δὲν ἐνο­χλοῦ­σε κα­νέ­ναν μιὰ καὶ τὸ νόη­μα τῶν λό­γων της ἔβγαι­νε ἀμέ­σως χω­ρὶς κα­μιὰ προ­σπά­θεια.

Ἦταν πραγ­μα­τι­κὰ ἕνα πα­ρά­ξε­νο πλά­σμα ποὺ σί­γου­ρα εἶ­χε δρα­πε­τεύ­σει ἀπὸ κά­ποιο πα­ρα­μύ­θι. Ζοῦ­σε σ’ ἕνα σπι­τά­κι, ἐκεῖ ποὺ τε­λειώ­νει τὸ δά­σος καὶ ξε­κι­νᾶ μιὰ ἀπέ­ραν­τη κοι­λά­δα, ἡ ὁποία φτά­νει μέ­χρι τὶς πα­ρυ­φὲς τοῦ Πεν­τα­δά­κτυ­λου. Τὸ πε­ριε­χό­με­νο τοῦ φτω­χι­κοῦ της σπι­τιοῦ λι­τό. Τὰ ἐν­τε­λῶς ἀπα­ραί­τη­τα γιὰ νὰ ἐπι­βιώ­σει: ἕνα κρε­βά­τι-τά­βλα, δη­λα­δὴ τρεῖς τέσ­σε­ρεις σα­νί­δες ἑνω­μέ­νες καὶ τέσ­σε­ρα χα­μη­λά στρογ­γυ­λὰ πό­δια, μιὰ κρε­μα­στὴ ξύ­λι­νη κα­τα­σκευή, στὴν ὁποία φύ­λα­γε τὸ τυ­ρὶ καὶ ὅ,τι ἄλ­λο φα­γώ­σι­μο τῆς ἔδι­ναν, κὶ ἕνα μι­κρὸ τρα­πε­ζά­κι ποὺ εἶ­χε μό­νι­μα ἐπά­νω μιὰ λάμ­πα πε­τρε­λαί­ου. Στὸν τοῖ­χο ἦταν μιὰ τε­τρά­γω­νη ἐσο­χή-εἰ­κο­νο­στά­σι κι ἐκεῖ μέ­σα φύ­λα­γε ἕνα καὶ μο­να­δι­κὸ πα­λιὸ εἰ­κό­νι­σμα, τὴν Ἁγία Ρό­δη, ἡ ὁποία φω­τι­ζό­ταν ἀμυ­δρὰ ἀπὸ τὸ φυ­τι­λά­κι ποὺ ἔκαι­γε στὸ λά­δι μιᾶς πρά­σι­νης κον­τό­χον­τρης καν­τή­λας. Ἐκεῖ, ἦταν ἀκό­μα ἕνα ἀπο­ξη­ρα­μέ­νο κρί­νο, ἀπὸ τὸν ἐπι­τά­φιο, με­ρι­κὰ φυ­τί­λια κι ἕνα κου­τὶ σπίρ­τα. Ἡ ἐσο­χὴ κα­λυ­πτό­ταν μὲ ἕνα εἰ­δι­κὸ κουρ­τι­νά­κι ποὺ χω­ρι­ζό­ταν στὰ δύο, ἀπὸ τὴ βά­ση τοῦ κεν­τη­μέ­νου σταυ­ροῦ ὣς κά­τω. Κα­νέ­νας δὲν γνώ­ρι­ζε για­τί εἶ­χε προ­τι­μή­σει νὰ ζεῖ σ’ ἐκεῖ­νο τὸ σπι­τά­κι, μα­κριὰ ἀπὸ τὸ χω­ριό. Δὲν εἶ­χε συγ­γε­νεῖς· οὔ­τε στε­νοὺς οὔ­τε μα­κρι­νούς. Κα­νέ­νας δὲν γνώ­ρι­ζε ἀπὸ ποῦ ἦρ­θε, κά­ποιοι μό­νο ἔλε­γαν πὼς ἦταν Μι­κρα­σιά­τισ­σα, μὰ δὲν τὸ ἔλε­γαν μὲ σι­γου­ριά, ὑπό­θε­ση ἔκα­ναν. Ὅλοι ὅμως γνώ­ρι­ζαν τ’ ὄνο­μά της, για­τί ἦταν ἡ μό­νη ἐρώ­τη­ση, στὴν ὁποία ἀπαν­τοῦ­σε ἀμέ­σως: Χα­τζη­ρο­δοῦ.

Ἡ φή­μη της ἔφτα­νε καὶ στὰ πιὸ μα­κρι­νὰ χω­ριά τῆς πε­ριο­χῆς· ἦταν ἡ Χα­τζη­ρο­δοῦ, ἡ ποι­ή­τρια, καὶ δὲν τὸ ἔλε­γαν αὐ­τὸ κο­ροϊ­δευ­τι­κά. Τὴν ἀπο­κα­λοῦ­σαν ποι­ή­τρια, για­τὶ πραγ­μα­τι­κὰ ἦταν ποι­ή­τρια. Κά­θε πρωὶ ξε­κι­νοῦ­σε γιὰ μιὰ πε­ριο­δεία στὰ γύ­ρω χω­ριά, ποὺ διαρ­κοῦ­σε μέ­χρι τὸ ἀπό­γευ­μα. Καὶ κά­θε μέ­ρα ἀκο­λου­θοῦ­σε δια­φο­ρε­τι­κὴ δια­δρο­μή. Ὄχι γιὰ νὰ ζη­τια­νέ­ψει, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ που­λή­σει τὰ ποι­ή­μα­τά της. Καὶ δὲν ἦταν σὲ τυ­πω­μέ­να βι­βλία ἢ φυλ­λά­δες· ἦταν ποι­ή­μα­τα ποὺ ἔφτια­χνε καὶ ἀπάγ­γελ­λε ἐπι­τό­που με­τὰ ἀπὸ πα­ραγ­γε­λία. Ξε­κι­νοῦ­σε τὸ πρωῒ μὲ ἀρ­γὸ στα­θε­ρὸ βῆ­μα καὶ γύ­ρι­ζε τὸ ἀπό­γευ­μα στὸ φτω­χι­κό της, πλή­ρως ἱκα­νο­ποι­η­μέ­νη.

Μό­λις τὴ βλέ­πα­με νὰ ξε­προ­βάλ­λει στὸ δρο­μά­κι πρὸς τὸ σπί­τι μας, τρέ­χα­με σὰν ἀστρα­πὴ νὰ προ­λά­βου­με ὁ ἕνας τὸν ἄλ­λον, γιὰ νὰ πά­ρου­με δε­κά­ρες ἀπὸ τὸ συρ­τά­ρι τοῦ μπου­ρό, ποὺ ἔβα­ζαν γι’ αὐ­τὸ τὸν σκο­πὸ ὁ πα­τέ­ρας κι ἡ μη­τέ­ρα. Ὅταν πλη­σί­α­ζε ἀρ­κε­τά, χαι­ρε­τοῦ­σε τρα­γου­δι­στά. Ἂν βρι­σκό­ταν κά­ποιο κά­θι­σμα δί­πλα της κα­θό­ταν, μὰ ἡ ἐπί­σκε­ψή της δὲν διαρ­κοῦ­σε καὶ πο­λύ· μό­νο ὅσο χρεια­ζό­ταν, γιὰ νὰ ται­ριὰ­ξει με­ρι­κὰ στι­χά­κια καὶ νὰ πά­ρει την ἀν­τα­μοι­βή της.

Βά­ζα­με τὴ δε­κά­ρα στὸ χέ­ρι ποὺ ἔτρε­με, καὶ λέ­γα­με μιὰ λέ­ξη, συ­νή­θως τὸ ὄνο­μά μας ἢ μιὰ δύ­σκο­λη πο­λυ­σύλ­λα­βη ἢ κά­τι ποὺ βλέ­πα­με μπρο­στά μας, γιὰ τὴν ὁποία θὰ ταί­ρια­ζε τοὺς στί­χους. Αὐ­τὴ ἀνε­βο­κα­τέ­βα­ζε τὸ χέ­ρι με­ρι­κὲς φο­ρές, ὅσο νὰ βρεῖ τὴν τσέ­πη της γιὰ νὰ κρύ­ψει μέ­σα τὸ νό­μι­σμα καὶ ὁ χρό­νος με­ρι­κῶν δευ­τε­ρο­λέ­πτων ποὺ με­σο­λα­βοῦ­σε τῆς ἦταν ἀρ­κε­τός γιὰ νὰ συν­τά­ξει τὸ ποί­η­μά της, ποὺ τὸ ἔλε­γε χω­ρὶς κομ­πα­σμό. Ἐγὼ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ τῆς βά­ζω τὶς πιὸ δύ­σκο­λες λέ­ξεις ποὺ γνώ­ρι­ζα, μὰ γι’ αὐ­τὴν πο­τὲ δὲν ὑπῆρ­χε κα­μιὰ δυ­σκο­λία. Στὴ στιγ­μὴ τὴ συν­ταί­ρια­ζε μὲ ἄλ­λες γιὰ νὰ ὁμοιο­κα­τα­λη­κτεῖ. Κά­πο­τε ποὺ τῆς εἶ­χα βά­λει στὸ χέ­ρι μιὰ δε­κά­ρα καὶ πρό­φε­ρα τὸ δι­κό της ὄνο­μα, αὐ­τὴ χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βὴ μᾶς ἀπάγ­γει­λε τὴ σύν­θε­σή της:

Εἶ­μαι μό­νη μου στὸν κό­σμο καὶ μὲ λὲν Χα­τζη­ρο­δούν
Κι ἂν ἔβλα­ψα ψυ­χὴ Θε­οῦ σὰν Τὸν δοῦν νὰ τοῦ τὸ ποῦν

 Δὲν ἔβλα­ψε πο­τὲ κα­νέ­ναν. Κά­πο­τε ὅμως, στὴν ὥρα τους, ἐφαρ­μό­ζον­ται οἱ ἀπα­ρά­βα­τοι κα­νό­νες τοῦ σύμ­παν­τος. Ἡ ἑκα­τό­χρο­νη ποι­ή­τρια, ἕνα ἀπό­γευ­μα, ἔκλει­σε γιὰ πάν­τα τὰ μά­τια, κα­θὼς ἦταν ἀκουμ­πι­σμέ­νη σ’ ἕνα πε­ζού­λι ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκ­κλη­σία τοῦ χω­ριοῦ. Ἐκεί­νη τὴ στερ­νὴ στιγ­μὴ ταί­ρια­ξε καὶ τοὺς τε­λευ­ταί­ους της στί­χους, γι’ αὐ­τὸν ποὺ στε­κό­τα­νε μπρο­στά της, πε­ρι­μέ­νον­τας:  

Ἦρ­θες νὰ πά­ρεις τὴν ψυ­χὴ κρα­τῶν­τας τὸ σπα­θί σου
Μὰ νὰ τὴν πά­ρεις δὲν μπο­ρεῖς τὴν Ποί­η­ση μα­ζί σου

 Τὴν ἔθα­ψαν τὸ ἴδιο ἀπό­γευ­μα. Καὶ ὅταν πῆ­γε μιὰ ἐπι­τρο­πὴ στὸ σπι­τά­κι της, σὲ μιὰ γω­νιὰ βρῆ­καν ἕνα μι­κρὸ θη­σαυ­ρό. Ἕναν σω­ρὸ μὲ νο­μί­σμα­τα, σκε­πα­σμέ­νο μὲ κου­ρέ­λια καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να. Ἦταν, κυ­ρί­ως, χι­λιά­δες δε­κά­ρες καὶ εἰ­κο­σά­ρες, οὐ­σια­στι­κὰ ἄχρη­στες γι’ αὐ­τήν, ἀν­τὶ­δω­ρα γιὰ τὸν ἀμη­τὸ τῆς σο­φί­ας της, ποὺ πρό­σφε­ρε στὸν κό­σμο μέ­σῳ τῶν ποι­η­μά­των της στὴν πο­λύ­χρο­νη ζωή της.

Στὸ σπι­τά­κι της δί­πλα ἔκτι­σαν στὴ μνή­μη της ἕνα μι­κρὸ ἐκ­κλη­σά­κι κι ἔβα­λαν μέ­σα τὴν εἰ­κό­να ποὺ βρῆ­καν στὸ φτω­χι­κό της. Εἶ­ναι γνω­στὸ σὰν τὸ ξω­κκλή­σι τῆς Ἁγί­ας Ρό­δης τῆς ποι­ή­τριας, μὰ τώ­ρα, δυ­στυ­χῶς, με­τὰ τὴ βάρ­βα­ρη εἰ­σβο­λὴ στὸ νη­σί, μό­νο κά­ποια ἐρεί­πια ὑπάρ­χουν. Χά­θη­κε καὶ ἡ εἰ­κό­να. Ποιός ξέ­ρει σὲ ποιό σα­λό­νι στὴν Εὐ­ρώ­πη ἢ στὴν Ἀμε­ρι­κὴ θὰ βρί­σκε­ται, ὡς δια­λε­χτὸ καὶ μο­να­δι­κὸ ἀπό­κτη­μα, ὅπως τό­σα ἄλ­λα κλεμ­μέ­να μας.

 





26 Νοε 2025

"ΟΤΑΝ ΣΩΠάΣΑΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ", ανατύπωση!


ΕΥΧΑΡΙΣΤΑ ΝΕΑ 
ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ 
"ΟΤΑΝ ΣΩΠάΣΑΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ"

Πριν μερικές μἐρες είχα ανακοινώσει ότι το βιβλίο μου θα έκλεινε τον κύκλο του, μετά και την πώληση των ελάχιστων αντιτύπων, που είχαν απομείνει, λόγω του υψηλού κόστους της εκτύπωσης, και της εμμονής μου να πωλείται σε μια λογική τιμή.

Τις μέρες που ακολούθησαν όμως, είχα μια συγκινητική προσφορά από τα τυπογραφεία μου, τα τυπογραφεία Λειβαδιώτη και έτσι από αύριο αρχίζει η διαδικασία της εκτύπωσης της δεύτερης ανατύπωσης! 

Θα συνεχίσει να πωλείται στα βιβλιοπωλεία SOLONEION BOOK CENTRE-ΣΟΛΩΝΕΙΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΒΙΒΛΙΟΥ και Parga Vivliopoleio. Και τα δύο βιβλιοπωλεία μπορούν να αποστέλλουν βιβλία σε όλη την Κύπρο.

Ευχαριστώ όσους το στήριξαν, ευχαριστώ και όσους έγραψαν  κριτικές και έτσι οδηγήθηκε στα ευπώλητα, επανειλημμένως.



 

25 Νοε 2025

ΕΞΙ & ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΦΟ

Μόλις φτάσαμε στο σπίτι μας, στην Πάφο, μείναμε για λίγο άφωνοι αντικρύζοντας αυτές τις εικόνες. 
Μετά ανάψαμε τζάκι! 










 

ΚΩΣΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΟΦΤΑΣ: "ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΩΝ..."


Από το ιστολόγιό μου "ΝΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ"

ΜΙΑ ΕΚΔΟΣΗ 
ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΜΕΛΕΤΩΝ 
ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ

Το Ημερολόγιο των Κρατητηρίων του Αρχιμανδρίτη Κωνσταντίνου Λευκωσιάτη (1 Νοεμβρίου-7 Δεκεμβρίου 1956), είναι το τελευταίο βιβλίο του ερευνητή στο Κέντρο Μελετών της Ιεράς Μονής Κύκκου Κωστή Κοκκινόφτα.

Μετά από μια σύντομη εισαγωγή, στην οποία καταγράφονται αρκετές πληροφορίες για διάφορα ημερολόγια του Αγώνα του 1955-1959, που ήδη έχουν δει το φως της δημοσιότητας, δίδονται πληροφορίες για τη ζωή του π. Κωνσταντίνου αρχίζοντας από τις σπουδές του και έπειτα για την ανέλιξή του μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας. Γίνεται αναφορά στις δημοσιεύσεις και τα συγγράμματά του. Για τη συμβολή του στον αγώνα –γιατί ήταν από τους πρώτους που μυήθηκε– αφιερώνεται ξεχωριστό κεφάλαιο. Στο τέλος του βιβλίου, υπάρχει ευρετήριο, κατάλογος με την πηγή των φωτογραφιών και εκτεταμένη βιβλιογραφία.

Το βιβλίο κοσμούν εξήντα περίπου φωτογραφίες, από τη ζωή του π. Κωνσταντίνου, των δύο κρατητηρίων της εποχής, ηρώων και άλλων που αναφέρονται, αλλά και σελίδων του χειρόγραφου ημερολογίου και εξώφυλλα κάποιων σχετικών εκδόσεων.  

Το υπόλοιπο μισό του βιβλίου καταλαμβάνουν οι ημερολογιακές εγγραφές, από την 1η Νοεμβρίου μέχρι την 7η Δεκεμβρίου 1956, όντας κρατούμενος και ο ίδιος ο π. Κωνσταντίνος στα Κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς. Το ημερολόγιο σχολιάζεται και υπομνηματίζεται από τον συγγραφέα. Να τι γράφει ο ίδιος, ο Κωστής Κοκκινόφτας στην καταληκτική παράγραφο του κεφαλαίου αυτού:

Από όσα έχουν λεχθεί, είναι προφανές ότι μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα πως το ημερολόγιο των Κρατητηρίων Κοκκινοτριμιθιάς του Αρχιμανδρίτη Κωνσταντίνου Λευκωσιάτη αποτελεί μία πολύτιμη και μοναδική στο είδος της μαρτυρία για τον Αγώνα της ΕΟΚΑ, το ήθος των αγωνιστών και τις πολλές δυσκολίες, που είχαν να αντιμετωπίσουν κατά τη διάρκειά του. Η καταγραφή από τον π. Κωνσταντίνο των λεπτομερειών από τη ζωή των κρατουμένων, καθώς και η περιγραφή των συναισθημάτων και της καθημερινής συμπεριφοράς τους, καθιστούν το ημερολόγιο μία σημαντική πρωτογενή πηγή για τη μελέτη του επικού εκείνου Αγώνα των Κυπρίων για ελευθερία. Είθε να εντοπισθούν και άλλα παρόμοια, ώστε να εμπλουτίσουν περαιτέρω τη σχετική βιβλιογραφία.

Έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από την έναρξη του επικού εκείνου αγώνα και η μισή πατρίδα είναι βυθισμένη, ακόμα, στο μαύρο σκοτάδι της κατοχής. Έχουμε καθήκον να επανερχόμαστε και να μελετούμε την ιστορία του τόπου μας. Διδάσκει η ιστορία; Διδάσκει αν τη μελετούμε με σοβαρότητα και κρατάμε τα χρήσιμα συμπεράσματα. Είναι συγκλονιστική η εγγραφή της 19ης Νοεμβρίου 1956, του ημερολογίου. Ο π. Κωνσταντίνος γράφει: Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εις ένα συνομωτικόν αγώνα η προδοσία έχει πρωτεύουσα θέσιν. Δια τούτο ευθύς εξ αρχής η Κυβέρνησις δια μεγάλων χρηματικών αμοιβών επεδίωξε να προσεταιρισθεί ανθρώπους ανερματίστους και ευτελείς, οίτινες ήσαν διατεθιμένοι να συνεργασθούν μαζί της προς κατάπνιξιν του απελευθερωτικού κινήματος των Κυπρίων, έναντι χρηματικής αμοιβής. Αυτούς απέστελλε προς όλας τας διευθύνσεις της Νήσου προς άγραν πληροφοριών και επισήμανσιν των αγωνιστών και των τόπων της εξορμήσεως των... Εξ αυτού αντιλαμβάνεται κανείς πόσον δικαιολογημένη είναι η υπόνοια ότι μεταξύ των κρατουμένων εις τα στρατόπαιδα συγκεντρώσεως περιλαμβάνονται και προδόται, οίτινες υφίστανται τας ταλαιπωρίας της κρατήσεως δια να είναι εις θέσιν να παρακολουθούν τους κρατουμένους και να μεταδίδουν κάθε τι το οποίον είναι χρήσιμον εις τας Αρχάς. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία ότι εκ των κρατητηρίων περισυλλέγονται πάρα πολλαί πληροφορίαι, μολονότι είναι εις όλους γνωστόν ότι μεταξύ μας κυκλοφορούν επικίνδυνοι καταδόται...

Διδάσκει η ιστορία; Όχι όλους φαίνεται. Ο ζωγράφος Γεώργιος Πολ. Γεωργίου, στους πίνακές του για το έπος της ΕΟΚΑ, δεν παρέλειψε να βάλει και τις μάσκες της προδοσίας. Αν ζούσε το 1974, σίγουρα θα ζωγράφιζε τη βαρβαρότητα της εισβολής, αλλά σίγουρα θα ζωγράφιζε και την προδοσία, με μάσκες ή χωρίς μάσκες.

Καλοτάξιδο το βιβλίο σου, αγαπητέ Κωστή Κοκκινόφτα! Δίνεις για την πατρίδα πάντα έργο καλό!

[έκδοση Κέντρου Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, 2025, σελίδες 168]  




 

21 Νοε 2025

"ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΝΕ ΒΑΚΙΡΤΖΗ"


[ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΣΕΡΕΖΗ]

Αγαπητέ Κώστα, καλησπέρα,

Σε ευχαριστώ πολύ, τόσον εσένα όσο και τον σκηνοθέτη κ. Θωμαΐδη, για την ευκαιρία που μας δώσατε να παρακολουθήσουμε το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ, την πιο άρτια παρουσίαση του έργου -κυρίως για τις γιγαντοαφίσες- του Γιώργου Βακιρτζή. Ως άνθρωπος των Τεχνών που είσαι, δεν ξαφνιάζομαι που προσκλήθηκες να μιλήσεις για τον ζωγράφο. Χαίρομαι για την τύχη σου: έχεις γνωρίσει όλους τους σημαντικούς ανθρώπους που πάτησαν το πόδι τους στην Κύπρο και την Ελλάδα, τον προηγούμενο μισό αιώνα και βάλε. Μίλησα για τύχη, αλλά ξέρεις ότι η τύχη επισκέπτεται μόνο τα προετοιμασμένα μυαλά!

Έχω μια ανάμνηση: Ως φοιτητής, γύρω στο 1970, έμενα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας και τότε, κάθε βράδυ ξεκινούσα με έναν φίλο μου για βόλτα μέχρι το τέρμα Αμπελοκήπων και καταλήγαμε σε κάποιον κινηματογράφο∙ πολλές φορές βλέπαμε δύο έργα. Δεν μπορώ να θυμηθώ τον κινηματογράφο που ήταν ακριβώς απέναντι, στο τέλος της λεωφόρου. Εκεί πάντα υπήρχε μια γιγαντοαφίσα, την οποία θαυμάζαμε και σχολιάζαμε, αλλά δεν γνωρίζαμε τον ζωγράφο. Το όνομά του το έμαθα πολύ αργότερα. Τον Απρίλη του 1973 κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του σπουδαίου περιοδικού "ΖΥΓΟΣ" (έχω όλη τη σειρά) κι εκεί για πρώτη φορά είδα έργα του Βακιρτζή και μου άρεσαν πολύ. Στο τεύχος εκείνο προαναγγέλθηκε η έκθεση που θα γινόταν τον Νοέμβριο, στην ΑΡΓΩ, της Λευκωσίας. Τότε γνώρισες κι εσύ τον Βακιρτζή, όπως μας πληροφορείς στο ντοκιμαντέρ. Το πρόγραμμα της έκθεσης στην ΑΡΓΩ -ένα ωραιότατο, καλαίσθητο οκτασέλιδο 20Χ20 εκ., τυπωμένο στην ΑΣΠΙΩΤΗ-ΈΛΚΑ, με τους πίνακες και το κείμενο του Τάσσου, από τον "Ζυγό", βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα ξεχωριστά προγράμματα στο αρχείο μου. Και αναρωτιέμαι κάθε φορά πώς ήρθε στα χέρια μου, αφού τότε ήμουν στην Αθήνα.

Εύχομαι όλοι να είστε καλά στην οικογένεια.

ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΩ 
ΤΟ ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΟ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ 









Μόλις τώρα, Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025, 
πήρα ένα ευχάριστο μήνυμα: 

Η ταινία 
ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΛΕΓΟΤΑΝ ΒΑΚΙΡΤΖΗΣ,
 απέσπασε ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ στο Διαγωνιστικό Πρόγραμμα του 19ου Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ Docfest Χαλκίδας 2025, όπου συμμετείχε.


ΤΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ

ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΛΕΓΟΤΑΝ ΒΑΚΙΡΤΖΗΣ

Το ντοκιμαντέρ αυτό τιμάται με Ειδική Μνεία για τη διεισδυτική και βαθιά ανθρωποκεντρική ματιά του σκηνοθέτη, ο οποίος καταφέρνει να ανασυνθέσει με ευαισθησία και ακρίβεια το πορτρέτο ενός ξεχωριστού καλλιτέχνη. Μέσα από αρχειακό υλικό, μαρτυρίες και καλλιτεχνική παρατήρηση, η ταινία φωτίζει το έργο του Γιώργου Βακιρτζή, ενός δεξιοτέχνη της «τέχνης των επτά ημερών», που από τις προσόψεις των κινηματογράφων του ’50 και του ’60 κατέληξε να κατέχει θέση σε σημαντικές συλλογές και στη διεθνή καλλιτεχνική σκηνή.

Ο σκηνοθέτης, με αφηγηματική λεπτότητα και οξυδερκή προσέγγιση, δεν παρουσιάζει απλώς μια καλλιτεχνική διαδρομή, αλλά διεισδύει στη δημιουργική ψυχή του Βακιρτζή, αποκαλύπτοντας το πάθος, τη φαντασία και την τόλμη πίσω από τις εμβληματικές εικαστικές του συνθέσεις. Η ταινία αναδεικνύει τον καλλιτέχνη όχι μόνο ως τεχνίτη αλλά ως πρωτοπόρο, ικανό να μεταμορφώσει το εφήμερο σε διαχρονικό.

Για την καθαρότητα της ματιάς, την αισθητική ευαισθησία και την ουσιαστική της συμβολή στη διάσωση και ανάδειξη ενός σπουδαίου δημιουργού, η ταινία αξίζει επάξια την πρώτη Ειδική Μνεία.

Πιο κάτω ο σύνδεσμος οδηγεί στο trailer της ταινίας:


Ακολουθούν δύο κείμενα του Κώστα Σερέζη, από το βιβλίο του 
Η άλλη εποχή















ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ


 

28 Οκτ 2025

"ΩΣ ΤΡΕΧΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ" στο ιστολόγιο ΜΠΟΝΖΑΪ του περιοδικού ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ


ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ...

...για το μικρό διήγημα, από τα ωραιότερα, πιστεύω, στον παγκόσμιο ιστό, το οποίο φροντίζουν δύο εξαιρετικοί άνθρωποι, η εικαστικός και διηγηματογράφος Ηρώ Νικοπούλου και ο ποιητής και εκδότης Γιάννης Πατίλης, φίλοι της Κύπρου, φιλοξενεί από σήμερα -επέτειο της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης- ένα δικό μου διήγημα: "Ως τρέχει ο ήλιος". Για να μας υπενθυμίζει πως κάποια ατόφια κομμάτια ελληνισμού βρίσκονται, ακόμα, υπό βαρβαρική κατοχή. 


Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Ὡς τρέχει ὁ ἥλιος

ΦΟΡΟΥΣΕ χα­κὶ φαρ­δὺ παν­τε­λό­νι ὣς τὸ γό­να­το. Ἀπὸ κεῖ καὶ κά­τω τὰ πό­δια του ἦταν τυ­λιγ­μέ­να μὲ τὶς πάτ­τες —λω­ρί­δες τοῦ ἰδί­ου χρώ­μα­τος— μέ­χρι τὸν ἀστρά­γα­λο καὶ χω­μέ­να σὲ μαῦ­ρα στι­βά­λια μὲ χα­κὶ πά­λι γκέ­τες. Τὸ σκοῦ­ρο που­κά­μι­σό του, ἀπὸ κυ­πρια­κὴ ἀλα­τζιὰ καὶ πά­νω ἀπ’ όλα μιὰ στρα­τιω­τι­κὴ χλαί­νη. Μιὰ πα­ρα­φου­σκω­μέ­νη βούρ­κα κρε­μό­ταν πάν­τα στὸν ὦμο του, ποὺ τὸ συγ­κρα­τοῦ­σε ἕνα μαυ­ρι­σμέ­νο ἀπὸ τὸν και­ρὸ καὶ τὴ χρή­ση λου­ρί. Στὸ δε­ξὶ του χέ­ρι πάν­τα ἡ μα­τσού­κα του, ποὺ στὴν κορ­φὴ πλά­ται­νε καὶ σχη­μα­τι­ζό­ταν τὸ κε­φά­λι ἑνὸς ἀε­τοῦ. Ἦταν τὸ σκῆ­πτρο του, ἕνα ἔρ­γο τέ­χνης ποὺ τὸ δού­λε­ψε πολ­λὰ χρό­νια κι ἔτσι κα­θὼς ἡ πα­λά­μη χρό­νια τώ­ρα τὸ ἀγ­κά­λια­ζε, εἶ­χε ἀπο­κτή­σει μιὰ φυ­σι­κὴ πα­τί­να καὶ στιλ­πνά­δα. Τὸ χα­ραγ­μέ­νο μά­τι τοῦ ἀε­τοῦ, γε­μι­σμέ­νο μὲ κα­τρά­μι καὶ ἄλ­λα μυ­στι­κὰ ὑλι­κὰ ἤτα­νε μαῦ­ρο καὶ λαμ­πε­ρό, σὲ κοί­τα­ζε καὶ τὸ βλέμ­μα του γι­νό­ταν ἀκό­μα πιὸ βα­θὺ καὶ σκο­τει­νό, ἀλη­θι­νό, ὅμοιο μὲ τὸ βλέμ­μα τοῦ ἀφεν­τι­κοῦ του, τοῦ Θε­ου­λὴ καὶ ὅταν ἀκού­γα­με τὶς ἱστο­ρί­ες του τὰ μά­τια τοῦ ἀε­τοῦ μᾶς φαί­νον­ταν ζων­τα­νά, ἀνοι­γό­κλει­ναν ἀνά­λο­γα μὲ τὴν ἱστο­ρία καὶ ἔπαιρ­ναν τὴν ἔκ­φρα­ση ποὺ χρεια­ζό­ταν γιὰ τὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη στιγ­μή. Ἔτσι ὅπως χάϊ­δευε αὐ­τὴ τὴ μα­τσού­κα στὸ ὕψος τοῦ λαι­μοῦ τοῦ ἀε­τοῦ καὶ τὴ στρι­φο­γυρ­νοῦ­σε καὶ τὴν ἀνέ­βα­ζε πά­νω-κά­τω καὶ κου­νοῦ­σε τις ἀγ­κῶ­νες του, μᾶς φαι­νό­ταν ὅτι ὁ ἀε­τὸς ἀπὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μὴ θὰ πέ­τα­γε σὰν ἀλη­θι­νός.

       Περ­πα­τοῦ­σε ἀρ­γὰ καὶ μὲ στα­θε­ρὰ βή­μα­τα ἔχον­τας στραμ­μέ­νο λί­γο δε­ξιὰ τὸ κε­φά­λι του γιὰ νὰ βλέ­πει κα­λύ­τε­ρα τὸν κό­σμο μέ­σα ἀπὸ τὰ πα­ρά­ξε­να γυα­λιά του. Γυα­λιὰ ἀπὸ με­ταλ­λι­κὸ σκε­λε­τὸ μ’ ἕνα μό­νο τζα­μά­κι καὶ αὐ­τὸ μαῦ­ρο γιὰ νὰ κρύ­βει τὸ χα­λα­σμέ­νο του μά­τι. Στὸ κα­λὸ μά­τι τί­πο­τε· μό­νο ὁ σκε­λε­τός. Μὰ αὐ­τὸ τὸ μο­να­δι­κό του μά­τι ἦταν τό­σο ζω­η­ρὸ καὶ μαῦ­ρο σὰν αὐ­τὸ τοῦ ἀη­τοῦ στὴ μαγ­κού­ρα του. Μι­κροὶ προ­σπα­θού­σα­με νὰ δοῦ­με τί κρυ­βό­ταν πί­σω ἀπὸ τὸ μαῦ­ρο τζά­μι τῶν γυα­λιῶν του. Πο­τὲ ὅμως δὲ ρω­τή­σα­με καὶ πο­τὲ δὲ μά­θα­με. Αὐ­τὸς μᾶς κοί­τα­ζε πάν­τα μὲ κα­λο­σύ­νη κι ἕνα πι­κρὸ χα­μό­γε­λο δια­γρα­φό­ταν στὰ χεί­λη του.

       Ὅλη μέ­ρα τρι­γυρ­νοῦ­σε στοὺς ἀγροὺς γιὰ νὰ τοὺς φυ­λά­ει —αὐ­τὸ ἦταν τὸ κύ­ριο ἐπάγ­γελ­μά του— ἦταν ἀγρο­φύ­λα­κας, κι ἀλί­μο­νο σὲ ὅποιον πα­ρά­κουε στὶς ὑπο­δεί­ξεις του. Ἀλί­μο­νο σὲ ὅποιον βο­σκὸ εἶ­χε τὴ ἀτυ­χία ν’ ἀκού­σει τὸ σφύ­ριγ­μά του. Ἔπρε­πε νὰ μα­ζέ­ψει τὰ πρό­βα­τά του ἀπὸ τὴν ξέ­νη πε­ριου­σία καὶ νὰ μὴ τὸ ξα­να­κά­νει, δια­φο­ρε­τι­κὰ ἦταν χα­μέ­νος. Κά­πο­τε ὅμως σφύ­ρι­ζε καὶ χω­ρὶς νὰ ὑπάρ­χει λό­γος. Ἤθε­λε νὰ γνω­ρί­ζουν ὅλοι ὅτι ἦταν ἐκεῖ καὶ δὲ θὰ συγ­χω­ροῦ­σε κα­μιὰ πα­ρα­νο­μία. Ὅλοι τὸν σέ­βον­ταν για­τί ἦταν δί­καιος. Ἡ πε­ριου­σία τοῦ κα­θε­νὸς ἦταν προ­στα­τευ­μέ­νη καὶ ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ τοῦ ἔδει­χναν οἱ συγ­χω­ρια­νοί του ἦταν ἀπε­ριό­ρι­στη.

       Στοὺς ἀγροὺς χαι­ρό­ταν ἡ ψυ­χή του. Τρι­γυρ­νοῦ­σε ἀπ’ τὰ χα­ρά­μα­τα μέ­χρι τὴ δύ­ση τοῦ ἥλιου καὶ μά­ζευε μα­νι­τά­ρια, ἀγρέ­λια, σπα­τζιὰ καὶ ὅ,τι ἄλ­λο προ­σφε­ρό­ταν σὲ κά­θε ἐπο­χή. Κυ­ρί­ως ὅμως φρόν­τι­ζε τὶς περ­να­ριὲς για­τί ἦταν μέ­ρος της ζωῆς του. Ἀκό­μα καὶ νε­ρὸ ἦταν πρό­θυ­μος νὰ κου­βα­λή­σει σὲ χρο­νιὲς ἀνα­βρο­χιᾶς, μή­πως καὶ ξε­ραί­νον­ταν οἱ περ­να­ριές του.

       Τὸν συ­νάν­τη­σα νὰ πε­ρι­φέ­ρε­ται στὴ γει­το­νιά μου. Στὴν ἀρ­χὴ δὲν τὸν γνώ­ρι­σα. Δὲν φο­ροῦ­σε τὴ χλαί­νη, ἡ βούρ­κα δὲν ἦταν κρε­μα­σμέ­νη στὸν ὦμο του, φο­ροῦ­σε κα­νο­νι­κὸ παν­τε­λό­νι καὶ πα­πού­τσια, μό­νο ποὺ κρα­τοῦ­σε, ἀκό­μα, τὴ μαγ­κού­ρα του. Τὰ γυα­λιά του ἴδια κι ἀπα­ράλ­λα­κτα. Ἔμει­να νὰ τὸν με­λε­τῶ γιὰ λί­γη ὥρα μή­πως ἦταν κα­μιὰ πα­ρε­ξή­γη­ση. Ὄχι, αὐ­τὸς ἦταν. Τὸν πλη­σί­α­σα μὲ ἐπι­φύ­λα­ξη καὶ τὸν χαι­ρέ­τι­σα μὲ τὸ ὄνο­μά του. Γύ­ρι­σε τὸ κε­φά­λι, λί­γο λο­ξὰ καὶ τὸ μο­να­δι­κό του μά­τι πί­σω ἀπ’ τὸ γυ­μνὸ σκε­λε­τὸ μὲ κοί­τα­ξε ἐπί­μο­να προ­σπα­θῶν­τας νὰ θυ­μη­θεῖ. Δὲ φαί­νε­ται νὰ τοῦ θύ­μι­σα τί­πο­τε καὶ μὲ ρώ­τη­σε ποιός εἶ­μαι. Τοῦ ἀπάν­τη­σα καὶ τὸ μά­τι του ἔλαμ­ψε ἀκού­γον­τας τὸ ὄνο­μα τοῦ χω­ριοῦ του. Πρό­σφυ­γας τώ­ρα, τὸν τα­κτο­ποί­η­σαν σὲ ἕνα σπι­τά­κι μὲ ἕνα μό­νο δω­μά­τιο στὸ συ­νοι­κι­σμὸ Ἄσπρες. Τὸν ἔθα­ψαν κα­νο­νι­κὰ δη­λα­δή, καὶ δὲν εἶ­χε πλέ­ον κα­νέ­να νόη­μα ἡ ζωή του. Αὐ­τὸς ἦταν ἐλεύ­θε­ρος νὰ τρι­γυρ­νᾶ μέ­σα σ’ ἕνα τε­ρά­στιο πάρ­κο, μέ­σα στὴ φύ­ση καὶ τώ­ρα τὸν ἔθα­ψαν ἀνά­με­σα σὲ κτί­σμα­τα καὶ ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν ἤξε­ρε. Ἔπαιρ­νε κά­πο­τε τὴ σφυ­ρί­κτρα του καὶ τὴν κοί­ταε λυ­πη­μέ­νος. Δὲν εἶ­χε νόη­μα πλέ­ον νὰ σφυ­ρί­ξει.

       Τοῦ πρό­τει­να νὰ ἐπι­σκε­φθοῦ­με τὸ σπί­τι μου μιὰ καὶ ἦταν δί­πλα, γιὰ νὰ μι­λή­σου­με. Δέ­χθη­κε χω­ρὶς κα­νέ­να γογ­γυ­σμό. Καὶ μό­νο ποὺ βρῆ­κε κά­ποιον ἀπὸ τὸ χω­ριό του, τοῦ ἔδω­σε τό­ση χα­ρὰ ποὺ ἔτσι ὅπως χει­ρο­νό­μη­σε καὶ ἀνε­βο­κα­τέ­βα­σε τὴ μαγ­κού­ρα του εἶ­δα τὴν ἴδια χα­ρὰ καὶ στὰ μά­τια τοῦ ἀε­τοῦ ποὺ φτε­ρού­γι­σε μιὰ-δυὸ φο­ρές.

       Τὸ σπί­τι μου, εἶ­ναι ἕνα δια­μέ­ρι­σμα στὴ Δα­σού­πο­λη στὸν τέ­ταρ­το ὄρο­φο καὶ τὸ σα­λό­νι βλέ­πει πρὸς τὸν βορ­ρᾶ. Ἀπὸ τὶς δυὸ τε­ρά­στιες μπαλ­κο­νό­πορ­τες μπο­ρεῖ κα­νέ­νας νὰ δεῖ ὅλη τὴ Λευ­κω­σία καὶ ὅλη τὴν ὀρο­σει­ρὰ τοῦ Πεν­τα­δά­κτυ­λου. Αὐ­τὸ ἦταν ποὺ τοῦ ἔκα­νε ἐν­τύ­πω­ση. Μό­λις μπῆ­κε τρά­βη­ξε κα­τ’ εὐ­θεῖ­αν στὸ μπαλ­κό­νι κι ἔμει­νε γιὰ λί­γη ὥρα ἀκί­νη­τος. Δὲν πί­στευε στὰ μά­τια του· στὸ μά­τι του, κα­λύ­τε­ρα. Σή­κω­σε λί­γο καὶ τὸν ἀε­τὸ λὲς καὶ ἤθε­λε νὰ τοῦ δεί­ξει τὸ θέ­α­μα ποὺ ἀν­τί­κρι­ζε γιὰ πρώ­τη φο­ρά. Τὸν ἄκου­σα ποὺ μούγ­κρι­σε. Κου­νοῦ­σε ἀνή­συ­χα τὸ κε­φά­λι, δὲ χόρ­ται­νε τὸ θέ­α­μα, καὶ μοῦ ἔδω­σε τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ἀνα­ζη­τοῦ­σε νὰ δεῖ τὸ χω­ριό του.

       Τὸν ἄφη­σα γιὰ λί­γο μό­νο, ἀπο­τρα­βή­κτη­κα γιὰ νὰ βρῶ κά­τι νὰ τὸν φι­λέ­ψω μὰ ὅταν γύ­ρι­σα ἦταν ἀκό­μα στὸ μπαλ­κό­νι καὶ κοι­τοῦ­σε πρὸς τὸ βου­νό. Μοῦ φά­νη­κε πὼς κά­τι ψι­θύ­ρι­ζε καὶ πράγ­μα­τι ὅταν πλη­σί­α­σα σι­γο­μουρ­μού­ρι­ζε κά­τι, καὶ αὐ­τὰ τὰ λό­για του μὲ πῆ­γαν στὸ πα­ρελ­θὸν πολ­λὰ χρό­νια πρίν…

       Ἡ για­γιὰ μὲ εἶ­χε φω­νά­ξει, ἑφτά­χρο­νο τό­τε παι­δὶ καὶ μὲ στα­θε­ρὴ φω­νὴ μοῦ εἶ­πε: Θὰ πᾶς αὐ­τὸ τὸ νό­μι­σμα καὶ αὐ­τὴ τὴν κόκ­κι­νη κλω­στὴ στὸν παπ­ποῦ Θε­ου­λὴ καὶ θὰ τοῦ πεῖς πὼς σὲ στέλ­νει ἡ για­γιά σου, για­τὶ τὸ ἀδελ­φά­κι σου εἶ­ναι ἄρ­ρω­στο ἔχει κοκ­κι­νά­δια στὸ σω­μα­τά­κι του. Αὐ­τὸς ξέ­ρει τί θὰ κά­νει.

       Ἦταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὸν γνώ­ρι­ζα καὶ ὁμο­λο­γῶ ὅτι μὲ φό­βι­σε ἡ εἰ­κό­να του. Τὴν ἑπό­με­νη φο­ρὰ ὅμως, με­τὰ ἀπὸ ὀκτὼ μέ­ρες μοῦ φά­νη­κε πιὸ οἰ­κεῖ­ος. Μό­λις μὲ εἶ­δε ἀνα­ζή­τη­σε καὶ βρῆ­κε ἕνα κλω­νά­ρι ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα ἔμα­θα ὅτι ἦταν κλω­νά­ρι ἀπὸ περ­να­ριὰ καὶ μοῦ τὸ ἔδω­σε γιὰ νὰ τὸ πα­ρα­δώ­σω στὴ για­γιά μου. Τὸ κλω­νά­ρι εἶ­χε σχε­δὸν ξε­ρα­θεῖ μὰ πά­νω του ἦταν τυ­λιγ­μέ­νη ἡ κόκ­κι­νη κλω­στή. Ἡ κλω­στὴ με­τρη­μέ­νη στὸ σῶ­μα τῆς Ἄν­νας νὰ εἶ­ναι ἀκρι­βῶς στὸ ὕψος της. Μοῦ τὸ ἔδω­σε μουρ­μου­ρί­ζον­τας κά­ποια ἀκα­τα­νόη­τα λό­για: Ὡς τρέ­χει ὁ ἥλιος, ὡς τρέ­χου­σιν οἱ ἀστέ­ρες… Δὲν θυ­μᾶ­μαι τί­πο­τε ἄλ­λο μὰ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ὅπως ἄκουα τὸ γέ­ρο νὰ μο­νο­λο­γεῖ θυ­μή­θη­κα τὰ λό­για του. Θυ­μᾶ­μαι ἀκό­μα τὸ χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη τῆς για­γιᾶς κα­θὼς ἔπαιρ­νε τὸ κλω­νά­ρι μὲ τὸ περ­νά­ρι. Τὰ κόκ­κι­να στίγ­μα­τα ἀπὸ τὸ σω­μα­τά­κι τῆς Ἄν­νας εἶ­χαν ἐξα­φα­νι­σθεῖ. Ἡ για­γιὰ ὅμως κα­λοῦ-κα­κοῦ πῆ­ρε τὰ ξε­ρα­μέ­να φυλ­λα­ρά­κια καὶ τὰ ἔτρι­βε στὸ χέ­ρι της ὥστε νὰ πέ­φτουν στὸ σῶ­μα τοῦ μω­ροῦ.

       Δὲν πέ­ρα­σε ἕνας μῆ­νας καὶ ξα­να­συ­νάν­τη­σα τὸν παπ­ποῦ στὴν ἴδια θέ­ση ποὺ βρε­θή­κα­με τὴ πρώ­τη φο­ρά. Λὲς καὶ μὲ πε­ρί­με­νε. Δὲν ἔχα­σα τὴν εὐ­και­ρία καὶ τὸν ὁδή­γη­σα ξα­νὰ στὸ σπί­τι μου. Ἦταν τό­σο ὄμορ­φες οἱ ἱστο­ρί­ες του ποὺ κρε­μό­μουν κυ­ριο­λε­κτι­κὰ ἀπὸ τὸ στό­μα του. Σὲ στιγ­μὲς ὅμως ποὺ ἀπο­μα­κρυ­νό­μουν τὸν τσά­κω­να στὸ μπαλ­κό­νι στὴν ἴδια θέ­ση νὰ μουρ­μου­ρί­ζει τὰ ἴδια ἀκα­τα­νόη­τα λό­για.

       Τε­λευ­ταῖα τὸν ἔχα­σα. Μά­ταια πε­ρί­με­να ὧρες πολ­λὲς στὸ ση­μεῖο ποὺ τὸν συ­νάν­τη­σα τὶς προ­η­γού­με­νες φο­ρὲς μή­πως καὶ φα­νεῖ. Μά­ταια· ὁ γέ­ρος εἶ­χε ἐξα­φα­νι­σθεῖ. Λυ­πό­μου­να για­τί οἱ ἱστο­ρί­ες του ἦταν ἀτε­λεί­ω­τες καὶ πάν­τα ἐν­δια­φέ­ρου­σες. Κά­ποια μέ­ρα ὅμως ἕνα τη­λε­φώ­νη­μα ἔδω­σε τέ­λος στὴν ἐξα­φά­νι­ση τοῦ γέ­ρου. Τὸ τη­λε­φώ­νη­μα ἦταν ἀπὸ ἕναν ἄγνω­στό μου γεί­το­νά του. Νὰ μὴν πο­λυ­λο­γῶ μὲ ψά­χνα­νε γιὰ ἀρ­κε­τὲς μέ­ρες μὰ στὸ τέ­λος μὲ βρῆ­καν. Ὁ ἄγνω­στος γεί­το­νας μὲ ἀνα­κού­φι­ση μοῦ ἀνα­κοί­νω­σε πὼς ὁ γέ­ρος μὲ ἤθε­λε. Ἦταν ἑτοι­μο­θά­να­τος, εἶ­πε ἀλ­λὰ δὲν ἔλε­γε νὰ πα­ρα­δώ­σει. Εἶ­χαν φθά­σει μέ­χρι καὶ στὴν ἀστυ­νο­μία γιὰ νὰ μὲ ἀνα­κα­λύ­ψουν. Ἔλα, τώ­ρα! Σὲ θέ­λει.

       Ἦταν ξα­πλω­μέ­νος σ΄ ἕνα ἁπλὸ κρε­βά­τι στὸ φτω­χι­κό του δω­μά­τιο καὶ ἡ βούρ­κα του ἦταν πε­τα­μέ­νη σὲ μιὰ γω­νιά. Ὁ ἀε­τὸς δί­πλα στὸ στρῶ­μα τὸν ἔβλε­πε μὲ πα­ρά­πο­νο. Δυὸ-τρεῖς γέ­ροι καὶ γριὲς κά­θον­ταν στὸ μι­κρὸ χόλ. Ὅταν τὸν ἄγ­γι­ξα μὲ τὸ χέ­ρι τὸ μά­τι του φω­τί­στη­κε. Πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ἔβλε­πα χω­ρὶς τὰ γυα­λιά του. Μιὰ τρῦ­πα μό­νο λὲς καὶ εἶ­χαν ρά­ψει τὰ βλέ­φα­ρά του χω­ρὶς κα­μιὰ διά­θε­ση γιὰ τὴν πα­ρα­μι­κρὴ κί­νη­ση. Ἤθε­λε νὰ μοῦ μι­λή­σει καὶ τὸ κα­τά­λα­βα. Μὲ κοί­τα­ξε μὲ τὸ σβη­σμέ­νο βλέμ­μα τοῦ κα­λοῦ του μα­τιοῦ. Πλη­σί­α­σα κον­τὰ στὸ πρό­σω­πό του, μὰ ἡ φω­νή του δὲν ἔβγαι­νε. Προ­σπά­θη­σε ξα­νὰ κι­νῶν­τας λί­γο τὸ χέ­ρι του σὰν νὰ ἤθε­λε νὰ μοῦ δώ­σει κά­τι. Ἔβα­λα τὸ αὐ­τί μου πιὸ κον­τὰ καὶ ἄκου­σα τὰ λό­για του: Γιέ μου, ἔφυ­γε αὐ­τὸ τὸ κόκ­κι­νο ση­μά­δι ἀπὸ τὸ βου­νό; Νὰ λὲς αὐ­τὰ τὰ λό­για ὅταν βγαί­νουν τ’ ἄστρα, ὅταν γε­μί­ζει τὸ φεγ­γά­ρι. Ποῦ θὰ πά­ει θὰ σβή­σει. Δὲν εἶ­πε τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἔτσι ὅπως ἤμουν σκυ­φτὸς ἡ μα­τιά μου ἔπε­σε στὸν ἀε­τό. Μοῦ φά­νη­κε πὼς ἔκλει­σε τὰ μά­τια. Ναί, ὁ γέ­ρος ἔφυ­γε, τὸ κα­τά­λα­βα για­τί τὸ χέ­ρι του ἦταν πιὰ πα­γω­μέ­νο. Ἔβα­λα τὸ τσα­λα­κω­μέ­νο χαρ­τὶ στὴν τσέ­πη μου. Γύ­ρω μου εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ τὰ γε­ρον­τά­κια τῆς γει­το­νιᾶς καὶ μὲ κοί­τα­ζαν. Τὸν θά­ψα­με τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τὸ ἀπό­γευ­μα.

       Τώ­ρα τὰ ἤξε­ρα ὅλα. O γέ­ρος ἤθε­λε νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν τέ­χνη του —τὴν τέ­χνη του Γόη— γιὰ νὰ ἐξα­φα­νί­σει αὐ­τὰ τὰ κόκ­κι­να στίγ­μα­τα, αὐ­τὲς τὶς κόκ­κι­νες ση­μαῖ­ες στὸν Πεν­τα­δά­κτυ­λο. Δὲν τοῦ χα­λάω χα­τί­ρι. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ γε­μί­ζει τὸ φεγ­γά­ρι καὶ φαί­νον­ται τὰ πρῶ­τα ἀστέ­ρια, ἀνοί­γω τὸ τσα­λα­κω­μέ­νο χαρ­τὶ καὶ δια­βά­ζω τὴν ἀνορ­θό­γρα­φη γρα­φή του: «Σου­ρου­πὰτ σε­λὰμ σα­ρα­χε­τέ­με, κυ­πτοῦ φι­λου­του­χὰμ βεη­νέ­ζι βερ­βι­σο­λὺν βε­σφι­σούν. Ὁ Θε­ός, ὁ Θε­ός, ὁ τὴν βά­τον φυ­τεύ­σας, σβέ­σον πᾶν πύ­ρω­μα, ἐχεν­τρο­πύ­ρω­μα, ὄφε­ων πύ­ρω­μα, σκο­τα­δο­πύ­ρω­μα, ἀλ­λὰ προ­πάν­των κοκ­κι­νο­πύ­ρω­μα, χα­λί­νω­σον καὶ ἐξο­λό­θρευ­σον αὐ­τὰ ἀπὸ τοῦ βου­νοῦ τού­του. Φύ­σαρ­ρος, Φυ­σορ­ρό­ος. Ὡς τρέ­χει ὁ ἥλιος, ὡς τρέ­χου­σιν οἱ ἀστέ­ρες, ὡς τρέ­χει τὸ ὕδωρ, ἔτσι νὰ τρέ­ξει τὸ κα­κὸν ἀπὸ τὸ Βου­νὸ τοῦ­το. Ἔτσι νὰ τρέ­ξει τὸ κα­κὸν καὶ νὰ χα­θεῖ ἀπὸ τὴν Νῆ­σον μας.»

 

 

Γλωσ­σά­ρι:

Στι­βά­λια, μπό­τες.

Ἀλα­τζιά, ποι­κι­λό­χρω­μο ὕφα­σμα τοῦ ἀρ­γα­λειοῦ.

Βούρ­κα, ὁ σά­κος τοῦ βο­σκοῦ.

Μα­τσού­κα, τὸ ρό­πα­λο τοῦ βο­σκοῦ.

Ἀγρέ­λια, σπα­ράγ­για.

Περ­να­ριά, τὸ φυ­τὸ πρί­νος, τὸ πουρ­νά­ρι.

Ὡς τρέ­χει ὁ ἥλιος, κα­θὼς δύ­ει ὁ ἥλιος.

Περ­νά­ριν, παι­δι­κὴ ἀσθέ­νεια.

Σου­ρου­πὰτ κτλ., λέ­ξεις ἀρα­βο­περ­σι­κὲς γιὰ γη­τειές.

Φύ­σαρ­ρος, Φυ­σορ­ρό­ος, λέ­ξεις συν­θη­μα­τι­κές, ποὺ λέ­γον­ται ἀπὸ γη­τευ­τὴ γιὰ ἐκ­δί­ω­ξη κά­ποιου κα­κοῦ.







 

18 Οκτ 2025

ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝ+ΚΙΝΗΣΗΣ


Το πρώτο ποίημα από τη συλλογή μου "ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ" θα ακουστεί απόψε στο Κέντρο Τεχνών Τηλέμαχος Κάνθος. Σχετικά, ο Καθηγητής της Νεοελληνικής λογοτεχνίας Θεοδόσης Πυλαρινός είπε τα ακόλουθα, στην παρουσίαση της συλλογής: «Και είπεν ο θεός γενηθήτω φως και εγένετο φως και είδεν ο θεός το φως ότι καλόν και διεχώρισεν ο θεός ανά μέσον του φωτός και ανά μέσον του σκότους». Ξεκινώ από τη βιβλική «Γένεση», παραπέμποντας διακει­μενικά στην πρώτη πηγή του φωτός, δί­νοντας δηλαδή έτσι τη θεολογική αίσθη­ση, τον θεόθεν προορισμό, που επιφυ­λάσσει ο Νίκος Νικολάου στη δική του δημιουργία, στο δικό του πρώτο φως της γλυκείας νήσου Κύπρου. Περιέλαβα στο παράθεμα και τον διαχωρισμό φωτός-σκότους, διότι το δεύτερο ποίημα της Διθαλάσσου υποβάλλει διακριτικά την πάλη φωτός και σκότους στον περιούσιο τόπο της καρδιάς του, δηλώνοντας την αντιφατική, όπως δείχνει η εξέλιξή της, εναλλαγή, τη σφοδρή σύγκρουση των αντίρροπων δυνάμεων, που καθιστούν μαρτυρικό και ιστορικά καθαγιασμένο τον τόπο αυτό, ώστε να υπερβαίνει τη συμ­βατική χρονική ακολουθία και να διεκδικεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες την οντότητα και την αυθυπαρξία του.

Φς

ρθες
νάμεσα π τ φυλλώματα
Τς λις
Κι γνώρισα
Τ σημ
Τν πλότητα
Κα τν γάπη.

νάμεσα π τ φυλλώματα
Το κυπαρισσιο
Κι γνώρισα
Τ πράσινο
Τν πάλη
Τν παλληκαριά.

Τς ροδις
Κι γνώρισα
Τ κόκκινο
Τν τρέλα
Κα τν ρωτά σου.

Κι  κόσμος λος φς.

*************************************

Poetry Moves International Festival
Διεθνές Φεστιβάλ
Ποίησης και Συν+Κίνησης

 

Το Poetry Moves International Festival σας προσκαλεί σε μια βραδιά

Sound- & Poetryscapes

το Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2025, ώρα 20:00

 

Χώρος: Κέντρο Τεχνών Κάνθου,

Αγίου Νικολάου 49, Παλλουριώτισσα, 1040 Λευκωσία


 

Από τη Μεσαιωνική Κύπρο μέχρι σήμερα,

η μουσική και ο αυτοσχεδιασμός συναντούν ποίηση εμπνευσμένη

από τα δέντρα, τις ρίζες και τους κύκλους ζωής.

 


Μιλτιάδης Παπαστάμου - βιολί
Γιάννης Μυράλης - σαξόφωνο
Σάββας Σάββα - πιάνο
Δέσποινα Κατσαντώνη - απαγγελία



ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ


Προμήνυμα - Ρήσος Χαρίσης

Ύμνος

από το έργο οι Tρεις Πύλες

Σάββας Σάββα - σύνθεση, αυτοσχεδιάσμος

 

*Δένδρου Ανάγνωσμα - Ευρυδίκη Περικλέους-Παπαδοπούλου

Ι. Αυτοσχεδιασμός και μεσαιωνικός χορός

Μιλιτιάδης Παπαστάμου - σύνθεση, βιολί

ΙΙ. Magni Patris

Ύμνος τον Αγίο Ιλαρίωνα

βιολί, πιάνο

 

*Μια σταλιά χρυσοπράσινο -  Έλενα Γεωργίου

Aegean

Σάββας Σάββα, σύνθεση - βιολί, πιάνο

 

*Ξεραμένες Λεμονίες - Ρωξάνη Νικολάου

Reflections

Σάββας Σάββα, σύνθεση - βιολί, πιάνο, σαξόφωνο

 

Το βιβλίο για τα δένδρα - Γιώργος Χριστοδουλίδης

Πέντε Μινιατούρες για βιολί, σαξόφωνο και πιάνο (2014)

Νίκος Κυπουργός

 

Φως - Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Μισιρλού

Παραδοσιακό

Διασκευή: Γιάννης Μυράλης, Μιλτιάδης Παπαστάμου, Σάββας Σάββα

 

 

*Τα ποιήματα Προμήνυμα, Δένδρου Ανάγνωσμα, Μια σταλιά χρυσοπράσινο, Ξεραμένες Λεμονιές, γράφτηκαν ειδικά για το Φεστιβάλ.



Το Poetry Moves International Festival τιμήθηκε με το EFFE Label 2024–2025 από την European Festivals Association για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. H διάκριση αναδεικνύει τη δέσμευση του Φεστιβάλ στην ποιότητα και τον πολιτιστικό διάλογο.

 

ΧΟΡΗΓΟΙ: Ίδρυμα Αναστάσιος Γ. Λεβέντης, Γαλλικό Ινστιτούτο, GSA Cultural Productions Ltd

ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΕΣ:  Όλοι οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν

Κέντρο Τεχνών Κάνθου, n_C annexARTE Μουσική Ακαδημία, ARTos HouseSebastian & Albert Edwards Photoγραφείο

ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ | ΠΑΡΑΓΩΓΗ: GSA Cultural Productions Ltd

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:  https://www.poetry-moves-international-festival.com/ 


ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ