Ένας από τους ανθρώπους που θαύμαζα και εξακολουθώ να θαυμάζω είναι ο Ανδρέας Χριστοφίδης. Ο λόγος του -ιδιωτικός και δημόσιος- πάντοτε ουσιαστικός και μετρημένος. Εκεί όπου έχει υπηρετήσει άφησε μόνο θετικό αποτύπωμα. Άξιος αυτής της πατρίδας. Έτυχε να τον γνωρίσω από κοντά, μέσω των φίλων μου Φοίβου Σταυρίδη και Θεοδόση Νικολάου στις αρχές της δεκαετίας του ΄80. Ήταν απόλαυση να τους ακούς να συζητούν για διάφορα θέματα, κάτω από αμέτρητα λευκωσιάτικα αστέρια, στην ταβερνούλα "Αρμενάκι", όταν ακόμα ήταν... "Αρμενάκη". Πιο κάτω ένα κείμενό του, που είχαμε δημοσιεύσει στον "Κύκλο". Πολλές φορές επανέρχομαι και διαβάζω τα δοκίμιά του...
Ανδρέα Χριστοφίδη
Κι αν αυτή είναι η κόλαση μιας άλλης ζωής;
Life………is a tale
Told by an idiot, full of sound and fury,
Signifying nothing.
Shakespear: Mackbeth, V.v.
Όταν το ερώτημα ξαφνικά με κτύπησε κατακέφαλα, το πιο σημαντικό είναι που δεν ξαφνιάστηκα. Ήταν ωσάν για χρόνια εσχηματίζετο μέσα-μου, περιμένοντας την ώρα που η διατύπωσή-του θα γινόταν δεκτή χωρίς περιττές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και δίχως υποκριτικά επιφωνήματα... Ένα ερώτημα που γίνεται δεκτό σαν θέση που πρέπει να ερευνηθεί κι όχι σαν διατύπωση που απορρίπτεται χωρίς δεύτερη συζήτηση.
Θυμούμαι ζωηρά τη στιγμή που το ερώτημα μπήκε στη σκέψη-μου περνώντας στο συνειδητό από το υποσυνείδητο όπου θα κρυβόταν περιμένοντας την ώρα-του. Παρακολουθούσα την παράσταση της δεκαλογίας «Οι Έλληνες» στο θέατρο Όλντγουιτς στο Λονδίνο από το Σαιξπηρικό Βασιλικό Θίασο. (Για την παράσταση και άλλα σχετικά χρειάζεται ειδική δοκιμή. Ελπίζω να την επιχειρήσω κάποτε). Στο σακατεμένο κείμενο του «Αγαμέμνονα» η δράση προχωρούσε με ραγδαίο ρυθμό (τα χορικά σχεδόν όλα περικομμένα) και διερωτόμουν αν η σκηνή της Κασσάνδρας -η πιο συγκλονιστική ίσως στο παγκόσμιο θέατρο- θα παρουσιαζόταν με κάποια δικαιοσύνη, Όταν ήλθε η στιγμή και πέρασε αισθανόμουν κάποια ενόχληση πού δε μ' άφηνε να παρακολουθήσω τη συνέχεια, με ένα μέρος μόνο του μυαλού-μου περιμένοντας ν' ακούσω την κραυγή του Αγαμέμνονα «ωμοι πέπληγμαι καιρίαν πληγήν είσω ...». Ξαφνικά αυτό που μ’ ενοχλούσε βρήκε έκφραση. Ήταν η σκέψη πως σήμερα όλοι θα πίστευαν την Κασσάνδρα, όσο φοβερά κακά κι αν προφήτευε. Δε θα υπήρχε κακό που να θεωρείται πέραν από τα όρια του δυνατού ή πιστευτού. Δεν έχει σχέση που τότε δεν πίστευαν την Κασσάνδρα γιατί έτσι καθόρισε ο προσβλημένος Θεός. Δε γύρευε η σκέψη-μου λογική σειρά ή λογική εξήγηση. Έτσι απλά διατυπώθηκε — η Κασσάνδρα σήμερα είναι μια προφήτισσα κακών που όλοι την πιστεύουν. Όταν ο «Αγαμέμνονας» τέλειωνε ήλθε απανωτά το ερώτημα που τιτλοφορεί αυτή τη δοκιμή. "Κι αν αυτή είναι η Κόλαση μιας άλλης ζωής;"
Δεν έχει σημασία αν πιστεύει κανείς ή όχι στην Κόλαση ή στην ιδέα-της. Η κόλαση γίνεται μια έννοια μέσα σ' ένα οικοδόμημα και αντιμετωπίζεται πια στο νοητικό πεδίο.
Ας πούμε πως υπάρχει κόλαση. Σε τι τάχα θα διαφέρει από τον Κόσμο που έχουμε φτιάξει ή μέσα στον οποίο ζούμε κι αν διαφέρει είναι τέτοιες οι διάφορες που να συνιστούν ποιοτική διαφορά έννοιας ή κατηγορίας;
Στην κόλαση που μας κληροδότησε η παράδοση θα ζούμε σε αιώνιο μαρτύριο, σε φλόγες, πραγματικές ή συμβολικές. Θα αναλογιζόμαστε -έτσι για να κατανοούμε τη διαφορά- την άλλη ζωή, την παραδείσια που χάσαμε για δεύτερη φορά (την πρώτη εκδιωχθήκαμε, τη δεύτερη δε μπορέσαμε να επιστρέψουμε).
Η κόλαση είναι οι άλλοι (λέει ο Σαρτρ), αλλά οι άλλοι είμαστε εμείς ...
Εμείς κι ο κόσμος που φτιάξαμε.
Με την αποθήκη των υδρογονικών όπλων και τα νεότερα όργανα βασανισμού.
Με το δίκαιο του ισχυρότερου να αποτελεί την ύστατη κατάληξη μιας φοβερής διαδικασίας εξελίξεως: και μόνο σε μερικές στιγμές της καλλιτεχνικής δημιουργίας στέλλονται αντικατοπτρισμοί από μια άλλη ζωή της οποίας αυτή εδώ πρέπει να΄ ναι -δεν υπάρχει άλλη εξήγηση- η Κόλαση. # 21.3.81
["Ο Κύκλος", τχ.7-8, Γενάρης Απρίλης 1981,
εξώφυλλο: Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ]
