1 Ιουν 2026

ΔΥΚΙ ΟΚΟ ΕΚΕ ΝΑΚΑ (διήγημα)


Το 1967 η αγγλική ομάδα ARSENAL ήρθε στην Κύπρο και έδωσε μια σειρά από ποδοσφαιρικούς αγώνες εναντίον κυπριακών ομάδων. Στο Μουσείο της Άρσεναλ υπάρχει μια φωτογραφία της ομάδας με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο να τους καλοσωρίζει στην Κύπρο. Στους αγώνες που έδωσαν νίκησαν όλες τις κυπριακές ομάδες. Και όμως δέκα χρόνια πριν, το 1957, στο αποκορύφωμα του Κυπριακού Απελευθερωτικού Αγώνα, μια ομάδα πιτσιρκάδων σε ένα χωριό στην Καρπασία, νίκησαν την ομάδα των Άγγλων, που είχαν το στρατόπεδο τους στις Ακράδες. 

Ο πιο κάτω σύνδεσμος οδηγεί στο σχετικό άρθρο για τους αγώνες της Arsenal στην Κύπρο και φωτογραφία με το Μακάριο:      

Δύκι-όκο Έκε-νάκα
διήγημα του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Όξφορντ Στρητ και Τότεναμ Κωρτ Ρόουντ γωνία, με το δισάκι στον ώμο, κουρασμένος και πεινασμένος μετά την πρώτη μου πολύωρη επίσκεψη στο Βρετανικό Μουσείο. Πρώτη φορά βρίσκομαι σ’ αυτή την πόλη και το μυαλό επεξεργάζεται τις εικόνες που είναι ακόμη μπερδεμένες μέσα μου. Όλες οι φυλές του κόσμου στη σειρά, σαν ένα τεράστιο φίδι, που το κεφάλι του διαλύεται στις μεγάλες αίθουσες, ενώ το σώμα του αργοσέρνεται στο πλακόστρωτο και η ουρά του, που φθάνει ώς έξω στο δρόμο, χτυπιέται πέρα δώθε στο πεζοδρόμιο, με τους τελευταίους να μην έχουν αποφασίσει αν πρέπει να παραμείνουν στη σειρά ή ν’ αλλάξουν πρόγραμμα. Μετά, η ανυπομονησία μέχρι να βρεθεί ο δρόμος προς τα Μάρμαρα και η συγκίνηση. Το μουσείο είναι ο πιο ακατάλληλος τόπος για να θαυμάσει κανένας ένα έργο τέχνης. Καθώς χαιρετάς την «Κόρη» και προσπαθείς νοερά να την τοποθετήσεις στο φυσικό της χώρο, ξεπροβάλλει από πίσω ένα γιαπωνεζάκι και σε φέρνει στην πραγματικότητα, ενώ τα αιγυπτιακά, τα ρωμαϊκά και τα άλλα εκθέματα, που κουβάλησαν εδώ απ’ όλη την αυτοκρατορία, δεν έχουν παρά να σου προσφέρουν απέραντη θλίψη. Τα αγάλματα στις γωνιές έχουν το βλέμμα σκυλιού σε ξένη γειτονιά. Αναρωτιέσαι τι πραγματικά έχει κερδίσει αυτός ο λαός ή τι έχει χάσει τελικά.

Στέκομαι τώρα σε μια άλλη ουρά και χαζεύω τις φωτογραφίες στους τοίχους, που δείχνουν τα διαθέσιμα προϊόντα. Τρεις σειρές μπροστά στον πάγκο και τρία ολόδροσα κορίτσια, με τις στολές και τα κόκκινα σκουφάκια τους, παίρνουν τις παραγγελίες από τους βιαστικούς περαστικούς, που μιλούν στα κινητά τους σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, και την ώρα ακόμα που δίνουν την παραγγελία τους. Πραγματική Βαβέλ! Γρήγορα γρήγορα ετοιμάζουν τους δίσκους, πληρώνονται, δίνουν ρέστα και ο καθένας πια ψάχνει για τραπεζάκι.

Πανδαιμόνιο. Ενώ πλησιάζω και δεν έχω αποφασίσει ακόμη τι θα πάρω, προσπαθώ να δω τι τρώνε, προσπαθώ ν’ ακούσω τι παραγγέλνουν οι πρώτοι στη γραμμή, ρίχνοντας ακόμη τις τελευταίες ματιές στις φωτογραφίες. Mac cheese coke, mac chicken coke, mac fish coke mac etsi coke, mac allios coke, φτάνει η σειρά μου και στο «yes please» της Kοκκινοσκουφίτσας παραγγέλνω κι εγώ ένα «Μπίκι-φτέκι κόουκ, με πάκα-τάκα-τάκες, πλιζ».

Θεέ μου, τι είπα! Πώς μου ξέφυγε αυτή η βλακεία! Αλλά και αυτή, χωρίς διαμαρτυρία, χωρίς να ξαναρωτήσει, χωρίς ίχνος απορίας, δίνει την παραγγελία παρακάτω κι αρχίζει να ετοιμάζει το δίσκο μου. Κατάλαβε τι της έχω πει; Δεν περνούν πέντε λεπτά και είμαι έτοιμος. Πληρώνω κι απομακρύνομαι αναλογιζόμενος τι μακ-σκαραλίκια θα έτρωγα.

Μπράβο! Εδώ όλα τα καταλαβαίνουν. Δεν τους ξεφεύγει τίποτα. Το μπιφτέκι μου αχνίζει και η παγωμένη κόκα κόλα σβήνει τη δίψα μου.

Άραγε είχαν καταλάβει και τότε; Πάντα με βασάνιζε αυτό το ερώτημα, αλλά να τώρα που αναπάντεχα είχα την απάντηση. Είχαν καταλάβει και πολύ καλά μάλιστα. Μιλώ για τα χρόνια της «Ανεμοθύελλας».

Όταν παίζαμε στην έδρα του «Ανέμου», τα πράγματα ήταν καλύτερα, γιατί χρησιμοποιούσαμε κανονικό γήπεδο. Oι Eγγλέζοι είχαν στρατώνα εκεί κοντά και βέβαια δεν μπορούσε να λείπει το γήπεδο. Πηγαίναμε πολύ συχνά, δεν τους πείραζε, άλλο που δεν θέλαμε κι εμείς, σκόπιμα, γιατί πολλές φορές εκτελούσαμε και κάποιες αποστολές. Κάναμε τους κατασκόπους και μαθαίναμε τι αυτοκίνητα και πόσα μπαινόβγαιναν στο στρατόπεδο, τι ώρα και άλλα και, αν μπορούσαμε, γράφαμε και τα νούμερα ακόμα.

Η έδρα της «Θύελλας» ήταν στην αυλή της εκκλησίας. Μικρό το γήπεδο, αλλά τη δουλειά του την έκανε.

Όταν δεν παίζαμε ποδόσφαιρο, κάναμε ό,τι περνούσε από το μυαλό μας. Παίζαμε τις γλώσσες. Σπάζαμε τις λέξεις σε συλλαβές και τις ανασυνθέταμε προσθέτοντας σε κάθε συλλαβή ένα «κε», ένα «κι», ένα «κο» ανάλογα με το φωνήεντο που προηγείτο. Δηλαδή, όταν μίκι λούκου σάκα μέκε μεταξύ μας, οι λέξεις διαλύονταν σε συλλαβές, γίνονταν εικονίτσες στο μυαλό μας και, ανάλογα με την ευστροφία του καθενός, έπεφτε και η μετακινούμενη καρτελίτσα με το «κάπα» και οι λέξεις αποκτούσαν πια μια άλλη αξία.

Μερικοί από μας μιλούσαν και... γαλλικά, στην περίπτωση αυτή όμως το σύστημα δούλευε διαφορετικά. Όταν θέλαμε να πούμε «βούτυρο», λέγαμε «βουλεβού-βουλετύ-βουλεγό».

Κάποιοι άλλοι μπορούσαν να μιλήσουν και κινέζικα, αρκεί να έβαζαν ένα «τσι» ή ένα «τσογκ», και δυο πολύ προχωρημένοι μπορούσαν να εναλλάσσουν τα φωνήεντα με τα σύμφωνα. Δεν ήταν τυχαίο που η ομάδα στο τέλος έβγαλε τρεις φιλολόγους, δυο δασκάλους κι έναν ποιητή.

Ένα απόγευμα λοιπόν, στο γήπεδο του «Ανέμου», ενώ παίζαμε αμέριμνοι, εμφανίστηκε τρέχοντας μια ομάδα από Eγγλέζους που για πρώτη φορά ακολουθούσαν αυτή τη διαδρομή. Διέσχισαν το γήπεδο και, ξεφεύγοντας από τη γραμμή τους, σταμάτησαν στο κέντρο. Σταματήσαμε κι εμείς γιατί δεν ξέραμε τις προθέσεις τους.

O επικεφαλής άρχισε να μας μιλά, αλλά δεν υπήρχε επικοινωνία. Κάποιοι στρατιώτες είπαν κάτι άλλο, αλλά μάταια. Τότε μου ήρθε η φαεινή ιδέα: πήρα την μπάλα και, τοποθετώντας τη στο σημείο του κέντρου, φώναξα δυνατά:

«Παίκε ζέκε τέκε μπάκα λάκα, μάκα λάκες;».

Oι δικοί μου, που εντωμεταξύ μαζεύτηκαν κοντά μου, ξαφνιάστηκαν από την κίνησή μου, έβαλαν αυθόρμητα τα γέλια και το γέλιο μεταδόθηκε και στους Eγγλέζους.

Κάποιος απ’ αυτούς έβγαλε αμέσως ένα νόμισμα και το γύρισε μπροστά μου για να διαλέξω τέρμα. Δεν έδειξα «κορόνα», έδειξα «γράμματα» και ο αγώνας άρχισε. O «Άνεμος» και η «Θύελλα» έγιναν αμέσως «Ανεμοθύελλα» και σε λίγο σημειώναμε και το πρώτο μας τέρμα. Εμείς ήμασταν καμιά δεκαπενταριά κι αυτοί μόνο εφτά, ήταν και κουρασμένοι από το τρέξιμο και σε λίγο σημειώναμε και το δεύτερό μας τέρμα. O αγώνας έληξε σε λιγότερο από δεκαπέντε λεπτά, μόλις κατάφεραν κι αυτοί με κόπο να σημειώσουν ένα τέρμα. Μπήκαν πάλι στη γραμμή και, χειροκροτώντας μας, αποχωρούσαν.

Απομακρύνθηκαν λίγο και τότε όλοι μαζί, συνεννοημένοι, αρχίσαμε να φωνάζουμε με όλη μας τη δύναμη για να μας ακούσουν:

«Άκα-νέκε-μόκος-θύκι-έκε-λλάκα.

Δύκι-όκο Έκε-νάκα, Δύκι-όκο Έκε-νάκα».

Αλλά αμέσως μας έπιασε και το εθνικό μας και τολμήσαμε να φωνάξουμε και το άλλο:

«Ζήκι τώκο όκο Μάκα ρίκι όκος», «Ζήκι τώκο όκο Μάκα ρίκι όκος».

Αυτοί σήκωσαν τα χέρια και μας χαιρετούσαν ώσπου χάθηκαν στη στροφή, επιστρέφοντας στο στρατόπεδό τους.

-----------------

Μια κοπελίτσα με κόκκινο σκουφάκι με ρώτησε ευγενικά αν είχα τελειώσει.

«Θένκεν-γιούκου» της είπα χαμογελαστός, με τον αέρα του πολύγλωσσου, σπρώχνοντας ελαφρά τον δίσκο προς το μέρος της.

Αυτή, επιστρέφοντας το χαμόγελο και δείχνοντας δυο σειρές από κάτασπρα δόντια, μου είπε σε άψογα ελληνικά: «Καλό σας απόγευμα, κύριε! Καλά να περάσετε στο Λονδίνο».

[Από τη συλλογή μου “Η κόρη του δραγουμάνου” Μεταίχμιο, Αθήνα 2003. Ο μικρός ποδοσφαιριστής είναι ο εγγονός μου Κωνσταντίνοσ] 

[]