23 Σεπ 2019

ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ


Με αφορμή το νέο βιβλίο 
του Κωστή Κοκκινόφτα
Εξισλαμισμοί και επανεκχριστιανισμοί στην Κύπρο
Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, Λευκωσία 2019, σελίδες 262
του
Νίκου Νικολάου - Χατζημιχαήλ
[από το ιστολόγιό μου ΝΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ:
Κάθε φορά, που συζητώ με φίλους, αναζητώντας τα αίτια των δεινών από τα οποία υποφέρει ακόμα ο τόπος, υπάρχει μια λέξη που συνεχώς στριφογυρίζει στη σκέψη μου: «λινοβάμβακοι». Γι’ αυτό κάθε φορά που πέφτει στα χέρια μου κάποιο άρθρο ή βιβλίο για το θέμα αυτό δεν αναβάλλω ποτέ την ανάγνωσή του. Αυτό συνέβη το καλοκαίρι που μας πέρασε, όταν άνοιξα τον φάκελο που μου έστειλε ο ακούραστος ερευνητής, ο φίλος Κωστής Κοκκινόφτας. Δεν άφησα το βιβλίο του από τα χέρια μου μέχρι που έφτασα στην τελευταία του σελίδα. Πρόσεξα, βέβαια, και κάτι άλλο που κέντρισε πιο πολύ το ενδιαφέρον μου. Ο τίτλος του βιβλίου με παρέπεμπε σε ένα κεφάλαιο για το οποίο δεν γνώριζα πολλά πράγματα: «επανεκχριστιανισμοί». Κάποια πληροφορία που γνώριζα ως τότε ‒αν ήταν αληθινή‒ ήταν ότι, κάποτε οι εξισλαμισθέντες συμπατριώτες μας, είχαν ζητήσει να επανέλθουν στους κόλπους της εκκλησίας αλλά η εκκλησία δεν τους είχε αποδεχτεί. Η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, η αυτογνωσία, είναι βασική προϋπόθεση για τη σωστή πορεία προς το μέλλον. Αυτό αναζήτησα κι εγώ, στο βιβλίο που είχα στα χέρια μου. 
Παλαιότερα είχα διαβάσει τη συνοπτική μελέτη του σεβαστού μου Γυμνασιάρχη στο Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων Αμμοχώστου Κυριάκου Χατζηιωάννου[1]. Η εργασία του πρωτοπαρουσιάστηκε ως διάλεξη, έναν χρόνο μετά την τούρκικη εισβολή, στη Λεμεσό και την αφορμή είχε δώσει μια τηλεοπτική εκπομπή, όπου οι αρχηγοί των κομμάτων[2] υπεστήριξαν ότι οι Τουρκοκύπριοι είναι αδελφοί μας, έπρεπε να τους προσεγγίσουμε φιλικά με στόχο τη σύμπηξη κοινού μετώπου κατά των εισβολέων. Έτσι, περίπου, δημιουργήθηκε η λεγόμενη «επαναπροσέγγιση», κάτι που, βέβαια,  δεν είναι κακό, όμως, κατά τη γνώμη μου, μας αποπροσανατόλισε, με αποτέλεσμα για δεκαετίες, να ξεχάσουμε το πραγματικό πρόβλημα, που είναι η εισβολή και κατοχή και όχι οι όποιες διαφορές έχουμε με τους Τουρκοκύπριους. Έχουμε πάρα πολλά παραδείγματα που αναδεικνύουν τη φιλία, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη μεταξύ μας, ανίκανα όμως να διώξουν τους εισβολείς. Η πραγματικότητα, που διαπιστώνεται καθημερινά είναι διαφορετική: η Τουρκία δεν τους λαμβάνει υπόψη της, ενδιαφέρεται μόνο για τα δικά της συμφέροντα, τα επεκτατικά της σχέδια και όχι για τα συμφέροντα των Τουρκοκυπρίων.

Ας επανέλθουμε όμως, στο βιβλίο του Κωστή Κοκκινόφτα. Όπως λέει ο ίδιος στον πρόλογό του, η βάση επάνω στην οποία στηρίχθηκε για να γραφτεί το βιβλίο ήταν οι παλαιότερες εργασίες του, οι οποίες είχαν δημοσιευτεί σε εφημερίδες περιοδικά και επιστημονικές επετηρίδες, από το 1992 μέχρι και το 2017. Οι εργασίες του αυτές, με θέμα το φαινόμενο των εξισλαμισμών, έχουν εμπλουτισθεί με καινούργια στοιχεία, ώστε να δίνουν πληρέστερη εικόνα για τις διάφορες διαστάσεις του. Η παρουσίαση ανέκδοτου αρχειακού υλικού, έχει στόχο να μας γνωρίσει το σύνοικο στοιχείο. Να γνωρίσουμε την προέλευσή τους, να γνωρίσουμε την ιστορική αλήθεια μέσα από αυθεντικά έγγραφα. Την πραγματική ιστορία του τόπου μας και όχι όπως την έχουν παραποιήσει οι Βρετανοί, κυρίως, συγγραφείς οι οποίοι, ως ανώτεροι υπάλληλοι της βρετανικής διοίκησης του νησιού, το έκαναν σκόπιμα για να εξυπηρετήσουν τα δικά τους πολιτικά συμφέροντα. Και συνεχίζουν, ακόμα και σήμερα, την ίδια φιλοτουρκική τους πολιτική. Το θέμα των εξισλαμισμών δεν εξαντλείται όμως, εδώ, καθώς υπάρχει μεγάλος αριθμός ανέκδοτων εγγράφων που παραμένουν απρόσιτα.
Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου ‒οι πρώτες 150 σελίδες‒ για τους εξισλαμισμούς και επανεκχριστιανισμούς, χωρίζεται σε δύο μέρη: το πρώτο για την τουρκοκρατία (1571-1878) και το δεύτερο για την Αγγλοκρατία (1878-1960). Τα δύο αυτά εμπεριστατωμένα μέρη συμπληρώνονται με 411 υποσημειώσεις. Στις επόμενες 100 σελίδες υπάρχουν σημαντικές πληροφορίες, πλούσια βιβλιογραφία και ευρετήριο. Ένα μέρος δε, 45 σελίδων, αναφέρεται σε είκοσι περίπου έγγραφα και δημοσιεύματα, από το 1867 μέχρι και το 1908, τα οποία παρουσιάζονται αυτούσια με τη δική τους σύνταξη και ορθογραφία και στο τέλος του βιβλίου παρουσιάζονται και οι φωτογραφίες των μισών περίπου από αυτά. Ιδού οι τίτλοι δύο εγγράφων από αυτά:

            Κάτοικοι του χωριού Κώμα του Γιαλού ζητούν τη βοήθεια του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου για να αναγνωριστούν από τις Οθωμανικές Αρχές Κρυπτοχριστιανοί συγχωριανοί τους ως μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας. (19 Μαρτίου 1867)

            Κάτοικοι του χωριού Λιοπέτρι ζητούν τη βοήθεια του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου, για να τεθεί τέρμα στην καταδίωξη, που υφίστανται από μουσουλμάνο κάτοικο του χωριού Βατυλή, ο οποίος εναντιώνεται στη μεταστροφή τους στον Χριστιανισμό.

Το βιβλίο είναι καλογραμμένο και οι πληροφορίες που παρουσιάζονται συμπληρώνονται με πλήθος παραπομπών οι οποίες επεκτείνουν τις γνώσεις μας για το τεράστιο θέμα των λινοβαμβάκων. Το δικό μου συμπέρασμα από το βιβλίο, αλλά και τα άλλα διαβάσματά μου, είναι ότι η πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων δεν είναι Τούρκοι. Ο στρατός τους μετά τη πτώση της Αμμοχώστου το 1571, μπήκε στα πλοία στις 22 του Σεπτέμβρη, και έφυγε, αφήνοντας μόνο μια φρουρά[3]. Όμως, η εξαθλίωση του πληθυσμού, οι αβάστακτοι φόροι που ακολούθησαν ανάγκασαν μέρος του πληθυσμού, ολόκληρα χωριά, να γίνουν αρχικά λινοβάμβακοι και μετά, αρκετοί από αυτούς, να ασπασθούν το ισλάμ.

 Δυστυχώς, η αγγλική διοίκηση ανέκοψε το ρεύμα της επιστροφής, που παρατηρήθηκε στις αρχές της Αγγλοκρατίας, με αποτέλεσμα πολλοί που θα ήθελαν να επιστρέψουν στους κόλπους της Ορθόδοξης εκκλησίας να μη μπορέσουν ποτέ να το πετύχουν αν και βαθειά μέσα τους σιγόκαιε ένας κρυφός πόθος  

Στα παιδικά μου χρόνια, στο Βασίλι, άκουγα συχνά για την Γαληνόπορνη[4], τον Άγιο Συμεών, γειτονικά μας χωριά, με ελληνικά ονόματα και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί οι κάτοικοί τους παρόλο που ήταν Τούρκοι μιλούσαν ελληνικά. Σταματούσαν και ψώνιζαν από το Συνεργατικό Παντοπωλείο μας καθημερινά και συνομιλούσαν με γνωστούς τους που συναντούσαν εκεί. Μια φορά, θυμάμαι, πήγαμε με τον πατέρα μου στην Πλατανισσό ‒επίσης γειτονικό χωριό, με ελληνικότατη ονομασία‒ για να φτιάξει μια πόρτα και τους άκουγα που μιλούσαν ελληνικά, όπως και οι συγχωριανοί μας λίγοι Τούρκοι που είχαμε και που δεν τους είχα ακούσει ποτέ να μιλούν τούρκικα. Απλούστατα δεν γνώριζαν τη γλώσσα, αφού πήγαιναν στο δικό μας σχολείο. Ένας από τους συγχωριανούς μας, ο Νιαζί Μανιέρα, ο πρώτος Τούρκος Υπουργός Υγείας, λέγεται ότι δεν κατάφερε να εισαχθεί για σπουδές σε Στρατιωτική Σχολή της Άγκυρας, γιατί είχαν εξετάσει την περίπτωση του και βρήκαν πως δεν ήταν γνήσιος Τούρκος, είχε είπαν λατινική καταγωγή. Τελικά σπούδασε ιατρική σε Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Εξάσκησε την ιατρική, στο χωριό μας και στην Αμμόχωστο, μάλιστα δε είχε συνεργαστεί κάποτε και συστεγασθεί με τον Αντώνη Γεωργιάδη, επίσης συγχωριανό μας γιατρό και μαζί πρόσφεραν τις ιατρικές τους υπηρεσίες.
 
Δεν γνωρίζω πόσο ενημερωμένοι είναι για το θέμα οι «Τουρκοκύπριοι» (ναι, σε εισαγωγικά πια). Δεν γνωρίζω αν υπάρχουν ακόμα κάποιοι από αυτούς που γνωρίζουν για την καταγωγή τους. Δεν γνωρίζω αν κάποιοι επιθυμούν ή έχουν τη δυνατότητα να επανέλθουν στην παλιά τους θρησκεία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ισλαμοποίηση της κατεχόμενης γης μας πραγματοποιείται επίμονα και με ταχύτατο ρυθμό εις βάρος κάθε στοιχείου που τους υπενθυμίζει ελληνισμό και χριστιανισμό. Η καταστροφή που έγινε είναι απερίγραπτη και μας πληγώνει βαθιά. Εκείνο όμως, που μας πληγώνει ακόμα πιο βαθιά είναι δυστυχώς ο διχασμός ‒η κατάρα που κατατρέχει πάντα τον ελληνισμό‒ που εκδηλώνεται τώρα με τη διχαστική συμπεριφορά και δράση μιας μικρής μερίδας συμπατριωτών μας, όχι απλών αγράμματων χωρικών, αλλά μορφωμένων από όλες τις τάξεις και αρκετοί μάλιστα από αυτούς πολιτικοί. Αυτή τη στάση δεν θα δίσταζα ποτέ να την ονομάσω νεολινοβαμβακισμό.  
    

Η πρώτη σελίδα του εγγράφου αρ.2



[1] Κυριάκου Χατζηιωάννου, Η Καταγωγή των Τουρκοκυπρίων και το Κυπριακό, Λευκωσία 1976.
[2] Γλαύκος Κληρίδης, Εζεκίας Παπαϊωάννου, Βάσος Λυσσαρίδης, Τάκης Ευδόκας.
[3] Μαρία Γκράτζια Σιλιάτο, Η πολιορκία της Αμμοχώστου, Εκδόσεις Σακκάς, Λευκωσία 2003, σελ. 349.
[4] Είναι χαρακτηριστικό ένα παράδειγμα, που δίνει ο Κυριάκος Χατζηιωάννου στον τόμο Τα εν διασπορά Γ΄, σελ. 201, Λευκωσία 1989:
«Στα χρόνια της ανομβρίας οι κάτοικοι του Ριζοκαρπάσου έπαιρναν την εικόνα της Παναγίας της Έλεούσας από τη Μονή της και πορεύονταν σε σχη­ματισμό ιερής πομπής λιτανείας προς το Ριζοκάρπασο. Στην πορεία τους περνούσαν μέσα από το τούρκικο χωριό Γαληνόπορνη, που οι Τούρκοι κάτοικοι του έβγαιναν σε προϋπάντηση τους στην είσοδο του χωριού με πανέρια γεμάτα τρόφιμα και στάμνες γεμάτες νερό. Στη συνέχεια, έμπαινε η πομπή με τη συνοδεία των Τούρκων και προχωρούσε στο κέντρο του, όπου υπήρχε ο ερειπω­μένος ναός της Αγ. Άννας. Εκεί, στα ερείπια του ναού, απέθεταν ευλαβικά την εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας, και ο ιερέας πρώτα, και ο Χότζας ύστερα, ανέπεμπαν δέηση μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Μετά απ’ αυτά, οι Έλληνες αναλάμβαναν την εικόνα της Παναγίας και συνέχιζαν την πορεία τους, ενώ οι Τούρκοι τους κατευώδωναν ώς έξω του χωριού και γύριζαν πίσω. Αυτό έγινε 3-4 φορές, ακόμα και μετά το 1963, οπότε έφτασε στ’ αφτιά του Ντεκτάς κι’ έδωσε διαταγή στους Τούρκους να σταματήσουν αυτές τις εκδη­λώσεις»

ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΜΑΘΟΥΝΤΑ


15 Σεπ 2019

Η ΤΕΧΝΗ ΘΑ ΜΑΣ ΕΝΩΣΕΙ...




"Η Τέχνη θα μας ενώσει όλους μια μέρα, με μυστηριακή ένωση, χωρίς να λογαριάζει ποιοι είμαστε, ποια είναι η πολιτική μας τοποθέτηση, η θρησκεία, οι πεποιθήσεις και τα πιστεύω μας". (Γ. Πολ. Γεωργίου.)

Εύχομαι σε όλους σας μια πολύ όμορφη Κυριακή!

14 Σεπ 2019

Ο ΒΟΣΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ


Γιακουμής Ατσίκκος (1911-1995)

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙΝ ΤΟΥ ΓΕΝΝΑΡΗ
(Λαϊκή ποίηση)


Λάρνακα 1985, λίγο πριν μετακομίσω μόνιμα στη Λευκωσία. Μόλις είχε εκδώσει το βιβλίο του «Το Φεγγάριν του Γεννάρη» και όταν ήρθε να του εξαργυρώσουμε την επιταγή του, μου πρότεινε κι αγόρασα ένα αντίτυπο, απαιτώντας όμως, να μου το υπογράψει. Το έκανε με μεγάλη ευχαρίστηση αργά αργά με το στυλό που του είχα προτείνει. Ήταν ένας γραφικός βοσκός που κυκλοφορούσε πάντα με την παραδοσιακή βράκα, τη ματσούκα και το πιδκιαύλιν του, ένας γλυκός άνθρωπος με ένα ιδιότυπο σκουφάκι κι ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη του: ήταν ο ποιητής Γιακουμής Ατσίκκος.
Πρόσεξα τα έντονα γδαρσίματα στα χέρια του και τον ρώτησα από που προήλθαν. Μου είπε αμέσως τη μικρή του περιπέτεια: «ελίμπισεν ένας κάττος τζαι πείραζεν στη μάντρα. Έκοψά τον μες στη γωνιάν…», σταμάτησε για λίγο και με κοίταξε έντονα και συνέχισε «… έπνιξά τον».

Καθώς απομακρυνόταν, του έκανα ένα πολύ γρήγορο σκίτσο μερικών δευτερολέπτων χρησιμοποιώντας ένα κομμάτι κοινό χαρτί εκτύπωσης που βρέθηκε μπροστά μου∙ αυτό το χαρτί με τις πράσινες ρίγες των υπολογιστών.
 

Δείγμα της δουλειάς του:

Το νιν τζαι το ξυλάλετρον, η σπάθη με την βούλαν
ο άδρωπος, τα δκυό φτερά, εν ερκαλεία ούλα.
Τζαι δκυο τεμόνια ομπροστά που ζέχνασιν την μούλαν
τζι εμαμμουρεύκασιν την γην ΄πο ούλα να γιωρκίσει
να φα γονιός με τα παιθκιά
γιατί εν τζείνη που τα δκια
του κόσμου της να ζήσει.
Γιατί που πρωτοπλάστηκεν
με τον θεόν σεβάστηκεν
η γη να τον ταΐσει.
Εν χώμαν της, εν μάλιν της τζαι τζείνη να το ρίζει,
να τρω να πίνει ώσπου ζιει τζαι πίσω να γυρίζει,
χώμα πάλε να γίνεται. τζαι κανενού ΄ν χαρίζει.



Γλωσσάρι
νιν, το υνί
σπάθη, εξάρτημα του κυπριακού αλέτρου
βούλα, η ξύλινη θέση του αρότρου που μπαίνει το υνί
άδρωπος, εξάρτημα του κυπριακού αλέτρου (το μέρος που κρατεί ο γεωργός)
μαμμουρεύκω, καλλιεργώ καλά
σεβάστηκεν, σεβάζομαι, έρχομαι σε συμφωνία
 
 
 

10 Σεπ 2019

11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2001

 μικροδιήγημα
του
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Γράμμα από την Νέα Υόρκη

[The books' journal, τ.70, Οκτ. 2016, σ. 16
83 ιστορίες μπονζάι για το σημείο μηδέν, εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, 2017, σελ. 154, ]





[Το μικρό διήγημα «Γράμμα από την Νέα Υόρκη» συμμετείχε στο αφιέρωμα με θέμα το Σημείο Μηδέν –15 χρόνια από το πρώτο μείζον γεγονός του 21ου αιώνα, το πλήγμα της ισλαμιστικής τρομοκρατίας, στην καρδιά της Αμερικής, στο Μανχάτταν, μετά από πρόσκληση του Books’ Journal και του ιστολογίου Πλανόδιον – Ιστορίες Μπονζάι]




Νέα Υόρκη, 10 Σεπτεμβρίου 2001



Αγαπημένε μου εγγονέ,



Μαζί με το γράμμα που στέλνω για τον μπαμπά και τη μαμά σου, εσωκλείω για σένα αυτή την καρτ ποστάλ της Νέας Υόρκης, στην οποία απεικονίζονται τα ψηλότερα κτήρια του κόσμου. Είναι μισό μίλι ύψος κι εγώ τα επισκέφτηκα σήμερα! Όταν αντίκρισα την Νέα Υόρκη από τόσο ψηλά με κατέλαβε δέος. Όλα είναι μεγάλα εδώ, αλλά δεν μπορείς να φανταστείς πόσο τεράστιοι είναι αυτοί οι δίδυμοι πύργοι∙ είναι πραγματικά κολοσσιαίοι. Οι άνθρωποι που περπατούν τριγύρω φαίνονται πιο μικροί κι από μυρμήγκια. Έτσι ένιωσα κι εγώ, σαν ένα μικρό, ανύπαρκτο μυρμηγκάκι.
     Εδώ χτυπά η καρδιά της χώρας. Μεγάλη χώρα η Αμερική, ελεύθερη, ατρόμητη, αήττητη, και κανένας δεν μπορεί να την αγγίξει, να της κάνει το παραμικρό κακό. Αν ξαναγυρίσουν στον κόσμο, οι Θεοί της αρχαίας Ελλάδας, δεν ξέρω αν θα κατοικήσουν εδώ, φαίνεται όμως, πως ο δικός τους Θεός κατοικεί εδώ και τους προστατεύει.
     Ήθελα να σου πω να είσαι καλός μαθητής για να προοδεύσεις, και να μπορέσεις μια μέρα να έρθεις κι εσύ εδώ για να θαυμάσεις, αλλά μετάνιωσα. Μετάνιωσα, γιατί μπαίνοντας σ΄ ένα μικρό και ταπεινό εκκλησάκι που είναι εκεί δίπλα, ένιωσα να γαληνεύω μέσα μου. Από μυρμηγκάκι έγινα ξανά άνθρωπος κι η ψυχή μου ηρέμησε. Άναψα ένα κεράκι και έκανα την ευχή μου: να είσαι πάντα καλά, να είσαι πάντα καλός μαθητής, να προοδεύσεις στη ζωή σου, μα, το κυριότερο, να παραμείνεις παντοτινά Άνθρωπος.


Σε φιλώ, ο παππούς σου
 








7 Σεπ 2019

ΤΕΣΣΕΡΑ ΜΑΝΤΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

ΤΕΣΣΕΡΑ ΜΑΝΤΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

[Το ποίημα "Ελένη", από την ποιητική συλλογή "Διθαλάσσου", 
του 
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ]

α΄

Τὴ δωδεκάχρονη Ἑλένη τῶν παλαιῶν περιοδικῶν
Ἀνάμεσα στὶς παπαροῦνες τῆς αὐλῆς της μελετῶ.
Στὸ παιδικὸ κεφάλι της τὸ πράσινο μαντίλι της φορεῖ
Πλεκτὴ δαντέλα ὁλόγυρα μ᾿ ὁλόχρυση κλωστὴ
Μὲ τέχνη σὰν στεφάνι ἀπὸ λουλούδια
Στὶς πλεξίδες τῶν μαλλιῶν της τὸ τυλίγει.
Σίγουρα θὰ ἦταν Κυριακὴ μετὰ τὴ λειτουργία
Τὴν ὥρα ποὺ ὅλοι ἀναζητοῦν ξεκούραση στὸν λόγο
Καὶ στὶς μεγάλες συντροφιὲς οἱ νέοι ἔχουν προτίμηση
Ἀνύποπτοι χορεύουνε, πειράζονται καὶ τραγουδοῦν
Ἀπὸ τὸ Ριζοκάρπασον νὰ πάω στὴ Γιαλοῦσα
Δὲν εἴδασιν τὰ μάθκια μου τέτοια μαυροματοῦσα.
Κι ἐσύ, καλὲ ταξιδευτή, μισὴ ἀνατολίτισσα τὴν εἶπες
Γιατὶ ἔχει θέλγητρα πολλὰ ποὺ μ᾿ ἐπιμέλεια κρύβει.
Μὰ ὅσο κι ἂν πασχίζει μὲ φροντίδα νὰ κρυφτεῖ
Τὸ βλέπουν τὸ μαντίλι της ἀπ᾿ τὰ βουνὰ τοῦ Ταύρου.

β΄

Τὸ σκληρὸ βότσαλο μὲ τοῦ χεριοῦ χτύπημα ἐπιδέξιο
Στὸ σῶμα ἀφήνοντας τὸν κραδασμό του σπάει
Τοῦ Τεύκρου, τῶν γενναίων του συντρόφων
Τοῦ Δημητρίου καὶ τοῦ νικηφόρου του στρατοῦ
Καλύπτοντας τὰ χνάρια, ὁ δρόμος τοῦ Ἁγίου νὰ στρωθεῖ.
Λευκὸ κι ἀραχνοΰφαντο μαντίλι στὸ κεφάλι της φορεῖ
Μὲ σχέδια περίτεχνα στὶς τέσσερις γωνιές του τυπωμένα.
Καὶ σᾶς εὐχαριστῶ Maynard Owen Williams πολὺ
Γιατὶ στὴ φωτογράφιση φροντίσατε νὰ μὴ φανοῦν
Τὰ ροζιασμένα χέρια της ποὺ σίγουρα δὲν θὰ ταιριάζαν
Μὲ τὴν εὐγένεια τοῦ προσώπου της, μὲ τὴ λεπτότητά του.

γ΄

Τῆς ἱστορίας ἀνυπόμονος ταξιδευτὴς
Μέσ᾿ ἀπὸ τὶς φωτογραφίες τὴν Ἑλένη μελετῶ.
Στὸ κεφάλι της φορεῖ ἕνα μαντίλι βυσσινὶ
Στὶς ἄκρες κεντημένο μὲ λευκὴ ἁπλῆ κλωστή.
Μὲ τέχνη καμωμένα τὰ κουλούρια στὸ σανίδι
Καὶ τ᾿ ἀχνιστὸ ψωμὶ μοσχοβολᾶ γιὰ τὰ παιδιὰ
Τὸν ἄντρα της καὶ τὴ γριὰ γειτόνισσα.
Κι ἐνῶ ἕνα χαμόγελο χαράζεται στὰ χείλη
Καὶ χαίρεται γνωρίζοντας πὼς ἡ μικρή της κόρη
Δίνει συνέχεια στὴ ζωὴ σ᾿ αὐτὸ ἐδῶ τὸ σπίτι
Πολὺ μακριὰ ἀκούγονται τὰ βήματα βαριὰ
᾿Νοῦ καβαλλάρη βάρβαρου καὶ μοχθηροῦ καὶ μαύρου.

δ΄

Ἁντὰν ἀρκέψαν οἱ κρυφοὶ ἀνέμοι τζαὶ φυσοῦσαν
Τζαὶ ᾿ποὺ τὲς τέσσερις μερκὲς τὰ νέφη ἐκουβαλοῦσαν
Ὥστι νὰ κάμουν τὸν τζαιρὸν ν᾿ ἀρκεύκει νὰ στοιβάζει

Στένεψε ὁ τόπος πιὸ πολὺ κι ὁ οὐρανὸς στενάζει.
Τὰ πέλαγα λυσσομανοῦν, τὰ κύματα βουίζουν
Τὶς λιγοστὲς ψαρόβαρκες στὰ βράχια τὶς τσακίζουν.
Σίδερο βαρὺ κι ἀτσάλι ἕρπει στοῦ Ἁγίου τὸν δρόμο πιὰ
Μὰ ὅταν ὁ Κάρβας καὶ οἱ ἄλλοι ἀνέμοι ποὺ φυσοῦν
Ἀνθρώπους παρασύροντας καταλαγιάζουν
Κι ὁ γκρεμισμένος οὐρανὸς καὶ ἡ καμένη γῆ
Ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ καὶ τὸν καπνὸ ξεκαθαρίζουν
Τὴ μορφή της διακρίνω τὴ σεβάσμια καὶ θλιμμένη
Φορώντας στὸ κεφάλι της τὸ μαῦρο της μαντίλι
Στὶς ἄκρες κεντημένο μὲ κατάμαυρη κλωστὴ
Ἀμίλητη καὶ σοβαρὴ νὰ περιμένει.

Η Οὐρανία Ἑλένη.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Τὸ περιοδικὸ The National Geographic Magazine [Unspoiled Cyprus Vol. LIV, No. 1, July 1928] εἶχε ἀφιερώσει στὴν Κύπρο 56 σελίδες, μὲ κείμενο καὶ φωτογραφίες τοῦ Maynard Owen Williams. Ἀρκετὲς φωτογραφίες ἦταν ἀπὸ τὴν Καρπασία, ὡραιότατες ἀλλὰ καὶ συγκλονιστικές, π.χ. γυναῖκες ποὺ κουβαλοῦν πέτρες δεμένες στὴν πλάτη τους. Στὸν δρόμο, λοιπόν, γιὰ τὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα, τὸ ἀνατολικὸ ἄκρο τῆς Κύπρου, ἡ ἀποστολὴ συνάντησε μιὰ πανέμορφη δωδεκάχρονη ποὺ τοὺς ἐντυπωσίασε μὲ τὴν ὀμορφιά της καὶ ὁ Dr. Williams τὴ φωτογράφισε μὲ τὴν παραδοσιακὴ τοπικὴ ἐνδυμασία.

Τὴν ἑπόμενη μέρα τὴ φωτογράφισε ξανὰ μαζὶ μὲ τὴ μητέρα της ἐνῶ σπάζουν πέτρες γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ὑπὸ κατασκευὴν δρόμου πρὸς τὸ μοναστήρι.

Εἴκοσι τέσσερα χρόνια ἀργότερα, τὸ ἴδιο περιοδικό, [The National Geographic Magazine, Vol. CI, No 5, May 1952, Cyprus, Idyllic Island in a Troubled Sea, by Jean and Franc Shor] πραγματοποίησε πάλι περιοδεία στὴν Κύπρο, μὲ τὸν Franc Shor -ἀργότερα ψηλὰ στὴν ἱεραρχία τοῦ περιοδικοῦ- καὶ τὴ σύζυγό του Jean Bowie Shor, φίλους τοῦ ζωγράφου τῆς Κύπρου Γ. Πολ. Γεωργίου, ποὺ τὴν προηγούμενη μέρα τοὺς εἶχε ξεναγήσει στὴν παλιὰ πόλη τῆς Ἀμμοχώστου. Ὁ Franc καὶ ἡ Jean ἔκαναν τὴν ἴδια διαδρομὴ πρὸς τὴν Καρπασία, ἀναζήτησαν καὶ συνάντησαν τὴν Ἑλένη, παντρεμένη πιά, μὲ πολλὰ παιδιά, ἀφοῦ εἶχε ἀπορρίψει πρόταση γάμου ἀπὸ τὴν Ἀμερική, μένοντας στὸν τόπο της. Στὸ τεῦχος αὐτὸ δημοσιεύτηκε ξανὰ ἡ παλιὰ ἀλλὰ καὶ νέες φωτογραφίες τῆς Ἑλένης.

Ἡ τουρκικὴ εἰσβολὴ ἐκτόπισε τὴν Ἑλένη ἀπὸ τὸν γενέθλιο καὶ ἀγαπημένο της τόπο κι ἔτσι, ξεριζωμένη καὶ πικραμένη, τράβηξε κι αὐτὴ τὸν δρόμο τῆς ξενιτειᾶς.

[Από την ποιητική συλλογή μου "ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ", Κάρβας, 2012]

Ἡ Ἑλένη μὲ τὴ μητέρα της, The National Geographic Magazine, July 1928, Vol. LIV, No 1, page 16.

Ἡ Ἑλένη μὲ τὴ μητέρα της, The National Geographic Magazine, May 1952, Vol. CI, No 5, page 655

9 Αυγ 2019

Ο ΜΠΟΡΧΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ!

το συγκεκριμένο λασμαρί που προσφέρθηκε στον Μπόρχες


Ο ΜΠΟΡΧΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ!
ΤΟΥ
ΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

[μηνιαίο ηλεκτρονικό περιοδικό ΧΑΡΤΗΣ Αρ. 8, Αύγουστος 2019, 
Αφιέρωμα στον Χ. Λ. Μπόρχες]

Με τον Νάσο Β. είμαστε πολύ καλοί φίλοι και η φιλία μας χρονολογείται από τον καιρό που σπουδάζαμε μαζί στο Πανεπιστήμιο, παρόλο που ακολουθούσαμε διαφορετικό κύκλο σπουδών. Είχα κρυφό καημό να σπουδάσω φιλολογία, η τύχη όμως το έφερε να πέσω στις θετικές επιστήμες, μα όταν μου δινόταν η ευκαιρία, τρύπωνα σε φιλολογικούς κύκλους και διάβαζα κανένα πεζό ή κανένα ποίημα που έγραφα.


Χ. Λ. Μπόρχες, Χανιά, φωτ. Μαρία Κοδάμα
Γνωριστήκαμε ένα πρωινό, στο καφενείο που είναι απέναντι από το Παλαιό Χημείο, στην οδό Σόλωνος, κάτω από  παράξενες συνθήκες. Μόλις είχα τελειώσει την παρακολούθηση κάποιου μαθήματος στο αμφιθέατρο, κατέβηκα τα ατελείωτα σκαλιά του, πήρα χαρτομάντιλα από το ψιλικατζίδικο, τα άνοιξα, κρατούσα ένα στο χέρι και ήμουν έτοιμος να μπω στο καφενείο, κρατώντας, μάλιστα, κι ένα μονό πακέτο τσιγάρα "καρέλια φίλτρο". Οι πιο πολλοί φοιτητές κάπνιζαν τότε καρέλια φίλτρο για έναν πολύ σημαντικό λόγο: ήταν φτηνά. Εκείνη τη στιγμή, έβγαινε φουριόζος από το καφενείο κάποιος, που αργότερα έμαθα πως λεγόταν Νάσος Β., μου άρπαξε το μαντήλι από το χέρι και σκούπισε το παπούτσι του. Θύμωσα γιατί μου είχε πέσει το πακέτο με τα τσιγάρα. Έσκυψα να το πάρω και μόλις σηκώθηκα αυτός ο άγνωστος με έπαιρνε από το μπράτσο και πριν ακόμα συνέλθω από την έκπληξη, προσπαθούσε να δικαιολογηθεί, ζητώντας μου συγνώμη. Μέσα στο καφενείο ακούγονταν γέλια, και κάποιος, κάπως αγριεμένα, απάγγελλε ένα ποίημα. Πρόσεξα μόνο πως είχε αναφερθεί το όνομα του Βάρναλη. Δεν ξέρω ποιος τρελός ήταν, πάντως άκουσα καθαρά «Βάρναλης, ο Βάρναλης ...ο μεγάλος!». Μαλάκωσε η όψη μου και πρότεινα να πάμε για καφέ πιο κάτω: Πήγαμε στη γωνία Μαυρομιχάλη και Ναβαρίνου κι εκεί ανακαλύψαμε πως μέναμε στην ίδια γειτονιά. Η γνωριμία μας στη συνέχεια κατέληξε σε φιλία.

Χ. Λ. Μπόρχες και Μαρία Κοδάμα
Πέρασαν πολλά χρόνια, οι δρόμοι μας δυστυχώς χώρισαν, αλλά συνεχίζαμε να έχουμε κάποια επαφή. Την τελευταία φορά που μου τηλεφώνησε, μου μιλούσε μόνο για τον Μπόρχες.  «Ο Μπόρχες είναι κοντά μας, αύριο Μυκήνες και μετά Κωνσταντινούπολη. Τι τύχη, τον συνάντησα στην Πανεπιστημίου. Μιλήσαμε. Ήταν μαζί του η Μαρία». «Ποια Μαρία;» ήταν η έκπληξή μου. «Η Κοντάμα» απάντησε σχεδόν θυμωμένα. Δεν γνωρίζεις τη Μαρία; Ξεροκατάπια. Ο Νάσος ήξερε πως κάτι γράφω κι εγώ, πολλές φορές συζητούσαμε για τον Μπόρχες και διαφωνούσαμε σε πολλά σημεία. «Τι ρώτησες;» είπα, έτσι για να προχωρήσει η συζήτηση. «Πώς του φάνηκε η Ελλάδα» απάντησε. Ήταν η δική μου σειρά να θυμώσω. «Νάσο  μου,  Τι περίμενες δηλαδή να απαντήσει ο άνθρωπος. Τι ερώτηση είναι αυτή που του έκανες». «Δεν ξέρω, τα έχασα, με είχε ρωτήσει ο Ηλίας αν ζούσε o Μπόρχες κι εγώ τον είδα στον καθρέφτη του καφενείου, εκείνη ακριβώς τη στιγμή! Αλλά τώρα που το λες, σκέφτομαι τα καμάκια στην πλατεία Συντάγματος, και τις ερωτήσεις που κάνουν στις τουρίστριες. Πότε  ήρθες;  Πότε  θα  φύγεις; Πώς σου φάνηκε η Ελλάδα;» Επιφανειακά πράγματα. Ανούσια. Η συνομιλία μας διακόπηκε σχεδόν απότομα. Σκεφτόμουν αν είχα στεναχωρήσει τον Νάσο.
Ήθελα να τον γνωρίσω κι έτσι την άλλη μέρα πέταξα για την Αθήνα και τράβηξα κατευθείαν στα Εξάρχεια. Ο Νάσος με περίμενε. «Γρήγορα» είπε «να τον προλάβουμε». Θα τον ρωτήσω για τον Καβάφη. Είχαμε τόσα χρόνια να συναντηθούμε κι ούτε την τυπική ερώτηση αν είχα καλό ταξίδι δεν ακούστηκε από το στόμα του∙ είχε το μυαλό του στον Μπόρχες. Πάντως, τον Μπόρχες εκείνη την ημέρα, δεν τον συναντήσαμε. Δεν ήταν εύκολο. Έφυγα απογοητευμένος από την Αθήνα λίγο μετά το μεσημέρι, αφού γευματίσαμε στου "Ρόμπου", τέρμα Ζωοδόχου Πηγής.



Χ. Λ. Μπόρχες, Κων/πολη 1983, φωτ. Μ. Κοντάμα
Χωρίς να γνωρίζει κανένας τίποτα, την άλλη μέρα έφυγα. Πέταξα μόνος μου για την Κωνσταντινούπολη και συνάντησα τον Μπόρχες. Η συνάντησή μας ήταν πολύ απλή. Στην αρχή τα έχασα κι εγώ, ύστερα όμως πήρα θάρρος, και του ακούμπησα στα χέρια τα κείμενά μου. Ο Μπόρχες  τα  πήρε, τα φυλλομετρούσε και η Μαρία Κοντάμα γελούσε συνέχεια (για ποιο λόγο άραγε;). Τα ψαχούλεψε λίγο και μετά μου τα έδωσε πίσω χωρίς να με κοιτάζει και χωρίς να μου πει μια λέξη. Ήμουν εντελώς συγχυσμένος. Στο μυαλό μου ήρθε ο μεγαλύτερος Διδάσκαλος της προφορικής διδασκαλίας∙ ποτέ δεν μάθαμε τι έγραψε στη γην εκείνη την ημέρα, όταν τον ρώτησαν αν συμφωνεί να λιθοβολήσουν τη μοιχαλίδα. Κάτι ψέλλισα χαιρετώντας τους κι αποχώρησα. Λίγο πιο κάτω πέταξα τα χειρόγραφά μου στα σκουπίδια. Επειγόντως έπρεπε να μάθω ισπανικά.





 …


ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Όταν γράφτηκε το πιο πάνω κείμενο, φυσικά δεν γνώριζα τον κύριο Β. Ούτε είχα διαβάσει τίποτα δικό του, εκτός από ένα μικρό κείμενο στο περιοδικό Χάρτης κι αυτό δεν θυμόμουνα αν ήταν δικό του. Το μόνο  που  γνώριζα, ήταν πως την άλλη μέρα, θα έδινε στην πόλη μας μια διάλεξη για τον Μπόρχες. Τον Μπόρχες, ως τότε, δεν τον είχα διαβάσει εκτός από λίγες σελίδες του Βιβλίου της Άμμου. Εκείνες τις μέρες έγραφα κάτι διηγήματα, που κάθε άλλο παρά μπορχικά ήταν. Με τη συμβουλή του  φίλου μου του Φοίβου, δοκίμασα να γράψω μια δική μου πραγματική ιστορία με διαφορετικό τρόπο και έτσι βγήκε το πιο πάνω κείμενο. Φυσικά, στο τέλος του κειμένου δεν έγραψα όλη την αλήθεια στη συνάντησή μου με τον Μπόρχες, από φόβο πως κανένας δεν θα με πίστευε. Στην πραγματικότητα με είχε ρωτήσει από που είμαι, και όταν του απάντησα πως είμαι από την Κύπρο, κάτι είπαν μεταξύ τους στα ισπανικά και μου ανακοίνωσαν αμέσως πως έχουν πρόθεση να επισκεφτούν το νησί εκτός προγράμματος. Ήταν μεγάλη η χαρά μου που τους υποδέχτηκα τρεις μέρες μετά στο αεροδρόμιο. Κοντά στο αεροδρόμιο είναι η Αλυκή και εκείνες τις ημέρες γινόταν κάτι σαν πανηγύρι, γιατί ο κόσμος έτρεχε να δει τούς κύκνους που είχαν να επισκεφθούν το νησί εβδομήντα έξι ολόκληρα χρόνια. Σταματήσαμε για λίγο, μια γριά μάλιστα, πρόσφερε λασμαρί στον Μπόρχες και αυτό τον κατασυγκίνησε.

Θα έρθω όμως στην ιστορία μου. Τον κύριο Β., λοιπόν, τον γνώρισα την επόμενη μέρα που έγραψα το κείμενο, λίγα λεπτά πριν από τη διάλεξη. Του το έδωσα και μόλις διάβασε βιαστικά και διαγωνίως την πρώτη σελίδα, μου ζήτησε συγνώμη που δεν μπορούσε να με θυμηθεί, εγώ δεν είπα τίποτα  ‒γιατί αυτά που έγραφα ήταν όλα της φαντασίας μου‒ και φύγαμε για τη διάλεξη. Όταν τελειώσαμε, πήγαμε όλοι μαζί η παρέα, δέκα δεκαπέντε άτομα περίπου, σε μια ταβέρνα εκεί κοντά και αμέσως με ρώτησε πώς ήξερα πως το 1963 ήταν στο Πανεπιστήμιο. Εκπλάγηκα γιατί εγώ είχα γράψει 1960. Η Μιράντα που είχε χτυπήσει το κείμενο είχε κάνει λάθος κι εγώ στην Αθήνα, είχα πάει προς το τέλος της δεκαετίας του ΄7Ο. Πάντως, μυρίζει λίγο "Ρόμπο" αυτή η ταβέρνα, είπε ο Φοίβος, που είχε διαβάσει το κείμενο, έτσι είναι τώρα μετά την κατεδάφιση. Ο κύριος Β. με ρώτησε πού έμενα στην Αθήνα. Ήταν πολύ εκπληκτικό που ανακαλύψαμε πως πραγματικά μέναμε στην ίδια γειτονιά, στον ίδιο δρόμο και πηγαίναμε στου "Ρόμπου", μόνο που αυτό γινόταν σε διαφορετικό χρόνο. Ό,τι είχα γράψει βγήκαν αληθινά! Δηλαδή δεν μπόρεσα να γράψω ούτε δυο μπορχικές σελίδες! Ο Φοίβος όμως, έκπληκτος, είπε: "Το μόνο που μένει τώρα είναι ν’ανοίξει η πόρτα και να μπει ο Μπόρχες. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή συνέβηκε κάτι εκπληκτικό: ακούστηκε ένα "τσακ" και άνοιξε η νικελένια πόρτα της ταβέρνας.

Γυρίσαμε όλοι το κεφάλι μας προς τα κει. «Ο... Μπόρχες» ανακοίνωσε ο Φοίβος, χαμογελώντας και κλείνοντάς μου το μάτι. Δεν ήταν ο Μπόρχες, βέβαια, αλλά ο κύριος Κίτσος Μακρής, που έτυχε να βρίσκεται στη Λάρνακα και πλησίαζε στο τραπέζι μας, γιατί είχε αναγνωρίσει κάποιους από την παρέα μας.  

Ενώ ο κύριος Μακρής χαιρετούσε με χειραψία κάποιους στην άλλη άκρη του τραπεζιού, ο Γιώργος, ένας νεαρός της παρέας, με κοίταξε με απορία και έκπληξη. Μόλις είχε επιστρέψει από τη Ρωσία όπου είχε σπουδάσει και προσπαθούσε να προσανατολιστεί στους φιλολογικούς κύκλους της Λάρνακας. «Θεέ μου, θα τρελαθώ», μονολόγησε. «Δεν το πιστεύω! Ο Μπόρχες είναι εδώ!».

... Ο Κίτσος Μακρής