20 Ιαν 2026

Ο ΜΑΞ, μικροδιήγημα στο ιστολόγιο ΜΠΟΝΖΑΪ


Τιμητική ανάρτηση, σήμερα, στο εξαιρετικό ιστολόγιο "ιστορίες ΜΠΟΝΖΑΪ" για το μικρό διήγημα, του περιοδικού ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ*. Ευχαριστίες οφείλονται στους ακούραστους φίλους Ηρώ Νικοπούλου και Γιάννη Πατίλη, που το φροντίζουν εδώ και πολλά χρόνια.

Ο πιο κάτω σύνδεσμος οδηγεί στο ιστολόγιο:

Νί­κος Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ
 Ὁ Μάξ

ΤΑ ΠΙΟ ΒΟΡΕΙΑ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ τὰ νε­ρά εἶ­ναι πιὸ δρο­σε­ρὰ ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως εἶ­ναι κα­θα­ρά, γι’ αὐ­τὸ τὰ προ­τι­μῶ γιὰ τὶς δια­κο­πές μου. Εἶ­ναι βέ­βαια καὶ ὁ Κόλ­πος τῶν Κο­ραλ­λί­ων ποὺ εἶ­ναι πιὸ κον­τά μας, μὰ πάν­τα φυ­σά­ει ἐκεῖ καὶ τὸν ἀπο­φεύ­γω. Τὰ τε­λευ­ταῖα χρό­νια λοι­πόν, πάν­τα πη­γαί­νω στὰ ἥσυ­χα κεν­τρά­κια πρὸς τὸν Ἀκά­μα. Τὴν ἀρά­ζω κά­που καὶ ξε­χνιέ­μαι στὸ γα­λά­ζιο τῆς θά­λασ­σας ἀπο­λαμ­βά­νον­τας τὸ φρα­πε­δά­κι μου δια­βά­ζον­τας μό­νο ἐφη­με­ρί­δες ἢ πε­ριο­δι­κά.

Σ’ ἕνα τέ­τοιο κεν­τρά­κι συ­νάν­τη­σα τὸν Μάξ. Ἔτσι, ἀπροσ­δό­κη­τα, με­τὰ ἀπὸ σα­ράν­τα χρό­νια. Ἡ τε­λευ­ταία φο­ρὰ ποὺ τὸν εἶ­δα, ἦταν λί­γους μῆ­νες με­τὰ ποὺ τε­λειώ­σα­με τὸ Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖο. Ὑπήρ­ξα­με κα­λοὶ φί­λοι ἀλ­λὰ οἱ συγ­κυ­ρί­ες τὸ ἔφε­ραν καὶ δὲν μπο­ρέ­σα­με νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με ξα­νά. Ἐγὼ πῆ­γα σὲ γυ­μνά­σιο στὴν πό­λη, κι αὐ­τὸς με­τα­κό­μι­σε μὲ ὅλη τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του σὲ ἄλ­λη ἐπαρ­χία γιὰ λί­γα χρό­νια, λό­γῳ τῶν ἀσχο­λιῶν τοῦ πα­τέ­ρα του. Με­τά, στὰ χρό­νια τῆς στρα­τιω­τι­κῆς θη­τεί­ας, αὐ­τὸς εἶ­χε με­τα­κο­μί­σει στὸ Λον­δῖ­νο γιὰ ἄλ­λα δυὸ-τρία χρό­νια. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀκο­λού­θη­σαν οἱ σπου­δές μου, ὁ πό­λε­μος καὶ τὰ χρό­νια περ­νοῦ­σαν καὶ ἔγι­ναν σα­ράν­τα ὁλο­στρόγ­γυ­λα χω­ρὶς νὰ δεῖ ὁ ἕνας τὸν ἄλ­λο. Μά­θαι­να νέα του ἀπὸ ἄλ­λους συμ­μα­θη­τές.

Εἶ­χε πε­ρά­σει σχε­δὸν ἡ πρώ­τη βδο­μά­δα τῶν δια­κο­πῶν μου καὶ τὴν ἄρα­ζα στὸ ἴδιο κεν­τρά­κι.Το πρωὶ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια, τὰ δει­λι­νὰ μό­νος τὶς πιὸ πολ­λὲς φο­ρές. Ἕνα τέ­τοιο δει­λι­νό, ξα­πλω­μέ­νος ὅπως ἤμουν στὴν ἀνα­παυ­τι­κή μου, ἀπο­λάμ­βα­να τὴ δύ­ση τοῦ ἥλιου μέ­σα στὰ γα­λή­νια νε­ρά. Κά­ποιοι φώ­να­ξαν τὸ γκαρ­σό­νι γιὰ νὰ πα­ραγ­γεί­λουν κά­τι καὶ ἔμει­να ἔτσι γιὰ λί­γο νὰ τοὺς βλέ­πω. Τὸ γκαρ­σό­νι πλη­σί­α­σε καὶ κα­θὼς ἦταν ἀπέ­ναν­τί μου στὸν ἥλιο, ἔβλε­πα τὴ σι­λουέτ­τα του μό­νο. Κρα­τοῦ­σε τὸ μπλο­κά­κι του καὶ πε­ρί­με­νε τὴν πα­ραγ­γε­λία. Μιὰ κί­νη­ση ποὺ ἔκα­νε ἦταν ἀρ­κε­τὴ γιὰ νὰ ἀνα­γνω­ρί­σω τὸν Μάξ. Κού­νη­σε τὸν δε­ξιό του ὦμο πά­νω κά­τω δυὸ-τρεῖς φο­ρὲς σὰν τὸν Μη­τσο­τά­κη καὶ συγ­χρό­νως κού­νη­σε καὶ τὸ κε­φά­λι του μιὰ-δυὸ φο­ρὲς ἀρι­στε­ρὰ-δε­ξιὰ προ­τεί­νον­τας τὸ πη­γού­νι πρὸς τὰ πά­νω. Αὐ­τὸ ἦταν τὸ τίκ του.

Ὅσο ποὺ κρα­τή­θη­κα νὰ μὴ φω­νά­ξω «Μάξ». Εὐ­τυ­χῶς, για­τί Μὰξ ἦταν πα­ρα­τσού­κλι καὶ θὰ λυ­πό­ταν ἂν τὸ ἄκου­γε. Τὸ πραγ­μα­τι­κό του ὄνο­μα εἶ­ναι Ἄβοι­βος. Τὸ «βοὶ» μὲ ὄμι­κρον γιῶ­τα. Δὲν γνω­ρί­ζω γιὰ ποιόν λό­γο τοῦ δώ­σα­νε αὐ­τὸ τὸ ὄνο­μα. Οὔ­τε ὁ ἴδιος ἤξε­ρε. Οἱ νέ­οι δά­σκα­λοι ποὺ ἔρ­χον­ταν στὸ σχο­λεῖο μας, ὅταν ἄκου­γαν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸ ὄνο­μά του ρω­τοῦ­σαν ἂν ἔχει στὴν πε­ριο­χὴ κα­νέ­ναν Ἅγιο μὲ τὸ ἴδιο ὄνο­μα. Τέ­τοιον Ἅγιο δὲν εἴ­χα­με βέ­βαια, ἀλ­λὰ οὔ­τε ποὺ ἄκου­σα πο­τὲ νὰ ὑπάρ­χει σὲ ἄλ­λη πε­ριο­χή. Τὸν ρω­τοῦ­σαν ἀκό­μα, για­τί μὲ «ὄμι­κρον γιῶ­τα.» Δὲν ἤξε­ρε. Κα­νέ­νας δὲν ἤξε­ρε. Πο­τέ μου δὲν ἔμα­θα. Οὔ­τε κι ὁ ἴδιος φαν­τά­ζο­μαι.

Ἄβοι­βε, φώ­να­ξα καὶ ἀμέ­σως γύ­ρι­σε καὶ ἔκα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα πρὸς τὸ μέ­ρος μου μὲ φα­νε­ρὴ ἀπο­ρία, διό­τι στὸ πρό­σω­πό μου δὲν ἀνα­γνώ­ρι­σε κα­νέ­ναν γνω­στό του. Ἔτσι ὅπως ἤμουν ἄλ­λω­στε μαυ­ρι­σμέ­νος καὶ μὲ τὰ για­λιὰ κι ἡ μά­να μου θὰ δυ­σκο­λευό­ταν νὰ μὲ ἀνα­γνω­ρί­σει. Ἔμει­νε νὰ μὲ κοι­τά­ει γιὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, προ­χώ­ρη­σα ἐγώ, μή­πως εἶ­σθε ὁ Ἄβοι­βος Πα­σχα­λί­δης; Ναί, ἐγὼ εἶ­μαι ἀκρι­βῶς, ἀπάν­τη­σε. Ἕνα λε­πτὸ καὶ ἐπι­στρέ­φω. Πῆ­ρε τὴν πα­ραγ­γε­λία ἀπὸ τὸ τρα­πέ­ζι καὶ ἦρ­θε ξα­νὰ κον­τά μου. Δὲν ἤθε­λα νὰ τὸν κρα­τή­σω σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀγω­νία, μό­λις κα­τά­λα­βα ὅτι δὲν μὲ ἀνα­γνώ­ρι­ζε εἶ­πα ἀμέ­σως ποιός ἤμουν. Ἀγ­κα­λια­στή­κα­με καὶ δὲν ἔκρυ­βε τὴ χα­ρά του ποὺ συ­νάν­τη­σε ἕναν πα­λιὸ παι­δι­κό του φί­λο με­τὰ ἀπὸ τό­σα χρό­νια. Εἴ­πα­με πο­λὺ λί­γες κου­βέν­τες. Κά­τσε ἐδῶ μὴ φύ­γεις, μοῦ εἶ­πε, νὰ κα­νο­νί­σω τὴν πα­ραγ­γε­λία καὶ θὰ σὲ δῶ με­τὰ, κι ἀπο­μα­κρύν­θη­κε τρέ­χον­τας.

Κι ἐγὼ χά­ρη­κα ποὺ τὸν εἶ­δα καὶ μὲ πλη­μύ­ρι­σαν οἱ παι­δι­κὲς ἀνα­μνή­σεις. Ὁ Ἄβοι­βος. Θεέ μου πα­ρα­λί­γο νὰ μοῦ ξε­φύ­γει καὶ νὰ τὸν πῶ «Μάξ». Εὐ­τυ­χῶς εἶ­χα κρα­τη­θεῖ.

Μὰξ ἦταν ὁ σκύ­λος του γέ­ρο Θε­ο­χά­ρη τοῦ τσαγ­κά­ρη, στὴ γει­το­νιά του Ἄβοι­βου. Ἕνα ἀπό­γευ­μα, ὁ γέ­ρος εἶ­δε τον Ἄβοι­βο ποὺ περ­νοῦ­σε ἀπὸ τὸ σπί­τι του καὶ τοῦ ζή­τη­σε τὴ χά­ρη. Ἐκεῖ­νο τὸ ἀπό­γευ­μα ὅμως, φόρ­τω­σε στὸ μι­κρό, χω­ρὶς βέ­βαια νὰ τὸ θέ­λει, ἕνα βά­ρος ποὺ θὰ τὸ κρα­τοῦ­σε γιὰ ὅλη του τὴ ζωή.

Ἄβοι­βε, τοῦ εἶ­πε, τὸν βλέ­πεις τὸν Μάξ; Γέ­ρα­σε ὁ καη­μέ­νος, δὲν μπο­ρεῖ νὰ τρέ­ξει πιά. Οὔ­τε νὰ γαυ­γί­σει μπο­ρεῖ, οὔ­τε νὰ φά­ει μπο­ρεῖ. Ὅσο ποὺ κι­νεῖ­ται λί­γο, καὶ κοί­τα­ξε τὸν Μὰξ μὲ λύ­πη. Ὅταν ἦταν νέ­ος ἦταν ὁ κα­λύ­τε­ρος σκύ­λος τοῦ χω­ριοῦ κι ὁ πιὸ ὄμορ­φος. Κα­φε­τὴς μὲ ἄσπρες βοῦ­λες. Κοί­τα τον τώ­ρα, ζά­ρω­σε ὁ καη­μέ­νος. Σκε­λε­τὸς ἔχει μεί­νει. Εἶ­ναι πιὸ γέ­ρος ἀπὸ μέ­να. Κι ἂν μοῦ πε­θά­νει στὸ σπί­τι τί νὰ τὸν κά­νω. Πᾶ­ρε τον σὲ πα­ρα­κα­λῶ ἐκεῖ στὰ χω­ρά­φια ποὺ παί­ζε­τε καὶ ἄφη­σε τον. Αὐ­τὸς ξέ­ρει τί θὰ κά­νει.
Πῆ­ρε ὁ Ἄβοι­βος τὴν ἄκρη τοῦ σχοι­νιοῦ καὶ τὸν τρα­βοῦ­σε μα­ζί του. Δὲν πει­ρά­ζει, μπο­ρεῖ ν’ ἀρ­γοῦ­σε λί­γο στὸ παι­χνί­δι ἀλ­λὰ μιὰ φο­ρὰ θὰ γι­νό­ταν αὐ­τὸ καὶ προ­χω­ροῦ­σε μα­ζὶ μὲ τὸ Μὰξ γιὰ τὸ τε­λευ­ταῖο του τα­ξί­δι.

Ἔλα Μάξ, κά­νε λι­γά­κι πιὸ γρή­γο­ρα, θὰ σὲ ἀφή­σω ἐκεῖ ἀπέ­ναν­τι ἀπὸ τὸ γή­πε­δο νὰ μᾶς βλέ­πεις, ὅταν θὰ παί­ζου­με πο­δό­σφαι­ρο. Καὶ προ­χω­ροῦ­σαν σι­γὰ-σι­γά. Θυ­μᾶ­σαι ποὺ μοῦ γαύ­γι­ζες ὅταν περ­νοῦ­σα ἀπ’ τὸ σπί­τι σου; Ξέ­ρεις πό­σο φο­βό­μουν; Δὲν ξέ­ρεις. Τώ­ρα δὲν μπο­ρεῖς νὰ κου­νή­σεις τὰ πο­δα­ρά­κια σου, καη­μέ­νε. Ἔλα κου­νή­σου.

Εἶ­χαν φτά­σει πο­λὺ κον­τὰ καὶ συ­νάν­τη­σαν κι ἄλ­λα παι­διὰ ποὺ πή­γαι­ναν γιὰ παι­χνί­δι. Ἡ θέα του Ἄβοι­βου μὲ τὸ σκύ­λο ἦταν κά­τι ἀσυ­νή­θι­στο. Στὴν ἀρ­χὴ ἄρ­χι­σαν τὰ πει­ράγ­μα­τα, ρω­τοῦ­σαν νὰ μά­θουν τὸ ὄνο­μα τοῦ σκύ­λου, με­τὰ τὸν ἔσπρω­χναν γιὰ νὰ περ­πα­τή­σει πιὸ γρή­γο­ρα, καὶ με­τὰ ὅταν ἔφτα­σαν κά­τω ἀπὸ τὴ χα­ρου­πιὰ στὸ γή­πε­δο, δὲν ἦταν ξε­κά­θα­ρο ποιόν φώ­να­ζαν Μάξ. Τὸ σκυ­λὶ ἢ τὸ παι­δί; Ἄρ­χι­σαν οἱ ἐρω­τή­σεις, τί θὰ τὸν κά­νεις, ποῦ θὰ τὸν πᾶς, καὶ τοῦ πῆ­ραν τὸ σχοι­νὶ ἀπὸ τὸ χέ­ρι.

Ὁ Ἄβοι­βος συγ­χύ­στη­κε, εἶ­χε δώ­σει τὸν λό­γο του στὸ γέ­ρο ὅτι θὰ τὸν ἄφη­νε κά­που ἐκεῖ, μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ ἐλέγ­ξει τὴν κα­τά­στα­ση. Τὰ παι­διὰ εἶ­ναι πο­λὺ σκλη­ρά. Ἄρ­χι­σαν νὰ χτυ­ποῦν τὸ σκυ­λί, νὰ τὸ τρα­βοῦν κι ὅταν προ­σπά­θη­σε νὰ τοὺς πά­ρει τὸ σχοι­νὶ τὰ πράγ­μα­τα ἔγι­ναν δύ­σκο­λα καὶ γιὰ τοὺς δυό. Ἔτσι μι­κρο­κα­μω­μέ­νος ποὺ ἦταν τὸν ἔσπρω­ξαν, τὸν ἔρι­ξαν κά­τω καὶ τὸν πά­τη­σαν. Κά­ποιος ἔξυ­πνος εἶ­χε τὴν ἰδέα νὰ πε­ρά­σει τὸ σχοι­νὶ πά­νω σ’ ἕνα κλα­δὶ τῆς χα­ρου­πιᾶς καὶ τρα­βῶν­τας το μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους, τὸ σκυ­λὶ βρέ­θη­κε κρε­μα­σμέ­νο στὸν ἀέ­ρα. Χτυ­ποῦ­σαν τὸ καη­μέ­νο τὸ σκυ­λὶ μὲ ξύ­λα καὶ μὲ πέ­τρες ἀλ­λὰ ἦταν σὰν νὰ χτυ­ποῦ­σαν τὸν Ἄβοι­βο. Κά­πο­τε ὅμως, ὁ ἀρ­χη­γὸς ἔδω­σε ἄλ­λο πρό­σταγ­μα: Στὸ γή­πε­δο τώ­ρα. Ἀφή­νον­τας τὸ σχοι­νὶ καὶ τρέ­χον­τας ἐξα­φα­νί­στη­καν πρὸς τὸ γή­πε­δό τους. Τὸ σκυ­λὶ ἔπε­σε δί­πλα του καὶ ὁ Ἄβοι­βος ἄκου­σε τὸν ρόγ­χο του. Ἀνα­κά­θη­σε δί­πλα του μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει τί­πο­τα. Ὁ Μὰξ κου­νοῦ­σε λί­γο τὸ μπρο­στι­νό του πό­δι καὶ λί­γο τὸ κε­φά­λι του πά­νω-κά­τω πε­θαί­νον­τας. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ εἰ­κό­να ποὺ ἀπο­τυ­πώ­θη­κε στὴν ἀθώα του ψυ­χή.

Δὲν πῆ­γε στὸ γή­πε­δο. Ἔτρε­ξε στὸ σπί­τι του φο­βι­σμέ­νος καὶ λυ­πη­μέ­νος. Ἡ θέα τοῦ σκυ­λιοῦ ποὺ πέ­θαι­νε ἀπο­τυ­πώ­θη­κε γιὰ πάν­τα στὴ ψυ­χή του. Ἀπὸ τό­τε τοῦ ἔμει­νε αὐ­τὸ τὸ τίκ. Ὅταν ἦταν ἀφη­ρη­μέ­νος ἔκα­νε αὐ­τὲς τὶς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὲς κι­νή­σεις καὶ ἀπὸ κεῖ­νες τὶς μέ­ρες ἀπό­κτη­σε καὶ τὸ νέο του ὄνο­μα: «Μάξ».

Ἀπορ­ρο­φη­μέ­νος ὅπως ἤμουν στὶς ἀνα­μνή­σεις μου, σχε­δὸν δὲν τὸν πρό­σε­ξα κα­θὼς πλη­σί­α­ζε. Ἄρ­γη­σα λί­γο σή­με­ρα εἶ­πε. Εἴ­χα­με πολ­λὴ δου­λειά, δὲν πᾶ­με στὸ σπί­τι μου νὰ τὰ ποῦ­με; Τε­λεί­ω­σα γιὰ σή­με­ρα. Ἐδῶ κον­τὰ μέ­νου­με, μὲ τὰ πό­δια θὰ πᾶ­με. Τη­λε­φώ­νη­σα ἤδη στὴ γυ­ναῖ­κα μου καὶ μᾶς πε­ρι­μέ­νει. Με­τὰ ἀπὸ τό­σα χρό­νια ποὺ ἔχου­με νὰ βρε­θοῦ­με, νο­μί­ζω δὲν θὰ μοῦ ἀρ­νη­θεῖς.

Δὲν ἀρ­νή­θη­κα, οὔ­τε εἶ­χα τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀρ­νη­θῶ. Προ­χω­ρή­σα­με πρὸς τὸ σπί­τι του κι ἐνῶ ἄνοι­γε τὸ κάγ­κε­λο γιὰ νὰ μποῦ­με, ἕνας κα­φε­τὴς σκύ­λος μὲ ἄσπρες βοῦ­λες πε­τά­χτη­κε ἀπὸ δί­πλα πά­νω του βά­ζον­τας τὰ μπρο­στι­νὰ πό­δια στὸ στῆ­θος του, κου­νῶν­τας τὴν οὐ­ρά του καὶ κά­νον­τας χα­ροῦ­λες. Ἀγά­πη μου, εἶ­πε καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε κι αὐ­τὸς καὶ τὸν χάϊ­δε­ψε. Ἀγά­πη μου, ξα­να­μουρ­μού­ρι­σε καὶ μὲ σύ­στη­σε στὴ γυ­ναῖ­κα του ποὺ στε­κό­ταν στὴν εἴ­σο­δο τοῦ σπι­τιοῦ ἀφή­νον­τας τὸ σκυ­λὶ κά­τω.

Θεέ μου, τί ἀγά­πη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἔχει γιὰ τὰ σκυ­λιά, εἶ­πε ἡ γυ­ναῖ­κα του καὶ χα­μο­γέ­λα­σε λέ­γον­τάς μας «κο­πιά­στε».

Ἀλή­θεια, δὲ σὲ ρώ­τη­σα εἶ­πε ὁ Ἄβοι­βος μπαί­νον­τας στὸ σπί­τι, πῶς μὲ ἀνε­γνώ­ρι­σες με­τὰ ἀπὸ σα­ράν­τα χρό­νια;

Σα­ραν­τα­δύο γιὰ τὴν ἀκρί­βεια πρό­σθε­σα, ρί­χνον­τας μιὰ λο­ξὴ μα­τιὰ στὸ σκυ­λί, ποὺ εἶ­χε ξα­πλώ­σει στὴ βε­ράν­τα ἔχον­τας τεν­τώ­σει τὰ μπρο­στι­νά του πό­δια, κου­νοῦ­σε τὴν οὐ­ρά του καὶ μᾶς κοί­τα­ζε μὲ ἀπέ­ραν­τη ἀγά­πη μι­σο­κλεί­νον­τας τὰ μά­τια.


----------------------------------
*Το περιοδικό "Πλανόδιον" δεν εκδίδεται πια. Έχει παραχωρήσει τη θέση του στο "Νέο Πλανόδιον", σε χέρια άξιων συνεχιστών του έργου του Γιάννη Πατίλη.