15 Σεπ 2015

ΥΛΑΓΙΑΛΗ


Μια έκπληξη από τις Αθηναϊκές {Σελίδες}
 και πολλές ευχές: ζήτω το βιβλίο 






Η ΑΡΧΙΚΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ:

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
και ακούστε εμπνευσμένες
μουσικές συνθέσεις
για την Υλαγιαλή
ΕΔΩ
▼


2 Σεπ 2015

ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ




από την ανέκδοτη ποιητική σύνθεση
 του 
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
 Ύδατα Υδάτων, δελτία θυέλλης

ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ

Ἀνοίγω τὴν ἀγκάλη μου σ᾽ Ἀνατολὴ καὶ Δύση
Ἀρώματα θαλασσινὰ τριγύρω νὰ σκορπίσει

Ἀνοίγω τὴν ἀγκάλη μου σ᾽ Ἀνατολὴ καὶ Δύση
Ροδόσταμο στὸν κόρφο σου τὸ σῶμα νὰ δροσίσει

Μύρια στολίδια βότσαλα στὰ πόδια σου ἀφήνω
Νὰ λάμπουνε στὸ σῶμά σου∙ κι ἐγὼ ἀφρὸς θὰ γίνω

Λευκὸς ἀφρὸς νὰ πολεμᾶ τὴ λαύρα σου νὰ σβήσει
Κι ἀπὸ τὸ συναπάντημα κόκκους χρυσοὺς ν᾽ ἀφήσει

Κάθε φιλὶ ποὺ κλέβεται κόκκος κυλᾶ στὸ χῶμα
Καὶ λάμπει σὲ διάδημα στ᾽ ἀγαπημένο σῶμα

Ὅσα ἄστρα ἔχει ὁ οὐρανὸς τόσα φιλιὰ σοῦ δίνω
Τραγούδι πολυφλοίσβοιο κι ἀρώματα ἀπὸ κρίνο

Μᾶς βλέπουνε ἀπὸ ψηλὰ ποὺ σὲ φιλῶ στὸ στόμα
Πέφτουνε μέσα στὰ μαλλιὰ στὸ μελιχρό σου σῶμα

Λένε τραγούδι ἐρωτικὸ στὰ πέρατα τοῦ κόσμου
Παίρνουν φωτιὰ καὶ καίγονται καὶ πέφτουνε ἐμπρός μου

Σὲ ρίζα βράχου χάνομαι ζεῖς πιὰ μὲ τὸν παλμό μου
Οἱ λυγαριὲς θροΐζουνε τὸν ἀναστεναγμό μου 

Σοῦ δίνω ἁλάτινα φιλιὰ μὲ γεύση ἀπὸ μέλι
Μοῦ δίνεις χιόνινο νερὸ ποὺ πίνουν ἀρχαγγέλοι

Μοῦ ρίχνεις πράσινα μαλλιὰ στὰ γαλανὰ νερά μου
Κι ἐγὼ σοῦ τραγουδῶ πικρὰ τὰ πάθη τοῦ ἔρωτά μου
                                
Κι ὅταν βουρκώνει ὁ οὐρανὸς ταράζομαι, θυμώνω
Ποτάμια δάκρυα πικρὰ χρόνια πολλὰ μαζώνω

Ἐδῶ φυσᾶ ὁ Ζέφυρος, ὁ Κάρβας, ὁ Ἀπηλιώτης
Κι ἀπὸ ψηλὰ χαμογελᾶ ὁ ἥλιος φωτοδότης

Ἐκεῖ λυσσομανᾶ Βοριᾶς καὶ σειέται ὅλη ἡ πλάση
Στέκεται ὁ ἥλιος σκεφτικὸς ἡ μπόρα νὰ κοπάσει

Γλυκοχαράζει στὰ δεξιὰ καὶ στὰ ζερβὰ νυχτώνει
Λαγγεύω καὶ σπαγιάζουμαι μέχρι ποὺ ξημερώνει.



Παγγαία

Κάποτε ἤμουνα παιδὶ τὸν οὐρανὸ κοιτοῦσα
Πάλευα μὲ τὰ σύννεφα∙ στὰ χέρια μου κρατοῦσα
Φωτιὰ καὶ λάβα ἄσβεστη∙ στὸ σῶμά μου κυλοῦσε
Καὶ τάραζε τὰ στήθη μου∙ τὸ σπλάχνο μου πονοῦσε

Τὸ λυγερὸ κορμάκι μου χωρίστηκε στὰ δύο
Μὰ πάλι ξαναπλάστηκα∙ τὰ χέρια μου τανύω
Καὶ σ᾽ ἀγκαλιάζω δυνατά∙ ἁπλώνω χίλια χέρια
Ποὺ φτερουγίζουν σὰν πουλιὰ σὰν ἄσπρα περιστέρια

Ἐπάνω στὸ κορμάκι μου ποτάμια μεθυσμένα
Τρέχουνε γάργαρα νερά∙ καὶ φέρνουνε σὲ σένα
Νάματα κι ἔρωτα μαζὶ μυστήρια καὶ πάθη
Τὸ σῶμά μου σ᾽ ἀναζητᾶ ρωτᾶ θέλει νὰ μάθει

Σ᾽ ἀναζητῶ καὶ σὲ ποθῶ στὴν ἀγκαλιά μου πέσε
Ἐπάνω στὸ ζεστὸ κορμὶ καὶ μὴν ἀνακαλιέσαι

Θέλω μὲ χέρια δυνατὰ νὰ μὲ σφιχταγκαλιάσεις
Κι ἕνα αἰώνιο φιλὶ πανάξια θὰ χορτάσεις

Χωρὶς ἐσένα ἐγὼ δὲν ζῶ πιάνομαι σὲ πλοκάμι
Βγάζω ἀπ᾽ τὰ σπλάχνα κάρβουνο κατάμαυρο κατράμι

Τὸ μαῦρο φόρεμα φορῶ κλαίω κι ἀναστενάζω
Καὶ στὸν γαλάζιο σου βυθὸ τὴ λύπη μου τὴ στάζω

Μαῦρο τρέχει τὸ αἷμά μου σκορπᾶ παντοῦ τὸν πόνο
Ὕστερα πράσινο φορῶ γιὰ τὴ ζωὴ πεισμώνω

Μὴ σταματᾶς τὸ χάδι σου καὶ διῶξέ μου τὸν πόνο
Δῶσ᾽ μου ἀμέτρητα φιλιὰ κι ἀμέσως ξανανιώνω

Φυσᾶ Βοριᾶς φυσᾶ Νοτιᾶς φυσᾶ καὶ συννεφιάζει
Σοῦ στέλλω χιόνινο νερὸ ἀπ᾽ τοὺς μαστοὺς ποὺ στάζει.



Διάλογος
                            
Ἐσεῖς ποὺ ζεῖτε στὰ βουνὰ ἀφῆστε τὰ κοπὰδια
Τὸ κρύο κόκκαλα τρυπᾶ μὰ ἐγὼ σᾶς δίνω χάδια

Σὰν τί μᾶς θέλεις θάλασσα καὶ μᾶς καλεῖς κοντά σου;
Τὸ γάλα μας καὶ τὸ μαλλὶ νὰ χάσουμε φαντάσου

Ἐλᾶτε ᾽δῶ στὰ χαμηλὰ κι ἀκοῦστε ὑμνωδίες
Τραγούδια τῶν βοτσάλων μου κυμάτων μελωδίες

Γαλανομάτα θάλασσα ποθεῖς νὰ μᾶς πλανέψεις
Τραγούδια ἐμεῖς δὲν θέλουμε χοροὺς νὰ μᾶς χορέψεις

Ἐλᾶτε μὴ διστάζετε ἐδῶ ὁ ἥλιος καίει
Κι ὁ ἄνεμος παραμυθὰς πάντα γελᾶ καὶ κλαίει

Μ᾽ ὁλόγλυκο σιτόμελο στὸν τόπο μας μεθοῦμε
Ἔστω κι ἂν μὲς στὴ χειμωνιὰ τὰ πάνδεινα τραβοῦμε

Ἐλᾶτε στὴν ἀγκάλη μου καὶ μὲ κρασὶ μεθῦστε
Κι ὅλες τὶς πίκρες τῆς ζωῆς μὲς στὸν βυθὸ βυθίστε

Τὸ κρύο στὰ ψηλὰ βουνὰ τὰ κόκκαλα τσακίζει
Φτάνουμε ᾽κεῖ ποὺ ἡ δροσιὰ τὰ μάτια μας δροσίζει

Τῶν δελφινιῶν πετάγματα πρώτη φορὰ θὰ δεῖτε
Στοῦ ἥλιου τὸ ἀγκάλιασμα ἄφοβα νὰ δοθεῖτε

Τὸν ἥλιο δὲν φοβόμαστε οὔτε καὶ τὰ σκοτάδια
Μὰ πάλι, ἂν σπίτια χάσουμε, μένει ἡ καρδιά μας ἄδεια

Θά ᾽χετε σπίτι στὸ νερὸ γιὰ μακρινὰ ταξίδια
Στὸ διάβα του οἱ ἄνεμοι θὰ παίζουνε παιχνίδια

Καὶ ποιός γνωρίζει ποῦ τραβᾶ τὸ ξύλινο τὸ σπίτι
Ἐμεῖς δὲν ξεμακραίνουμε ζοῦμε σὰν τὸν σπουργίτη

Τριάντα δυὸ λεβέντες μου τὸ πᾶνε ὅπου θέλει
Κι ἂν τὸ νερὸ διψάσετε, πιεῖτε θαλασσομέλι.



Τὸ Ταξίδι

Ἔλαμψε πάλι ἡ χρυσαυγὴ χάθηκε τὸ σκοτάδι
Ὁ κόσμος λούστηκε στὸ φῶς ζεστὸ τοῦ ἥλιου χάδι
Στέκονται νέοι στὴ σειρὰ φορᾶνε δαχτυλίδι
Σημάδι ἀποχωρισμοῦ γιὰ μακρινὸ ταξίδι
Σέβονται τὴν ἀπόφαση ποὺ ἡ πόλη ἔχει λάβει
Ἦρθε στιγμὴ σημαδιακὴ νὰ μποῦνε σὲ καράβι.
Κανεὶς δὲν ξέρει τὸν καιρὸ μόνο ὁ Θεὸς τὸν ξέρει
Θυσία τοῦ προσφέρουνε τύχη καλὴ νὰ φέρει
Μ᾽ ἕνα καράβι τολμηρό καὶ στὴν καρδιά ἐλπίδα
Θὰ ταξιδέψουν μακριὰ στὴ νέα τους πατρίδα
Καράβι φεύγει μὲ τοὺς νιοὺς κι ἀφήνει πονεμένη
Μάνα ποὺ κλαίει τὸ παιδὶ καὶ πάντα τὸ προσμένει.

Ποιός εἶπε πὼς τὸ σῶμά μου εἶναι μιὰ λίμνη λάδι
Κάποτε εἶμαι μάγισσα στὰ βάθη μου σκοτάδι
Καὶ τραγουδῶ βράδυ πρωὶ ἁλάτι τοὺς ποτίζω
Κι ἂν βροῦν πατρίδα σώζονται πίσω δὲν τοὺς γυρίζω.


[από την ανέκδοτη ποιητική σύνθεσή μου Ύδατα Υδάτων, δελτία θυέλλης]




ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πρὶν ἀπὸ πολλὰ ἑκατομμύρια χρόνια, στὴν επιφάνεια τοῦ πλανήτη ὑπῆρξε ἡ πρωτοήπειρος Παγγαία ποὺ περιβαλλόταν ἀπὸ τὴν Πανθάλασσα. Ἕνας μεγάλος ὠκεανός, ἡ Τηθύς, ἄρχισε σιγὰ - σιγὰ νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ χωρίζει στὰ δύο τὴν Παγγαία. Ἡ ἀέναη κίνηση στὸ ἐσωτερικὸ τῆς γῆς δημιούργησε καταβυθίσεις, σεισμοὺς καὶ ἡφαίστεια κι οἱ πλάκες ἄρχισαν νὰ μετακινοῦνται καὶ νὰ σχηματίζουν τὶς ἠπείρους. Ἕνα κομμάτι θάλασσας - ἡ Μεσόγειος - ἀπομονώθηκε καὶ γύρω της δημιουργήθηκαν βουνὰ ὃπως τὰ Πυρηναῖα, οἱ Ἄλπεις, ἡ Πίνδος, ὁ Ταῦρος καὶ ἄλλα. Ἡ Κύπρος πρὶν ἀπὸ ἐνενῆντα ἑκατομμύρια χρόνια σχηματίστηκε ὡς ὀφιόλιθος στὴ βάση τοῦ ἀρχέγονου ὠκεανοῦ ἀπὸ τὴν ἐξερχόμενη μάζα λάβας. Ἡ σύγκρουση τῆς Ἀφρικανικῆς μὲ τὴν Εὐρασιατικὴ πλάκα ἄρχισε νὰ ἀνυψώνει αὐτὰ τὰ πλουτώνια πετρώματα ποὺ φάνηκαν στὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας ὡς ἕνα νησὶ πρὶν ἀπὸ δεκαπέντε ἑκατομμύρια χρόνια. Ἦταν τὸ Τρόοδος, ποὺ μαζί του ἀναδύθηκε καὶ ἡ Πέτρα τοῦ Ρωμιοῦ (ποὺ πολὺ πρὶν ἦταν ἕνας κοραλλιογενὴς ὕφαλος). Πρὶν ἀπὸ δέκα ἑκατομμύρια χρόνια εἶχε ἀποκαλυφθεῖ καὶ ὁ Πενταδάκτυλος λόγω τῆς ἀνύψωσης τῆς Εὐρασιατικῆς πλάκας. Στὴ συνέχεια, οἱ διάφορες προσχώσεις ἔδωσαν τὸ σημερινό της σχῆμα ποὺ ὁλοκληρώθηκε πρὶν μισὸ ἑκατομμύριο χρόνια. Ἡ Μεσόγειος καὶ ὁ περίγυρός της ἔμελλε νὰ καταστεῖ ἡ κοιτίδα τῶν μεγάλων πολιτισμῶν τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ καὶ τῶν μεγάλων συγκρούσεων. 




ΑΧΥΡΩΝΑΣ

Γ.Πολ.Γεωργίου, Ο Αχυρώνας του Λιοπετρίου, 200Χ119 εκ. 23/1/1959, Συλλογή Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
Ο Γεώργιος Πολ. Γεωργίου, ο μοναδικός, ίσως, ζωγράφος μας που έσπασε τα σύνορα της μικρής του πατρίδας και έγινε ευρύτερα γνωστός, λίγους μήνες μετά την ηρωική έξοδο των τεσσάρων παλληκαριών από τον Αχυρώνα του Λιοπετρίου [2 Σεπτ 1958] ολοκλήρωνε μια ακόμα μεγάλη σύνθεση από το έπος του κυπριακού αγώνα. Δυστυχώς και αυτή τη φορά, όπως και στις άλλες μεγάλες συνθέσεις του, το έργο αναπτύσσεται γύρω από μια ΜΑΣΚΑ. Τη μάσκα της προδοσίας, που δυστυχώς και σήμερα ακόμα πολλοί τη φορούν στη μικρή μας πατρίδα. Η προδοσία δεν έχει τέλος σε τούτο τον τόπο. 

[ΑΝΑΜΝΗΣΗ]
Σεπτέμβρης 1960. Μπήκαμε στις τάξεις μας αφού πρώτα σταθήκαμε στη γραμμή, άλλοι με ενθουσιασμό κι άλλοι με έναν κρυφό φόβο για την άγνωστη νέα μας πορεία. Ήταν η πρώτη μας μέρα στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου. Δίπλα μου κάθισε ένα μελαχρινό αγόρι με χαρακτηριστικά μαύρα ματάκια. Κάτι μου θύμισε μα δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Οι παραστάσεις - πρώτη μέρα στο γυμνάσιο - ήταν πολλές και έντονες. Τον ρώτησα πώς τον λένε κι αυτός αμέσως μου απάντησε: Κωστάκης Μουχτάρης. Είσαι ίδιος ο Ηλίας Παπακυριακού του είπα. Θυμήθηκα την εικόνα του ήρωα που είχαμε κορνιζομένη στον παιδικό μας σύλλογο "Ακριτόπουλα". Είμαστε περήφανοι για τον ήρωα Ηλία γιατί ήταν από το διπλανό χωριό τη Λυθράγκωμη. Το χωριό της Κανακαριάς. Είναι θείος μου, συνέχισε. Όσο καιρό καθόμαστε στο ίδιο θρανίο είχα την αίσθηση πως καθόμουν δίπλα σε έναν ήρωα. Κάναμε καλή παρέα. Ο Κωστάκης ήταν μελετηρός και καλό παιδί. Μετά τον έχασα... 



...Όταν, μετά από πολλά χρόνια, μετακόμισα στη Λευκωσία και έκανα τις πρώτες μου βόλτες, πρόσεξα κοντά στην αγορά του Αγίου Αντωνίου ένα μικρό ηλεκτρολογικό εργαστήριο. Στην πινακίδα του έγραφε "Κωστάκης Μουχτάρης". Σκόπευα σε κάποια στιγμή να επισκεφτώ τον παλιό μου συμμαθητή. Δεν τα κατάφερα. Δεν τον ξαναείδα ποτέ πια. Μια μέρα είδα το μαύρο πανί στην είσοδο του εργαστηρίου του και κατεβασμένα τα ρολά. Η καρδιά του τον είχε προδώσει, έμαθα αργότερα. Προδοσία ξανά!
   

29 Αυγ 2015

ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ



Βαρβαρότητα

Τὸν ἔσυραν ἔξω στοὺς δρόμους
Τῆς ξακουστῆς ἀγαπημένης πόλης
Τὸν ἔβρισαν χυδαῖα
Τὸν τράβηξαν ἀπ᾽ τὰ μαλλιὰ μὲ βία πρωτόγνωρη
Μὲ λύσσα τοῦ ξερίζωσαν τὰ γένια.

Μὲ ξύλα τὸν χτυποῦσαν
Τοῦ ἔκοψαν τὴ γλῶσσα καὶ τ᾽ αὐτιὰ
Τοῦ ἔβγαλαν τὰ μάτια μὲ μιὰ λόγχη
Κι αὐτὸς σηκώνοντας τὸ χέρι ποὺ ἔτρεμε
Τοὺς εὐλογοῦσε ἀκόμα
Μ΄ αὐτοὶ μὲ μιὰ σπαθιὰ
Τοῦ ἔκοψαν τὰ δάχτυλα
Τοῦ ἔκοψαν τὰ δυό του χέρια
Τὸ σῶμά του πετσόκοβαν
Καὶ τὸ πετοῦσαν στὰ σκυλιὰ
Καθὼς τὴν πόλη του παντοῦ
Σκέπαζε μαύρη στάχτη.

Ποτὲ δὲν μαρτυρήσανε ποῦ ἔκρυψαν
Αὐτὸ ποὺ ἀπόμεινε ἀπ᾽ τ᾽ ἅγιό του σῶμα.

Τὸ πάθος κι ἡ βαρβαρότητα τοὺς τύφλωσε
Καὶ τοὺς κρατεῖ τυφλοὺς ἀκόμα.


[Ν.Ν-Χατζημιχαήλ: "Ύδατα Υδάτων", ανέκδοτη σύνθεση]

26 Αυγ 2015

"Η ΚΙΘΑΡΑ"




"Η Κιθάρα" του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ:
Επιστρέφοντας
 στο κατεχόμενο πατρικό σπίτι

του
Πέτρου Παπαπολυβίου

στο ιστολόγιό του
ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
[ημερομηνία δημοσίευσης 25 Αυγούστου 2015]

ΕΔΩ
▼

Τώρα που πέρασαν οι ημέρες των επετείων της τουρκικής εισβολής, εορταστικές για τους εισβολείς και ημέρες θλίψης για μας, ειδικά για τους πρόσφυγες και για όσους σημαδεύτηκαν οι ζωές και οι οικογένειές τους από το 1974, αντιγράφω ένα διήγημα του Νίκου Νικολάου – Χατζημιχαήλ από την περσινή (2014) συλλογή διηγημάτων του, «20 Διηγήματα».

Ο Νίκος Νικολάου – Χατζημιχαήλ (Κύπρος, 1948), από τις πιο σημαντικές λογοτεχνικές φωνές της σύγχρονης Κύπρου, με τη σεμνότητα και τη διακριτικότητα που χαρακτηρίζει έναν ολοκληρωμένο πνευματικό άνθρωπο, μας έχει δώσει την τελευταία τριετία τρία σημαντικά βιβλία: την ποιητική συλλογή «Διθαλάσσου. Ποιήματα» ( Λευκωσία: Κάρβας, 2012), τον «Πικρόλιθο. Σημειώσεις σχεδίας» (Λευκωσία: Κάρβας, 2014) και τα «20 Διηγήματα» (Λευκωσία: Κάρβας, 2014). Και τα τρία κυκλοφορούν σε εξαιρετικά φροντισμένες εκδόσεις, που ξεχωρίζουν στο κυπριακό εκδοτικό τοπίο, σε τυπογραφική επιμέλεια του ίδιου του συγγραφέα: ένα προϊόν της ευαισθησίας του, της αγάπης του στο βιβλίο, της φροντίδας του για την κάθε λέξη και την κάθε σελίδα, και της μακράς μαθητείας του σε σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους και της φιλίας του με αυτούς.

Στα «20 διηγήματα» ο Νίκος Νικολάου – Χατζημιχαήλ γράφει για την Αμμόχωστο της νεότητάς του, την Κύπρο όπως την σημάδεψε η τομή (με την κυριολεκτική σημασία της μαχαιριάς) του 1974 και ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια στο «Λεοντάρι» και στα «Βασιλικά», τα δίδυμα χωριά της Καρπασίας Λεονάρισσο – Βασίλι. Επέλεξα για το «Περί ιστορίας» το διήγημα «Η κιθάρα», μια ιστορία που ταιριάζει σε χιλιάδες άλλες ανάλογες ιστορίες προσφύγων που άφησαν στις πατρικές τους εστίες και τη γη τους, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974, δεκάδες αγαπημένα τους αντικείμενα, μαζί με τα παιδικά και τα νεανικά τους όνειρα και τις αναμνήσεις που θα τους συνοδεύουν πάντα. Η πρώτη επίσκεψη -και όχι, δυστυχώς, επιστροφή – ύστερα από την τουρκική εισβολή, του ήρωα του διηγήματος στο δωμάτιο του πατέρα, στο πατρικό του σπίτι, τον φέρνει αντιμέτωπο με την αγαπημένη κιθάρα του πατέρα του, αλλά και την πραγματικότητα, όπως την διαμόρφωσε η ξένη κατοχή τεσσάρων δεκαετιών και το αντίστοιχο «δικαίωμα» του παράνομου «χρήστη», δηλαδή του κλέφτη. Και αν για το αγαπημένο προσωπικό αντικείμενο – κιθάρα, η «χρήση» εξακολουθεί να είναι ίδια, από τον νόμιμο κάτοχο και τον «σημερινό χρήστη», καταπώς λέει και η σύγχρονη πολιτική ορολογία της περίπλοκης «λύσης» που σχεδιάζεται στο Κυπριακό, η αποκάλυψη της εντελώς απροσδόκητης χρήσης της ελληνικής σημαίας, ενός συλλογικού συμβόλου, δίνει μια άλλη διάσταση στην αφήγηση, υπονομεύοντας την κυριαρχία της συγκίνησης. Παράλληλα, στο διήγημα διαγράφονται, κυρίως μέσα από τη παγερή σιωπή του ταξιδιού της επιστροφής της επιλογικής παραγράφου, τα έντονα βιώματα και τα συναισθήματα του «επισκέπτη», τόσο δύσκολο να συνειδητοποιηθούν στην έκτασή τους από έναν τρίτο.



Η ΚΙΘΑΡΑ

Δεν ήθελε να επισκεφθεί το σπίτι του. Ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι του. Και για τον μοναδικό αυτό λόγο δεν δοκίμασε ποτέ να περάσει τα οδοφράγματα. Προτιμούσε να ζει με την εικόνα που ήταν χαραγμένη μέσα του, την άφθορη, την άχραντη, την αγνή εικόνα του σπιτιού του, που καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να χαλάσει. Η συρρίκνωση που υπέστη ο τόπος, οι δρόμοι που είχαν γίνει στενότεροι, τα σπίτια και οι πόρτες που χαμήλωσαν ξαφνικά και έπρεπε να σκύψεις για να μπεις, και τόσες αλλαγές που είχαν επισημάνει όσοι πήγαιναν εκεί, δεν τον άγγιζαν. Όταν γύριζαν από εκεί οι φίλοι και οι συγγενείς τού έφερναν φωτογραφίες, μα αυτός αδιαφορούσε παντελώς. Ξεκινούσαν να του περιγράφουν τον τόπο κι αυτός απομακρυνόταν ή άκουγε αδιάφορα, λες και ήταν περιγραφή κάποιου άγνωστου τόπου από έναν μακρινό πλανήτη σε κάποιον μακρινό γαλαξία. Δεν συμμετείχε, ζούσε στο δικό του παραμύθι. Και τα πάντα στο παραμύθι του είχαν όνομα: το κάθε δέντρο, το κάθε χωράφι, ο γιαλός, τα τζιτζίκια, τα σγαρτίλια, το ποδήλατό του, η σκυλίτσα του, η μηχανή του νερού. Ακόμα και η αγαπημένη του κιθάρα, δώρο από τη μάνα του, που της έδωσε τιμητικά τ’ όνομά της.

Ο γιος του σεβάστηκε την επιθυμία του και ποτέ δεν τον πίεσε να τον συνοδεύσει σε ένα ταξίδι που θα ήταν τόσο οδυνηρό γι’ αυτόν, μα μια φωνή μέσα του τού έλεγε ότι έπρεπε να γνωρίσει τον τόπο που γεννήθηκε ο πατέρας του και να τον συνδέσει με τις ιστορίες που του έλεγε κάθε φορά όταν τον ρωτούσε.

Στο σπίτι τώρα έμεναν άλλοι άνθρωποι, ξένοι, που τους έφεραν εδώ, για να ζήσουν σε σπίτια ανθρώπων που τους έδιωξαν με εκβιασμούς. Το σπίτι δεν τους ανήκει, κι ούτε τους κόφτει αν στους τοίχους κρέμονται οι φωτογραφίες άλλων ανθρώπων. Υπάρχει δίκαιο; Αλλά, ποιος ενδιαφέρεται πια για δίκαιο.

Αυτές και άλλες πολλές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του, καθώς προχωρούσαν στον στενό δρόμο. Ο θείος του που τον συνόδευε είπε να σταματήσουν. Το διαισθάνθηκε κι ο ίδιος ότι ήταν κοντά. Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και στάθηκαν μπροστά στο σπίτι. Ακριβώς όπως του το είχε περιγράψει ο πατέρας του: η μαυρομάτα έγινε πελώρια όπως και η ακακία και η ζαμπουκιά∙ ο ευκάλυπτος φαινόταν λυγισμένος και γερασμένος∙ τα κυπαρίσσια στη θέση τους∙ δεν υπήρχαν όμως οι μουριές και άλλα δέντρα. Βγήκαν κάποιοι άνθρωποι από την κεντρική είσοδο του σπιτιού και κοιτούσαν με απορία στην αρχή, μα γρήγορα κατάλαβαν για τι επρόκειτο. Ένας γέρος κούνησε τα χέρια του και από τις κινήσεις του φαινόταν ότι δεν είχαν εχθρική διάθεση. Χαιρέτησε, μα δεν τους έδωσε σημασία, προχώρησε αμέσως προς το παράθυρο. Το δωμάτιο του πατέρα κάτω από την μαυρομάτα∙ το σκαλιστό ερμάρι∙ η φωτογραφία της εκκλησίας. Απίστευτο! Όλα στη θέση τους, και το μόνο πράγμα που φαινόταν αλλαγμένο ήταν η κουρτίνα. Καθώς δε το βλέμμα του σάρωνε κάθε τετραγωνικό εκατοστό από το χώρο του δωματίου, καρφώθηκε ξαφνικά σε ένα συγκεκριμένο σημείο∙ μεταξύ του τοίχου και του ερμαριού φαινόταν το κεφαλάκι της και ένα μέρος από το λαιμό της. Φώναξε αυθόρμητα: «η αγγελού» κι έδειξε με το χέρι προς το μέρος που έβλεπε. Ένας μεσόκοπος Τούρκος που είχε μπει λίγο πριν στο δωμάτιο, είδε την κίνηση και χαμογελώντας έβαλε το αριστερό του χέρι, έπιασε την κιθάρα και με το δεξί πέρασε μια φορά τα δάχτυλά πάνω από τις χορδές.

Αυτό που ακούστηκε δεν ήταν μουσικός ήχος∙ αναστεναγμός ήτανε∙ και παράπονο. «Η κιθάρα του πατέρα μου», είπε δυνατά. Αμέτρητες ήταν οι ιστορίες που είχε ακούσει γι’ αυτή την κιθάρα. Πρόσεξε στο σώμα της τα αρχικά του πατέρα. Χαμογέλασε και τα χέρια του κινήθηκαν μηχανικά μπροστά, σε μια κίνηση όπως όταν προσμένει κάποιος να πάρει κάτι που του προσφέρουν ή κάτι που του ανήκει.

«Η κιθάρα είναι δική μου τώρα», ακούστηκε μέσα από το δωμάτιο. Σαν αστροπελέκι έπεσε στο κεφάλι του αυτό που άκουσε, χάθηκε το χαμόγελο από τα χείλη του και πριν ακόμα συνέλθει από το ξάφνιασμα, ήρθε ένα δεύτερο: η «κουρτίνα» τραβήχτηκε και στα έκπληκτά του μάτια ξεδιπλώθηκε μια ελληνική σημαία. Πάγωσε. Τη σημαία την είχαν κάνει κουρτίνα.

Συνήλθε μόνο από το θόρυβο που έκανε το αυτοκίνητό τους, καθώς ξεκινούσε. Ο θείος του ήταν ήδη μέσα και τον περίμενε. Στο γυρισμό δεν είπε ούτε-μια-λέξη. Κοιτούσε, ανέκφραστος, στο βάθος του δρόμου, χωρίς να βλέπει τίποτε, σχεδόν χωρίς να αναπνέει. Μέσα του, όμως, στην οθόνη της ψυχής του προβαλλόταν σαν κινηματογραφική ταινία η ιστορία του τόπου του. Σχεδίαζε την πορεία του στο μέλλον.


ο Πέτρος Παπαπολυβίου είναι αναπλ. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου




13 Αυγ 2015

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΕΣ ΑΕΙ


...13 Αυγούστου 1974. Οι Τούρκοι προχωρούν προς τα ανατολικά και σκορπούν τον όλεθρο. Η Αμμόχωστος εγκαταλείπεται. Στον μικρό κήπο μπροστά από το γυμνάσιο της πόλης, ένα πουλί "ξεχνιέται" στο κλουβί του...  


το διήγημα 
του
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
Η ΠΟΛΗ ΟΛΗ
στην εκπομπή
 της
 Όλγας Πιερίδου
 ("ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ")
ΚΑΙ ΤΩΡΑ
"ΜΙΚΡΕΣ ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ"

στις 12 Αυγούστου 2014, 4:30 μ.μ 
από το Πρώτο ραδιοφωνικό πρόγραμμα του ΡΙΚ


ΕΔΩ
▼