20 Φεβ 2019

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ



Ναι, μάλλον προβληματισμένος...

[Συνέντευξη στον Ανδρέα Κούνιο, Αλήθεια, 17/2/2019]
 
-Πού γεννήθηκες;

Γεννήθηκα στο Βασίλι ένα βυζαντινό χωριό στην Καρπασία, όπου κάθε πρωί ο Ναός της Παναγίας της Κανακαριάς ρίχνει τη σκιά του και σπούδασα μαθηματικά.

-Τι θυμάσαι περισσότερο από τα παιδικά σου χρόνια;

Τα πάντα! Δεν έχει ξεθωριάσει τίποτε, θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια και πολύ συχνά κάνω βουτιές σ’αυτά τα χρόνια∙ χρόνια που καθορίζουν, τελικά, τη μελλοντική μας πορεία στη ζωή. Έζησα υπέροχα, ευτυχισμένα χρόνια, πλημμυρισμένος από τη φροντίδα και την αγάπη δυο υπέροχων ανθρώπων, του πατέρα και της μάνας μου, αλλά και όλων όσοι ήταν γύρω μου, αδέλφια, παππούδες και γιαγιάδες, γείτονες και παραγείτονες!
Όλα τα θυμάμαι, λοιπόν, πολύ συχνά όμως, θυμάμαι τον φίλο μου το σγαρτίλι: το βρήκε ο πατέρας μου ένα πρωινό, κάτω από ένα δέντρο, γυμνό και παγωμένο και το σώσαμε φτιάχνοντάς του μια φωλιά σ’ ένα κλουβάκι που το είχαμε τοποθετήσει στα πιο ψηλά κλαδιά της μαυρομάτας της αυλής μας. Εκεί περνούσα πολλές ώρες δίπλα του, διαβάζοντας, ξαπλωμένος στη δική μου πλατφόρμα που έφτιαξα σε στερεά κλαδιά. Το σγαρτίλι μεγάλωσε ‒ερχόταν η μάνα του και το τάιζε‒ φτέρωσε, μου κελαηδούσε και περνούσαμε ωραία. Κάποια μέρα όμως, ο πατέρας με φώναξε, κατέβασα το κλουβί, άνοιξα την μικρή πορτούλα –εκτελώντας τις εντολές του πατέρα‒ και πήρα το μέγιστο μάθημα της ζωής μου. Μάθημα ελευθερίας: κατ’ εντολή του άφησα το σγαρτίλι ελεύθερο, που πέταξε μακριά κι εξαφανίστηκε από το οπτικό μας πεδίο.

-Εάν μπαίναμε σε μια μηχανή του χρόνου και φτάναμε πίσω, στο χωριό σου, τι θα μου έδειχνες πριν απ' οτιδήποτε άλλο;

Θα σε οδηγούσα, ασφαλώς, στην καταπράσινη μαυρομάτα, να σου δείξω τον φίλο μου το σγαρτιλάκι, να σου δείξω το «σπίτι» μου πάνω στη μαυρομάτα, και να σου δείξω ακόμα και το πρώτο βιβλίο που διάβασα εκεί: τον Μπεν Χούρ.

-Πατρίδα είναι ο τόπος που γεννιόμαστε και που ζούμε ή μήπως κάτι βαθύτερο;

Ναι, πατρίδα είναι ο τόπος όπου γεννιόμαστε, όπου γεννήθηκε ο πατέρας κι ο παππούς. Η πατρίς γαία, που έχει στέγη τη γλώσσα. Και πρέπει να είμαστε περήφανοι, να αγαπάμε και να πεθαίνουμε για την πατρίδα. Στην εποχή μας όμως, η αγάπη για την πατρίδα, βρίσκεται υπό κατηγορία, και ο «πατριωτισμός» μετατρέπεται έντεχνα, από ορισμένους σε «εθνικισμό», κι αν δεν ξυπνήσουμε πάραυτα, πολύ γρήγορα θα βρεθούμε χωρίς πατρίδα.

-Για ποιο λόγο γράφεις; Η γραφή, ή καλύτερα η συγγραφή, είναι ασθένεια ή
θεραπεία;


Θα σας θυμίσω την απάντησή μου σε μια παλαιότερη δική σας συνέντευξη «ψυχής»: «έρχονται στιγμές που μας πνίγουν αυτά που ακούμε και παρατηρούμε κι έτσι καθόμαστε και ζωγραφίζουμε, γράφουμε, καταφεύγουμε δηλαδή στην Τέχνη, για να πάρουμε ανάσες. Δημιουργούμε τον δικό μας κόσμο για να μπορέσουμε να ζήσουμε. Θα πω κάτι ακόμα: όταν ήμουν στην ομάδα του περιοδικού «Κύκλος» στη Λάρνακα, κάποια στιγμή είχαμε ανάγκη από ένα διήγημα. Με προέτρεψε ο αείμνηστος φίλος Φοίβος να γράψω, παρόλο που γνώριζε ότι είχα πάθος με τη ζωγραφική. Την επόμενη μέρα του παρέδωσα το πρώτο μου διήγημα, «το Σταυρόλεξο», που είναι, ίσως, ό,τι πιο ωραίο έχω γράψει μέχρι τώρα. Από τότε με κέρδισε η λογοτεχνία. Έτσι! Με γοήτευσε που μπορούσα να βλέπω τον κόσμο με άλλα μάτια και όχι με τα μάτια του ζωγράφου που είχα μέχρι εκείνη τη στιγμή.

-Εάν είχες τη δυνατότητα να προσθέσεις τρεις εν ζωή λογοτέχνες στην παρέα
μας, για να γίνει περισσότερο ενδιαφέρουσα, ποιοι θα ήταν αυτοί;


Υπάρχουν πολλοί λογοτέχνες στον τόπο και πολύ καλοί, γράφουν υπέροχα, κάποιοι τιμούν την πατρίδα τους και στο εξωτερικό, είναι και υπέροχοι άνθρωποι και θα έκαναν πράγματι πολύ ενδιαφέρουσα την παρέα, δεν θα πω όμως ονόματα γιατί θα αδικούσα σίγουρα αρκετούς.

-Κι αν είχες τη δυνατότητα να προσθέσεις τρεις λογοτέχνες που δεν βρίσκονται εν ζωή;

Ανεπιφύλακτα: Θεοδόσης Νικολάου, Φοίβος Σταυρίδης και Νίκη Μαραγκού.

-Θυμάσαι ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασες;

Ήδη το απάντησα σε προηγούμενη ερώτηση: «Μπεν Χουρ», παρόλο που θα στενοχωρήσω το «Επίτομον Λεξικόν του Ελευθερουδάκη», και τα εγκυκλοπαιδικά περιοδικά του «Ηλίου» που τα φυλλομετρούσα ‒τα κατέσχιζα καλύτερα‒ πριν μάθω ανάγνωση.

-Το τελευταίο ποιο είναι;

«Επικαιρότητες», του Κώστα Σερέζη. Ένα πολύ ωραίο βιβλίο του 1971, που αυτές τις μέρες ξαναδιαβάζω και το χαίρομαι.

-Η φωνή του συγγραφέα πρέπει να ακούγεται ως ουρλιαχτό ή ως ψίθυρος;

Εξαρτάται τι γράφει. Βέβαια, όταν πατούν κάποιον στον λαιμό ουρλιάζει, αλλά προέχει να γραφτεί ένα καλό βιβλίο.

-Τι σε ενοχλεί περισσότερο απ' όσα βλέπεις ολόγυρα;

Είναι τόσα πολλά που μας ενοχλούν, που πραγματικά διερωτώμαι ποιο απ’ αυτά είναι το χειρότερο. Η διαφθορά έχει απλώσει τα πλοκάμια της παντού στον τόπο, που τον τραυματίζει ανεπανόρθωτα. Υπάρχει κάτι όμως, που με ενόχλησε αφάνταστα: είπε κάποιος –αυτός ο διεφθαρμένος με τις πέντε συντάξεις‒ ότι η πατρίδα δεν του επέστρεψε όσα της πρόσφερε και του οφείλει πολλά ακόμα! Όταν το άκουσα κατάλαβα αμέσως γιατί χάσαμε τη μισή μας πατρίδα και είναι αμφίβολο αν θα σωθεί η υπόλοιπη.

-Και τι σε κάνει να αναθαρρεύεις;

Αυτό είναι το τραγικό: δεν υπάρχει τίποτε που να με κάνει να ελπίζω σε ένα καλύτερο μέλλον για την κοινωνία όπου ζούμε. Έχουμε βυθιστεί στα τάρταρα από τα λάθη μας, τα οποία επαναλαμβάνουμε. Οι δυο σημαντικοί πυλώνες ‒οικογένεια και εκπαίδευση‒ πάνω στους οποίους στηρίζεται το μέλλον μιας κοινωνίας φαίνεται ότι νοσούν. Ο συνδικαλισμός ‒που έχει απομακρυνθεί από τους αρχικούς συστατικούς στόχους του‒ αλλά και άλλοι παράγοντες έχουν αποπροσανατολίσει την κοινωνία, η οποία ως μόνο στόχο έχει πια την εξασφάλιση πλούτου, με οποιοδήποτε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο.

-Κύριε Νικολάου, πού κατοικεί η ελευθερία;

Η ελευθερία έχει πεθάνει προ πολλού, σε ολόκληρο τον πλανήτη. Είμαστε όλοι κλεισμένοι σε ασφυκτικό κλοιό.

-Από πού αντλείς τις εμπνεύσεις σου; Κι όταν στερέψουν, τι κάνεις για να επανέλθουν;

Όσοι γράφουν, πολύ σύντομα ανακαλύπτουν πως η έμπνευση είναι το 1% ή 2% το πολύ της εργασίας τους. Χρειάζεται πολλή δουλειά για να ολοκληρωθεί ένα έργο είτε αυτό είναι ένα ποίημα, ένα διήγημα είτε ένα μυθιστόρημα. Μεταξύ έμπνευσης και εκτέλεσης, χάος μέγα! Δουλειά, λοιπόν! Γράφοντας αναπτύσσεται μια έμπνευση-ιδέα.

-Τι κληρονόμησες από τους γονείς σου;

Από τον πατέρα μου κληρονόμησα την αγάπη για το βιβλίο και πολλές αρχές, κυρίως όμως τη Δικαιοσύνη και την Αξιοπρέπεια. Έμαθα ακόμα ότι την πνευματική περιουσία την αποκτάς με πολύ κόπο, αλλά κανένας κατακτητής δεν μπορεί να σου την πάρει και κανένα σύστημα δεν μπορεί να την κουρέψει. Η μητέρα μου, με την αγάπη και τα τραγούδια της έδωσε ρυθμό στη ζωή μου. Τις ίδιες αρχές και την ίδια αγάπη δέχτηκαν και οι πέντε αδελφές μου,

-Τι θα κληρονομήσεις στα παιδιά σου;

Μακάρι να ήξερα! Αυτή είναι αγωνία κάθε γονιού. Πάντως, τα δυο παιδιά μου είναι επιστήμονες, έχουν δημιουργήσει θαυμάσιες οικογένειες, αλλά δεν έχουν σχέση με τη λογοτεχνία.

-Πέρα από τη λογοτεχνία, ποια είναι τα άλλα ενδιαφέροντά σου;


Ζωγραφίζω, διαβάζω, επιμελούμαι κάποιο βιβλίο, φωτογραφίζω, τρέχω με …ποδήλατο στο δάσος της Αθαλάσσας, παίζω τα τραγούδια που αγαπώ με τις 15 φυσαρμόνικές μου και φυσικά αφιερώνω και λίγο χρόνο για να παίξω με τα τρία υπέροχα εγγονάκια μου.

-Αγναντεύεις τον σκλαβωμένο Πενταδάκτυλο και, την ίδια στιγμή, κρατάς πένα και χαρτί. Ποιες είναι οι πρώτες δύο γραμμές που θα γράψεις;


«Ως τρέχει ο ήλιος, ως τρέχουσιν οι αστέρες, ως τρέχει το ύδωρ, έτσι να τρέξει το κακόν από το Βουνό τούτο. Έτσι να τρέξει το κακόν και να χαθεί από την Νήσον μας».
Είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου «Η κόρη του δραγουμάνου».

-Ποια πρόσωπα έχουν σφραγίσει, πραγματικά, τον τρόπο που σκέφτεσαι και που συμπεριφέρεσαι;

Ο Φιλομαθής και βιβλιόφιλος πατέρας μου. Δεν ενδιαφερόταν αν είχα ψηλό ή χαμηλότερο βαθμό στο σχολείο, ενδιαφερόταν όμως, να γνωρίζει και παρακολουθούσε στενά αν ακολουθούσα τον δύσκολο και ανηφορικό δρόμο της αρετής, κι αν κρατούσα πιστά τις αρχές μου, αρχές που ο ίδιος μου μετέδωσε. Γι αυτό και πάντα με ακολουθεί το αριστοτέλειο «Αρετά πολύμοχθε γένει βροτείω, θήραμα κάλλιστον βίω». Ένα άλλο πρόσωπο, που μου γνώρισε τα μονοπάτια της ποίησης και της καλαισθησίας, τα μυστικά των καλών εκδόσεων και της γραφής ήταν ο Δάσκαλος και φίλος Θεοδόσης Νικολάου. Δυστυχώς τον χάσαμε νωρίς. Τον έχασε κυρίως η ποίηση.

-Συνομιλείς, κάπου κάπου, με την Κόρη του Δραγουμάνου, κι αν ναι, τι λέτε;

Η «κόρη του δραγουμάνου», τον Απρίλη κλείνει δεκαπέντε χρόνια ζωής ή μάλλον της δεύτερης ζωής της, που κέρδισε με την κυκλοφορία του βιβλίου που έχει τ’ όνομά της. Μου έδωσε πολλή χαρά, διαβάστηκε πολύ, γράφτηκαν πολλές καλές κριτικές, τιμήθηκε με κρατικό βραβείο και τώρα ελπίζει ότι θα ζήσει μια τρίτη ζωή με μια καινούργια έκδοση, ενισχυμένη με περισσότερα διηγήματα. Ναι, συνομιλούμε. Της λέω «εμείς μείναμε στο ΄74, δεν θέλουν ούτε να μας βλέπουν, ούτε να μας διαβάζουν πια, να δεις τι κυκλοφορεί τώρα! Να δεις τι εκπομπές έχουν στην τηλεόραση, τι μόδες, τι φαγητά, τι τούρκικες ταινίες, εσύ τους λείπεις, νομίζεις; Να φανταστείς ότι κυκλοφόρησε κι ένα «γλωσσάρι» που είπε ότι δεν υπήρξε εισβολή. Ήταν ειρηνευτική επιχείρηση, λέει, που έφερε την ειρήνη στον τόπο. Ναι, ναι δικοί μας το έφτιαξαν. Το σπίτι σου, λέει, δεν είναι κλεμμένο, απλώς φιλοξενεί πολιτικούς πρόσφυγες. Και άλλα πολλά». Κι αυτή σκύβει, βάζει το κεφάλι ανάμεσα στις παλάμες της και αρχίζει το ξεφωνητό: «φύγε εσύ απ’εδώ, μόνο κακά μου φέρνεις στο σπίτι. Σου είπα να μη ξανάρθεις εδώ, να μη ξαναπατήσεις. Δεν θέλω να σε ξαναδώ στο σπίτι μου. Τράβα στ’ ανάθεμα, διάβολε!». Και δίνει μια κλωτσιά στην κουλουριασμένη στα πόδια της μαύρη γάτα. Κι ο αίλουρος σαν αστραπή τινάσσεται και χάνεται πίσω από το ανοιχτό παράθυρο. Ύστερα γυρίζει και με κοιτάζει με τα θλιμμένα της μάτια χωρίς να μιλά.