3 Ιουλ 2017

ISOLAMARA


Κρεσέντσιο Σαντζίλιο
Εἰσαγωγὴ
στὴ δίγλωσση ἔκδοση Isolamara, των εκδόσεων Fermenti, Ρώμη 2016
τῶν ποιητικῶν συλλογῶν
Διθαλάσσου (I Due Mari) καὶ Πικρόλιθος (Pietramara)
τοῦ Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Διαβάζοντας τὶς δυὸ ποιητικὲς συλλογὲς τοῦ Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ, ποὺ παρουσιάζονται ἐδῶ μεταφρασμένες, ἡ πιὸ καθαρὴ ἐντύπωση, ἢ μᾶλλον βεβαιότητα, ποὺ εἰσπράττεται ἀπ᾿ αὐτὲς εἶναι ὅτι βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ ἕναν δημιουργὸ οὐσιαστικοῦ λυρικοῦ διαμετρήματος καὶ μαζὶ ἄμεσου περιγραφικοῦ ρεαλισμοῦ, δυὸ ἰδιοτήτων ποὺ ἐδῶ συνδυάζονται σοφὰ σὲ μιὰν ἀτμόσφαιρα τρυφερῆς νοσταλγίας καὶ συγκρατημένου πάθους.
Ὡστόσο, καὶ πέρα ἀπὸ μιὰ τέτοια διαπίστωση, τὴν ὁποία θὰ ἐξετάσω στὴ συνέχεια, ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ στὴν προαναφερθείσα ποιητικὴ δημιουργία, οὐσιαστικῶς καὶ ἀσφαλῶς δὲν πρόκειται γιὰ δυὸ ποιητικὲς συλλογὲς πραγματικὰ ξεχωριστὲς μεταξύ τους καὶ ἐντελῶς διακριτές, μέσῳ μιᾶς ἐγκεφαλικῆς ἔμπνευσης καὶ παραστατικῆς γεωμετρικότητας καὶ χωρὶς ἀμοιβαίους δεσμοὺς ἐπαφῆς μεταξύ τους.  Ἀλλὰ πιὸ πολὺ ὅτι πρόκειται γιὰ δυὸ ποιητικὰ ἔργα ὀργανικῶς ἐπικοινωνοῦντα μεταξύ τους, διαρθρωμένα σὲ στροφές (τὶς ἐπὶ μέρους συνθέσεις), τὸ καθένα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἰσδύει ὀσμωτικῶς στὸ ἄλλο, ὄντας ἀμοιβαίως ἑνωμένα μὲ μιὰν ἑνοποιούσα σκέψη καὶ μιὰν ἑνιαία δημιουργικὴ πνευματικὴ διαδικασία.
Ὑπάρχει ὡς ἐκ τούτου μιὰ ἀκριβὴς ἐσωτερικὴ συνοχή, ἡ ὁποία διατρέχει καὶ συνδέει τὴ διπλὴ ποιητικὴ δομή, διαρθρώνοντας μ᾿ αὐτὴν τὴ σταθερότητα τοῦ στοχασμοῦ καὶ ἀποδίδοντας σὲ κάθε ἐπὶ μέρους ποίημα τὸν χαρακτήρα καὶ τὸ ἀπαραίτητο ὑπόστρωμα στὸ ψηφιδωτὸ σύνολο τῶν δυὸ ποιητικῶν συνθέσεων.
Μὲ αὐτὸ τὸ δεδομένο, μέσα στὸ πανόραμα τῆς σύγχρονης κυπριακῆς ποίησης, ὁ Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαὴλ εἶναι ἀσφαλῶς ἕνας ἀπὸ τοὺς περισσότερο ἀλγοῦντες ὑμνωδοὺς τῆς πατρίδας του, τῆς βιαίως ἐξαρθρωμένης καὶ βιαίως ἀποσπασμένης ἀπ᾿ αὐτὸν ἀπὸ τὸ 1974 ὡς σήμερα, καὶ μὲ τὸν πολὺ μεγάλο κίνδυνο ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς νὰ καταστεῖ ὁριστικῶς χαμένη. Ὁ λόγος του εἶναι ἤρεμος καὶ ὅμως σπαρακτικός, στὸν τόνο ἑνὸς νόστου διαβρωτικοῦ, καὶ γιὰ τοῦτο καταπληγωμένος ἀπὸ καθημαγμένα σημάδια βάρβαρης ὠμότητας, τὴν ὁποία ξέρει καλὰ μόνο ἐκεῖνος ποὺ τὴν ὑπέστη καὶ ποὺ ὁ ξένος δὲν μπορεῖ νὰ τὴ φανταστεῖ. Ὑπαινιγμοὶ καὶ μεταφορές, συνεκδοχές, ὑπερβατὰ καὶ ἀναφορὲς βοηθοῦν νὰ ἀφηγηθεῖ καίριες στιγμὲς ὁλοκαυτωμάτων της ἱστορίας τῆς Κύπρου στὴν εἰκοσαετία ἀπὸ τὸ 1955 ὡς τὸ 1974.
Ὁ Νικολάου-Χατζημιχαὴλ κατάγεται ἀπὸ ἐκείνη τὴ λωρίδα γῆς ποὺ μοιάζει μὲ δάχτυλο προτεταμένο πρὸς τὴ Συρία, ὀνομαζόμενη Καρπασία, τὴν ὁποία οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες εἶχαν παρονομάσει βοὸς οὐράν, οὐρὰ τοῦ βοδιοῦ.
Ἡ ζωή του διαβαίνει ἀνάμεσα στὴν Καρπασία καὶ στὴν Ἀμμόχωστο, τὴν ὁποία οἱ δυτικοὶ ὀνομάζουν Φαμαγκούστα.  Καὶ οἱ δυό, ἀπὸ τὸν Αὔγουστο τοῦ 1974, ἀποτελοῦν μέρος τοῦ 37% τοῦ ἐδάφους τῆς Κύπρου ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τουρκικὴ κατοχή. Ὑπάρχει ὡστόσο μιὰ διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς δυό: στὴ χερσόνησο τῆς Καρπασίας παραμένει ἀκόμα ἕνας ἀριθμὸς ἑλληνοκυπρίων παγιδευμένων, ὑπολείμματα, θὰ μποροῦσα νὰ πῶ, μιᾶς τουρκικῆς πολιτικῆς ἀποφασιστικῶς γενοκτονικῆς, τὴν ὁποία ἡ ἐγκληματικὴ ἀδιαφορία τῆς διεθνοῦς κοινότητας τὴν ἀφήνει συνεχῶς ἀτιμώρητη, μολονότι τὴν ἀντιμετωπίζει ὡς ἕνα καταφανὲς ἔγκλημα κατὰ τῆς ἀνθρωπότητας, καταδικασθὲν ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ τὶς σωστὲς νομοθεσίες τοῦ κόσμου.
Σ᾿ αὐτὴ τὴν Ἀχαιῶν Ἀκτή, ποδοπατημένη ἀπὸ τὴν τουρκικὴ στρατιωτικὴ μπότα, ζοῦν φυλακισμένοι οἱ ἐπιζήσαντες τῆς ἐθνοκάθαρσης, ποὺ ἐκτελέστηκε ἀπὸ τὸν Ἐτζεβὶτ ἀπὸ τὸ 1974 καὶ μετά.  Ἀποτελοῦν τὴν πατρίδα ποὺ ἀφανίζεται, τὴν ἱστορία ποὺ χάνεται, τὴν ἑλληνικότητα ποὺ ξεφτίζει.
Ἔχει λεχθεῖ (ἀπὸ τὸν Θ. Πυλαρινό) ὅτι τὰ ποιήματα τοῦ Νικολάου-Χατζημιχαὴλ εἶναι ἕνας ὕμνος καὶ θρῆνος γι᾿ αὐτὴν τὴν χαμένη γενέθλια γῆ, μὲ τὶς τελευταῖες της εἰκόνες μιᾶς ἀλησμόνητης ἑλληνικῆς-κυπριακῆς ἐποχῆς, καὶ πραγματικὰ αὐτὸς ὁ πολύτιμος ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια τόπος, ἀνάμεσα σὲ δυὸ θάλασσες, διθάλασσος, ἀντιπροσωπεύει καὶ τώρα τὴν ἴδια μυθολογία τῆς ὅλης πατρίδας, τὴ γεμάτη φόβο καὶ τελικὴ τώρα ἐξιδανίκευση ἑνὸς τοπίου καὶ ἑνὸς κόσμου, ποὺ ὁ πόθος γι᾿ αὐτὰ τυραννεῖ ἀκόμα τὴν ψυχὴ καὶ διαπερνᾶ τὴ μνήμη.
Τὸ χαρισματικὸ καρπασίτικο πανόραμα διαστέλλεται σὲ ἕνα σύμπαν ποὺ δεσπόζει συμπαγὲς καὶ ὅπου φέγγουν οἰκεῖα πρόσωπα, εἰκόνες τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ὀπτασίες περασμένης εὐτυχίας,
ἀνάμεσα σὲ θάλασσες ποὺ ματώνουν
καὶ ὅλο αὐτὸ μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἀσθμαίνουσας ἐλπίδας γιὰ ἀναγέννηση καὶ ἐπανάκτηση τῶν δικαιωμάτων τῆς ζωῆς ποὺ ἀφανίστηκε μὲ τὴ βία:
περιμένουμε τὴ στιγμὴ                                                                                                        
ποὺ τὰ πουλιὰ θὰ ἀνοίξουν πάλι τὰ φτερά τους.
Ὑπάρχει μέσα στὴν ποιητικὴ πράξη τοῦ Νικολάου-Χατζημιχαὴλ ἕνα συμβολικὸ στοιχεῖο ταυτοποιητικοῦ ἰδεολογικοῦ περιεχομένου: ἡ πέτρα, ὁ ἐλάχιστος κοινὸς παρονομαστὴς μιᾶς ὀντότητας ὑλικῆς καὶ ἰδανικῆς, φυσικῆς καὶ πνευματικῆς, ἱστορικῆς καὶ ἐνδεχόμενης: τῆς Πατρίδας!
Ὁ ποιητὴς κουβαλᾶ μαζί του, σφίγγει μέσα στὸ χέρι του πάντα τὴν πέτρα, τὸν πι-κρόλιθο”, τὴν  “πικρὴ πατρίδα
περπατῶ μὲ μιὰ πέτρα στὸ χέρι
σὲ ἕνα ταξίδι εὐλαβοῦς ἀποδοχῆς τῆς πατρίδας, μαζὶ ὅμως καὶ τῆς προσωπικῆς αὐ-τογνωσίας μέσῳ τῆς ἴδιας τῆς πατρίδας καὶ γιὰ τὴν πατρίδα.
Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, ἡ πατρικὴ γῆ, μὲ ὅλα τὰ συναισθηματικά, ἀνθρωπολογικά, ἐμπειρικὰ καὶ ὑπαρξιακὰ συστατικά της, ἀποτελεῖ ἕνα ἀναπόσπαστο κομμάτι ἐμᾶς τῶν ἴδιων. Ἐδῶ ὅμως ὁ ποιητής, ὑπερβαίνοντας τὶς συνηθισμένες συμβάσεις τῆς γενικότητας, παρενείρει μέσα στὴν πέτρα τὴ δική του μοναδική, ἐντελῶς προσωπικὴ καὶ ἀποκλειστικὴ ὁδοιπορικὴ πληρότητα μέσα στὴ ζωντανὴ μυθολογία μιᾶς πατρίδας, ποὺ τὸν ἀνεβάζει, τὸν κάνει νὰ ὑποφέρει, τοῦ προσφέρει ἐλπίδα καὶ ἀπελπισία, τόσο, ποὺ ἐκεῖνος τελικῶς νὰ τὴ σωματοποιεῖ, νὰ νιώθει τοὺς παλμοὺς τῶν διεσπαρμένων μελῶν της, τοὺς χτύπους τῆς θυσιασμένης καρδιᾶς της: καὶ δὲν τοῦ εἶναι πιὰ ἀρκετὸ νὰ τὴν κουβαλᾶ στὸ χέρι, μὲ στοργὴ καὶ ἀγωνία, ἀλλὰ πάει πιὸ πέρα, ἀποδίδοντάς της δυνάμεις ἀποτρεπτικὲς

μιὰ φέτα ἀπ᾿ τὴν πέτρα 
φυλαχτὸ στὸν λαιμό μου κρεμῶ

μέσα στὴν ἀγωνία τῆς γῆς ἀνάμεσα στὶς δυὸ θάλασσες καὶ τὸ ἀμείωτο ψυχικό της βάρος μέσα στὴν ἀγωνιώδη ἀναμονὴ ἑνὸς πάθους ἀθεράπευτου καὶ καταλυτικοῦ.
Καὶ εἶναι ἴσως ὑπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔννοια, πού, ἀντιστρέφοντας τοὺς ὅρους, τὰ βότσαλα καὶ οἱ πέτρες καὶ ἡ πέτρα τοῦ ποιητῆ γίνονται ποιήματα, ἡ Κύπρος γίνεται ποίηση καὶ εἶναι μ᾿ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ποὺ ἡ ποίηση στὴν Κύπρο εἶναι παντοῦ καὶ ἡ Κύπρος εἶναι, μὲ βεβαιότητα, ἡ χώρα τῆς Εὐρώπης μὲ τὴ μεγαλύτερη πυκνότητα ποιητῶν ἀναλόγως πρὸς τὸν πληθυσμό της.
Κι ἔπειτα εἶναι ἡ Ἀμμόχωστος, ἡ ἀγαπημένη ὅλων τῶν Κυπρίων, φτάνει νὰ προφέρουν τὸ ὄνομά της, ἡ περίκλειστη πόλη, τώρα μέσα στὴ φασματική της γεμάτη μνῆμες μαρτυρία, ἡ ὁποία ταλαιπωρεῖ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἱστορία τῆς Κύπρου, μιὰ πόλη προορισμένη νὰ εἶναι μοιραία ἤδη ἀπὸ τὸ 1571, ἀκόμα καὶ πολὺ πιὸ πρίν, μὰ πιὸ πολὺ μετὰ τὸ 1974.
Πόλη σύμβολο (μαζὶ μὲ τὴν Κερύνεια στὸν βορρά), ὅπου φανερώνεται καὶ τελειοῦται ἡ θυσία τοῦ ἀνθρώπου τῆς Κύπρου, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ διαχρονικὸ βάρος τῆς προδοσίας, μιὰ πληγὴ ποὺ μέσα στοὺς αἰῶνες παραμένει ἀνοιχτή στὸ σῶμα τῆς γλυκείας χώρας Κύπρου.
Ἰδού, ἡ θυσία, μιὰ λέξη τῆς ὁποίας οἱ Κύπριοι ἔχουν μεγάλη πείρα καὶ ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ σκέφτεται κάποιος τὸ νόημα τῆς θυσίας χωρίς, ἐξ αἰτίας ὀδυνηρῶν αὐτοματισμῶν, νὰ ξαναφέρνει ἀμέσως στὸν νοῦ τὶς μνῆμες τῆς τραγικῆς καὶ ἡρωϊκῆς πάλης ἐναντίον τῆς ἀγγλικῆς ἀποικιοκρατίας, στὴ διάρκεια τῆς ὁποίας, ἀπέναντι στὴ μεγάλη καὶ ἐπίμονη δίψα γιὰ ἐλευθερία καὶ ἀνεξαρτησία τῶν Κυπρίων ὑψώθηκε ἡ πιὸ ἀπάνθρωπη καὶ αἱμοσταγὴς ἀντίδραση τῶν Βρεττανῶν.
Ὁ Γρηγόρης Αὐξεντίου καὶ ὁ Κυριάκος Μάτσης εἶναι, ἀνάμεσα στοὺς πολλούς, οἱ δυὸ πιὸ ἐμβληματικὲς μορφὲς ποὺ καταυγάζουν τὸ ἐπαναστατικὸ τοπίο, τοῦ προσδίδουν ἀξιοπρέπεια δόξας καὶ μαζὶ στιγματίζουν τὴν ἀντιϊστορικὴ καὶ ἀπάνθρωπη καταπιεστικὴ ἰσχυρογνωμοσύνη τῶν κατακτητῶν ἀπὸ τὴν Ἀλβιόνα:
μιὰ σκήτη μυστικὴ στὴ γῆ ἔχω σκάψει                                                                 
ἀπὸ πέτρα σκληρή.

Ξανὰ λοιπὸν ἡ πέτρα, ὅλη ἡ Κύπρος ἔγκλειστη στὴν πέτρα τοῦ σπηλαίου, καὶ
κλαίω, γελῶ, τραγουδῶ, σιωπῶ                                                                                        
γιὰ τὸν τόπο μου ὀνειρεύομαι κι ἀκούω τ᾿ ἀηδόνι.

Καὶ βρίσκεται ἐδῶ ἔγκλειστη ἡ γήϊνη παρουσία τοῦ πρώτου, ἐνῶ
τραγούδι γλυκὸ τραγουδῶ                                                                                                            
καὶ ποτὲ μὰ ποτὲ δὲν σταματῶ

γιατὶ
λεύτερος εἶμαι, λεύτερος εἶμαι,                                                                                        
ἔλα ἂν μπορεῖς νὰ μὲ πιάσεις

θυμίζει ὁ δεύτερος, ἀφοῦ ἕνας ὁλόκληρος λαὸς ἀναλαμβάνει, ὡς μαρτυρία τῆς θυσίας του καὶ τῆς κτηνωδίας τῶν ἐχθρῶν, μιὰ πράξη ἐνσυνείδητης ἄρνησης τῆς ἀτέρμονης διαδοχικῆς ὑποταγῆς σὲ ξένες ἐξουσίες, ὅπως αὐτὲς ποὺ ἔζησε ὁ κυπριακὸς λαὸς μέσα στὴ πολυχιλιόχρονη ὕπαρξή του.
Καὶ ὁ θυσιαζόμενος ἥρωας ἀφήνει τὰ ἴχνη τῆς ζωῆς του καὶ τοῦ θανάτου του πάνω στὴν πέτρα, πάνω σὲ ὅλη τὴν Κύπρο, τὴν ὁποία κρατεῖ σφιχτὰ στὸ χέρι, πορευόμενος μαζί της στὴν αἰωνιότητα:
στὴν πέτρα μου ἀφήνω ἕνα κόκκινο                                                                                
σημάδι ἀπὸ αἷμα

ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἐκείνη πέτρα, ποὺ μέσα στὸ ἄλλο χέρι παρουσιάζεται σὰν παντιέρα θάρρους καὶ ἀνδρείας:
θὰ βγῶ μὲ μιὰ πέτρα στὸ χέρι
ἐπειδὴ εἶναι ὁλόκληρη ἡ πατρίδα ποὺ ἀντικρύζει τὸ πεπρωμένο της καὶ μέσα στὴ μοίρα τοῦ θανάτου της δημιουργεῖ τὶς προϋποθέσεις τῆς αἰώνιας ἔξαρσής της, ἑνώνοντας σὲ ἕνα μόνο βωμὸ θριάμβου ὅλους τοὺς μάρτυρες τῆς ἐλευθερίας τοῦ νησιοῦ, χρυσοπράσινου φύλλου ριγμένου στὸ πέλαγο.
Ὅμως ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ τῆς Κύπρου δὲν μπορεῖ οὔτε καὶ τὴ γέννησή της ἀπὸ τὴ θάλασσα νὰ ξεχάσει, τοὺς δεσμοὺς αἵματος μὲ τὴ θάλασσα, ποὺ εἶναι καὶ οἱ δεσμοὶ τῆς ἀνθρώπινης περιπέτειας πάνω στὴ γῆ - μιὰ σχέση ἀτέρμονη, μεγάλης ἀξίας, ἡ ὁποία συμπλέκει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον, τὸ συναίσθημα καὶ τὴν αἴσθηση, ἀκόμα καὶ ὅταν
ἦρθε ἔνα κῦμα ὅλο σκοτάδι                                                                                                           
ἀπὸ τὴν ἄλλη θάλασσα,

αὐτὸ τῶν ἀλλόδοξων εἰσβολέων, σκοτεινῶν μέσα στὸ θρησκευτικὸ καὶ φυλετικό τους μίσος.
Εἴτε εἶναι μιὰ σχεδία εἴτε εἶναι ἕνα πλοῖο, ὁ σκοπὸς εἶναι πάντα ὁ ἴδιος καὶ ἀναλλοίωτος: τὸ ταξίδι, τὸ καβαφικὸ ταξίδι τὸ γεμάτο ἐμπειρίες, τὸ ὁποῖο ὅμως γίνεται αὐτὸ καθ᾿ ἑαυτὸ μακρινὸ χωρὶς σκοπό. Καὶ ἐδῶ ὁ ποιητὴς εἶναι ὁ πιὸ εὐαίσθητος ἑρμηνευτὴς καὶ ἀφηγητής του.
Ἔτσι ἐκεῖνο ποὺ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ σπρώχνει καὶ παρακινεῖ στὴν ἀναχώρηση, παρὰ τὶς κακοκαιρίες καὶ παρὰ τὸν ἄνεμο καὶ τὶς συντριβές, εἶναι νὰ εἶσαι πάντα ἕτοιμος γιὰ ἀναχώρηση, διακινδυνεύοντας ὀδυσσεϊκὰ πρὸς ἕνα ἄλλο πεπρωμένο, πάντοτε πρὸς ἕνα ἄλλο πεπρωμένο, μὲ ἐλπίδα καὶ φῶς, ἀκούοντας μόνο τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς.
Καὶ εἶναι ἴσως αὐτὴ ἡ προοπτικὴ μιᾶς νέας καὶ ἀνακαινισμένης ζωῆς, καὶ γιὰ τοῦτο μὲ διάρκεια δίχως τέλος, ποὺ ἐμψυχώνει τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα, στὴν Ἑλλάδα ἢ στὴν Κύπρο ἢ παντοῦ, μὲ τὸ μάτι στραμμένο στὸν ὁρίζοντα τοῦ αὔριο, ἀλλὰ μὲ τὴν πατρίδα/πέτρα πάντοτε στὸ χέρι:
τότε κι ἐγὼ φυλάγω τὴν πέτρα                                                                                          
καὶ παίρνω στὰ χέρια μιὰ κώπη

γιατὶ βέβαια εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ταξιδεύεις, δὲν εἶναι ὅμως ἀναγκαῖο νὰ ζεῖς (Πλούταρχος), ἀπὸ μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη, ἀπὸ ἕνα σήμερα σὲ ἕνα ἄλλο σήμερα καὶ σ᾿ ἕνα ἄλλο αὔριο, ἀπὸ μιὰν αἰωνιότητα σὲ μιὰν ἄλλη, στὴν αἰωνιότητα ἑνὸς πνεύματος ποὺ ἀναγεννιέται, ποὺ ἀνανεώνεται, ποὺ θαυμάζει τὴν ἀπέραντη ζωὴ ὅπως τὰ πουλιὰ ποὺ ξέρουν τὴν αἰωνιότητα τοῦ ταξιδιοῦ καὶ τῆς ζωῆς μέσα στὸν ἄπειρο οὐρανό, πιστοὶ σύντροφοι στὸ ταξίδι.
Ἔτσι ὁ ποιητής, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ εὐαίσθητος ἀπέναντι στὰ ὁράματα τῶν πουλιῶν καὶ καταλαβαίνει τὰ μυστικά τους καὶ τοὺς ὁρίζοντες, ὁ ποιητὴς ὁ ὁποῖος ταξιδεύει στὸν χρόνο καὶ μέσα στὴν καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ κοντινὲς ἀκτὲς κι ἀπὸ μακρινὲς χῶρες
γνωρίζει μόνο τὶς πέτρες                                                                                        
γνωρίζει μόνο τὰ πουλιὰ                                                                                       
γνωρίζει μόνο τὰ ταξίδια

ποὺ διατρέχουν τὴν ἱστορία καὶ τὶς ἱστορίες, τὶς πληγὲς καὶ τοὺς ἔρωτες, τὰ σώματα καὶ τοὺς θανάτους καὶ τέλος τοὺς χρόνους μέσα στὴν οἰκονομία τοῦ πρόσκαιρου καὶ τοῦ αἰώνιου, πορεύεται πέρα ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὴ φθορὰ τῆς ἀνθρώπινης κενοδοξίας καὶ ἀλαζονείας καὶ ταξιδεύει μὲ τὸ καράβι
φορτωμένο ἐλπίδα                                                                                                               
μὲ τὸ καράβι φορτωμένο φῶς

γιατὶ ἡ ζωὴ πρέπει πάντα νὰ νικᾶ, καὶ νικᾶ πάντα, αἰώνιος Φοίνικας.
Ὑπ᾿ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ὁ Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαὴλ δὲν εἶναι ὁ ποιητὴς τῶν ἀκατάληπτων ἑρμητικῶν καὶ/ἢ σουρρεαλιστικῶν ἀκροβασιῶν, ἀλλὰ ἕνας πραγματικὸς ποιητὴς λυρικῆς καθαρότητας καὶ δωρικῆς βραχυλογίας. Πειστικὸς καὶ ἀληθινός.

Crescenzio  Sangiglio
(μετ.  Γ. Χατζηκωστῆς)

2 Ιουλ 2017

ΔΙΑΛΟΓΟΣ, ΤΟ ΝΗΣΙ

..όλο κακά μας φέρνει αυτός ο Ιούλιος... δεν θέλω να τα θυμάμαι πια, μα πρέπει... σήμερα, ίσως φέρει κι ένα σαραντατριάρι... πάλι θα μας κάψει ...και βλέπουμε.
...εγώ ...στον ποιητικό κόσμο μου... μετά τη ΜΕΣΟΓΕΙΟ και την ΠΑΓΓΑΙΑ δίνω τον ΔΙΑΛΟΓΟ και ΤΟ ΝΗΣΙ... Η Μεσόγειος μιλά με τους ανθρώπους των βουνών, ένα νησί μιλά με τη θάλασσα... ίσως σας προσφέρουν λίγη δροσιά.
ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Ἐσεῖς ποὺ ζεῖτε στὰ βουνὰ ἀφῆστε τὰ κοπάδια
Τὸ κρύο κόκκαλα τρυπᾶ μὰ ἐγὼ σᾶς δίνω χάδια
Σὰν τί μᾶς θέλεις θάλασσα καὶ μᾶς καλεῖς κοντά σου;
Τὸ γάλα μας καὶ τὸ μαλλὶ νὰ χάσουμε φαντάσου
Ἐλᾶτε ᾽δῶ στὰ χαμηλὰ κι ἀκοῦστε ὑμνωδίες
Τραγούδια τῶν βοτσάλων μου κυμάτων μελωδίες
Γαλανομάτα θάλασσα ποθεῖς νὰ μᾶς πλανέψεις
Τραγούδια ἐμεῖς δὲν θέλουμε χοροὺς νὰ μᾶς χορέψεις
Τῶν δελφινιῶν πετάγματα πρώτη φορὰ σὰν δεῖτε
Στοῦ ἥλιου τὸ ἀγκάλιασμα ἄφοβα νὰ δοθεῖτε
Μ᾽ ὁλόγλυκο σιτόμελο στὸν τόπο μας μεθοῦμε
Ἔστω κι ἂν μὲς στὴ χειμωνιὰ τὰ πάνδεινα τραβοῦμε
Ἐλᾶτε στὴν ἀγκάλη μου καὶ μὲ κρασὶ μεθῦστε
Κι ὅλες τὶς πίκρες τῆς ζωῆς στὰ τάρταρα γκρεμίστε
Τὸ κρύο στὰ ψηλὰ βουνὰ τὰ κόκαλα τσακίζει
Πές μας, ἐκεῖ ἡ αὔρα σου τὰ μάτια τὰ δροσίζει;
Ἐλᾶτε μὴ διστάζετε ἐδῶ ὁ ἥλιος καίει
Ἡ αὔρα μου παραμυθοῦ πάντα γελᾶ και πνέει
Τὸν ἥλιο δὲν φοβόμαστε οὔτε καὶ τὰ σκοτάδια
Μὰ πάλι, ἂν σπίτια χάσουμε, μένει ἡ καρδιά μας ἄδεια
Θά ᾽χετε σπίτι στὸ νερὸ γιὰ μακρινὰ ταξίδια
Στὸ διάβα του οἱ ἄνεμοι θὰ παίζουνε παιχνίδια
Μὰ ποιός γνωρίζει ποῦ τραβᾶ τὸ ξύλινο τὸ σπίτι
Χωρὶς φωλιὰ δὲν κάνουμε ζοῦμε σὰν τὸν σπουργίτη
Τριάντα δυὸ λεβέντες μου τὸ πᾶνε ὅπου θέλει
Κι ἂν γιὰ νερὸ διψάσετε, πιεῖτε θαλασσομέλι.
---------------------------------
σημ: "σιτόμελο", ποτό, ἀπὸ σιτάρι καὶ μέλι, τῶν ὑπερβορείων [στὴν ἀρχαία Θούλη τοῦ Πυθέα].

ΤΟ ΝΗΣΙ
Σ᾽ αὐτὸ τὸ ἀρχιπέλαγο γεννήθηκα μὲ χάρη
Κι ὁ ἥλιος λέει πὼς κάποτε μαζί του θὰ μὲ πάρει
Γελᾶ καὶ κοντοστέκεται κάνει νὰ μοῦ μιλήσει
Δὲν μὲ χορταίνει καὶ ξεχνᾶ πὼς πρέπει καὶ νὰ δύσει
Θέλει παιχνίδια ἐρωτικὰ ποὺ μόνο ἐκεῖνος ξέρει
Ὅλα τὰ λούλουδα τῆς γῆς σὲ μένα ἔχει φέρει
Πίνουμε οἶνον ἄκρατο μεθοῦμε καὶ γελοῦμε
Μὲς στὴ ζεστή του ἀγκαλιὰ γλυκὰ ἀποκοιμοῦμαι
Ὅταν ξυπνάω χάνεται βυθίζεται στὸ γέρμα
Κι ἀφήνει τὰ ματάκια μου μὲς στὸ σκοτάδι ἔρμα
Ὕστερα ἔρχεται Βοριᾶς μὲς στὰ μαλλιὰ φυσάει
Στὰ μπράτσα του τ᾽ ἀτσάλινα τὸ σῶμά μου κρατάει
Ἔρχεται Γραῖγος δυνατὸς τὴν τέχνη του κατέχει
Στέκεται ἐκεῖ ἀγέρωχος ξέρει νὰ μὲ προσέχει.
*****
Ξάφνου νιώθω νὰ καίγομαι τὸ αἷμα παραβράζει
Τρέμουν τὰ πόδια μου πολὺ τὸ σῶμα ἀνατριχιάζει
Στὴν ἀγκαλιά σου χάνομαι βλέπω μαῦρα σημάδια
Τὰ στήθια μου ταράζονται σὲ ἄγρια σκοτάδια
Τί νά ᾽ναι αὐτὸ ποὺ ἀκούγεται βαθιὰ στὰ σωθικά μου
Κάποιο κακὸ εἶναι σίγουρα χάνω τὰ λογικά μου.
*****
Ἐκεῖνο ποὺ φοβήθηκα ἦρθε πρὶν ξημερώσει
Μοῦ τίναξε τὰ σπλάχνα μου πῆγε νὰ μὲ σκοτώσει
Τοῦ ἥλιου χάθηκε τὸ φῶς μαυρίλα ἔχει πέσει
Πυκνὸς καπνὸς μὲ ἔπνιξε χωρίστηκα στὴ μέση
Χαμένη μὲς στὰ σκοτεινὰ τὸν ἥλιο νὰ προσμένω
Μὲ τὸ κορμὶ τώρα μισὸ τριγύρω σκορπισμένο
Ὁ ἔρωτας κι ὁ θάνατος πλαγιάζουνε σιμά μου
Θέλω νὰ ζήσω ἔστω μισὴ στὴ ζεστασιὰ τῆς ἄμμου.
*****
Γλυκοχαράζει ἡ αὐγὴ ζωγραφιστὴ κροκάτη
Βγαίνει ὁ ἥλιος λαμπερὸς κλείνει ξανὰ τὸ μάτι
Παίζει μαζί μου τραγουδᾶ πάλι ξεχνᾶ νὰ δύσει
Τραγούδια τῆς Ἀνατολῆς παιχνίδια ἀπὸ τὴ Δύση.

[από τη συλλογή μου "Ύδατα Υδάτων", Κάρβας 2016]


1 Ιουλ 2017

ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ


...δεν είναι και τόσο εύκολο να σκοτώσουμε τον Μινώταυρο που μας πίνει το αίμα τόσα χρόνια... κάποτε όμως, θα τον πετύχουμε, πού θα πάει... αρκεί να είμαστε μονιασμένοι. Άλλο η έκφραση της αντίθετης άποψης και άλλο οι ενέργειες για αλληλοεξόντωση, γιατί τότε έχουμε διχασμό, και ο διχασμός φέρνει πάντοτε την καταστροφή, την τραγωδία...
...και σήμερα η μέρα μας θα είναι πυρωμένη... μα εγώ, θα σας δροσίσω με ένα ποίημα μου... η δροσιά και ο Έρωτας ξεκινά από το μυαλό μας... φίλοι, καλημέρα σας!

ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ

Ἀνοίγω τὴν ἀγκάλη μου σ᾽ Ἀνατολὴ καὶ Δύση
Ἀρώματα θαλασσινὰ τριγύρω νὰ σκορπίσει
Ἀνοίγω τὴν ἀγκάλη μου σ᾽ Ἀνατολὴ καὶ Δύση
Ροδόσταμο στὸν κόρφο σου τὸ σῶμα νὰ δροσίσει
Μύρια στολίδια βότσαλα στὰ πόδια σου ἀφήνω
Νὰ λάμπουνε στὸ σῶμά σου∙ κι ἐγὼ ἀφρὸς θὰ γίνω
Λευκὸς ἀφρὸς νὰ μάχεται τὴ λάβρα σου νὰ σβήσει
Κι ἀπὸ τὸ συναπάντημα κόκκους χρυσοὺς ν᾽ ἀφήσει
Κάθε φιλὶ ποὺ κλέβεται κόκκος κυλᾶ στὸ χῶμα
Καὶ λάμπει στὸ διάδημα σ᾽ ἀγαπημένο σῶμα
Ὅσ᾽ ἄστρα ἔχει ὁ οὐρανὸς τόσα καὶ τὰ φιλιά μου
Μελωδικὸ πολύφλοισβον κρύβει ἡ ἀγκαλιά μου
Μᾶς βλέπουνε ἀπὸ ψηλὰ ποὺ σὲ φιλῶ στὸ στόμα
Πέφτουνε μέσα στὰ μαλλιὰ στὸ μελιχρό σου σῶμα
Λένε τραγούδι ἐρωτικὸ στὰ πέρατα τοῦ κόσμου
Παίρνουν φωτιὰ καὶ καίγονται καὶ πέφτουνε ἐμπρός μου
Σὲ ρίζα βράχου χάνομαι ζεῖς πιὰ μὲ τὸν παλμό μου
Οἱ λυγαριὲς θροΐζουνε τὸν ἀναστεναγμό μου
Σοῦ δίνω ἁλάτινα φιλιὰ μὲ γεύση ἀπὸ μέλι
Μοῦ δίνεις χιόνινο νερὸ ποὺ πίνουν οἱ ἀγγέλοι
Μοῦ ρίχνεις πράσινα μαλλιὰ στὰ γαλανὰ νερά μου
Κι ἐγὼ σοῦ τραγουδῶ πικρὰ τὰ πάθη τοῦ ἔρωτά μου
Ὅταν βουρκώνει ὁ οὐρανὸς ταράζομαι, θυμώνω
Ποτάμια δάκρυα πικρὰ χρόνια πολλὰ μαζώνω
Ἐδῶ φυσᾶ ὁ Ζέφυρος, ὁ Κάρβας, ὁ Ἀπηλιώτης
Ἀπὸ ψηλὰ χαμογελᾶ ὁ ἥλιος φωτοδότης
Ἐκεῖ λυσσομανᾶ Βοριᾶς καὶ σειέται ὅλη ἡ πλάση
Στέκεται ὁ ἥλιος σκεφτικὸς ἡ μπόρα νὰ κοπάσει
Γλυκοχαράζει στὰ δεξιὰ καὶ στὰ ζερβὰ νυχτώνει
Λαγγεύω καὶ σπαγιάζουμαι μέχρι ποὺ ξημερώνει.
[Από τη συλλογή μου "Ύδατα Υδάτων", Κάρβας, 2016]

26 Ιουν 2017

Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Ο Έρωτας εν μασιαιρκά που γαίμαν δεν ιφκάλλει.

Ο Έρωτας μυλόπετρα τζ΄ εγώ ελιά που σπάζει.

Ο Έρωτας σου εν σφυρίν τζ΄ εγώ 'μαι το αμόνιν.

Ο Έρωτάς σου κάρβουνον τζαι ποφυσώ του κάκου.

Ο Έρωτάς σου εν βερκίν τζ' έπιασεν τα φτερά μου.


[Καθώς διάβαζα σήμερα το έργο του Λόγγου -προσαρμογή στα νεοελληνικά- από το πρωτότυπο κείμενο, θυμήθηκα ένα παλιό σημειωματάριό μου με εκατόν περίπου ερωτικά δίστιχα. Μεταφέρω πέντε από αυτά. Μια φορά περνάμε από τούτη τη ζωή: φίλοι μου ερωτευτείτε. Θα μας τρελάνει αυτός ο κόσμος]

Καλό σας απόγευμα!

ΧΛΟΗ: «Είμαι άρρωστη, αυτό είναι το μόνο σίγουρο, αλλά ποια είναι η αρρώστια μου; Πώς τη λένε; Πονάω δίχως να έχω καμιά πληγή, λυπάμαι δίχως να έχω χάσει κανένα από τα πρόβατά μου, καίγομαι κι ας κάθομαι στη σκιά. Σε πόσους βάτους έχω γδαρθεί κι όμως δεν έκλαψα, πόσες μέλισσες με τσίμπησαν με το κεντρί τους κι όμως αυτό δεν με εμπόδισε να φάω το μέλι τους. Τι είδους κεντρί είναι αυτό που έχει τρυπήσει την καρδιά μου και με πονάει τόσο; Ο Δάφνις είναι όμορφος, όμορφα όμως είναι και τα λουλούδια. Παίζει πολύ γλυκά τον αυλό του, γλυκόλαλα όμως είναι και τα αηδόνια. Εμένα καρφί δεν μου καίγεται γι' αυτά. Αχ, ας ήμουν ο αυλός του, να πνέει μέσα μου, ας ήμουν γίδα, να με φροντίζει. Εσείς φταίτε, παλιόνερα, που μόνο εκείνον κάνατε ωραίο. Άδικα λούζομαι κι εγώ για να ομορφύνω. Καλές μου Νύμφες, χάνομαι. Ούτε εσείς δεν βοηθάτε την παρθένα που οι ίδιες αναστήσατε. Άμα χαθώ εγώ, ποιος θα σας στεφανώνει με πολύχρωμα λουλούδια; Ποιος θα φροντίζει τα δύσμοιρα αρνάκια μου; Ποιος θα περιποιείται τη φλύαρη ακρίδα που με τόσους κόπους έπιασα; Για να με νανουρίζει την ήθελα όταν αποκοιμιόμουν έξω απ' τη σπηλιά σας, τώρα όμως δεν κλείνω μάτι για χάρη του κι εκείνη άδικα τραγουδάει».
ΔΑΦΝΙΣ: «Τι ήταν αυτό που μου 'κανε το φιλί της Χλόης; Τα χείλη της είναι τρυφερότερα κι από το ρόδι, το στόμα της γλυκύτερο κι από το μέλι. Κι όμως, το φιλί της πονάει περισσότερο κι απ' το κεντρί της μέλισσας. Πόσες φορές δεν φί-λησα νεογέννητα κατσικάκια, νεογέννητα σκυλάκια, ακόμα και το μοσχαράκι του Δόρκωνος. Κι όμως, ποτέ μου δεν ένιωσα έτσι. Μου κόβεται η ανάσα, η καρδιά μου σκιρτά κι η ψυχή μου λιώνει, παρ' όλα αυτά θέλω πάλι να με φιλήσει. Τι καινούργια αρρώστια είναι αυτή που με βρήκε; Δεν ξέρω ούτε το όνομα της. Μήπως η Χλόη δοκίμασε δηλητήριο πριν με φιλήσει; Κι αν είναι έτσι, πώς και δεν έπαθε κακό; Αχ, πόσο όμορφα κελαηδούν τα αηδόνια, ενώ ο αυλός μου μένει σιωπηλός! Πόσο ξένοιαστα χοροπηδούν τα κατσικάκια μου, ενώ εγώ στέκω ακίνητος. Πόσα πολύχρωμα λουλούδια έχουν ανθίσει γύρω μου κι εγώ δεν πλέκω ούτε ένα στεφάνι! Οι βιολέτες και οι υάκινθοι ανθίζουν, ενώ εγώ μαραίνομαι».
[Μεταίχμιο, απόδωση: Ιώ Τσακώνα]

6 Ιουν 2017

ΥΔΑΤΑ ΥΔΑΤΩΝ: ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ευχαριστώ τη φίλη Άννα Ιωαννίδου για την ανθολόγηση και φιλοξενία τριών ποιημάτων από την ποιητική μου σύνθεση Ύδατα Υδάτων, στο ωραίο ιστολόγιό της "Αποτυπώματα". Όσο υπάρχουν άνθρωποι που διαβάζουν ποίηση, εγώ δεν φοβάμαι...    

ΕΔΩ