15 Ιουλ 2017

15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974


ΤΟ  Σ Τ Α Υ Ρ Ο Λ Ε Ξ Ο

του

Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Tώρα τελευταία ένιωθε πολύ κουρασμένος. Αναζητούσε μια δικαιολογία για τις πράξεις του και δεν την έβρισκε. Υπέθεσε πως η αλλαγή του καιρού θα έπαιζε κάποιο ρόλο, μια και οι δουλειές είχαν πέσει με τον ερχομό του φθινοπώρου, μα ήξερε πολύ καλά πως δεν ήταν αυτό. Είχε και μια κακή συνήθεια να γυρίζει στο παρελθόν, να προβληματίζεται πάνω σε πράγματα που του φαίνονταν ξεχασμένα από τους άλλους, κι αυτό τον έκανε να εκνευρίζεται όλο και πιο πολύ.

Άφησε το γραφείο του και προχώρησε με αργά βήματα επάνω στο χοντρό χαλί που ήταν στρωμένο στη μεγάλη αίθουσα. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι του τοίχου και μετά το δικό του. Ήταν περασμένες δέκα και δεν ήταν κανένας πελάτης μέσα. Ε, λοιπόν, αυτή την κατάσταση δεν μπορούσε να την ανεχθεί! Λες κι όλοι ήταν συνεννοημένοι να έρχονται την τελευταία στιγμή!

Κοίταξε τους συναδέλφους του κι έκανε μια προσπάθεια να κολλήσει κι αυτός κάπου. Πρώτα πέρασε μπροστά από τις τρεις κοπέλες. Εκείνη τη στιγμή γελούσαν με το πάθημα της μιας, που διηγιόταν πώς τα κατάφερε να φτιάξει ένα απαίσιο γλυκό. Χαμογέλασε μηχανικά και προχώρησε προς τους άλλους. O ψηλός ήταν κοντά στο γραφείο του τμηματάρχη και το θέμα ήταν ο ποδοσφαιρικός αγώνας της Κυριακής. Κάτι τους πέταξε, μα ούτε που γύρισαν να τον κοιτάξουν. Ήταν άσχετος με το θέμα τους. Μερικά βήματα πιο κάτω ήταν ο τηλεφωνητής, που, μαζί με τον κλητήρα, προσπαθούσαν να βρουν ποια είναι τα καλύτερα φυσίγγια. Σε λίγες μέρες ήταν η μεγάλη έξοδος.

Ακούμπησε στον τοίχο δίπλα τους και τους κοίταξε όλους προσεχτικά. Ένιωσε παράξενα και προσδιόρισε ένα κενό μέσα του, λες κι ήταν ξένος σ' αυτό το περιβάλλον κι ας ήταν τόσα χρόνια εδώ.

Κάθισε σε μια καρέκλα μπροστά σ' έναν πάγκο, στη γωνιά. Μπροστά του ήταν κάμποσες εφημερίδες και περιοδικά. Πήρε στην τύχη ένα, το άνοιξε κι αμέσως το πρόσωπό του φωτίστηκε. Θα έλυνε κάποιο σταυρόλεξο. Πώς δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα! Έτρεξε στο γραφείο του και γύρισε μ' ένα στιλό.
Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά απ' το τσιγάρο του και φύσηξε τον καπνό πάνω στο ανοιχτό περιοδικό. Πήρε τα πράγματα απ' την αρχή. Έτσι νόμιζε. Τέλος πάντων, όλα τα πράγματα έχουν κάποια αρχή. Άρχισε από το ένα οριζοντίως:

Χαρακτηρίστηκε και ως άφρον.

Τράβηξε άλλη μια γερή ρουφηξιά, σχεδόν κόντεψε να δακρύσει, έκανε έτσι... να διώξει τον καπνό που τον στράβωσε και σκέφτηκε πως θα ήταν ένα εύκολο σταυρόλεξο. Μέτρησε στα δάχτυλά του τα γράμματα της λέξης, μέτρησε τα τετραγωνάκια και βρήκε πως περίσσευε ένα. Του φάνηκε περίεργο. Ξαναδιάβασε το κλειδί και τότε μόνο πρόσεξε μια σημείωση που ήταν γραμμένη λίγο πιο πάνω: Βρέστε μόνοι σας τα μαύρα τετραγωνίδια. Ένα πικρό χαμόγελο διαγράφτηκε στα χείλη του. Έγραψε τη λέξη και άρχισε να μαυρίζει το λευκό τετραγωνάκι που περίσσευε. Λες να είναι εδώ; Σταμάτησε. Σκέφτηκε πως, αντί να μαυρίζει τα τετράγωνα, που φαίνονταν σαν ανοιχτοί τετράγωνοι τάφοι, θα ήταν καλύτερα να βάζει κάτι άλλο, να βάζει ένα κυκλάκι ή ένα σταυρό. Προτίμησε το δεύτερο. Έγραψε το σταυρό και αναλογίστηκε πως ήταν σοφή η εκλογή του. Καρφώθηκε η ματιά του εκεί και η σκέψη του πάλι στο παρελθόν. Mόνο το χέρι του κινήθηκε για να γράψει ένα αέτωμα. Το λευκό τετραγωνάκι με το σταυρό ήταν τώρα ένα τέλειο σπιτάκι. Έκλεισε τα μάτια, έφερε τα χέρια του μπροστά έτσι, που, κι αν ήθελε να τ' ανοίξει, να του κρύβουν τη θέα. Μάταια όμως. Η εικόνα τώρα ήταν πιο καθαρή: ένα άσπρο σπιτάκι, μια καταπράσινη αυλή και δυο χαρούμενα παιδάκια να παίζουν. Σχεδόν άκουγε τις φωνούλες τους.
Ήταν τρομερό! Τίναξε απότομα το κεφάλι του θέλοντας να διώξει τις σκέψεις του. Πήρε ένα κλειδί στην τύχη:

Αποτέλεσμα τού ένα οριζοντίως.

Του φάνηκε πως άκουσε τρομαγμένες φωνές, πυροβολισμούς, παράξενους θορύβους. Άφησε το κεφάλι του να ακουμπήσει στον πάγκο μπροστά του.
Η λάσπη άγγιξε το αριστερό του μάγουλο. Ένα βομβαρδιστικό πέρασε από πάνω τους μ' ένα διαβολικό σφύριγμα. Ένιωσε τα μέλη του να παραλύουν. Προσπάθησε μ' όλη του τη δύναμη να σφίξει πιο πολύ τη μικρή στο στήθος του. Με το άλλο κρατούσε το χέρι της γυναίκας του. Η μικρή να κλαίει απαρηγόρητα: «όχι άλλες πορτοκαλιές, μπαμπά, θέλω να πάμε στο σπίτι μας», η μικρή κατάλαβε πως δεν ήταν παιχνίδι πια. Και οι άλλοι; Oι άλλοι; Ποιος ξέρει...
Πέρασε τα δάχτυλά του μέσα απ' τα μαλλιά του. Μέτρησε τα γράμματα πάλι στα δάχτυλα του αριστερού του χεριού. Δύο, που περίσσευαν, τα μέτρησε στο μυαλό του. Άναψε άλλο τσιγάρο κι άρχισε να βάζει τους καινούργιους σταυρούς: έναν για τον Γιώργο, έναν για τον Άγγελο, τον Πανίκο... Συνέχισε να βάζει σταυρούς, τον ένα δίπλα στον άλλο, ώσπου τέλειωσε το φύλλο.
Ανήκε πια σε έναν άλλο κόσμο. Πήρε το ένα καθέτως:

Η προσβολή εναντίον του κράτους και κυρίως η προσβολή της ανεξαρτησίας του από άτομο ή άτομα που ανήκουν σ' αυτό...

Του φάνηκε πως ο τμηματάρχης τον κοίταζε επίμονα, μα, όταν γύρισε το κεφάλι του, αυτός συζητούσε ακόμη με τον ψηλό τα ποδοσφαιρικά τους.
«Θα σας σκίσουμε» έλεγε, μα ο άλλος τον κοίταζε απαθής.
Γύρισε μπροστά και συνέχισε το κλειδί:

Επανάσταση για διάλυση του κράτους ή υποταγή του σε ξένο κράτος...

«Πρέπει να παραδεχθείς πως είμαστε οι καλύτεροι» συνέχιζε ο τμηματάρχης. 

Απόπειρα μεταβολής του πολιτεύματος με βίαια μέσα, συνωμοσία ή συνεννόηση με ξένους για κήρυξη πολέμου εναντίον της πατρίδας...

Στ' αυτιά του έφτανε η συζήτηση κι η ανάσα του γινόταν βαριά.
«Θα έχουμε μαζί μας, σου λέω, και το διαιτητή».

Παράδοση όπλων ή φρουρίων...

Όλα πια ήτανε συγχυσμένα μέσα του.
«Με τον καινούργιο που αγοράσαμε...»

Παραπλάνηση στρατιωτών με σκοπό να πάρουν μέρος σε στάση...

Η ανάσα του πιο βαριά.
«Έχουμε και τον δικό σας, το νούμερο πέντε».
Έσφιξε το στιλό στο χέρι του, που έγινε δυο κομμάτια.

Εξυπηρέτηση των εχθρικών συμφερόντων...

Η ανάσα του έγινε ακόμα πιο βαριά. Ρουθούνισε σαν τον ταύρο που ξαφνικά βλέπει μπροστά του τους πικαντόρες. 

«Θα σας διαλύσουμε, ρε!»

Τιμωρείται με θάνατο...

Δεν άντεξε άλλο. Με δύναμη ασυγκράτητη τινάχτηκε πάνω του σαν μανιασμένο θεριό, παρασύροντας καρέκλες, έπιπλα κι ό,τι άλλο βρισκόταν μπροστά του. Oύτε έβλεπε ούτε άκουε πια. Βύθισε το χαρτοκόπτη στο σώμα του κι ο άλλος σπάραξε σαν άλογο που ξεκοιλιάζεται από μυτερά κέρατα ερεθισμένου ταύρου στην αρένα. Κάποιοι, που ήταν κοντά, έπεσαν πάνω τους για να τους χωρίσουν και οι συνάδελφοι και άλλοι, που στο μεταξύ είχαν μαζευτεί, έβγαλαν μια τρομαγμένη φωνή.


Όταν τον κλείδωσαν στο γραφείο του Διευθυντή, όλα πια ήταν ήσυχα. Κοίταξε από το άνοιγμα της κουρτίνας τους ανθρώπους να μιλούν και να χειρονομούν χωρίς να μπορεί ν' ακούει τι λένε.
Έκλεισε τα μάτια κι έγειρε το κεφάλι του πίσω, ώσπου ακούμπησε στον τοίχο. Τώρα τελευταία ένιωθε πολύ κουρασμένος.

Έμεινε έτσι για λίγο χωρίς καμιά σκέψη. Τον έφεραν στην πραγματικότητα οι αστυνομικοί που όρμησαν μέσα. O τρόπος που τον άρπαξαν δεν του άρεσε. «Λες κι έχω κάνει φόνο» σκέφτηκε. Από την ανοιχτή πόρτα ξεχώριζε τώρα τις φωνές έξω: «Με το χαρτοκόπτη», «Πρέπει να ήταν πάνω στο γραφείο», «Σε κλάσματα δευτερολέπτου». Έσκυψε το κεφάλι και πρόσεξε τα αίματα στο άσπρο του πουκάμισο.

Τα δυο αυτοκίνητα ξεκίνησαν σχεδόν μαζί. Το νοσοκομειακό πρώτα, το αστυνομικό μετά. Αυτός ο διαπεραστικός θόρυβος των σειρήνων τον ενοχλούσε φοβερά, του τρυπούσε τ’ αυτιά κι αυτό το παράξενο αυτοκίνητο έτρεχε σαν δαιμονισμένο. Ποτέ του δεν είχε μπει σε τέτοια κλούβα. Τι πράγμα ήταν αυτό; Μόνο ένα παραθυράκι στο πίσω μέρος. Ένα μικρό παραθυράκι με κάθετες κι οριζόντιες σιδεριές. Όμοιο σταυρόλεξο.

--------------------------------------
Από τη συλλογή διηγημάτων Η κόρη του δραγουμάνου, Μεταίχμιο 2003 (κρατικό βραβείο)
Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "ο Κύκλος", Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1980, σελ. 194


13 Ιουλ 2017

ΠΙΚΡΟΛΙΘΟΣ


ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Νίκου Νικολάου- Χατζημιχαήλ
Π ι κ ρ ό λ ι θ ο ς
σημειώσεις σχεδίας
ΚΑΡΒΑΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Όσο κι αν είναι αντίθετο προς τα συνήθη, σπεύδω να εκφράσω το θαυμασμό μου στην έκδοση, στο καλαίσθητο, επιμελημένο, βγαλμένο από τα χέρια του ίδιου του ποιητή πραγματικό έργο τέχνης, το βιβλίο του Νίκου Νικολάου- Χατζημιχαήλ Πικρόλιθος.

Διαβάζοντας αυτές τις μέρες και το συλλειτούργημα των Κώστα Βασιλείου και Καίτης Χρίστη «Αλταμίρα», συλλαμβάνω τα υπόγεια ρεύματα που δένουν τους ποιητές ή φιλοσόφους να ανατρέχουν στις ρίζες του ανθρώπου, όσο πιο πέρα από το σήμερα, στα παλαιολιθικά ή νεολιθικά χρόνια, για να αισθανθούν τα πρώτα ρίγη και σκιρτήματα του προπάτορά μας και να τα εκφράσουν στην παρθενικότητά τους, χωρίς με αυτό να υπονοώ πως είχε γνώση ο ένας του έργου του άλλου. Τις ρίζες, αυτές ανασκάπτουν, με αυτές αναστρέφονται και σ’ αυτές επιστρέφουν όσοι αγαπούν τα βάθη.

Το εισαγωγικό ποίημα Τα Βότσαλα μπορούμε να πούμε πως εκθέτει μια πτυχή της ποιητικής του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ. Ποιες εμπειρίες ζωής, πόση αγάπη κι έρωτας καλού, περιπέτειες και φουρτούνες διέρχεται ο ποιητής. Μέσα από αυτές η φθαρτική επεξεργασία του ποιήματος συντελείται κι έτσι απαστράπτον το ποίημα εκτίθεται ελπιδοφόρο και αναστάσιμο.

Η Πέτρα μας ταξιδεύει χιλιάδες χρόνια πριν, στον παλαιολιθικό άνθρωπο ή στην ουσία του ανθρώπου ή στον homo faber με την πέτρα στο χέρι αλλά προπάντων με το συγκινητικό για τους γνωρίσαντες την προσφυγιά: «Μα πάντα μένω στα ίδια δάση/Στα ίδια μέρη το χώμα πατώ.» Στο β΄ τα πρώτα σκιρτήματα, ο φόβος και τρόμος στο άγνωστο, η προσευχή, έξω και έσω ταραχές ενώ στο γ΄ ο άνθρωπος κυνηγός, ο φόνος του ζώου, το ιερό και το θείο εκφρασμένα στην τέχνη. Ο παραποτάμιος άνθρωπος στις πρώτες εκδηλώσεις του πολιτισμού, πλάθει πηλό και τραγούδι, κάπου εκεί στη Χοιροκοιτία μας κι ύστερα το ταξίδι στη θάλασσα με το κουπί στο χέρι. Ήταν μια ωραία περιδιάβαση στον έξω και μέσα μας κόσμο, στα βάθη των καιρών και των τόπων.

Τα Πουλιά, μια άλλη ωραία σελίδα του βιβλίου, με μικρά πουλιά κι αστερίσκους στο κείμενο, η αναπνοή του αναγνώστη, το κόψιμο του στίχου, ο αστερόεις ουρανός του ποιήματος και των ερωτηματικών των πουλιών, ερωτηματικών για τα πουλιά, που μέσα στο σκοτάδι «βρίσκουν τον δρόμο κι επιστρέφουνε στις ίδιες ακτές» Ποια δύναμη φέρνει ξανά τα πουλιά στον τόπο τους, ποια βία κρατά τους ανθρώπους μακριά από το γενέθλιο τόπο;     ( υπολανθάνουσα ερώτηση του αναγνώστη.)

Η Σχεδία, ένας Οδυσσέας αιώνιος ταξιδευτής, όλα ένα γύρο σιωπηλά, χωρίς τα ερωτήματα του ανθρώπου, βασανιστικά και αναπάντητα, «Μα εγώ, αντέχω, τραγουδώ, πεισμώνω/ ακούω τους χτύπους της καρδιάς/ χτύπους με μυστικό ρυθμό/ για τη χαρά του ταξιδιού και μόνο».

Το Τραγούδι του Ναύτη της Σχεδίας, μια αποστροφή στα πουλιά θαλασσοπούλια συνοδούς στο ταξίδι και μια απάντηση εκ των ένδον, ένας διάλογος και βαθιά συνειδητοποίηση πως η κάθε γνώση είναι κι ένας θάνατος, κάθε απομάκρυνση από τη γη είναι ένα θαλάσσιο ταξίδι κάποτε χωρίς τελειωμό.

Το Ακρογιάλι, η επιστροφή από το ταξίδι κι ο απολογισμός, «γνωρίζω μόνο από πέτρα* γνωρίζω μόνο από πουλιά* γνωρίζω μόνο από ταξίδια.»

Έρωτας και Θάνατος: Ένα ποιητικό ζευγάρωμα φιδιών κι ύστερα το καταβρόχθισμα ενός πουλιού, μιας μάνας, μια σκηνή τρομαχτική, που όμως η τέχνη την μεταποιεί μεταφέροντας τη συγκίνηση σε άλλα επίπεδα, αισθητικά.

Παλιό Καράβι: Θέλοντας μη θέλοντας ο νους μας ταξιδεύει στην Οδύσσεια, τον Οδυσσέα που’ φτιαχνε τη σχεδία του με τόση γνώση και μαστοριά, για ν’ ανοιχτεί στο πέλαγο, να φτάσει στην πατρίδα. Κι ο ποιητής ταξιδευτής φτιάχνει τη δική του για τα ατέλειωτα ταξίδια του… «Σκορπούσα μύγδαλα κι ολόγλυκο κρασί κερνούσα/ καθώς τον κόσμο θάμπωνε ο αστραφτερός χαλκός/ κι ύστερα γύριζα με το καράβι φορτωμένο ελπίδα/ γύριζα με το καράβι φορτωμένο φως».

Πικρόμελο, ένα κείμενο σε συνεχή λόγο, με τους αστερίσκους του, στα χρόνια του Ονήσιλου, της επίθεσης των Περσών εναντίον της Κύπρου, ένας αγώνας για το καλό αποτυγχάνει από την προδοσία, τα όσα ζήσαμε το 1974 θλιβερά … « να φυλάγεστε απ’ τους αισχρούς Στασάνορες μα, πιο πολύ απ’ τους προδότες Γόργους». Τον αδελφό του Ονήσιλου Γόργο, θυμάστε. Ένα πυκνό κείμενο, γεμάτο γνώση και πείρα, ήχους κι απόηχους, νύξεις και διδαχές.

Η Σκήτη 
α΄
Ο Μαχαιράς, ο τόπος της θυσίας του Γρηγόρη Αυξεντίου το 1957, το τοπίο, ο ήλιος, η θυσία συνταιριασμένη με τις μυροφόρες της Μεγάλης Παρασκευής και τη θεϊκή θυσία, η επιφάνεια και το βάθος των πραγμάτων.

β΄
Ο ποιητής ως ήρως του αγώνα, ως Αυξεντίου στη σπηλιά του, εκεί μέσα που βρίσκεται το φως, ακούονται οι διαταγές των εγγλέζων, η μάχη, σε λίγο το κάψιμο του ήρωα, μα προπάντων η έμφαση στην ελευθερία που υπάρχει μόνο όταν οι άνθρωποι αγωνίζονται γι΄αυτήν. Η αντιστροφή των πραγμάτων ή η ορθή αντίληψή τους: μέσα στη σπηλιά του αγωνιζόμενου το φως, έξω το σκοτάδι, ενώ ο φόβος της προδοσίας μεγαλύτερος από τον ίδιο τον εχθρό. Μια σελίδα της Ιστορίας μας γραμμένη με αίμα, που «θα λέει ο πατέρας στο γιο κι παππούς στο εγγόνι» σελίδα σε συνεχή λόγο, με τους αστερίσκους της στις παύσεις και τον αναγκαίο ρυθμό της.

Διάλογος
Του Κυριάκου Μάτση με τους Εγγλέζους, οι ηρωικές στιγμές, τα βασανιστήρια κι η περήφανη απάντηση «ου περί χρημάτων…», οι τελευταίες στιγμές στο κρησφύγετο, ένας διάλογος με κόκκινα γράμματα ο Μάτσης, με μαύρα οι οχτροί. Μηνύματα αιώνιας περηφάνιας και αξιοπρέπειας, σε λόγο λιτό, ήρεμο, συντελεσμένο, με απόηχους παραμυθιού, Ιστορίας, λαϊκής θυμοσοφίας, προπάντων όμως σεβασμού στον καιρό και στον ήρωα.

Το Πηγάδι
Συγκινητικότατο το τραγούδι «Τέσσερα τζαι τέσσερα μας κάμνουσιν οκτώ…» συνοδεύει το θάνατο του νεαρού στρατιώτη του 1974, του οποίου βρέθηκαν τα οστά σε πηγάδι, μια από τις συνήθεις σελίδες της νεότερης Κυπριακής Ιστορίας. Σαν μέσα σε παραμύθι όσα ζούσαν οι άνθρωποι πριν το μεγάλο κακό, πραγματοποιούνται στη συγκλονιστική τραγικότητά τους τον καιρό του πολέμου. Όσο κι αν ο ποιητής συγκρατημένος θέλει να κρατηθεί μακριά και αντικειμενικά να αφηγηθεί, η συγκίνηση είναι διάσπαρτη στο κείμενο αφ’ εαυτής.

Νανούρισμα
Μεγάλη η τέχνη της συνύφανσης της δημοτικής μας παράδοσης, το νανούρισμα «Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά..» με την σκληρή πραγματικότητα του μικρού κοριτσιού που βρέθηκε να γλύφει τα αίματα της μάνας της τον καιρό της βάρβαρης εισβολής. Συνταρακτικές στιγμές της Ιστορίας, της προσωπικής Ιστορίας ανθρώπων, ο ποιητής μεταποιώντας μεταγγίζει, εξημερώνει.

Μονόλογος Σπουργίτη
Η παιδική ηλικία, αρχή και τέλος του Ανθρώπου, σφραγίς δωρεάς, μεταφέρει εικόνες και σύμβολα, αγκαλιάζει ιστορικά γεγονότα και αποστέλλει μηνύματα για το δίκαιο και άδικο, για την προσδοκία πως και σ’ αυτό τον τόπο θα «ξεδιπλώσει τις φτερούγες του ξανά * του δίκαιου ήλιου πύρινος ένας κριτής αητός.»

Το βιβλίο συμπληρώνουν Σημειώσεις, Γλωσσάριο, αναφορά στις εικόνες του.

Ένα έργο πολυπλεύρως θαυμαστό.

------------------------------------
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ


Ο Στέλιος Παπαντωνίου γεννήθηκε στη Λευκωσία..Σπούδασε φιλολογία στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ανάπτυξη Προγραμμάτων στο Πανεπιστήμιο SUNY στο Albany της Νέας Υόρκης από όπου πήρε τον τίτλο του MSc. Δίδαξε σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και εργάστηκε στην Ανάπτυξη Προγραμμάτων όπου και συνέγραψε βιβλία για τη διδασκαλία της Νέας Ελληνικής και Ανθολογίες Κυπριακής, Ελληνικής Ποίησης και Δοκιμίου με ομάδα φιλολόγων. Ως μέλος της Φιλοσοφικής Εταιρείας Κύπρου έκαμε διαλέξεις σε θέματα φιλοσοφίας και μετέσχε ενεργά στις εκδόσεις του περιοδικού της Φιλοσοφικής Εταιρείας Κύπρου «Ο Ζήνων». Παρουσίασε το έργο Κυπρίων δασκάλων, έργα ποιητών και βιβλία διαφόρων Κυπρίων συγγραφέων. Άρθρα του στην πολιτική ζωή του τόπου φιλοξενούνται στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος. Το έργο του βρίσκεται σε ηλεκτρονική μορφή στο Scribd και στο blog του στο διαδίκτυο.



Εξέδωσε την ποιητική συλλογή ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ και το βιβλίο ΣΤΩΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ.




7 Ιουλ 2017

20 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ


ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ


Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

20 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΡΒΑΣ, 2014

Είναι παρήγορο που υπάρχουν λογοτέχνες με την ειλικρίνεια, την παιδική ψυχή, τη γλυκύτητα στην έκφραση, που ταξιδεύουν τον αναγνώστη στον παράδεισο όλων των ανθρώπων, την παιδική ηλικία, όσο δύσκολη κι αν ήταν. Ο πρόσφυγας επιστρέφει στη γενέθλια γη, που δεν είναι μόνο γη αλλά και χρόνος, καιρός. Με την παιδική ματιά θυμάται και γράφει ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, ιστορεί τους παππούδες, τον πατέρα, τα αλησμόνητα τοπία της χαμένης τώρα Εδέμ. Κάπου εκεί στην Καρπασία, κάπου στην Αμμόχωστο.

Μια συλλογή από είκοσι διηγήματα, συγκινήσεις που γεννά η αθανατισμένη στιγμή, χωρίς προσπάθεια γλωσσικής αλλοίωσης, πειραματισμών και ακροβατισμών, σε μια στρωτή νεοελληνική, με ηδύτητα και γαλήνη γραμμένη.

Μερικά δείγματα των διηγημάτων:

Ο «Γητευτής των Μυρμηγκιών» μπορεί να διαβαστεί και αλληγορικά, σαν τον Εγγλέζο ή Αμερικάνο που καθοδηγεί την Ελλάδα και την Τουρκία να ακολουθούν τις οδηγίες τους κατά τα συμφέροντα των μεγάλων.

Συγκινητική «Η Κιθάρα», με την επίσκεψη στο πατρογονικό, κατειλημμένο τώρα, με την κιθάρα στον τοίχο και τον ξένο να υποστηρίζει πως τώρα είναι δικό του και το σπίτι κι η κιθάρα, ενώ η ελληνική σημαία ανεμίζει κουρτίνα στο παράθυρο. Κάτι απάνθρωπο, άγνωστο στους πολλούς συναίσθημα, που είχαμε όμως την κατάρα οι Έλληνες της Κύπρου και της προσφυγιάς να νιώσουμε και νιώθουμε.

Για την «Επιστροφή στην Ευτυχία», στην Αμμόχωστο, χαρακτηριστική η τελευταία παράγραφος, ένα κάποιο δείγμα γραφής, «Μια πόλη καταδικάστηκε σε αργό θάνατο και για μια ακόμα φορά η βοήθεια που περιμένει δεν έρχεται. Και δεν είναι μόνο τα σπίτια, τα σχολεία, οι εκκλησιές που αργοπεθαίνουν. Τον ίδιο αργό θάνατο βιώνουν και όλοι όσοι έτυχε να ζήσουν και να αγαπήσουν αυτή τη μαγική πόλη, προδομένοι και διωγμένοι βίαια μακριά της, προσπαθώντας να κρατηθούν όρθιοι, φυλάγοντας την πόλη όλη ζωντανή μες στην καρδιά τους.»

«Η πόλη όλη» στην Αμμόχωστο πάλι, των γυμνασιακών χρόνων, μ’ ένα παπαγάλο στο κλουβί, να ζει ανήσυχος το δεύτερο Αττίλα, την καταστροφή και την ερήμωση, αποφασισμένο όμως να παραμείνει εκεί πάντα, σαν η ψυχή της πόλης… « Πολλοί μαρτυρούν με έκπληξη κάθε φορά που πηγαίνουν, βλέπουν ένα παράξενο πουλί να τριγυρνά εκεί κοντά. Είναι το πουλί που ‘δεν πεθαίνει ποτέ’, το βλέπουν να κάθεται επάνω στα θλιβερά και ανατριχιαστικά συρματοπλέγματα και να επαναλαμβάνει δυνατά μια και μοναδική φράση: ‘ την πόλη έκτισε ο Τεύκρος, ο γιος του Τελαμώνα, ο Τεύκροοοος…’» ένα μήνυμα βγαλμένο από τα βάθη των χρόνων της Ιστορίας και της ψυχής.

«Το Ενθυμητάριο» σ’ ένα μουσείο κομπολογιού παρακολουθούμε την κατασκευή ενός κομπολογιού που κρατά στο χέρι ο επισκέπτης, καμωμένου από κουκούτσια ελιάς, κάθε ένα και μια μέρα βασανιστηρίων του πατέρα στα χέρια των Τούρκων με την εισβολή. Συγκινητικότατο, δυνατό στα μηνύματα θέλησης για ελεύθερη και αξιοπρεπή ζωή.

«Η Καρδερίνα Γύρισε» Με πολλή στοργή προς την καρδερίνα αναφέρεται ο συγγραφέας, με ένα βαθύ σεβασμό στη μνήμη του πατέρα, θυμάται τον ερχομό της, τη συντροφιά της, την απελευθέρωσή της, αφού οι άνθρωποι απαιτούν από τους κυρίαρχους ξένους την ελευθερία τους. Κι ύστερα όμως την επιστροφή της και πάλι, με τη διαβεβαίωση στο τέλος πως «Δεν χάθηκες. Με ακολουθείς όπου και να πάω. Χαίρεσαι με τις χαρές μου και λυπάσαι με τις λύπες μου. Και ξέρω ότι δεν θα φύγεις ποτέ πια από κοντά μου. Ποτέ.»

«Η Αγία Ρόδη η Ποιήτρια» ένα συναξάρι ιστορημένο με τέχνη για τη Χατζηροδού την ποιήτρια, μια άγια ασκητική μορφή ποιητική, που είχε στο ερημικό της την εικόνα της αγίας Ρόδης. Μύρον ευωδίας πνευματικής.

«Ξέρεις ποδήλατο;» η αθώα παιδική καρδιά, οι πρώτες προσπάθειες του παιδιού να μάθει ποδήλατο, ο ενθουσιασμός από τη δωρεά, τα πρώτα σκιρτήματα πως ο άνθρωπος τα καταφέρνει, εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του. Η ποίηση εδώ είναι η ανάπτυξη ενός βυσσινιού ποδηλάτου.

«Η Ελβίρα» με τον πατέρα, το μικρό πρώτο σκίρτημα αγάπης στη γειτονοπούλα, η εμπιστοσύνη στις δυνάμεις, δίδαγμα πατρικό, που ακολουθεί φαίνεται τον συγγραφέα σ΄όλη τη ζωή.

Κλείνω την περιδιάβασή μου σε μερικά διηγήματα του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ με την τελευταία συγκινητική και περιεκτική φράση από το διήγημα «Τα πουλιά κλαίνε»:

«Από τη μέρα που είχαμε πάει μαζί του στο στήσιμο των ξόβεργων, είχαμε καταλάβει και κάτι άλλο, κάτι που γνωρίζουν μόνο όσοι ζουν στις αγροτικές περιοχές: τα πουλιά δεν κελαηδούν. Κλαίνε.»

Περιεκτικότατο μήνυμα του συγγραφέα για το έργο του.


--------------------------------------

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ


Ο Στέλιος Παπαντωνίου γεννήθηκε στη Λευκωσία.. Σπούδασε φιλολογία στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ανάπτυξη Προγραμμάτων στο Πανεπιστήμιο SUNY στο Albany της Νέας Υόρκης από όπου πήρε τον τίτλο του MSc. Δίδαξε σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και εργάστηκε στην Ανάπτυξη Προγραμμάτων όπου και συνέγραψε βιβλία για τη διδασκαλία της Νέας Ελληνικής και Ανθολογίες Κυπριακής, Ελληνικής Ποίησης και Δοκιμίου με ομάδα φιλολόγων. Ως μέλος της Φιλοσοφικής Εταιρείας Κύπρου έκαμε διαλέξεις σε θέματα φιλοσοφίας και μετέσχε ενεργά στις εκδόσεις του περιοδικού της Φιλοσοφικής Εταιρείας Κύπρου «Ο Ζήνων». Παρουσίασε το έργο Κυπρίων δασκάλων, έργα ποιητών και βιβλία διαφόρων Κυπρίων συγγραφέων. Άρθρα του στην πολιτική ζωή του τόπου φιλοξενούνται στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος. Το έργο του βρίσκεται σε ηλεκτρονική μορφή στο Scribd και στο blog του στο διαδίκτυο.



Εξέδωσε την ποιητική συλλογή ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ και το βιβλίο ΣΤΩΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ.




3 Ιουλ 2017

ISOLAMARA


Κρεσέντσιο Σαντζίλιο
Εἰσαγωγὴ
στὴ δίγλωσση ἔκδοση Isolamara, των εκδόσεων Fermenti, Ρώμη 2016
τῶν ποιητικῶν συλλογῶν
Διθαλάσσου (I Due Mari) καὶ Πικρόλιθος (Pietramara)
τοῦ Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Διαβάζοντας τὶς δυὸ ποιητικὲς συλλογὲς τοῦ Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ, ποὺ παρουσιάζονται ἐδῶ μεταφρασμένες, ἡ πιὸ καθαρὴ ἐντύπωση, ἢ μᾶλλον βεβαιότητα, ποὺ εἰσπράττεται ἀπ᾿ αὐτὲς εἶναι ὅτι βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ ἕναν δημιουργὸ οὐσιαστικοῦ λυρικοῦ διαμετρήματος καὶ μαζὶ ἄμεσου περιγραφικοῦ ρεαλισμοῦ, δυὸ ἰδιοτήτων ποὺ ἐδῶ συνδυάζονται σοφὰ σὲ μιὰν ἀτμόσφαιρα τρυφερῆς νοσταλγίας καὶ συγκρατημένου πάθους.
Ὡστόσο, καὶ πέρα ἀπὸ μιὰ τέτοια διαπίστωση, τὴν ὁποία θὰ ἐξετάσω στὴ συνέχεια, ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ στὴν προαναφερθείσα ποιητικὴ δημιουργία, οὐσιαστικῶς καὶ ἀσφαλῶς δὲν πρόκειται γιὰ δυὸ ποιητικὲς συλλογὲς πραγματικὰ ξεχωριστὲς μεταξύ τους καὶ ἐντελῶς διακριτές, μέσῳ μιᾶς ἐγκεφαλικῆς ἔμπνευσης καὶ παραστατικῆς γεωμετρικότητας καὶ χωρὶς ἀμοιβαίους δεσμοὺς ἐπαφῆς μεταξύ τους.  Ἀλλὰ πιὸ πολὺ ὅτι πρόκειται γιὰ δυὸ ποιητικὰ ἔργα ὀργανικῶς ἐπικοινωνοῦντα μεταξύ τους, διαρθρωμένα σὲ στροφές (τὶς ἐπὶ μέρους συνθέσεις), τὸ καθένα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἰσδύει ὀσμωτικῶς στὸ ἄλλο, ὄντας ἀμοιβαίως ἑνωμένα μὲ μιὰν ἑνοποιούσα σκέψη καὶ μιὰν ἑνιαία δημιουργικὴ πνευματικὴ διαδικασία.
Ὑπάρχει ὡς ἐκ τούτου μιὰ ἀκριβὴς ἐσωτερικὴ συνοχή, ἡ ὁποία διατρέχει καὶ συνδέει τὴ διπλὴ ποιητικὴ δομή, διαρθρώνοντας μ᾿ αὐτὴν τὴ σταθερότητα τοῦ στοχασμοῦ καὶ ἀποδίδοντας σὲ κάθε ἐπὶ μέρους ποίημα τὸν χαρακτήρα καὶ τὸ ἀπαραίτητο ὑπόστρωμα στὸ ψηφιδωτὸ σύνολο τῶν δυὸ ποιητικῶν συνθέσεων.
Μὲ αὐτὸ τὸ δεδομένο, μέσα στὸ πανόραμα τῆς σύγχρονης κυπριακῆς ποίησης, ὁ Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαὴλ εἶναι ἀσφαλῶς ἕνας ἀπὸ τοὺς περισσότερο ἀλγοῦντες ὑμνωδοὺς τῆς πατρίδας του, τῆς βιαίως ἐξαρθρωμένης καὶ βιαίως ἀποσπασμένης ἀπ᾿ αὐτὸν ἀπὸ τὸ 1974 ὡς σήμερα, καὶ μὲ τὸν πολὺ μεγάλο κίνδυνο ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς νὰ καταστεῖ ὁριστικῶς χαμένη. Ὁ λόγος του εἶναι ἤρεμος καὶ ὅμως σπαρακτικός, στὸν τόνο ἑνὸς νόστου διαβρωτικοῦ, καὶ γιὰ τοῦτο καταπληγωμένος ἀπὸ καθημαγμένα σημάδια βάρβαρης ὠμότητας, τὴν ὁποία ξέρει καλὰ μόνο ἐκεῖνος ποὺ τὴν ὑπέστη καὶ ποὺ ὁ ξένος δὲν μπορεῖ νὰ τὴ φανταστεῖ. Ὑπαινιγμοὶ καὶ μεταφορές, συνεκδοχές, ὑπερβατὰ καὶ ἀναφορὲς βοηθοῦν νὰ ἀφηγηθεῖ καίριες στιγμὲς ὁλοκαυτωμάτων της ἱστορίας τῆς Κύπρου στὴν εἰκοσαετία ἀπὸ τὸ 1955 ὡς τὸ 1974.
Ὁ Νικολάου-Χατζημιχαὴλ κατάγεται ἀπὸ ἐκείνη τὴ λωρίδα γῆς ποὺ μοιάζει μὲ δάχτυλο προτεταμένο πρὸς τὴ Συρία, ὀνομαζόμενη Καρπασία, τὴν ὁποία οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες εἶχαν παρονομάσει βοὸς οὐράν, οὐρὰ τοῦ βοδιοῦ.
Ἡ ζωή του διαβαίνει ἀνάμεσα στὴν Καρπασία καὶ στὴν Ἀμμόχωστο, τὴν ὁποία οἱ δυτικοὶ ὀνομάζουν Φαμαγκούστα.  Καὶ οἱ δυό, ἀπὸ τὸν Αὔγουστο τοῦ 1974, ἀποτελοῦν μέρος τοῦ 37% τοῦ ἐδάφους τῆς Κύπρου ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τουρκικὴ κατοχή. Ὑπάρχει ὡστόσο μιὰ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δυό: στὴ χερσόνησο τῆς Καρπασίας παραμένει ἀκόμα ἕνας ἀριθμὸς ἑλληνοκυπρίων παγιδευμένων, ὑπολείμματα, θὰ μποροῦσα νὰ πῶ, μιᾶς τουρκικῆς πολιτικῆς ἀποφασιστικῶς γενοκτονικῆς, τὴν ὁποία ἡ ἐγκληματικὴ ἀδιαφορία τῆς διεθνοῦς κοινότητας τὴν ἀφήνει συνεχῶς ἀτιμώρητη, μολονότι τὴν ἀντιμετωπίζει ὡς ἕνα καταφανὲς ἔγκλημα κατὰ τῆς ἀνθρωπότητας, καταδικασθὲν ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ τὶς σωστὲς νομοθεσίες τοῦ κόσμου.
Σ᾿ αὐτὴ τὴν Ἀχαιῶν Ἀκτή, ποδοπατημένη ἀπὸ τὴν τουρκικὴ στρατιωτικὴ μπότα, ζοῦν φυλακισμένοι οἱ ἐπιζήσαντες τῆς ἐθνοκάθαρσης, ποὺ ἐκτελέστηκε ἀπὸ τὸν Ἐτζεβὶτ ἀπὸ τὸ 1974 καὶ μετά.  Ἀποτελοῦν τὴν πατρίδα ποὺ ἀφανίζεται, τὴν ἱστορία ποὺ χάνεται, τὴν ἑλληνικότητα ποὺ ξεφτίζει.
Ἔχει λεχθεῖ (ἀπὸ τὸν Θ. Πυλαρινό) ὅτι τὰ ποιήματα τοῦ Νικολάου-Χατζημιχαὴλ εἶναι ἕνας ὕμνος καὶ θρῆνος γι᾿ αὐτὴν τὴν χαμένη γενέθλια γῆ, μὲ τὶς τελευταῖες της εἰκόνες μιᾶς ἀλησμόνητης ἑλληνικῆς-κυπριακῆς ἐποχῆς, καὶ πραγματικὰ αὐτὸς ὁ πολύτιμος ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια τόπος, ἀνάμεσα σὲ δυὸ θάλασσες, διθάλασσος, ἀντιπροσωπεύει καὶ τώρα τὴν ἴδια μυθολογία τῆς ὅλης πατρίδας, τὴ γεμάτη φόβο καὶ τελικὴ τώρα ἐξιδανίκευση ἑνὸς τοπίου καὶ ἑνὸς κόσμου, ποὺ ὁ πόθος γι᾿ αὐτὰ τυραννεῖ ἀκόμα τὴν ψυχὴ καὶ διαπερνᾶ τὴ μνήμη.
Τὸ χαρισματικὸ καρπασίτικο πανόραμα διαστέλλεται σὲ ἕνα σύμπαν ποὺ δεσπόζει συμπαγὲς καὶ ὅπου φέγγουν οἰκεῖα πρόσωπα, εἰκόνες τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ὀπτασίες περασμένης εὐτυχίας,
ἀνάμεσα σὲ θάλασσες ποὺ ματώνουν
καὶ ὅλο αὐτὸ μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἀσθμαίνουσας ἐλπίδας γιὰ ἀναγέννηση καὶ ἐπανάκτηση τῶν δικαιωμάτων τῆς ζωῆς ποὺ ἀφανίστηκε μὲ τὴ βία:
περιμένουμε τὴ στιγμὴ                                                                                                        
ποὺ τὰ πουλιὰ θὰ ἀνοίξουν πάλι τὰ φτερά τους.
Ὑπάρχει μέσα στὴν ποιητικὴ πράξη τοῦ Νικολάου-Χατζημιχαὴλ ἕνα συμβολικὸ στοιχεῖο ταυτοποιητικοῦ ἰδεολογικοῦ περιεχομένου: ἡ πέτρα, ὁ ἐλάχιστος κοινὸς παρονομαστὴς μιᾶς ὀντότητας ὑλικῆς καὶ ἰδανικῆς, φυσικῆς καὶ πνευματικῆς, ἱστορικῆς καὶ ἐνδεχόμενης: τῆς Πατρίδας!
Ὁ ποιητὴς κουβαλᾶ μαζί του, σφίγγει μέσα στὸ χέρι του πάντα τὴν πέτρα, τὸν “πι-κρόλιθο”, τὴν  “πικρὴ πατρίδα”
περπατῶ μὲ μιὰ πέτρα στὸ χέρι
σὲ ἕνα ταξίδι εὐλαβοῦς ἀποδοχῆς τῆς πατρίδας, μαζὶ ὅμως καὶ τῆς προσωπικῆς αὐ-τογνωσίας μέσῳ τῆς ἴδιας τῆς πατρίδας καὶ γιὰ τὴν πατρίδα.
Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, ἡ πατρικὴ γῆ, μὲ ὅλα τὰ συναισθηματικά, ἀνθρωπολογικά, ἐμπειρικὰ καὶ ὑπαρξιακὰ συστατικά της, ἀποτελεῖ ἕνα ἀναπόσπαστο κομμάτι ἐμᾶς τῶν ἴδιων. Ἐδῶ ὅμως ὁ ποιητής, ὑπερβαίνοντας τὶς συνηθισμένες συμβάσεις τῆς γενικότητας, παρενείρει μέσα στὴν πέτρα τὴ δική του μοναδική, ἐντελῶς προσωπικὴ καὶ ἀποκλειστικὴ ὁδοιπορικὴ πληρότητα μέσα στὴ ζωντανὴ μυθολογία μιᾶς πατρίδας, ποὺ τὸν ἀνεβάζει, τὸν κάνει νὰ ὑποφέρει, τοῦ προσφέρει ἐλπίδα καὶ ἀπελπισία, τόσο, ποὺ ἐκεῖνος τελικῶς νὰ τὴ σωματοποιεῖ, νὰ νιώθει τοὺς παλμοὺς τῶν διεσπαρμένων μελῶν της, τοὺς χτύπους τῆς θυσιασμένης καρδιᾶς της: καὶ δὲν τοῦ εἶναι πιὰ ἀρκετὸ νὰ τὴν κουβαλᾶ στὸ χέρι, μὲ στοργὴ καὶ ἀγωνία, ἀλλὰ πάει πιὸ πέρα, ἀποδίδοντάς της δυνάμεις ἀποτρεπτικὲς

μιὰ φέτα ἀπ᾿ τὴν πέτρα 
φυλαχτὸ στὸν λαιμό μου κρεμῶ

μέσα στὴν ἀγωνία τῆς γῆς ἀνάμεσα στὶς δυὸ θάλασσες καὶ τὸ ἀμείωτο ψυχικό της βάρος μέσα στὴν ἀγωνιώδη ἀναμονὴ ἑνὸς πάθους ἀθεράπευτου καὶ καταλυτικοῦ.
Καὶ εἶναι ἴσως ὑπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔννοια, πού, ἀντιστρέφοντας τοὺς ὅρους, τὰ βότσαλα καὶ οἱ πέτρες καὶ ἡ πέτρα τοῦ ποιητῆ γίνονται ποιήματα, ἡ Κύπρος γίνεται ποίηση καὶ εἶναι μ᾿ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ποὺ ἡ ποίηση στὴν Κύπρο εἶναι παντοῦ καὶ ἡ Κύπρος εἶναι, μὲ βεβαιότητα, ἡ χώρα τῆς Εὐρώπης μὲ τὴ μεγαλύτερη πυκνότητα ποιητῶν ἀναλόγως πρὸς τὸν πληθυσμό της.
Κι ἔπειτα εἶναι ἡ Ἀμμόχωστος, ἡ ἀγαπημένη ὅλων τῶν Κυπρίων, φτάνει νὰ προφέρουν τὸ ὄνομά της, ἡ περίκλειστη πόλη, τώρα μέσα στὴ φασματική της γεμάτη μνῆμες μαρτυρία, ἡ ὁποία ταλαιπωρεῖ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἱστορία τῆς Κύπρου, μιὰ πόλη προορισμένη νὰ εἶναι μοιραία ἤδη ἀπὸ τὸ 1571, ἀκόμα καὶ πολὺ πιὸ πρίν, μὰ πιὸ πολὺ μετὰ τὸ 1974.
Πόλη σύμβολο (μαζὶ μὲ τὴν Κερύνεια στὸν βορρά), ὅπου φανερώνεται καὶ τελειοῦται ἡ θυσία τοῦ ἀνθρώπου τῆς Κύπρου, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ διαχρονικὸ βάρος τῆς προδοσίας, μιὰ πληγὴ ποὺ μέσα στοὺς αἰῶνες παραμένει ἀνοιχτή στὸ σῶμα τῆς γλυκείας χώρας Κύπρου.
Ἰδού, ἡ θυσία, μιὰ λέξη τῆς ὁποίας οἱ Κύπριοι ἔχουν μεγάλη πείρα καὶ ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ σκέφτεται κάποιος τὸ νόημα τῆς θυσίας χωρίς, ἐξ αἰτίας ὀδυνηρῶν αὐτοματισμῶν, νὰ ξαναφέρνει ἀμέσως στὸν νοῦ τὶς μνῆμες τῆς τραγικῆς καὶ ἡρωϊκῆς πάλης ἐναντίον τῆς ἀγγλικῆς ἀποικιοκρατίας, στὴ διάρκεια τῆς ὁποίας, ἀπέναντι στὴ μεγάλη καὶ ἐπίμονη δίψα γιὰ ἐλευθερία καὶ ἀνεξαρτησία τῶν Κυπρίων ὑψώθηκε ἡ πιὸ ἀπάνθρωπη καὶ αἱμοσταγὴς ἀντίδραση τῶν Βρεττανῶν.
Ὁ Γρηγόρης Αὐξεντίου καὶ ὁ Κυριάκος Μάτσης εἶναι, ἀνάμεσα στοὺς πολλούς, οἱ δυὸ πιὸ ἐμβληματικὲς μορφὲς ποὺ καταυγάζουν τὸ ἐπαναστατικὸ τοπίο, τοῦ προσδίδουν ἀξιοπρέπεια δόξας καὶ μαζὶ στιγματίζουν τὴν ἀντιϊστορικὴ καὶ ἀπάνθρωπη καταπιεστικὴ ἰσχυρογνωμοσύνη τῶν κατακτητῶν ἀπὸ τὴν Ἀλβιόνα:
μιὰ σκήτη μυστικὴ στὴ γῆ ἔχω σκάψει                                                                 
ἀπὸ πέτρα σκληρή.

Ξανὰ λοιπὸν ἡ πέτρα, ὅλη ἡ Κύπρος ἔγκλειστη στὴν πέτρα τοῦ σπηλαίου, καὶ
κλαίω, γελῶ, τραγουδῶ, σιωπῶ                                                                                        
γιὰ τὸν τόπο μου ὀνειρεύομαι κι ἀκούω τ᾿ ἀηδόνι.

Καὶ βρίσκεται ἐδῶ ἔγκλειστη ἡ γήϊνη παρουσία τοῦ πρώτου, ἐνῶ
τραγούδι γλυκὸ τραγουδῶ                                                                                                            
καὶ ποτὲ μὰ ποτὲ δὲν σταματῶ

γιατὶ
λεύτερος εἶμαι, λεύτερος εἶμαι,                                                                                        
ἔλα ἂν μπορεῖς νὰ μὲ πιάσεις

θυμίζει ὁ δεύτερος, ἀφοῦ ἕνας ὁλόκληρος λαὸς ἀναλαμβάνει, ὡς μαρτυρία τῆς θυσίας του καὶ τῆς κτηνωδίας τῶν ἐχθρῶν, μιὰ πράξη ἐνσυνείδητης ἄρνησης τῆς ἀτέρμονης διαδοχικῆς ὑποταγῆς σὲ ξένες ἐξουσίες, ὅπως αὐτὲς ποὺ ἔζησε ὁ κυπριακὸς λαὸς μέσα στὴ πολυχιλιόχρονη ὕπαρξή του.
Καὶ ὁ θυσιαζόμενος ἥρωας ἀφήνει τὰ ἴχνη τῆς ζωῆς του καὶ τοῦ θανάτου του πάνω στὴν πέτρα, πάνω σὲ ὅλη τὴν Κύπρο, τὴν ὁποία κρατεῖ σφιχτὰ στὸ χέρι, πορευόμενος μαζί της στὴν αἰωνιότητα:
στὴν πέτρα μου ἀφήνω ἕνα κόκκινο                                                                                
σημάδι ἀπὸ αἷμα

ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἐκείνη πέτρα, ποὺ μέσα στὸ ἄλλο χέρι παρουσιάζεται σὰν παντιέρα θάρρους καὶ ἀνδρείας:
θὰ βγῶ μὲ μιὰ πέτρα στὸ χέρι
ἐπειδὴ εἶναι ὁλόκληρη ἡ πατρίδα ποὺ ἀντικρύζει τὸ πεπρωμένο της καὶ μέσα στὴ μοίρα τοῦ θανάτου της δημιουργεῖ τὶς προϋποθέσεις τῆς αἰώνιας ἔξαρσής της, ἑνώνοντας σὲ ἕνα μόνο βωμὸ θριάμβου ὅλους τοὺς μάρτυρες τῆς ἐλευθερίας τοῦ νησιοῦ, χρυσοπράσινου φύλλου ριγμένου στὸ πέλαγο.
Ὅμως ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ τῆς Κύπρου δὲν μπορεῖ οὔτε καὶ τὴ γέννησή της ἀπὸ τὴ θάλασσα νὰ ξεχάσει, τοὺς δεσμοὺς αἵματος μὲ τὴ θάλασσα, ποὺ εἶναι καὶ οἱ δεσμοὶ τῆς ἀνθρώπινης περιπέτειας πάνω στὴ γῆ - μιὰ σχέση ἀτέρμονη, μεγάλης ἀξίας, ἡ ὁποία συμπλέκει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον, τὸ συναίσθημα καὶ τὴν αἴσθηση, ἀκόμα καὶ ὅταν
ἦρθε ἔνα κῦμα ὅλο σκοτάδι                                                                                                           
ἀπὸ τὴν ἄλλη θάλασσα,

αὐτὸ τῶν ἀλλόδοξων εἰσβολέων, σκοτεινῶν μέσα στὸ θρησκευτικὸ καὶ φυλετικό τους μίσος.
Εἴτε εἶναι μιὰ σχεδία εἴτε εἶναι ἕνα πλοῖο, ὁ σκοπὸς εἶναι πάντα ὁ ἴδιος καὶ ἀναλλοίωτος: τὸ ταξίδι, τὸ καβαφικὸ ταξίδι τὸ γεμάτο ἐμπειρίες, τὸ ὁποῖο ὅμως γίνεται αὐτὸ καθ᾿ ἑαυτὸ μακρινὸ χωρὶς σκοπό. Καὶ ἐδῶ ὁ ποιητὴς εἶναι ὁ πιὸ εὐαίσθητος ἑρμηνευτὴς καὶ ἀφηγητής του.
Ἔτσι ἐκεῖνο ποὺ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ σπρώχνει καὶ παρακινεῖ στὴν ἀναχώρηση, παρὰ τὶς κακοκαιρίες καὶ παρὰ τὸν ἄνεμο καὶ τὶς συντριβές, εἶναι νὰ εἶσαι πάντα ἕτοιμος γιὰ ἀναχώρηση, διακινδυνεύοντας ὀδυσσεϊκὰ πρὸς ἕνα ἄλλο πεπρωμένο, πάντοτε πρὸς ἕνα ἄλλο πεπρωμένο, μὲ ἐλπίδα καὶ φῶς, ἀκούοντας μόνο τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς.
Καὶ εἶναι ἴσως αὐτὴ ἡ προοπτικὴ μιᾶς νέας καὶ ἀνακαινισμένης ζωῆς, καὶ γιὰ τοῦτο μὲ διάρκεια δίχως τέλος, ποὺ ἐμψυχώνει τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα, στὴν Ἑλλάδα ἢ στὴν Κύπρο ἢ παντοῦ, μὲ τὸ μάτι στραμμένο στὸν ὁρίζοντα τοῦ αὔριο, ἀλλὰ μὲ τὴν πατρίδα/πέτρα πάντοτε στὸ χέρι:
τότε κι ἐγὼ φυλάγω τὴν πέτρα                                                                                          
καὶ παίρνω στὰ χέρια μιὰ κώπη

γιατὶ βέβαια εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ταξιδεύεις, δὲν εἶναι ὅμως ἀναγκαῖο νὰ ζεῖς (Πλούταρχος), ἀπὸ μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη, ἀπὸ ἕνα σήμερα σὲ ἕνα ἄλλο σήμερα καὶ σ᾿ ἕνα ἄλλο αὔριο, ἀπὸ μιὰν αἰωνιότητα σὲ μιὰν ἄλλη, στὴν αἰωνιότητα ἑνὸς πνεύματος ποὺ ἀναγεννιέται, ποὺ ἀνανεώνεται, ποὺ θαυμάζει τὴν ἀπέραντη ζωὴ ὅπως τὰ πουλιὰ ποὺ ξέρουν τὴν αἰωνιότητα τοῦ ταξιδιοῦ καὶ τῆς ζωῆς μέσα στὸν ἄπειρο οὐρανό, πιστοὶ σύντροφοι στὸ ταξίδι.
Ἔτσι ὁ ποιητής, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ εὐαίσθητος ἀπέναντι στὰ ὁράματα τῶν πουλιῶν καὶ καταλαβαίνει τὰ μυστικά τους καὶ τοὺς ὁρίζοντες, ὁ ποιητὴς ὁ ὁποῖος ταξιδεύει στὸν χρόνο καὶ μέσα στὴν καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ κοντινὲς ἀκτὲς κι ἀπὸ μακρινὲς χῶρες
γνωρίζει μόνο τὶς πέτρες                                                                                        
γνωρίζει μόνο τὰ πουλιὰ                                                                                       
γνωρίζει μόνο τὰ ταξίδια

ποὺ διατρέχουν τὴν ἱστορία καὶ τὶς ἱστορίες, τὶς πληγὲς καὶ τοὺς ἔρωτες, τὰ σώματα καὶ τοὺς θανάτους καὶ τέλος τοὺς χρόνους μέσα στὴν οἰκονομία τοῦ πρόσκαιρου καὶ τοῦ αἰώνιου, πορεύεται πέρα ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὴ φθορὰ τῆς ἀνθρώπινης κενοδοξίας καὶ ἀλαζονείας καὶ ταξιδεύει μὲ τὸ καράβι
φορτωμένο ἐλπίδα                                                                                                               
μὲ τὸ καράβι φορτωμένο φῶς

γιατὶ ἡ ζωὴ πρέπει πάντα νὰ νικᾶ, καὶ νικᾶ πάντα, αἰώνιος Φοίνικας.
Ὑπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ὁ Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαὴλ δὲν εἶναι ὁ ποιητὴς τῶν ἀκατάληπτων ἑρμητικῶν καὶ/ἢ σουρρεαλιστικῶν ἀκροβασιῶν, ἀλλὰ ἕνας πραγματικὸς ποιητὴς λυρικῆς καθαρότητας καὶ δωρικῆς βραχυλογίας. Πειστικὸς καὶ ἀληθινός.

Crescenzio  Sangiglio
(μετ.  Γ. Χατζηκωστῆς)