19 Ιουλ 2017

ΘΕΟΜΗΝΙΑ...


Θεομηνία στον Κόκκινο Βράχο
διήγημα
του
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ


Όλο το πρωινό το ράδιο μετέδιδε μια πολύ άσχημη είδηση: το απόγευμα στις πέντε περίπου θα περνούσε από την πόλη μας ανεμοθύελλα και έπρεπε όλοι να πάρουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα προφύλαξης. Η ανεμοθύελλα θα σάρωνε πρώτα την παραλία και μετά θα προχωρούσε προς το κέντρο της πόλης και μπορούσε να ξεριζώσει δέντρα, να σηκώσει στέγες σπιτιών και να κάνει πολλές καταστροφές.

Ο παλιός φίλος –είχαμε να συναντηθούμε από τότε που τελειώσαμε το γυμνάσιο– ήταν ανένδοτος. Επέμενε πως η συνάντηση έπρεπε να πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε, αλλά αδιαφορούσε για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα γινόταν. Έκλεισα λυπημένος το τηλέφωνο με μια μικρή ανησυχία για τον παλιό φίλο γιατί θα ερχόταν από άλλη πόλη.

Συναντηθήκαμε στην παραλία, σε μια μικρή ξύλινη προσφυγική ταβερνούλα λίγο πιο μπροστά από τις πέντε. Δεν αγκαλιαστήκαμε. Μου πρότεινε μόνο το αριστερό του χέρι για χειραψία κι εγώ αμήχανος τον χτύπησα ελαφρά στην πλάτη. Η τελευταία μου προσπάθεια να τον παρασύρω μακριά από την παραλία που ήταν το πιο επικίνδυνο σημείο απέτυχε. Έτσι, καθίσαμε σε μια γωνιά και αμέσως ήρθε και ο ταβερνιάρης για την παραγγελία. Δεν υπήρχε κανένας άλλος μέσα γιατί ήταν κάπως νωρίς αλλά σίγουρα οι ανακοινώσεις από το ραδιόφωνο για την επερχόμενη θύελλα έπαιξαν το ρόλο τους.

Κάθισα με τέτοιο τρόπο ώστε να έχω το παράθυρο που βλέπει στη θάλασσα ακριβώς απέναντι μου ανκαι η πλάτη μου έμενε κατά κάποιο τρόπο ακάλυπτη πράγμα που ποτέ δεν συνηθίζω. Δεν ξέρω, ήμουν πολύ ανήσυχος αλλά δεν ήταν και του χαρακτήρα μου να φοβάμαι. 

«Ώστε ανεμοθύελλα» άρχισε την κουβέντα πρώτος, γυρίζοντας λίγο το κεφάλι του δεξιά προς το ανοικτό παράθυρο. Μιμητικά γύρισα κι εγώ στο ίδιο μέρος όπου φαινόταν ο παραλιακός δρόμος με τα πολυτελή ξενοδοχεία και τις πισίνες τους. Εκείνη τη στιγμή μια μαύρη γάτα εμφανίστηκε ξαφνικά στο παράθυρο κουνώντας ανήσυχα το κεφάλι της. Προφανώς προτίμησε αυτό το σύντομο δρόμο για να μπει μέσα παρά να δώσει το γύρο και να μπει από την είσοδο. Ασυναίσθητα έκανα μια κίνηση προς τα πίσω και παραλίγο να κτυπήσω τον άνθρωπο που μας έφερνε το φαγητό μας. Για να πω τη αλήθεια ντράπηκα, αλλά εξακολουθούσα να έχω ένα αδιόρατο φόβο μέσα μου που γινόταν μεγαλύτερος βλέποντας τα μαύρα σύννεφα προς τη μεριά της θάλασσας να πυκνώνουν. Γεμίσαμε τα ποτήρια μας με το ωραίο κρασί της Οράς, η γάτα νιαούρισε παράξενα στριφογυρίζοντας το κεφάλι της και μ’ ένα σάλτο χάθηκε κάτω από τα τραπέζια. «Στην υγειά σου», της είπε ο φίλος μου χαμογελώντας, «στην υγειά μας» είπαμε μετά σχεδόν ταυτόχρονα τσουγκρίζοντας τα ποτήρια και φέρνοντας τα στα χείλη.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ακούστηκε ένα βουητό και σχεδόν αμέσως ένας τρομερός διαπεραστικός κρότος. Τα ποτήρια έπεσαν από τα χέρια μας, έσβησαν τα φώτα και το σκοτάδι απλώθηκε στη στιγμή παντού. Πετάχτηκα αμέσως έξω αφού παρέσυρα καρέκλες και τραπέζια. Σεισμός, σεισμός, ακούστηκε. Διέκρινα σιλουέτες να κινούνται γρήγορα δεξιά αριστερά, οι φωνές δυνάμωναν και ακούγονταν κλάματα μωρών. Οι στύλοι του ηλεκτρικού και τα καλώδια κουνιόντουσαν ακόμα. Αναζήτησα τον φίλο μου μα δεν τον εύρισκα. Τον φώναξα με το όνομά του μα δεν πήρα καμιά απάντηση. Μέσα στη σύγχυση δεν ήξερα τι να κάνω. Γύρισα στην ταβέρνα και τον είδα στο φως του κεριού να κάθεται στη θέση του και να πίνει το κρασί του σαν να μη συνέβαινε τίποτα. 

«Κάθισε» μου είπε, μη φοβάσαι και γέμισε το ποτήρι μου. Έξω ακουγόντουσαν συνομιλίες και σχόλια για το σεισμό αλλά τίποτα για την ανεμοθύελλα. Η θάλασσα ήταν πίσσα κατάμαυρη, δεν μπορούσες πια να διακρίνεις τίποτα. Είχαν περάσει σχεδόν είκοσι λεπτά και τα γεγονότα δεν μας είχαν αφήσει να ολοκληρώσουμε μια κουβέντα. Δεν ήξερα και τι να πω. Βρισκόμουν σε μια κατάσταση φόβου και αγωνίας και όλα ήταν παράξενα. Πιο πολύ με φόβιζε η αταραξία του φίλου μου που αδιαφορούσε για τα πάντα.

«Την κάθε στιγμή πρέπει να την χαίρεσαι», είπε κάποτε, «γιατί είναι ανεπανάληπτη. Κοίταξε το φεγγάρι που βγαίνει από τη θάλασσα», συνέχισε. Ναι; είπα ξαφνιασμένος και κοίταξα προς τη θάλασσα από το ανοιχτό παράθυρο. Πράγματι το φεγγάρι ήταν τεράστιο και ολοστρόγγυλο. «Πόσοι άραγε χαίρονται αυτή την ομορφιά; Πάντα υπάρχει κάτι που μας αποσπά την προσοχή. Οι άνθρωποι είναι συνεχώς απασχολημένοι. Κατασκευάζουν τις πλατειές λεωφόρους για να κυκλοφορούν τη μοναξιά τους μέσα στα πολυτελή αυτοκίνητά τους. Δεν μένει χρόνος για το φεγγάρι. Πάντως είτε το βλέπουν είτε δεν το βλέπουν η ομορφιά του υπάρχει.» Συμφώνησα αμέσως μαζί του και παρατήρησα, «φαίνεται πως η σοφία σου είναι ανάλογη με την άσπρη γενειάδα σου», δίνοντας έτσι ένα άλλο τόνο στη συζήτηση. «Αλήθεια πώς έγινε και η γενειάδα σου και τα μαλλιά σου έχουν ασπρίσει τόσο πολύ παρά το γεγονός ότι η ηλικία σου δεν δικαιολογεί τέτοια απότομη μεταβολή».

Πέρασε μηχανικά το χέρι στα μαλλιά του κουνώντας το κεφάλι ενώ διαγραφόταν στα χείλη του ένα χαμόγελο σαν κούρος και γέμισε τα ποτήρια με κρασί. «Πραγματικά, άσπρισαν πολύ ενωρίς, σχεδόν μέσα σε μια μέρα» είπε, και έμεινε για μερικές στιγμές αμίλητος. «Δεν είναι μεγάλη ιστορία αλλά αξίζει πραγματικά τον κόπο να σου τη διηγηθώ. «Πραγματικά είμαι περίεργος», είπα «ν’ ακούσω την ιστορία σου. Πάντως δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι μπορούν τα μαλλιά ν’ ασπρίσουν μέσα σε μία μόνο μέρα». Χαμογέλασε, και άρχισε την ιστορία του.

«Ασφαλώς θα γνωρίζεις εκείνο το μικρό βυζαντινό εκκλησάκι που φαίνεται στα αριστερά του δρόμου καθώς πηγαίνουμε στη Λευκωσία από τον παλιό δρόμο. Από κει και πέρα το δάσος είναι πολύ πυκνό και συνεχίζει ως την κορφή του βουνού που είναι ένας κόκκινος βράχος. Αυτό τον βράχο τον λένε ακριβώς έτσι, κόκκινο βράχο και δεν υπάρχει όμοιός του στην περιοχή. Είναι μάταιο όμως να προσπαθήσεις να τον προσεγγίσεις με αυτοκίνητο γιατί δεν υπάρχει δρόμος. Είναι δύσκολο το μέρος και εύκολα μπορεί κάποιος να χαθεί χωρίς οδηγό. Πίσω από το βουνό είναι το χωριό αλλά και πάλι είναι πολύ δύσκολο να προσεγγίσει κάποιος τον βράχο γιατί υπάρχει ένα πολύ μεγάλο φαράγγι. Εγώ στάθηκα τυχερός γιατί γνώρισα τον ιερέα του χωριού, έναν έξυπνο άνθρωπο, που μόλις έμαθε ότι είμαι ζωγράφος επέμενε πως αν δεν ζωγράφιζα το τοπίο από τον κόκκινο βράχο θα έχανα την ευκαιρία της ζωής μου. Κάθισε μαζί μου για αρκετή ώρα και με κάθε λεπτομέρεια μου αποκάλυψε τον μοναδικό ίσως δρόμο που οδηγεί στον κόκκινο βράχο».

«Με έτρωγε η περιέργεια να επισκεφθώ αυτό το μέρος. Ο ιερέας μιλούσε με τόσο ενθουσιασμό που δεν μπορεί, κάτι σημαντικό ή μοναδικό έπρεπε να υπάρχει εκεί. Εγώ ήμουν πολυταξιδεμένος είχα γνωρίσει πολλά μέρη σε όλο τον κόσμο και μου φαινόταν πολύ απίθανο να υπάρχει κάποιο μέρος σ’ αυτό το μικρό νησάκι που να το κάνει μοναδικό και αξιοθέατο. Περίμενα να ζεστάνουν λίγο οι μέρες και μετά το Πάσχα φόρτωσα στο μικρό μου αυτοκινητάκι τα απαραίτητα και κάποια μέρα πρωί - πρωί τράβηξα για το ταξίδι μου. Είχα μαζί μου όλα τα απαραίτητα για να μπορώ να επιβιώσω για μερικές μέρες. Τη χρονιά εκείνη είχαμε πολλές βροχές και η άνοιξη ήταν μοναδική. Δεν χόρταινες να βλέπεις τόση ομορφιά παντού. Τράβηξα εκατοντάδες φωτογραφίες. Η χρονιά ήταν ανεπανάληπτη. Δεν θυμόμουνα να είχε συμβεί ξανά στο παρελθόν». 

«Ήταν Τετάρτη 7 Μαΐου ημερομηνία ούτε σημαδιακή ούτε με κανένα άλλο νόημα. Απλώς είχα τελειώσει μια εργασία για το νέο κτήριο του Δήμου. Ήμουν ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα και είχα πολλή όρεξη για δουλειά. Το σαραβαλάκι μου αγκομαχούσε μα στο τέλος τα κατάφερε. Είχα φτάσει στο μικρό εκκλησάκι σε λιγότερο από μια ώρα. Τώρα άρχιζε το δεύτερο μέρος της αποστολής. Κάθισα κάτω από ένα δέντρο για να ξεκουραστώ και να συμβουλευτώ τους αυτοσχέδιους χάρτες που είχα ετοιμάσει με τη βοήθεια του ιερέα. Πρώτη φορά επισκεπτόμουν το μέρος μα οι υποδείξεις ήταν ακριβέστατες. Ετοίμασα λοιπόν τα σακίδια μου και κλείδωσα το σαραβαλάκι μου για καλό και για κακό, παρόλο που δεν υπήρχε και τίποτα αξιόλογο για να κλέψουν, αλλά και οι πιθανότητες επισκέψεων ήταν πολύ λίγες. Ποιος θα τολμούσε να έρθει σ’ αυτό το μέρος χωρίς κανένα λόγο». 

«Πήρα βαθιά αναπνοή και ξεκίνησα για τη δεύτερη φάση του σχεδίου. Θα χρειαζόμουν το πολύ σαρανταπέντε με πενήντα λεπτά για να φθάσω στον προορισμό μου. Είχα λίγο βάρος με τις προμήθειες και το καβαλέτο αλλά καλά τα πήγαινα. Έκανα ένα μόνο σταθμό για να ελέγξω ξανά το σχέδιο. Όλα δούλευαν ρολόι».

«Το πέρασμα στην άλλη πλευρά γινόταν από ένα στενό μονοπάτι σίρριζα του βράχου όπου η άγρια βλάστηση με δυσκόλευε αφάνταστα και δεν μπορούσα να περάσω έτσι όπως ήμουν φορτωμένος και τα χέρια μου ήταν γεμάτα. Αναγκαζόμουν να αφήνω κάτω ό,τι κρατούσα και να κόβω μερικά κλαδιά». 

«Η κούραση κόντεψε να με καταβάλει, αλλά αυτό που αντίκρισα όταν πέρασα στην πίσω πλευρά του βράχου μ’ έκανε να ξεχάσω τα πάντα και να γίνω άλλος άνθρωπος. Δεν υπάρχουν λέξεις που μπορεί κάποιος να περιγράψει το τοπίο. Δεν υπάρχουν χρώματα σε παλέτα ζωγράφου που να συγκριθούν με αυτά που έβλεπαν τα μάτια μου. Στεκόμουν στη βάση του Κόκκινου Βράχου σαν χαμένος. Όταν γύρισα το κεφάλι μου ψηλά κι αντίκρισα το δυσθεόρητο ύψος του ένιωσα τιποτένιος, εκμηδενίστηκα. Όλες οι αποχρώσεις του κόκκινου ήταν απλωμένες σε επίπεδες και μη επιφάνειες και τα πιο παράξενα σχήματα είχαν διαμορφωθεί σ’ αυτόν εδώ το βράχο. Αχ! και να βρισκόμουν στην κορφή του και πιο ψηλά ακόμα, για να μπορέσω να δω όλο το τοπίο. Στριφογύρισα ζαλισμένος και προχώρησα ακόμα μερικά βήματα. Τότε ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν καθώς μπροστά μου ξετυλιγόταν ο πιο ωραίος πίνακας ζωγραφικής που είχαν δει τα μάτια μου. Μια φανταστική λουλουδιασμένη κοιλάδα που λουζόταν στις πρωινές ακτίνες του ήλιου. Προς τα δεξιά ήταν το φαράγγι και πίσω απλωμένο το χωριό. Τώρα κατάλαβα πόσο δύσκολη ήταν η πρόσβαση από το μέρος του χωριού. Ακριβώς μπροστά μου πρόσεξα το χάσμα που υπήρχε. Ήταν η προέκταση του φαραγγιού». 

«Μελέτησα το τοπίο και άρχισα να σκέφτομαι από που θα αρχίσω να ζωγραφίζω. Έψαχνα για πέρασμα προς την κοιλάδα. Ευτυχώς από τα αριστερά εκατόν περίπου μέτρα από το σημείο που βρισκόμουν δεν ήταν πυκνή η βλάστηση και υπολόγισα ότι θα μπορούσα να περάσω. Πήρα τα πιο απαραίτητα σύνεργα και προχώρησα με στόχο να φθάσω στο κέντρο της κοιλάδας που ήταν μια συστάδα από πεύκα, για να ζωγραφίσω απ εκεί το βράχο. Ήταν καλός συλλογισμός. Όταν έφτασα χαμηλότερα φάνηκε ότι οι αναθρήκες ήταν πιο ψηλές από μένα και διατηρούσαν ακόμα τη ζωντάνια τους. Το κίτρινο χρώμα τους ερχόταν σε αντίθεση με το μπλε του ουρανού. Το καλοκαίρι όταν ζωγραφίζω σε γνωστούς χώρους χρησιμοποιώ την αναθρήκα και φτιάνω σκαμνάκια που είναι ανάλαφρα και μαλακά».

«Όσο πλησίαζα στα πεύκα τόσο πιο μεγάλα μου φαίνονταν. Είχαν χοντρούς κορμούς και πλούσια καταπράσινη φυλλωσιά. Κάθισα στο πτυσσόμενο σκαμνάκι κάτω από τα πεύκα και μελέτησα τις σκιές στο βράχο και γενικά το τοπίο που ήταν απέναντι μου και προσδιόρισα επακριβώς τα όρια που θα ζωγράφιζα. Δεν βιαζόμουνα. Είχα καταλάβει ότι θα περνούσα πολλές μέρες εδώ, όπου και να γύριζα το κεφάλι μου υπήρχε ένας ξεχωριστός πίνακας. Οι κινήσεις μου άρχισαν να περιορίζονται και είχα περιέλθει σχεδόν σε μια κατάσταση διαλογισμού. Άρχισα να δουλεύω με τη ψυχή μου και όχι με τα χέρια. Τα χέρια ήταν απλά τα εργαλεία. Ακολουθούσα το δικό μου τρόπο και είχα εντελώς αποκοπεί από το περιβάλλον. Δεν θυμάμαι πόση ώρα ήμουν σε αυτή την κατάσταση, αυτό που θυμάμαι είναι ότι σε κάποια στιγμή το καβαλέτο μαζί με το τελάρο παρασύρθηκε από τον αέρα που φύσηξε ξαφνικά. Η πρώτη αντίδραση μου ήταν να τρέξω να σηκώσω το τελάρο για να το προστατεύσω αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να πέσω κι εγώ μπρούμυτα αφού δεν υπολόγισα σωστά τη δύναμη του ανέμου. Αιφνιδιάστηκα και στριφογύρισα το κεφάλι για να καταλάβω καλύτερα τι συνέβαινε. Ένα απόμακρο βουητό έφθασε στ΄αυτιά μου και πιο πέρα έβλεπα τα μικρά δένδρα να γέρνουν τόσο πολύ που κόντευαν να σπάσουν». 

«Ο άνεμος φυσούσε πιο δυνατά τώρα και κατάλαβα πως ήταν ματαιοπονία να τρέξω για το καβαλέτο και το τελάρο. Εγώ ο ίδιος δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου. Με υπεράνθρωπη προσπάθεια σύρθηκα προς το μέρος όπου τα πεύκα ήταν πιο πυκνά και πιάστηκα από μια ρίζα. Ξανακοίταξα προς το μέρος του χωριού και είδα πολλά κλαδιά δέντρων, μεγάλα χαρτόνια, και άλλα αντικείμενα που δεν μπορούσα να προσδιορίσω τι ήταν, να παρασύρονται και να στροβιλίζονται». 

«Ο ουρανός θόλωσε και το βουητό ακουόταν τώρα πιο έντονο. Ένιωσα πως δεν μπορούσα πια να κρατηθώ από τη ρίζα, ήμουν ξαπλωμένος μπρούμυτα και τ’ αγκάθια ενός μεγάλου θάμνου σαν μεγάλα καρφιά χώθηκαν στα πλευρά και γενικά σε όλο μου το σώμα εκτός από το κεφάλι, κάνοντάς με να ξεφωνήσω από τον πόνο. Το κεφάλι μου ευτυχώς προστατεύθηκε από τον κορμό του πεύκου. Ήταν ολοφάνερο πως βρισκόμουν σε απελπιστική θέση και προσπαθούσα με κάθε τρόπο να προστατευθώ, κυρίως φέρνοντας τα χέρια από ένστικτο προς το μέρος του κεφαλιού. Με τα στροβιλίσματα βρέθηκα να έχω αγκαλιάσει τον κορμό ενός πεύκου μα ήμουν σε θέση ακόμα να βλέπω και διέκρινα ότι η κατάσταση προς το μέρος του χωριού ήταν ακόμα χειρότερη. Ο ουρανός έγινε ακόμα πιο θολός και πιο σκοτεινός. Κάθε είδους αντικείμενα βρίσκονταν σε κίνηση και καταλάβαινα ότι το επίκεντρο γύρω από το οποίο γινόταν η καταστροφή ήταν μετακινούμενο και με πλησίαζε επικίνδυνα». 

«Δεν ακουγόταν ένα απλό βουητό πια αλλά ένα πανδαιμόνιο από κρότους και η κατάσταση χειροτέρευε τόσο γρήγορα που δεν μου έδινε την ευκαιρία ούτε να σκεφτώ ούτε να δράσω. Και τι μπορούσα να κάνω άλλωστε. Σε κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ήμουν πιο ψηλά από το έδαφος και να στριφογυρίζω αγκαλιασμένος με τον κορμό του πεύκου. Είδα ένα τεράστιο πεύκο να ξεριζώνεται και στη συνέχεια άλλο και άλλο και να σηκώνονται προς τον ουρανό λες και ήταν παιχνιδάκια». 

«Έβλεπα πολύ θολά τώρα και ήμουν τραυματισμένος άσχημα και σφηνωμένος μέσα στα πυκνά κλαδιά του πεύκου. Κάτω απλωνόταν το χωριό που το έβλεπα σε κάθε στριφογύρισμα από διάφορες γωνίες. Μου φάνηκε για μια στιγμή ότι είδα τον ιερέα και τους χωρικούς αλαφιασμένους να έχουν υψωμένα τα χέρια ποιος ξέρει αν ήταν για ικεσία ή ήταν κινήσεις απελπισίας. Μια στέγη ξεκόλλησε και στροβιλίστηκε λες και ήταν από χαρτόνι. Ένας τσίγκος σα μια τεράστια λεπίδα σφηνώθηκε στην κοιλιά μιας αγελάδας που τη μοίρασε στα δύο». 

«Ήμουν μάρτυρας μιας πραγματικής κόλασης. Όλο το χωριό ήταν ερείπια. Το ωραιότερο τοπίο του κόσμου ήταν πια ένας χώρος από ξεριζωμένα δέντρα και αντικείμενα ατάκτως ερριμένα».

«Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο. Η τελευταία εικόνα ήταν ένα μαύρο τούνελ, χοάνη στον ουρανό ή στη γη, δεν μπόρεσα να καταλάβω, μέσα στο οποίο εκτινάχθηκα χάνοντας τις αισθήσεις μου».

«Ξύπνησα στο νοσοκομείο όπου πέρασα μετά πολύ καιρό για να συνέλθω. Ήμουν τυχερός που έζησα. Όταν μετά από μήνες είδα τον εαυτό μου στον καθρέφτη ήμουν αγνώριστος. Τα μαλλιά μου ήταν όπως τα βλέπεις τώρα. Ολόασπρα. Πέρασα από το μαύρο το κορακίσιο στο λευκό του χιονιού, από την ευτυχία στη δυστυχία, από την ομορφιά στην αταξία. Και όλα αυτά μέσα σε μερικά λεπτά της ώρας».

«Α! Ξέχασα να σου πω, το δεξί μου χέρι είναι άχρηστο. Στην αρχή με πείραζε μου δυσκόλεψε τη ζωή αλλά μετά συνήθισα. Στο κάτω - κάτω ο Θεός μας χάρισε τη ζωή για να εμπλουτίζεται η καρδιά μας. Άντε στην υγειά μας. Δεν μπορεί να συμβεί κάτι χειρότερο. Πρέπει να χαιρόμαστε και να ζούμε την κάθε στιγμή γιατί είναι ανεπανάληπτη».

***

Εκείνη τη στιγμή ο χώρος φωτίστηκε ξαφνικά, αφού φαίνεται είχε αποκατασταθεί η βλάβη και η γάτα πήδηξε και κάθισε στο παράθυρο. Σήκωσα κι εγώ το ποτήρι μου αλλά δεν μπόρεσα να αρθρώσω λέξη. Η ιστορία του ήταν αληθινή και πράγματι είχε συμβεί το 1985, αλλά το μοναδικό, τότε, κρατικό κανάλι είχε αρκεστεί να δείξει μόνο μερικές γενικές εικόνες της καταστροφής χωρίς κανένα σχόλιο λες και δεν είχε συμβεί τίποτα.

«Στην υγειά σου γατούλα» είπα, κι αυτή ανοιγόκλεισε νωχελικά τα μάτια.

Από το παράθυρο απέναντι φαινόταν μόνο ένα ποτάμι φως πάνω στη θάλασσα γιατί το φεγγάρι είχε ανέβει πιο ψηλά και δεν μπορούσα να το δω.

(1985)

[από τη συλλογή μου Η κόρη του δραγουμάνου, Μεταίχμιο 2003, (κρατικό βραβείο διηγήματος)]





17 Ιουλ 2017

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ


Νανούρισμα

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: "Ελαχταρούσεν ολογαίματη η κορούδα της πάνω στο νεκρό της σώμα. Ήταν δεκατριών μηνών κι έγλειφε τα αίματα της νεκρής μάνας της. Έπιασα το μωρό, το πήγα σπίτι μου, το έλουσα και του φόρεσα καθαρά ρουχαλάκια". Πρόκειται για τη συγκλονιστική μαρτυρία μιας εξηνταεξάχρονης γυναίκας για τη βάρβαρη δολοφονία μιας νεαρής μητέρας, της Σ.Π. 26 ετών, η οποία δολοφονήθηκε κρατώντας το βρέφος της στην αγκαλιά της. Το 1974 δόθηκαν πολλές μαρτυρίες για την τούρκικη θηριωδία που εκφράστηκε με βιασμούς, δολοφονίες και εγκλήματα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού.
α’

κοίταξέ με στα μάτια * κοίταξέ τα καλά προτού κλείσουν * κοίταξε της μανούλας σου την ωραία μορφή * κοίταξέ την προτού η μαύρη της τύχη και το σκοτάδι τη σβήσουν * εσύ πρέπει να ζήσεις μωρό μου * τρόμαξέ τους να φύγουν * εγώ παγώνω και πώς να ζεστάνω το κορμάκι σου η έρμη * πού ν’ ακουμπήσεις το μικρό σου κεφάλι στο στήθος μου χάσκουν από σφαίρες δυο τρύπες * κι αντί εγώ η μάνα σου το γάλα να σου δίνω στο στόμα εσύ βυζαίνεις το μαύρο μου αίμα που τρέχει και ποτίζει το χώμα * εγώ φεύγω μωρό μου, μα εσύ γλυκό μου κοιμήσου * κοιμήσου αγγελούδι μου * κοιμήσου
                                                                    
Άγια Μαρίνα τζαι τζυρά
Που ‘ποτζοιμίζεις τα μωρά
‘Ποτζοίμισ’ το κορούδιν μου
Το πιο γλυτζύν τραούδιν μου
Έπαρ’ το πέρα γύρισ’ το
‘Που τον φονιά μου γλύτωσ’ το.


β’
Άγια Μαρίνα τζαι τζυρά
Παρακαλώ σε έλα δα
‘Ποτζοίμισ’ την μανούλα μου
Την πιο γλυτζειάν του κόσμου μου

Άγια Μαρίνα τζαι τζυρά
Παρακαλώ σε έλα δα
Πάρε την πέρα γύρισ’ την
Τζαι πάλε πίσω φέρ’ μου την

Άγια Μαρίνα τζαι τζυρά 
Παρακαλώ σε έλα δα
Την μάνα μου ‘ποτζοίμισες
Σε κόσμους άλλους ξέχασες

Άγια Μαρίνα τζαι τζυρά
Κοντά μου φέρ’ την πάλι
Τη μάνα μου την πιο γλυτζειάν
Μεσ’ στην δική μου αγκάλη

Κλαίω της τζαι φωνάζω της
Ξύπνα μανά ξύπνα μανά
Δίκλα ‘ποτζεί δίκλα ‘ποδά
Τι έχεις μωρό στην αγκαλιά
Μα η μάνα μου δεν απαντά
Έσιει τα μάθκια της κλειστά


----------------------------------------
[Από τη ποιητική μου σύνθεση Πικρόλιθος, σημειώσεις σχεδίας, Κάρβας 2016]





15 Ιουλ 2017

15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974


ΤΟ  Σ Τ Α Υ Ρ Ο Λ Ε Ξ Ο

του

Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Tώρα τελευταία ένιωθε πολύ κουρασμένος. Αναζητούσε μια δικαιολογία για τις πράξεις του και δεν την έβρισκε. Υπέθεσε πως η αλλαγή του καιρού θα έπαιζε κάποιο ρόλο, μια και οι δουλειές είχαν πέσει με τον ερχομό του φθινοπώρου, μα ήξερε πολύ καλά πως δεν ήταν αυτό. Είχε και μια κακή συνήθεια να γυρίζει στο παρελθόν, να προβληματίζεται πάνω σε πράγματα που του φαίνονταν ξεχασμένα από τους άλλους, κι αυτό τον έκανε να εκνευρίζεται όλο και πιο πολύ.

Άφησε το γραφείο του και προχώρησε με αργά βήματα επάνω στο χοντρό χαλί που ήταν στρωμένο στη μεγάλη αίθουσα. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι του τοίχου και μετά το δικό του. Ήταν περασμένες δέκα και δεν ήταν κανένας πελάτης μέσα. Ε, λοιπόν, αυτή την κατάσταση δεν μπορούσε να την ανεχθεί! Λες κι όλοι ήταν συνεννοημένοι να έρχονται την τελευταία στιγμή!

Κοίταξε τους συναδέλφους του κι έκανε μια προσπάθεια να κολλήσει κι αυτός κάπου. Πρώτα πέρασε μπροστά από τις τρεις κοπέλες. Εκείνη τη στιγμή γελούσαν με το πάθημα της μιας, που διηγιόταν πώς τα κατάφερε να φτιάξει ένα απαίσιο γλυκό. Χαμογέλασε μηχανικά και προχώρησε προς τους άλλους. O ψηλός ήταν κοντά στο γραφείο του τμηματάρχη και το θέμα ήταν ο ποδοσφαιρικός αγώνας της Κυριακής. Κάτι τους πέταξε, μα ούτε που γύρισαν να τον κοιτάξουν. Ήταν άσχετος με το θέμα τους. Μερικά βήματα πιο κάτω ήταν ο τηλεφωνητής, που, μαζί με τον κλητήρα, προσπαθούσαν να βρουν ποια είναι τα καλύτερα φυσίγγια. Σε λίγες μέρες ήταν η μεγάλη έξοδος.

Ακούμπησε στον τοίχο δίπλα τους και τους κοίταξε όλους προσεχτικά. Ένιωσε παράξενα και προσδιόρισε ένα κενό μέσα του, λες κι ήταν ξένος σ' αυτό το περιβάλλον κι ας ήταν τόσα χρόνια εδώ.

Κάθισε σε μια καρέκλα μπροστά σ' έναν πάγκο, στη γωνιά. Μπροστά του ήταν κάμποσες εφημερίδες και περιοδικά. Πήρε στην τύχη ένα, το άνοιξε κι αμέσως το πρόσωπό του φωτίστηκε. Θα έλυνε κάποιο σταυρόλεξο. Πώς δεν το είχε σκεφτεί νωρίτερα! Έτρεξε στο γραφείο του και γύρισε μ' ένα στιλό.
Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά απ' το τσιγάρο του και φύσηξε τον καπνό πάνω στο ανοιχτό περιοδικό. Πήρε τα πράγματα απ' την αρχή. Έτσι νόμιζε. Τέλος πάντων, όλα τα πράγματα έχουν κάποια αρχή. Άρχισε από το ένα οριζοντίως:

Χαρακτηρίστηκε και ως άφρον.

Τράβηξε άλλη μια γερή ρουφηξιά, σχεδόν κόντεψε να δακρύσει, έκανε έτσι... να διώξει τον καπνό που τον στράβωσε και σκέφτηκε πως θα ήταν ένα εύκολο σταυρόλεξο. Μέτρησε στα δάχτυλά του τα γράμματα της λέξης, μέτρησε τα τετραγωνάκια και βρήκε πως περίσσευε ένα. Του φάνηκε περίεργο. Ξαναδιάβασε το κλειδί και τότε μόνο πρόσεξε μια σημείωση που ήταν γραμμένη λίγο πιο πάνω: Βρέστε μόνοι σας τα μαύρα τετραγωνίδια. Ένα πικρό χαμόγελο διαγράφτηκε στα χείλη του. Έγραψε τη λέξη και άρχισε να μαυρίζει το λευκό τετραγωνάκι που περίσσευε. Λες να είναι εδώ; Σταμάτησε. Σκέφτηκε πως, αντί να μαυρίζει τα τετράγωνα, που φαίνονταν σαν ανοιχτοί τετράγωνοι τάφοι, θα ήταν καλύτερα να βάζει κάτι άλλο, να βάζει ένα κυκλάκι ή ένα σταυρό. Προτίμησε το δεύτερο. Έγραψε το σταυρό και αναλογίστηκε πως ήταν σοφή η εκλογή του. Καρφώθηκε η ματιά του εκεί και η σκέψη του πάλι στο παρελθόν. Mόνο το χέρι του κινήθηκε για να γράψει ένα αέτωμα. Το λευκό τετραγωνάκι με το σταυρό ήταν τώρα ένα τέλειο σπιτάκι. Έκλεισε τα μάτια, έφερε τα χέρια του μπροστά έτσι, που, κι αν ήθελε να τ' ανοίξει, να του κρύβουν τη θέα. Μάταια όμως. Η εικόνα τώρα ήταν πιο καθαρή: ένα άσπρο σπιτάκι, μια καταπράσινη αυλή και δυο χαρούμενα παιδάκια να παίζουν. Σχεδόν άκουγε τις φωνούλες τους.
Ήταν τρομερό! Τίναξε απότομα το κεφάλι του θέλοντας να διώξει τις σκέψεις του. Πήρε ένα κλειδί στην τύχη:

Αποτέλεσμα τού ένα οριζοντίως.

Του φάνηκε πως άκουσε τρομαγμένες φωνές, πυροβολισμούς, παράξενους θορύβους. Άφησε το κεφάλι του να ακουμπήσει στον πάγκο μπροστά του.
Η λάσπη άγγιξε το αριστερό του μάγουλο. Ένα βομβαρδιστικό πέρασε από πάνω τους μ' ένα διαβολικό σφύριγμα. Ένιωσε τα μέλη του να παραλύουν. Προσπάθησε μ' όλη του τη δύναμη να σφίξει πιο πολύ τη μικρή στο στήθος του. Με το άλλο κρατούσε το χέρι της γυναίκας του. Η μικρή να κλαίει απαρηγόρητα: «όχι άλλες πορτοκαλιές, μπαμπά, θέλω να πάμε στο σπίτι μας», η μικρή κατάλαβε πως δεν ήταν παιχνίδι πια. Και οι άλλοι; Oι άλλοι; Ποιος ξέρει...
Πέρασε τα δάχτυλά του μέσα απ' τα μαλλιά του. Μέτρησε τα γράμματα πάλι στα δάχτυλα του αριστερού του χεριού. Δύο, που περίσσευαν, τα μέτρησε στο μυαλό του. Άναψε άλλο τσιγάρο κι άρχισε να βάζει τους καινούργιους σταυρούς: έναν για τον Γιώργο, έναν για τον Άγγελο, τον Πανίκο... Συνέχισε να βάζει σταυρούς, τον ένα δίπλα στον άλλο, ώσπου τέλειωσε το φύλλο.
Ανήκε πια σε έναν άλλο κόσμο. Πήρε το ένα καθέτως:

Η προσβολή εναντίον του κράτους και κυρίως η προσβολή της ανεξαρτησίας του από άτομο ή άτομα που ανήκουν σ' αυτό...

Του φάνηκε πως ο τμηματάρχης τον κοίταζε επίμονα, μα, όταν γύρισε το κεφάλι του, αυτός συζητούσε ακόμη με τον ψηλό τα ποδοσφαιρικά τους.
«Θα σας σκίσουμε» έλεγε, μα ο άλλος τον κοίταζε απαθής.
Γύρισε μπροστά και συνέχισε το κλειδί:

Επανάσταση για διάλυση του κράτους ή υποταγή του σε ξένο κράτος...

«Πρέπει να παραδεχθείς πως είμαστε οι καλύτεροι» συνέχιζε ο τμηματάρχης. 

Απόπειρα μεταβολής του πολιτεύματος με βίαια μέσα, συνωμοσία ή συνεννόηση με ξένους για κήρυξη πολέμου εναντίον της πατρίδας...

Στ' αυτιά του έφτανε η συζήτηση κι η ανάσα του γινόταν βαριά.
«Θα έχουμε μαζί μας, σου λέω, και το διαιτητή».

Παράδοση όπλων ή φρουρίων...

Όλα πια ήτανε συγχυσμένα μέσα του.
«Με τον καινούργιο που αγοράσαμε...»

Παραπλάνηση στρατιωτών με σκοπό να πάρουν μέρος σε στάση...

Η ανάσα του πιο βαριά.
«Έχουμε και τον δικό σας, το νούμερο πέντε».
Έσφιξε το στιλό στο χέρι του, που έγινε δυο κομμάτια.

Εξυπηρέτηση των εχθρικών συμφερόντων...

Η ανάσα του έγινε ακόμα πιο βαριά. Ρουθούνισε σαν τον ταύρο που ξαφνικά βλέπει μπροστά του τους πικαντόρες. 

«Θα σας διαλύσουμε, ρε!»

Τιμωρείται με θάνατο...

Δεν άντεξε άλλο. Με δύναμη ασυγκράτητη τινάχτηκε πάνω του σαν μανιασμένο θεριό, παρασύροντας καρέκλες, έπιπλα κι ό,τι άλλο βρισκόταν μπροστά του. Oύτε έβλεπε ούτε άκουε πια. Βύθισε το χαρτοκόπτη στο σώμα του κι ο άλλος σπάραξε σαν άλογο που ξεκοιλιάζεται από μυτερά κέρατα ερεθισμένου ταύρου στην αρένα. Κάποιοι, που ήταν κοντά, έπεσαν πάνω τους για να τους χωρίσουν και οι συνάδελφοι και άλλοι, που στο μεταξύ είχαν μαζευτεί, έβγαλαν μια τρομαγμένη φωνή.


Όταν τον κλείδωσαν στο γραφείο του Διευθυντή, όλα πια ήταν ήσυχα. Κοίταξε από το άνοιγμα της κουρτίνας τους ανθρώπους να μιλούν και να χειρονομούν χωρίς να μπορεί ν' ακούει τι λένε.
Έκλεισε τα μάτια κι έγειρε το κεφάλι του πίσω, ώσπου ακούμπησε στον τοίχο. Τώρα τελευταία ένιωθε πολύ κουρασμένος.

Έμεινε έτσι για λίγο χωρίς καμιά σκέψη. Τον έφεραν στην πραγματικότητα οι αστυνομικοί που όρμησαν μέσα. O τρόπος που τον άρπαξαν δεν του άρεσε. «Λες κι έχω κάνει φόνο» σκέφτηκε. Από την ανοιχτή πόρτα ξεχώριζε τώρα τις φωνές έξω: «Με το χαρτοκόπτη», «Πρέπει να ήταν πάνω στο γραφείο», «Σε κλάσματα δευτερολέπτου». Έσκυψε το κεφάλι και πρόσεξε τα αίματα στο άσπρο του πουκάμισο.

Τα δυο αυτοκίνητα ξεκίνησαν σχεδόν μαζί. Το νοσοκομειακό πρώτα, το αστυνομικό μετά. Αυτός ο διαπεραστικός θόρυβος των σειρήνων τον ενοχλούσε φοβερά, του τρυπούσε τ’ αυτιά κι αυτό το παράξενο αυτοκίνητο έτρεχε σαν δαιμονισμένο. Ποτέ του δεν είχε μπει σε τέτοια κλούβα. Τι πράγμα ήταν αυτό; Μόνο ένα παραθυράκι στο πίσω μέρος. Ένα μικρό παραθυράκι με κάθετες κι οριζόντιες σιδεριές. Όμοιο σταυρόλεξο.

--------------------------------------
Από τη συλλογή διηγημάτων Η κόρη του δραγουμάνου, Μεταίχμιο 2003 (κρατικό βραβείο)
Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "ο Κύκλος", Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1980, σελ. 194


13 Ιουλ 2017

ΠΙΚΡΟΛΙΘΟΣ


ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Νίκου Νικολάου- Χατζημιχαήλ
Π ι κ ρ ό λ ι θ ο ς
σημειώσεις σχεδίας
ΚΑΡΒΑΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Όσο κι αν είναι αντίθετο προς τα συνήθη, σπεύδω να εκφράσω το θαυμασμό μου στην έκδοση, στο καλαίσθητο, επιμελημένο, βγαλμένο από τα χέρια του ίδιου του ποιητή πραγματικό έργο τέχνης, το βιβλίο του Νίκου Νικολάου- Χατζημιχαήλ Πικρόλιθος.

Διαβάζοντας αυτές τις μέρες και το συλλειτούργημα των Κώστα Βασιλείου και Καίτης Χρίστη «Αλταμίρα», συλλαμβάνω τα υπόγεια ρεύματα που δένουν τους ποιητές ή φιλοσόφους να ανατρέχουν στις ρίζες του ανθρώπου, όσο πιο πέρα από το σήμερα, στα παλαιολιθικά ή νεολιθικά χρόνια, για να αισθανθούν τα πρώτα ρίγη και σκιρτήματα του προπάτορά μας και να τα εκφράσουν στην παρθενικότητά τους, χωρίς με αυτό να υπονοώ πως είχε γνώση ο ένας του έργου του άλλου. Τις ρίζες, αυτές ανασκάπτουν, με αυτές αναστρέφονται και σ’ αυτές επιστρέφουν όσοι αγαπούν τα βάθη.

Το εισαγωγικό ποίημα Τα Βότσαλα μπορούμε να πούμε πως εκθέτει μια πτυχή της ποιητικής του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ. Ποιες εμπειρίες ζωής, πόση αγάπη κι έρωτας καλού, περιπέτειες και φουρτούνες διέρχεται ο ποιητής. Μέσα από αυτές η φθαρτική επεξεργασία του ποιήματος συντελείται κι έτσι απαστράπτον το ποίημα εκτίθεται ελπιδοφόρο και αναστάσιμο.

Η Πέτρα μας ταξιδεύει χιλιάδες χρόνια πριν, στον παλαιολιθικό άνθρωπο ή στην ουσία του ανθρώπου ή στον homo faber με την πέτρα στο χέρι αλλά προπάντων με το συγκινητικό για τους γνωρίσαντες την προσφυγιά: «Μα πάντα μένω στα ίδια δάση/Στα ίδια μέρη το χώμα πατώ.» Στο β΄ τα πρώτα σκιρτήματα, ο φόβος και τρόμος στο άγνωστο, η προσευχή, έξω και έσω ταραχές ενώ στο γ΄ ο άνθρωπος κυνηγός, ο φόνος του ζώου, το ιερό και το θείο εκφρασμένα στην τέχνη. Ο παραποτάμιος άνθρωπος στις πρώτες εκδηλώσεις του πολιτισμού, πλάθει πηλό και τραγούδι, κάπου εκεί στη Χοιροκοιτία μας κι ύστερα το ταξίδι στη θάλασσα με το κουπί στο χέρι. Ήταν μια ωραία περιδιάβαση στον έξω και μέσα μας κόσμο, στα βάθη των καιρών και των τόπων.

Τα Πουλιά, μια άλλη ωραία σελίδα του βιβλίου, με μικρά πουλιά κι αστερίσκους στο κείμενο, η αναπνοή του αναγνώστη, το κόψιμο του στίχου, ο αστερόεις ουρανός του ποιήματος και των ερωτηματικών των πουλιών, ερωτηματικών για τα πουλιά, που μέσα στο σκοτάδι «βρίσκουν τον δρόμο κι επιστρέφουνε στις ίδιες ακτές» Ποια δύναμη φέρνει ξανά τα πουλιά στον τόπο τους, ποια βία κρατά τους ανθρώπους μακριά από το γενέθλιο τόπο;     ( υπολανθάνουσα ερώτηση του αναγνώστη.)

Η Σχεδία, ένας Οδυσσέας αιώνιος ταξιδευτής, όλα ένα γύρο σιωπηλά, χωρίς τα ερωτήματα του ανθρώπου, βασανιστικά και αναπάντητα, «Μα εγώ, αντέχω, τραγουδώ, πεισμώνω/ ακούω τους χτύπους της καρδιάς/ χτύπους με μυστικό ρυθμό/ για τη χαρά του ταξιδιού και μόνο».

Το Τραγούδι του Ναύτη της Σχεδίας, μια αποστροφή στα πουλιά θαλασσοπούλια συνοδούς στο ταξίδι και μια απάντηση εκ των ένδον, ένας διάλογος και βαθιά συνειδητοποίηση πως η κάθε γνώση είναι κι ένας θάνατος, κάθε απομάκρυνση από τη γη είναι ένα θαλάσσιο ταξίδι κάποτε χωρίς τελειωμό.

Το Ακρογιάλι, η επιστροφή από το ταξίδι κι ο απολογισμός, «γνωρίζω μόνο από πέτρα* γνωρίζω μόνο από πουλιά* γνωρίζω μόνο από ταξίδια.»

Έρωτας και Θάνατος: Ένα ποιητικό ζευγάρωμα φιδιών κι ύστερα το καταβρόχθισμα ενός πουλιού, μιας μάνας, μια σκηνή τρομαχτική, που όμως η τέχνη την μεταποιεί μεταφέροντας τη συγκίνηση σε άλλα επίπεδα, αισθητικά.

Παλιό Καράβι: Θέλοντας μη θέλοντας ο νους μας ταξιδεύει στην Οδύσσεια, τον Οδυσσέα που’ φτιαχνε τη σχεδία του με τόση γνώση και μαστοριά, για ν’ ανοιχτεί στο πέλαγο, να φτάσει στην πατρίδα. Κι ο ποιητής ταξιδευτής φτιάχνει τη δική του για τα ατέλειωτα ταξίδια του… «Σκορπούσα μύγδαλα κι ολόγλυκο κρασί κερνούσα/ καθώς τον κόσμο θάμπωνε ο αστραφτερός χαλκός/ κι ύστερα γύριζα με το καράβι φορτωμένο ελπίδα/ γύριζα με το καράβι φορτωμένο φως».

Πικρόμελο, ένα κείμενο σε συνεχή λόγο, με τους αστερίσκους του, στα χρόνια του Ονήσιλου, της επίθεσης των Περσών εναντίον της Κύπρου, ένας αγώνας για το καλό αποτυγχάνει από την προδοσία, τα όσα ζήσαμε το 1974 θλιβερά … « να φυλάγεστε απ’ τους αισχρούς Στασάνορες μα, πιο πολύ απ’ τους προδότες Γόργους». Τον αδελφό του Ονήσιλου Γόργο, θυμάστε. Ένα πυκνό κείμενο, γεμάτο γνώση και πείρα, ήχους κι απόηχους, νύξεις και διδαχές.

Η Σκήτη 
α΄
Ο Μαχαιράς, ο τόπος της θυσίας του Γρηγόρη Αυξεντίου το 1957, το τοπίο, ο ήλιος, η θυσία συνταιριασμένη με τις μυροφόρες της Μεγάλης Παρασκευής και τη θεϊκή θυσία, η επιφάνεια και το βάθος των πραγμάτων.

β΄
Ο ποιητής ως ήρως του αγώνα, ως Αυξεντίου στη σπηλιά του, εκεί μέσα που βρίσκεται το φως, ακούονται οι διαταγές των εγγλέζων, η μάχη, σε λίγο το κάψιμο του ήρωα, μα προπάντων η έμφαση στην ελευθερία που υπάρχει μόνο όταν οι άνθρωποι αγωνίζονται γι΄αυτήν. Η αντιστροφή των πραγμάτων ή η ορθή αντίληψή τους: μέσα στη σπηλιά του αγωνιζόμενου το φως, έξω το σκοτάδι, ενώ ο φόβος της προδοσίας μεγαλύτερος από τον ίδιο τον εχθρό. Μια σελίδα της Ιστορίας μας γραμμένη με αίμα, που «θα λέει ο πατέρας στο γιο κι παππούς στο εγγόνι» σελίδα σε συνεχή λόγο, με τους αστερίσκους της στις παύσεις και τον αναγκαίο ρυθμό της.

Διάλογος
Του Κυριάκου Μάτση με τους Εγγλέζους, οι ηρωικές στιγμές, τα βασανιστήρια κι η περήφανη απάντηση «ου περί χρημάτων…», οι τελευταίες στιγμές στο κρησφύγετο, ένας διάλογος με κόκκινα γράμματα ο Μάτσης, με μαύρα οι οχτροί. Μηνύματα αιώνιας περηφάνιας και αξιοπρέπειας, σε λόγο λιτό, ήρεμο, συντελεσμένο, με απόηχους παραμυθιού, Ιστορίας, λαϊκής θυμοσοφίας, προπάντων όμως σεβασμού στον καιρό και στον ήρωα.

Το Πηγάδι
Συγκινητικότατο το τραγούδι «Τέσσερα τζαι τέσσερα μας κάμνουσιν οκτώ…» συνοδεύει το θάνατο του νεαρού στρατιώτη του 1974, του οποίου βρέθηκαν τα οστά σε πηγάδι, μια από τις συνήθεις σελίδες της νεότερης Κυπριακής Ιστορίας. Σαν μέσα σε παραμύθι όσα ζούσαν οι άνθρωποι πριν το μεγάλο κακό, πραγματοποιούνται στη συγκλονιστική τραγικότητά τους τον καιρό του πολέμου. Όσο κι αν ο ποιητής συγκρατημένος θέλει να κρατηθεί μακριά και αντικειμενικά να αφηγηθεί, η συγκίνηση είναι διάσπαρτη στο κείμενο αφ’ εαυτής.

Νανούρισμα
Μεγάλη η τέχνη της συνύφανσης της δημοτικής μας παράδοσης, το νανούρισμα «Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά..» με την σκληρή πραγματικότητα του μικρού κοριτσιού που βρέθηκε να γλύφει τα αίματα της μάνας της τον καιρό της βάρβαρης εισβολής. Συνταρακτικές στιγμές της Ιστορίας, της προσωπικής Ιστορίας ανθρώπων, ο ποιητής μεταποιώντας μεταγγίζει, εξημερώνει.

Μονόλογος Σπουργίτη
Η παιδική ηλικία, αρχή και τέλος του Ανθρώπου, σφραγίς δωρεάς, μεταφέρει εικόνες και σύμβολα, αγκαλιάζει ιστορικά γεγονότα και αποστέλλει μηνύματα για το δίκαιο και άδικο, για την προσδοκία πως και σ’ αυτό τον τόπο θα «ξεδιπλώσει τις φτερούγες του ξανά * του δίκαιου ήλιου πύρινος ένας κριτής αητός.»

Το βιβλίο συμπληρώνουν Σημειώσεις, Γλωσσάριο, αναφορά στις εικόνες του.

Ένα έργο πολυπλεύρως θαυμαστό.

------------------------------------
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ


Ο Στέλιος Παπαντωνίου γεννήθηκε στη Λευκωσία..Σπούδασε φιλολογία στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ανάπτυξη Προγραμμάτων στο Πανεπιστήμιο SUNY στο Albany της Νέας Υόρκης από όπου πήρε τον τίτλο του MSc. Δίδαξε σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και εργάστηκε στην Ανάπτυξη Προγραμμάτων όπου και συνέγραψε βιβλία για τη διδασκαλία της Νέας Ελληνικής και Ανθολογίες Κυπριακής, Ελληνικής Ποίησης και Δοκιμίου με ομάδα φιλολόγων. Ως μέλος της Φιλοσοφικής Εταιρείας Κύπρου έκαμε διαλέξεις σε θέματα φιλοσοφίας και μετέσχε ενεργά στις εκδόσεις του περιοδικού της Φιλοσοφικής Εταιρείας Κύπρου «Ο Ζήνων». Παρουσίασε το έργο Κυπρίων δασκάλων, έργα ποιητών και βιβλία διαφόρων Κυπρίων συγγραφέων. Άρθρα του στην πολιτική ζωή του τόπου φιλοξενούνται στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος. Το έργο του βρίσκεται σε ηλεκτρονική μορφή στο Scribd και στο blog του στο διαδίκτυο.



Εξέδωσε την ποιητική συλλογή ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ και το βιβλίο ΣΤΩΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ.




7 Ιουλ 2017

20 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ


ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ


Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

20 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΡΒΑΣ, 2014

Είναι παρήγορο που υπάρχουν λογοτέχνες με την ειλικρίνεια, την παιδική ψυχή, τη γλυκύτητα στην έκφραση, που ταξιδεύουν τον αναγνώστη στον παράδεισο όλων των ανθρώπων, την παιδική ηλικία, όσο δύσκολη κι αν ήταν. Ο πρόσφυγας επιστρέφει στη γενέθλια γη, που δεν είναι μόνο γη αλλά και χρόνος, καιρός. Με την παιδική ματιά θυμάται και γράφει ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, ιστορεί τους παππούδες, τον πατέρα, τα αλησμόνητα τοπία της χαμένης τώρα Εδέμ. Κάπου εκεί στην Καρπασία, κάπου στην Αμμόχωστο.

Μια συλλογή από είκοσι διηγήματα, συγκινήσεις που γεννά η αθανατισμένη στιγμή, χωρίς προσπάθεια γλωσσικής αλλοίωσης, πειραματισμών και ακροβατισμών, σε μια στρωτή νεοελληνική, με ηδύτητα και γαλήνη γραμμένη.

Μερικά δείγματα των διηγημάτων:

Ο «Γητευτής των Μυρμηγκιών» μπορεί να διαβαστεί και αλληγορικά, σαν τον Εγγλέζο ή Αμερικάνο που καθοδηγεί την Ελλάδα και την Τουρκία να ακολουθούν τις οδηγίες τους κατά τα συμφέροντα των μεγάλων.

Συγκινητική «Η Κιθάρα», με την επίσκεψη στο πατρογονικό, κατειλημμένο τώρα, με την κιθάρα στον τοίχο και τον ξένο να υποστηρίζει πως τώρα είναι δικό του και το σπίτι κι η κιθάρα, ενώ η ελληνική σημαία ανεμίζει κουρτίνα στο παράθυρο. Κάτι απάνθρωπο, άγνωστο στους πολλούς συναίσθημα, που είχαμε όμως την κατάρα οι Έλληνες της Κύπρου και της προσφυγιάς να νιώσουμε και νιώθουμε.

Για την «Επιστροφή στην Ευτυχία», στην Αμμόχωστο, χαρακτηριστική η τελευταία παράγραφος, ένα κάποιο δείγμα γραφής, «Μια πόλη καταδικάστηκε σε αργό θάνατο και για μια ακόμα φορά η βοήθεια που περιμένει δεν έρχεται. Και δεν είναι μόνο τα σπίτια, τα σχολεία, οι εκκλησιές που αργοπεθαίνουν. Τον ίδιο αργό θάνατο βιώνουν και όλοι όσοι έτυχε να ζήσουν και να αγαπήσουν αυτή τη μαγική πόλη, προδομένοι και διωγμένοι βίαια μακριά της, προσπαθώντας να κρατηθούν όρθιοι, φυλάγοντας την πόλη όλη ζωντανή μες στην καρδιά τους.»

«Η πόλη όλη» στην Αμμόχωστο πάλι, των γυμνασιακών χρόνων, μ’ ένα παπαγάλο στο κλουβί, να ζει ανήσυχος το δεύτερο Αττίλα, την καταστροφή και την ερήμωση, αποφασισμένο όμως να παραμείνει εκεί πάντα, σαν η ψυχή της πόλης… « Πολλοί μαρτυρούν με έκπληξη κάθε φορά που πηγαίνουν, βλέπουν ένα παράξενο πουλί να τριγυρνά εκεί κοντά. Είναι το πουλί που ‘δεν πεθαίνει ποτέ’, το βλέπουν να κάθεται επάνω στα θλιβερά και ανατριχιαστικά συρματοπλέγματα και να επαναλαμβάνει δυνατά μια και μοναδική φράση: ‘ την πόλη έκτισε ο Τεύκρος, ο γιος του Τελαμώνα, ο Τεύκροοοος…’» ένα μήνυμα βγαλμένο από τα βάθη των χρόνων της Ιστορίας και της ψυχής.

«Το Ενθυμητάριο» σ’ ένα μουσείο κομπολογιού παρακολουθούμε την κατασκευή ενός κομπολογιού που κρατά στο χέρι ο επισκέπτης, καμωμένου από κουκούτσια ελιάς, κάθε ένα και μια μέρα βασανιστηρίων του πατέρα στα χέρια των Τούρκων με την εισβολή. Συγκινητικότατο, δυνατό στα μηνύματα θέλησης για ελεύθερη και αξιοπρεπή ζωή.

«Η Καρδερίνα Γύρισε» Με πολλή στοργή προς την καρδερίνα αναφέρεται ο συγγραφέας, με ένα βαθύ σεβασμό στη μνήμη του πατέρα, θυμάται τον ερχομό της, τη συντροφιά της, την απελευθέρωσή της, αφού οι άνθρωποι απαιτούν από τους κυρίαρχους ξένους την ελευθερία τους. Κι ύστερα όμως την επιστροφή της και πάλι, με τη διαβεβαίωση στο τέλος πως «Δεν χάθηκες. Με ακολουθείς όπου και να πάω. Χαίρεσαι με τις χαρές μου και λυπάσαι με τις λύπες μου. Και ξέρω ότι δεν θα φύγεις ποτέ πια από κοντά μου. Ποτέ.»

«Η Αγία Ρόδη η Ποιήτρια» ένα συναξάρι ιστορημένο με τέχνη για τη Χατζηροδού την ποιήτρια, μια άγια ασκητική μορφή ποιητική, που είχε στο ερημικό της την εικόνα της αγίας Ρόδης. Μύρον ευωδίας πνευματικής.

«Ξέρεις ποδήλατο;» η αθώα παιδική καρδιά, οι πρώτες προσπάθειες του παιδιού να μάθει ποδήλατο, ο ενθουσιασμός από τη δωρεά, τα πρώτα σκιρτήματα πως ο άνθρωπος τα καταφέρνει, εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του. Η ποίηση εδώ είναι η ανάπτυξη ενός βυσσινιού ποδηλάτου.

«Η Ελβίρα» με τον πατέρα, το μικρό πρώτο σκίρτημα αγάπης στη γειτονοπούλα, η εμπιστοσύνη στις δυνάμεις, δίδαγμα πατρικό, που ακολουθεί φαίνεται τον συγγραφέα σ΄όλη τη ζωή.

Κλείνω την περιδιάβασή μου σε μερικά διηγήματα του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ με την τελευταία συγκινητική και περιεκτική φράση από το διήγημα «Τα πουλιά κλαίνε»:

«Από τη μέρα που είχαμε πάει μαζί του στο στήσιμο των ξόβεργων, είχαμε καταλάβει και κάτι άλλο, κάτι που γνωρίζουν μόνο όσοι ζουν στις αγροτικές περιοχές: τα πουλιά δεν κελαηδούν. Κλαίνε.»

Περιεκτικότατο μήνυμα του συγγραφέα για το έργο του.


--------------------------------------

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ


Ο Στέλιος Παπαντωνίου γεννήθηκε στη Λευκωσία.. Σπούδασε φιλολογία στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ανάπτυξη Προγραμμάτων στο Πανεπιστήμιο SUNY στο Albany της Νέας Υόρκης από όπου πήρε τον τίτλο του MSc. Δίδαξε σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και εργάστηκε στην Ανάπτυξη Προγραμμάτων όπου και συνέγραψε βιβλία για τη διδασκαλία της Νέας Ελληνικής και Ανθολογίες Κυπριακής, Ελληνικής Ποίησης και Δοκιμίου με ομάδα φιλολόγων. Ως μέλος της Φιλοσοφικής Εταιρείας Κύπρου έκαμε διαλέξεις σε θέματα φιλοσοφίας και μετέσχε ενεργά στις εκδόσεις του περιοδικού της Φιλοσοφικής Εταιρείας Κύπρου «Ο Ζήνων». Παρουσίασε το έργο Κυπρίων δασκάλων, έργα ποιητών και βιβλία διαφόρων Κυπρίων συγγραφέων. Άρθρα του στην πολιτική ζωή του τόπου φιλοξενούνται στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος. Το έργο του βρίσκεται σε ηλεκτρονική μορφή στο Scribd και στο blog του στο διαδίκτυο.



Εξέδωσε την ποιητική συλλογή ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ και το βιβλίο ΣΤΩΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ.