10 Ιαν 2026

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ : ΖΕΣΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΖΕΣΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Ὅλα τὰ χρώματα εἶναι ὡραῖα
Καὶ ὅλα τὰ χρώματα εἶναι ἁγνά.
Γυρίζουν οἱ ἐποχὲς καὶ ἐκθέτουν
Τὶς ζωγραφιὲς τῆς γῆς
Καμωμένες μὲ ἄνθη.
Τὸ μαῦρο βλέμμα τῆς παπαρούνας
Μές' ἀπὸ τὰ κόκκινα πέπλα τῶν φρουρῶν του,
Ἡ θάλασσα τῶν σταχιῶν
Ποὺ ξεδιπλώνει κίτρινα τὰ κύματά της
Μέσα στὸ καλοκαίρι.
Καὶ ἡ ἄλλη, ἡ ἄλλη θάλασσα ἡ μεγάλη
Μὲ τὰ λευκὰ καὶ τὰ γαλάζια τῶν γαλάζιων
Ὡς τὴ χάλκινη κραυγὴ ποὺ ἀφήνει
Τὸ φύλλο τῆς χαρουπιᾶς
Δροσίζοντας τὴν κεφαλὴ τῶν ἀνθρώπων.
Τὸ τόξο τοῦ οὐρανοῦ τὰ ἀναλαμβάνει
Καὶ πλυμένα ἀπὸ τὴ βροχὴ
Τὰ ταξινομεῖ.

Ἡ εὐαισθησία ὅμως γιὰ τὸ λευκὸ
Δὲν εἶναι γιατὶ λευκὲς εἶναι οἱ φτεροῦγες
Καὶ λευκὴ ἡ στολὴ τῶν Ἀγγέλων.

Καθήσαμε κάποτε στὸν ποταμὸ τῆς Ἀλβιόνος.
Ἐκεῖ μήτε κλάψαμε, μήτε γελάσαμε
Μήτε ρωτηθήκαμε, μήτε ἀπαντήσαμε.
Τὸ νερὸ τοῦ ποταμοῦ κυλᾶ
Ἀλλὰ στὴν ὅραση φτάνει μιὰ γκρίζα ἀκινησία.
Τὴν κίνηση τὴν ἀντιλαμβάνεσαι μονάχα
Μὲ τὰ πανιὰ τῶν καραβιῶν ποὺ ταξιδεύουν
Ἢ ὅταν ἕνα σῶμα παρασύρεται
Καὶ συλλογίζεσαι πὼς αὐτὸ τὸ σῶμα
Μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ δικό σου σῶμα.

Κι ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπῆρχε τίποτα
Παρὰ μόνο μιὰ ἔρημος
Κι ἐσὺ μόνος μέσα στὴν ἔρημο γυμνός,
Ὅπου μὲ λύσσα μάχονται οἱ τέσσερεις ἀνέμοι
Κουβαλῶντας στὰ φτερά τους τὴν παγωνιά,
Ἀντήχησε
Γλυκύτατη, ἀγαπημένη, οἰκεία
Ἡ φωνή.
«Τὰ μάτια σου ἀκόμα συντηροῦν τὴ λάσπη
Καὶ δὲν βλέπεις γύρω σου τοὺς ποταμοὺς τοῦ ἐλέους
Δὲν βλέπεις τὴ βροχὴ τῆς ἀγάπης.
Πᾶρε τὰ ἱμάτιά μου καὶ κρύψε τὴ γύμνωσή σου.»
Τότε ἀπέραντα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ξετυλίγονταν
Ἱμάτια λευκά, καὶ ἀναδιπλώνονταν —
Γέμισε ἡ γῆ μὲ χιόνι.
Τὸ χιόνι ἀνεβαίνει στὰ δέντρα
Ἀνεβαίνει ἴσαμε τὴν καρδιά σου
Τὸ θάλπος τῆς ἀγάπης τὴ ζεσταίνει.

Πάνω στὰ σκουριασμένα κλωνάρια τῆς ἀμυγδαλιᾶς
Ἀνεβαίνουν χιλιάδες λευκὲς πεταλοῦδες.
Πάνω στὴ σκουριασμένη ψυχή μας ξεπετάγονται
Χιλιάδες λευκοὶ ἀνθοὶ ὡσὰν τὸ χιόνι.
Ἐδῶ στὸ κράτος τοῦ θανάτου λαμπροφορεῖ ἡ ζωὴ
Καὶ ἡ ὀπτασία τῆς ἀνθισμένης ἀμυγδαλιᾶς
Γαληνεύει τὸ χειμῶνα καὶ τὸ πνεῦμα σου.


[Θεοδόση Νικολάου, Εἰκόνες, σελ. 13, Κύπρος 1988, προμετωπίδα, Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ]