7 Σεπ 2019

ΤΕΣΣΕΡΑ ΜΑΝΤΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

ΤΕΣΣΕΡΑ ΜΑΝΤΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

[Το ποίημα "Ελένη", από την ποιητική συλλογή "Διθαλάσσου", 
του 
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ]

α΄

Τὴ δωδεκάχρονη Ἑλένη τῶν παλαιῶν περιοδικῶν
Ἀνάμεσα στὶς παπαροῦνες τῆς αὐλῆς της μελετῶ.
Στὸ παιδικὸ κεφάλι της τὸ πράσινο μαντίλι της φορεῖ
Πλεκτὴ δαντέλα ὁλόγυρα μ᾿ ὁλόχρυση κλωστὴ
Μὲ τέχνη σὰν στεφάνι ἀπὸ λουλούδια
Στὶς πλεξίδες τῶν μαλλιῶν της τὸ τυλίγει.
Σίγουρα θὰ ἦταν Κυριακὴ μετὰ τὴ λειτουργία
Τὴν ὥρα ποὺ ὅλοι ἀναζητοῦν ξεκούραση στὸν λόγο
Καὶ στὶς μεγάλες συντροφιὲς οἱ νέοι ἔχουν προτίμηση
Ἀνύποπτοι χορεύουνε, πειράζονται καὶ τραγουδοῦν
Ἀπὸ τὸ Ριζοκάρπασον νὰ πάω στὴ Γιαλοῦσα
Δὲν εἴδασιν τὰ μάθκια μου τέτοια μαυροματοῦσα.
Κι ἐσύ, καλὲ ταξιδευτή, μισὴ ἀνατολίτισσα τὴν εἶπες
Γιατὶ ἔχει θέλγητρα πολλὰ ποὺ μ᾿ ἐπιμέλεια κρύβει.
Μὰ ὅσο κι ἂν πασχίζει μὲ φροντίδα νὰ κρυφτεῖ
Τὸ βλέπουν τὸ μαντίλι της ἀπ᾿ τὰ βουνὰ τοῦ Ταύρου.

β΄

Τὸ σκληρὸ βότσαλο μὲ τοῦ χεριοῦ χτύπημα ἐπιδέξιο
Στὸ σῶμα ἀφήνοντας τὸν κραδασμό του σπάει
Τοῦ Τεύκρου, τῶν γενναίων του συντρόφων
Τοῦ Δημητρίου καὶ τοῦ νικηφόρου του στρατοῦ
Καλύπτοντας τὰ χνάρια, ὁ δρόμος τοῦ Ἁγίου νὰ στρωθεῖ.
Λευκὸ κι ἀραχνοΰφαντο μαντίλι στὸ κεφάλι της φορεῖ
Μὲ σχέδια περίτεχνα στὶς τέσσερις γωνιές του τυπωμένα.
Καὶ σᾶς εὐχαριστῶ Maynard Owen Williams πολὺ
Γιατὶ στὴ φωτογράφιση φροντίσατε νὰ μὴ φανοῦν
Τὰ ροζιασμένα χέρια της ποὺ σίγουρα δὲν θὰ ταιριάζαν
Μὲ τὴν εὐγένεια τοῦ προσώπου της, μὲ τὴ λεπτότητά του.

γ΄

Τῆς ἱστορίας ἀνυπόμονος ταξιδευτὴς
Μέσ᾿ ἀπὸ τὶς φωτογραφίες τὴν Ἑλένη μελετῶ.
Στὸ κεφάλι της φορεῖ ἕνα μαντίλι βυσσινὶ
Στὶς ἄκρες κεντημένο μὲ λευκὴ ἁπλῆ κλωστή.
Μὲ τέχνη καμωμένα τὰ κουλούρια στὸ σανίδι
Καὶ τ᾿ ἀχνιστὸ ψωμὶ μοσχοβολᾶ γιὰ τὰ παιδιὰ
Τὸν ἄντρα της καὶ τὴ γριὰ γειτόνισσα.
Κι ἐνῶ ἕνα χαμόγελο χαράζεται στὰ χείλη
Καὶ χαίρεται γνωρίζοντας πὼς ἡ μικρή της κόρη
Δίνει συνέχεια στὴ ζωὴ σ᾿ αὐτὸ ἐδῶ τὸ σπίτι
Πολὺ μακριὰ ἀκούγονται τὰ βήματα βαριὰ
᾿Νοῦ καβαλλάρη βάρβαρου καὶ μοχθηροῦ καὶ μαύρου.

δ΄

Ἁντὰν ἀρκέψαν οἱ κρυφοὶ ἀνέμοι τζαὶ φυσοῦσαν
Τζαὶ ᾿ποὺ τὲς τέσσερις μερκὲς τὰ νέφη ἐκουβαλοῦσαν
Ὥστι νὰ κάμουν τὸν τζαιρὸν ν᾿ ἀρκεύκει νὰ στοιβάζει

Στένεψε ὁ τόπος πιὸ πολὺ κι ὁ οὐρανὸς στενάζει.
Τὰ πέλαγα λυσσομανοῦν, τὰ κύματα βουίζουν
Τὶς λιγοστὲς ψαρόβαρκες στὰ βράχια τὶς τσακίζουν.
Σίδερο βαρὺ κι ἀτσάλι ἕρπει στοῦ Ἁγίου τὸν δρόμο πιὰ
Μὰ ὅταν ὁ Κάρβας καὶ οἱ ἄλλοι ἀνέμοι ποὺ φυσοῦν
Ἀνθρώπους παρασύροντας καταλαγιάζουν
Κι ὁ γκρεμισμένος οὐρανὸς καὶ ἡ καμένη γῆ
Ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ καὶ τὸν καπνὸ ξεκαθαρίζουν
Τὴ μορφή της διακρίνω τὴ σεβάσμια καὶ θλιμμένη
Φορώντας στὸ κεφάλι της τὸ μαῦρο της μαντίλι
Στὶς ἄκρες κεντημένο μὲ κατάμαυρη κλωστὴ
Ἀμίλητη καὶ σοβαρὴ νὰ περιμένει.

Η Οὐρανία Ἑλένη.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Τὸ περιοδικὸ The National Geographic Magazine [Unspoiled Cyprus Vol. LIV, No. 1, July 1928] εἶχε ἀφιερώσει στὴν Κύπρο 56 σελίδες, μὲ κείμενο καὶ φωτογραφίες τοῦ Maynard Owen Williams. Ἀρκετὲς φωτογραφίες ἦταν ἀπὸ τὴν Καρπασία, ὡραιότατες ἀλλὰ καὶ συγκλονιστικές, π.χ. γυναῖκες ποὺ κουβαλοῦν πέτρες δεμένες στὴν πλάτη τους. Στὸν δρόμο, λοιπόν, γιὰ τὸν Ἀπόστολο Ἀνδρέα, τὸ ἀνατολικὸ ἄκρο τῆς Κύπρου, ἡ ἀποστολὴ συνάντησε μιὰ πανέμορφη δωδεκάχρονη ποὺ τοὺς ἐντυπωσίασε μὲ τὴν ὀμορφιά της καὶ ὁ Dr. Williams τὴ φωτογράφισε μὲ τὴν παραδοσιακὴ τοπικὴ ἐνδυμασία.

Τὴν ἑπόμενη μέρα τὴ φωτογράφισε ξανὰ μαζὶ μὲ τὴ μητέρα της ἐνῶ σπάζουν πέτρες γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ὑπὸ κατασκευὴν δρόμου πρὸς τὸ μοναστήρι.

Εἴκοσι τέσσερα χρόνια ἀργότερα, τὸ ἴδιο περιοδικό, [The National Geographic Magazine, Vol. CI, No 5, May 1952, Cyprus, Idyllic Island in a Troubled Sea, by Jean and Franc Shor] πραγματοποίησε πάλι περιοδεία στὴν Κύπρο, μὲ τὸν Franc Shor -ἀργότερα ψηλὰ στὴν ἱεραρχία τοῦ περιοδικοῦ- καὶ τὴ σύζυγό του Jean Bowie Shor, φίλους τοῦ ζωγράφου τῆς Κύπρου Γ. Πολ. Γεωργίου, ποὺ τὴν προηγούμενη μέρα τοὺς εἶχε ξεναγήσει στὴν παλιὰ πόλη τῆς Ἀμμοχώστου. Ὁ Franc καὶ ἡ Jean ἔκαναν τὴν ἴδια διαδρομὴ πρὸς τὴν Καρπασία, ἀναζήτησαν καὶ συνάντησαν τὴν Ἑλένη, παντρεμένη πιά, μὲ πολλὰ παιδιά, ἀφοῦ εἶχε ἀπορρίψει πρόταση γάμου ἀπὸ τὴν Ἀμερική, μένοντας στὸν τόπο της. Στὸ τεῦχος αὐτὸ δημοσιεύτηκε ξανὰ ἡ παλιὰ ἀλλὰ καὶ νέες φωτογραφίες τῆς Ἑλένης.

Ἡ τουρκικὴ εἰσβολὴ ἐκτόπισε τὴν Ἑλένη ἀπὸ τὸν γενέθλιο καὶ ἀγαπημένο της τόπο κι ἔτσι, ξεριζωμένη καὶ πικραμένη, τράβηξε κι αὐτὴ τὸν δρόμο τῆς ξενιτειᾶς.

[Από την ποιητική συλλογή μου "ΔΙΘΑΛΑΣΣΟΥ", Κάρβας, 2012]

Ἡ Ἑλένη μὲ τὴ μητέρα της, The National Geographic Magazine, July 1928, Vol. LIV, No 1, page 16.

Ἡ Ἑλένη μὲ τὴ μητέρα της, The National Geographic Magazine, May 1952, Vol. CI, No 5, page 655

9 Αυγ 2019

Ο ΜΠΟΡΧΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ!

το συγκεκριμένο λασμαρί που προσφέρθηκε στον Μπόρχες


Ο ΜΠΟΡΧΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ!
ΤΟΥ
ΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

[μηνιαίο ηλεκτρονικό περιοδικό ΧΑΡΤΗΣ Αρ. 8, Αύγουστος 2019, 
Αφιέρωμα στον Χ. Λ. Μπόρχες]

Με τον Νάσο Β. είμαστε πολύ καλοί φίλοι και η φιλία μας χρονολογείται από τον καιρό που σπουδάζαμε μαζί στο Πανεπιστήμιο, παρόλο που ακολουθούσαμε διαφορετικό κύκλο σπουδών. Είχα κρυφό καημό να σπουδάσω φιλολογία, η τύχη όμως το έφερε να πέσω στις θετικές επιστήμες, μα όταν μου δινόταν η ευκαιρία, τρύπωνα σε φιλολογικούς κύκλους και διάβαζα κανένα πεζό ή κανένα ποίημα που έγραφα.


Χ. Λ. Μπόρχες, Χανιά, φωτ. Μαρία Κοδάμα
Γνωριστήκαμε ένα πρωινό, στο καφενείο που είναι απέναντι από το Παλαιό Χημείο, στην οδό Σόλωνος, κάτω από  παράξενες συνθήκες. Μόλις είχα τελειώσει την παρακολούθηση κάποιου μαθήματος στο αμφιθέατρο, κατέβηκα τα ατελείωτα σκαλιά του, πήρα χαρτομάντιλα από το ψιλικατζίδικο, τα άνοιξα, κρατούσα ένα στο χέρι και ήμουν έτοιμος να μπω στο καφενείο, κρατώντας, μάλιστα, κι ένα μονό πακέτο τσιγάρα "καρέλια φίλτρο". Οι πιο πολλοί φοιτητές κάπνιζαν τότε καρέλια φίλτρο για έναν πολύ σημαντικό λόγο: ήταν φτηνά. Εκείνη τη στιγμή, έβγαινε φουριόζος από το καφενείο κάποιος, που αργότερα έμαθα πως λεγόταν Νάσος Β., μου άρπαξε το μαντήλι από το χέρι και σκούπισε το παπούτσι του. Θύμωσα γιατί μου είχε πέσει το πακέτο με τα τσιγάρα. Έσκυψα να το πάρω και μόλις σηκώθηκα αυτός ο άγνωστος με έπαιρνε από το μπράτσο και πριν ακόμα συνέλθω από την έκπληξη, προσπαθούσε να δικαιολογηθεί, ζητώντας μου συγνώμη. Μέσα στο καφενείο ακούγονταν γέλια, και κάποιος, κάπως αγριεμένα, απάγγελλε ένα ποίημα. Πρόσεξα μόνο πως είχε αναφερθεί το όνομα του Βάρναλη. Δεν ξέρω ποιος τρελός ήταν, πάντως άκουσα καθαρά «Βάρναλης, ο Βάρναλης ...ο μεγάλος!». Μαλάκωσε η όψη μου και πρότεινα να πάμε για καφέ πιο κάτω: Πήγαμε στη γωνία Μαυρομιχάλη και Ναβαρίνου κι εκεί ανακαλύψαμε πως μέναμε στην ίδια γειτονιά. Η γνωριμία μας στη συνέχεια κατέληξε σε φιλία.

Χ. Λ. Μπόρχες και Μαρία Κοδάμα
Πέρασαν πολλά χρόνια, οι δρόμοι μας δυστυχώς χώρισαν, αλλά συνεχίζαμε να έχουμε κάποια επαφή. Την τελευταία φορά που μου τηλεφώνησε, μου μιλούσε μόνο για τον Μπόρχες.  «Ο Μπόρχες είναι κοντά μας, αύριο Μυκήνες και μετά Κωνσταντινούπολη. Τι τύχη, τον συνάντησα στην Πανεπιστημίου. Μιλήσαμε. Ήταν μαζί του η Μαρία». «Ποια Μαρία;» ήταν η έκπληξή μου. «Η Κοντάμα» απάντησε σχεδόν θυμωμένα. Δεν γνωρίζεις τη Μαρία; Ξεροκατάπια. Ο Νάσος ήξερε πως κάτι γράφω κι εγώ, πολλές φορές συζητούσαμε για τον Μπόρχες και διαφωνούσαμε σε πολλά σημεία. «Τι ρώτησες;» είπα, έτσι για να προχωρήσει η συζήτηση. «Πώς του φάνηκε η Ελλάδα» απάντησε. Ήταν η δική μου σειρά να θυμώσω. «Νάσο  μου,  Τι περίμενες δηλαδή να απαντήσει ο άνθρωπος. Τι ερώτηση είναι αυτή που του έκανες». «Δεν ξέρω, τα έχασα, με είχε ρωτήσει ο Ηλίας αν ζούσε o Μπόρχες κι εγώ τον είδα στον καθρέφτη του καφενείου, εκείνη ακριβώς τη στιγμή! Αλλά τώρα που το λες, σκέφτομαι τα καμάκια στην πλατεία Συντάγματος, και τις ερωτήσεις που κάνουν στις τουρίστριες. Πότε  ήρθες;  Πότε  θα  φύγεις; Πώς σου φάνηκε η Ελλάδα;» Επιφανειακά πράγματα. Ανούσια. Η συνομιλία μας διακόπηκε σχεδόν απότομα. Σκεφτόμουν αν είχα στεναχωρήσει τον Νάσο.
Ήθελα να τον γνωρίσω κι έτσι την άλλη μέρα πέταξα για την Αθήνα και τράβηξα κατευθείαν στα Εξάρχεια. Ο Νάσος με περίμενε. «Γρήγορα» είπε «να τον προλάβουμε». Θα τον ρωτήσω για τον Καβάφη. Είχαμε τόσα χρόνια να συναντηθούμε κι ούτε την τυπική ερώτηση αν είχα καλό ταξίδι δεν ακούστηκε από το στόμα του∙ είχε το μυαλό του στον Μπόρχες. Πάντως, τον Μπόρχες εκείνη την ημέρα, δεν τον συναντήσαμε. Δεν ήταν εύκολο. Έφυγα απογοητευμένος από την Αθήνα λίγο μετά το μεσημέρι, αφού γευματίσαμε στου "Ρόμπου", τέρμα Ζωοδόχου Πηγής.



Χ. Λ. Μπόρχες, Κων/πολη 1983, φωτ. Μ. Κοντάμα
Χωρίς να γνωρίζει κανένας τίποτα, την άλλη μέρα έφυγα. Πέταξα μόνος μου για την Κωνσταντινούπολη και συνάντησα τον Μπόρχες. Η συνάντησή μας ήταν πολύ απλή. Στην αρχή τα έχασα κι εγώ, ύστερα όμως πήρα θάρρος, και του ακούμπησα στα χέρια τα κείμενά μου. Ο Μπόρχες  τα  πήρε, τα φυλλομετρούσε και η Μαρία Κοντάμα γελούσε συνέχεια (για ποιο λόγο άραγε;). Τα ψαχούλεψε λίγο και μετά μου τα έδωσε πίσω χωρίς να με κοιτάζει και χωρίς να μου πει μια λέξη. Ήμουν εντελώς συγχυσμένος. Στο μυαλό μου ήρθε ο μεγαλύτερος Διδάσκαλος της προφορικής διδασκαλίας∙ ποτέ δεν μάθαμε τι έγραψε στη γην εκείνη την ημέρα, όταν τον ρώτησαν αν συμφωνεί να λιθοβολήσουν τη μοιχαλίδα. Κάτι ψέλλισα χαιρετώντας τους κι αποχώρησα. Λίγο πιο κάτω πέταξα τα χειρόγραφά μου στα σκουπίδια. Επειγόντως έπρεπε να μάθω ισπανικά.





 …


ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Όταν γράφτηκε το πιο πάνω κείμενο, φυσικά δεν γνώριζα τον κύριο Β. Ούτε είχα διαβάσει τίποτα δικό του, εκτός από ένα μικρό κείμενο στο περιοδικό Χάρτης κι αυτό δεν θυμόμουνα αν ήταν δικό του. Το μόνο  που  γνώριζα, ήταν πως την άλλη μέρα, θα έδινε στην πόλη μας μια διάλεξη για τον Μπόρχες. Τον Μπόρχες, ως τότε, δεν τον είχα διαβάσει εκτός από λίγες σελίδες του Βιβλίου της Άμμου. Εκείνες τις μέρες έγραφα κάτι διηγήματα, που κάθε άλλο παρά μπορχικά ήταν. Με τη συμβουλή του  φίλου μου του Φοίβου, δοκίμασα να γράψω μια δική μου πραγματική ιστορία με διαφορετικό τρόπο και έτσι βγήκε το πιο πάνω κείμενο. Φυσικά, στο τέλος του κειμένου δεν έγραψα όλη την αλήθεια στη συνάντησή μου με τον Μπόρχες, από φόβο πως κανένας δεν θα με πίστευε. Στην πραγματικότητα με είχε ρωτήσει από που είμαι, και όταν του απάντησα πως είμαι από την Κύπρο, κάτι είπαν μεταξύ τους στα ισπανικά και μου ανακοίνωσαν αμέσως πως έχουν πρόθεση να επισκεφτούν το νησί εκτός προγράμματος. Ήταν μεγάλη η χαρά μου που τους υποδέχτηκα τρεις μέρες μετά στο αεροδρόμιο. Κοντά στο αεροδρόμιο είναι η Αλυκή και εκείνες τις ημέρες γινόταν κάτι σαν πανηγύρι, γιατί ο κόσμος έτρεχε να δει τούς κύκνους που είχαν να επισκεφθούν το νησί εβδομήντα έξι ολόκληρα χρόνια. Σταματήσαμε για λίγο, μια γριά μάλιστα, πρόσφερε λασμαρί στον Μπόρχες και αυτό τον κατασυγκίνησε.

Θα έρθω όμως στην ιστορία μου. Τον κύριο Β., λοιπόν, τον γνώρισα την επόμενη μέρα που έγραψα το κείμενο, λίγα λεπτά πριν από τη διάλεξη. Του το έδωσα και μόλις διάβασε βιαστικά και διαγωνίως την πρώτη σελίδα, μου ζήτησε συγνώμη που δεν μπορούσε να με θυμηθεί, εγώ δεν είπα τίποτα  ‒γιατί αυτά που έγραφα ήταν όλα της φαντασίας μου‒ και φύγαμε για τη διάλεξη. Όταν τελειώσαμε, πήγαμε όλοι μαζί η παρέα, δέκα δεκαπέντε άτομα περίπου, σε μια ταβέρνα εκεί κοντά και αμέσως με ρώτησε πώς ήξερα πως το 1963 ήταν στο Πανεπιστήμιο. Εκπλάγηκα γιατί εγώ είχα γράψει 1960. Η Μιράντα που είχε χτυπήσει το κείμενο είχε κάνει λάθος κι εγώ στην Αθήνα, είχα πάει προς το τέλος της δεκαετίας του ΄7Ο. Πάντως, μυρίζει λίγο "Ρόμπο" αυτή η ταβέρνα, είπε ο Φοίβος, που είχε διαβάσει το κείμενο, έτσι είναι τώρα μετά την κατεδάφιση. Ο κύριος Β. με ρώτησε πού έμενα στην Αθήνα. Ήταν πολύ εκπληκτικό που ανακαλύψαμε πως πραγματικά μέναμε στην ίδια γειτονιά, στον ίδιο δρόμο και πηγαίναμε στου "Ρόμπου", μόνο που αυτό γινόταν σε διαφορετικό χρόνο. Ό,τι είχα γράψει βγήκαν αληθινά! Δηλαδή δεν μπόρεσα να γράψω ούτε δυο μπορχικές σελίδες! Ο Φοίβος όμως, έκπληκτος, είπε: "Το μόνο που μένει τώρα είναι ν’ανοίξει η πόρτα και να μπει ο Μπόρχες. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή συνέβηκε κάτι εκπληκτικό: ακούστηκε ένα "τσακ" και άνοιξε η νικελένια πόρτα της ταβέρνας.

Γυρίσαμε όλοι το κεφάλι μας προς τα κει. «Ο... Μπόρχες» ανακοίνωσε ο Φοίβος, χαμογελώντας και κλείνοντάς μου το μάτι. Δεν ήταν ο Μπόρχες, βέβαια, αλλά ο κύριος Κίτσος Μακρής, που έτυχε να βρίσκεται στη Λάρνακα και πλησίαζε στο τραπέζι μας, γιατί είχε αναγνωρίσει κάποιους από την παρέα μας.  

Ενώ ο κύριος Μακρής χαιρετούσε με χειραψία κάποιους στην άλλη άκρη του τραπεζιού, ο Γιώργος, ένας νεαρός της παρέας, με κοίταξε με απορία και έκπληξη. Μόλις είχε επιστρέψει από τη Ρωσία όπου είχε σπουδάσει και προσπαθούσε να προσανατολιστεί στους φιλολογικούς κύκλους της Λάρνακας. «Θεέ μου, θα τρελαθώ», μονολόγησε. «Δεν το πιστεύω! Ο Μπόρχες είναι εδώ!».

... Ο Κίτσος Μακρής

26 Μαΐ 2019

Ο ΠΥΘΜΕΝΑΣ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ



Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ

 Ο  πυθμένας των κομμάτων*
μαθηματικό διήγημα

«Τον ρώτησες πότε θα βρέξει κυρ Αλκίνοε;» είπε ένας νεαρός, δείχνοντας ψηλά προς τον ουρανό, έτσι για να του δώσει την ευκαιρία να ξεκινήσει την ενημέρωση, που με αγωνία όλοι περίμεναν. Κι αυτός έστριβε το βαμβακένιο του μουστάκι, κουνούσε καλοκάγαθα το κεφάλι χαμογελώντας κι άρχιζε τις προβλέψεις για τον καιρό. 


     Στην «Πρόοδο» η ζωή δεν ήτανε ποτέ μονότονη με τον κύριο Αλκίνοο ‒τον Μάγο, όπως τον αποκαλούσαν‒ γιατί ήτανε ο άνθρωπος που είχε έτοιμη απάντηση σε κάθε ερώτηση κι έλυνε κάθε απορία και κάθε πρόβλημα. Έχω συναντήσει ανθρώπους με άποψη και γνώσεις πολλές, αλλά κανένας δεν συγκρίνεται με τον γέρο. Ήταν ό,τι υπονοούσε το όνομά του: αλκίνοος ίσον δύναμη στον νου. Οι κινήσεις και τα λόγια του μετρημένα, δεν άφηνε στον συνομιλητή του καμιά αμφιβολία για την ορθότητα αυτών που έλεγε. Ποτέ δεν διακινδύνευε τη φήμη του για να πει κάτι που θα τον μείωνε στα μάτια τους γιατί δεν είχε εφαρμογή. Ώρες ολόκληρες κρατούσε το ακροατήριο του σε αγωνία με παράξενες ιστορίες, που ποτέ δεν ήτανε οι ίδιες. Ήταν ανεξάντλητος. 


Έμπαινε στη Λέσχη σοβαρός, με καθαρό σπινθηροβόλο μάτι, κρατώντας στο αριστερό του χέρι ένα μπαστούνι με σκαλιστή λαβή. Όπου και να καθόταν αποτελούσε πια το κέντρο ενδιαφέροντος και σιγά σιγά σχηματιζόταν ένα ημικύκλιο κι όλοι κρέμονταν από τα χείλη του. Κάποτε τραγουδούσε ή διάβαζε ποιήματα, τα πιο πολλά δικά του ή έπαιζε φλογέρα ανάλογα με το κέφι του. Όταν κάποτε τον ρώτησαν πού τα έμαθε, αυτός είχε έτοιμη την απάντηση: «Παππούλης μου ήτανε ο Όμηρος, πόσες γενιές νομίσατε ότι πέρασαν». 


Εκείνο που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση απ’ όλες τις επιτυχίες του ήταν η επιτυχημένη πρόβλεψή του τη βραδιά των ευρωεκλογών. Οι συζητήσεις, βέβαια, που είχαν αρχίσει από νωρίς ολοένα φούντωναν κι η αγωνία μεγάλωνε για το ποιο κόμμα θα νικούσε.  Δεν έδειχνε ότι τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα τα πολιτικά πράγματα και τις πιο πολλές φορές όταν οι συζητήσεις άναβαν, αυτός έμενε σιωπηλός σε μια γωνιά διαβάζοντας κάποια εφημερίδα. Εκείνο το βράδυ, τη στιγμή που σηκώθηκε για να φύγει, κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να ρωτήσει τη γνώμη του. Κοντοστάθηκε λίγο, προβληματίστηκε, έκανε πως θέλει να φύγει μα στο τέλος γύρισε. Δεν μπορούσε να φύγει χωρίς να δώσει απάντηση.  


Περίμεναν την απάντησή του με ενδιαφέρον και αγωνία. Απόψε του έβαζαν πολύ δύσκολα μα αυτός δεν φάνηκε να πτοείται. 


Κινήθηκε αργά προς το μεγάλο τραπέζι και είπε σε κάποιον να γράψει τα ονόματα των δύο μεγάλων κομμάτων στο χαρτί.  Άφησαν όλοι τα πηγαδάκια τους και μαζεύτηκαν γύρω από το τραπέζι γιατί κάτι συνταραχτικό θα έκανε πάλι ο γέρος. 


«Τώρα, συνέχισε, να αντικαταστήσεις τα γράμματα με αριθμούς. Το άλφα με το ένα, το βήτα με το δύο, το έξι είναι το σίγμα-ταυ και ούτω καθεξής. Οι δεκάδες αρχίζουν από το γιώτα και οι εκατοντάδες από το ρω. Και πρόσεξε μην κάνεις λάθος∙ και μη γράφεις τα μηδενικά των δεκάδων και των εκατοντάδων. Πρόσθεσε τους αριθμούς, και πες μας πόσα θα βρεις». 


Έγραψε αυτός τα ονόματα των δύο μεγάλων κομμάτων, αντιστοίχισε σε κάθε γράμμα έναν αριθμό και έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε την πρόσθεση. 


«Δεκαοχτώ για το πρώτο», είπε ο "γραμματέας" όταν τελείωσε.


Ο γέρος συνέχισε δυνατά τη σκέψη του επαναλαμβάνοντας τον αριθμό: «δεκαοχτώ. Ένα και οχτώ ίσον εννιά.  Εννιά , λοιπόν, για το πρώτο κόμμα. Τώρα να κάνεις το ίδιο και για το άλλο κόμμα».


Ο  "γραμματέας" δεν άργησε ν’ απαντήσει: «έντεκα για το δεύτερο κόμμα», ήταν η απάντηση. 


«Ωραία! Ένα και ένα ίσον δύο! Το εννιά είναι μεγαλύτερο από το δύο και επομένως το πρώτο κόμμα είναι πιο δυνατό» είπε ο γέρος γυρίζοντας να φύγει για το σπίτι του. Άρχισαν μουρμουρητά και κάποιοι δυσανασχέτησαν. "Πως είναι δυνατόν" είπαν, "αφού το δικό μας κόμμα, το κόμμα του λαού, είναι πιο δυνατό". "Όχι, το δικό μας είναι το μεγαλύτερο", είπαν κάποιοι άλλοι, συνεχίζοντας τον δικό τους ανούσιο και ατελέσφορο διάλογο.


Τα μεσάνυχτα θα γνωρίζετε ποιος θα είναι ο νικητής, είπε ο γέρος και προχωρώντας προς την έξοδο μονολόγησε: «στον κόσμο τους αυτοί, αλλά πού να ξέρουν ότι ο Αχιλλέας δεν ήταν τυχαία που νίκησε τον Έκτορα. Ο Αχιλλέας ήταν εφτά φορές πιο δυνατός».





*ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η λέξη «πυθμήν» χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον Πλάτωνα, με την έννοια του ελάχιστου αριθμού που ικανοποιούσε κάποια σχέση αναλογίας. Ο Ευκλείδης, χρησιμοποιεί αντίστοιχα, τον όρο «ελάχιστος αριθμός». Ως εφαρμογή των σχετικών θεωρημάτων, ο Ιππόλυτος έθεσε το ερώτημα: «Ποιός είναι ο πυθμένας του ονόματος «Αγαμέμνων», αν κάθε γράμμα του ονόματός του αντικατασταθεί με τον αντίστοιχο αριθμό». Εφαρμόζοντας τη θεωρία έχουμε:



                                           Α        γ         α          μ         έ        μ        ν       ω       ν

                                           1         3         1         40        5       40     50    800    50

                                           1         3         1          4          5        4       5        8        5

                                              

                                                    προσθέτουμε τους πιο πάνω αριθμούς:

                                                                                   36

                                                                Προσθέτουμε ξανά (3+6):

                                                                                     9


Ο πυθμένας λοιπόν, του Αγαμέμνονα είναι 9. Αν εργαστούμε με τον ίδιο τρόπο βρίσκουμε τον πυθμένα του Έκτορα που είναι 1 και του Αχιλλέα 7, αριθμοί που συνάδουν με τη δύναμη των ανδρών και δικαιολογείται έτσι και η νίκη του Αχιλλέα επί του Έκτορα.


[Ευάγγελου Σ. Σταμάτη, «ελληνικά μαθηματικά», εκδόσεις της εταιρείας των φίλων του λαού, 1976]




5 Μαΐ 2019

ΚΩΣΤΑΣ ΣΕΡΕΖΗΣ ΚΑΙ ΒΑΣΟΣ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗΣ


 Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ 
Το βιβλίο του Κώστα Σερέζη
 Ο ΒΑΣΟΣ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗΣ 
ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΣΑ
σκιαγραφία μέσα από μια εισαγωγή και μια ομιλία
[από το ιστολόγιό μου: ΝΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ]
Ο Κώστας Σερέζης ήταν ένας από τους δύο παρουσιαστές του βιβλίου του Βάσου Καραγιώργη Μνήμες, νοσταλγίες και ξεριζωμοί, Τρίκωμο, Σαλαμίνα, στις αρχές του περασμένου καλοκαιριού. Τον είχε επιλέξει ο ίδιος ο Βάσος Καραγιώργης, όπως φαίνεται σε επιστολή του, που έγραψε την επόμενη της παρουσίασης, όπου αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής: δικαιώθηκα γιατί η ομιλία σου ήταν καλλιεπής με πολύ περισσότερα νοήματα, γι’αυτούς που γνώριζαν και το υπόβαθρο, τα παραλειπόμενα. Μόνο εσύ μπορούσες να το πετύχεις, και η ομιλία σου δεν πρέπει να περάσει στη λήθη, γιατί είναι τόσο αληθής. 

Ήμουν τυχερός, γιατί ήμουν παρών στην παρουσίαση του βιβλίου ενός ανθρώπου που τόσο εκτιμώ, αλλά και γιατί μετά την εκδήλωση, είχα την τιμή να αποτελέσω το τρίτο μέλος μιας συντροφιάς με σπουδαίους ανθρώπους: τον Κώστα Σερέζη και τον ποιητή μας Κυριάκο Χαραλαμπίδη, ο οποίος στην εκδήλωση που προηγήθηκε είχε απαγγείλει δύο ποιήματα για τη Σαλαμίνα. Συνδαιτυμόνες σε μια δροσερή γωνιά της Λευκωσίας συζητούσαμε μέχρι αργά για την εκδήλωση της βραδιάς αλλά και για πολλά άλλα θέματα που μας ενδιέφεραν.

 Ο Βάσος Καραγιώργης στην καθημερινή του ζωή είναι ένας απλός άνθρωπος. Κι ας έχει συγγράψει 107 βιβλία και 473 άρθρα, στα ελληνικά και σε πολλές άλλες γλώσσες. Κι ας έχει βραβεία, ακαδημαϊκές και άλλες τιμές που συνιστούν έναν μακροσκελή κατάλογο. Δεν είναι λίγο να είναι Εταίρος σε πολλές Ακαδημίες και Ινστιτούτα μεγάλων χωρών, Επίτιμος Διδάκτωρ σε σπουδαία Πανεπιστήμια του κόσμου. Ναι, είναι απλός, αλλά η απλότητά του αυτή κρύβει έναν τεράστιο αμητό γνώσεων και σοφίας.

Ανέσκαψε τη Σαλαμίνα από το 1952 μέχρι το 1973 και έφερε στο φως τους «βασιλικούς» τάφους, το θέατρο και άλλους θησαυρούς. Ανασκαφές όμως, διενήργησε και σε άλλα μέρη της Κύπρου. Η Σαλαμίνα, ο μεγάλος του έρωτας, από το 1974 βρίσκεται στο σκοτάδι της κατοχής. Φανταστείτε τι πόνο θα του προξενούσε μια επίσκεψη στα αγαπημένα αυτά μέρη που για είκοσι ολόκληρα χρόνια μελετούσε, ονειρευόταν και ανέσκαπτε. Τι πόνο θα του προξενούσε μια επίσκεψη στο γειτονικό της Σαλαμίνας χωριό του, το Τρίκωμο. Έκανε όμως την υπέρβαση και επισκέφτηκε και τα δύο μέρη. Τις εντυπώσεις του από τις επισκέψεις του τις συγκέντρωσε σε ένα όμορφο βιβλίο των εκδόσεων Εν Τύποις∙ ένα συμπλήρωμα των Απομνημονευμάτων του. 

Ο Κώστας Σερέζης, παρουσίασε όπως είπαμε το βιβλίο και θέλοντας, ακόμα, να δώσει συνέχεια στην επιθυμία που είχε εκφράσει στην επιστολή του ο Βάσος Καραγιώργης, να μη περάσει στη λήθη η ομιλία του, πέτυχε να την σώσει σε ένα πολύ καλαίσθητο βιβλίο, προτάσσοντας μια εισαγωγή δέκα σελίδων στην οποία περιγράφει πώς γνώρισε τον Καραγιώργη και το έργο του∙ μια γνωριμία με βάθος μεγαλύτερο των έξι δεκαετιών. Στον επίλογο επεξηγεί γιατί προχώρησε στην έκδοση, στη συνέχεια μας δίνει εργοβιογραφικά στοιχεία για τον Καραγιώργη και τέλος παραθέτει σε δέκα σελίδες πολύ χρήσιμες σημειώσεις ‒ για πράγματα που συνήθως δεν γνωρίζουμε και χωρίς τις σημειώσεις δεν θα μαθαίναμε ποτέ. Το θαυμάσιο βιβλίο του, με πολλές έγχρωμες εικόνες έχει έκταση 56 σελίδων, είναι τυπωμένο σε εκλεκτό χαρτί velvet 150 gr. σε 700 αντίτυπα και η εκτύπωση ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2019.

 Ό,τι περάσει από τα χέρια του Σερέζη είναι έργο Τέχνης, βέβαια. Κλείνω αυτό το σημείωμα με τα ίδια τα λόγια του από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: Οι προσωπικές εμπειρίες από την επί χρόνια παρακολούθηση της δραστηριότητας του ανθρώπου που έφερε στο φως πολλά και πολύτιμα στοιχεία από το αρχαίο παρελθόν της Κύπρου και η γνώση της πολύμορφης και συνεχούς απήχησης του έργου του, ανασκαφικού, συγγραφικού και διδακτικού, ανά τον κόσμο, συνέτειναν στη διαμόρφωση μιας αδρής σκιαγραφίας με προσωπικό ύφος, που αγγίζει με πρωτοτυπία και ειλικρίνεια, με εκτίμηση και αγάπη τον άνθρωπο, τον επιστήμονα και το έργο του.
###