Η "ΛΑΜΠΟΥΣΑ"
Εδώ είχαμε χαλαρωτικά μέτρα, γιατί ήξερε ότι δεν μπορούσα πια να ξεφύγω. Έπαιρνα βαθιά αναπνοή σήκωνα με αγωνία το κεφάλι, αλλά αυτό που αντίκριζα ήταν πάντα αυτό που φανταζόμουνα. Ό,τι είχαν οι Ινδιάνοι στο κεφάλι τους, έλειπε από το δικό μου. Τι να πεις πια, για μια χαμένη υπόθεση; Διέκρινα μόνο μέσα από τον καθρέφτη το μούτρο του, που χαμογελούσε από ικανοποίηση σαν αγρότης που απολαμβάνει το φρεσκοθερισμένο του χωράφι.
-"Κούννα θα σε κάνω", έλεγε και εννοούσε ότι το κεφάλι μου σε λίγο θα έμοιαζε σαν αμυγδαλό-ψιχα που της έχουν αφαιρέσει την καφετιά φλούδα της.
-"Εγώ για να κουρευτώ", συνέχιζε, "πρέπει να πάω με το ποδήλατο πέντε χιλιόμετρα κι εσύ έχεις τη «Λάμπουσα» δίπλα στο σπίτι σου και μου κάνεις και τον παραπονούμενο";
Άλλαζε θέση μετά, ερχόταν δίπλα, ξανάβαζε το χέρι στο κεφάλι, το έσπρωχνε για να πάρει την κλίση που τον βόλευε, και το μαρτύριο ξανάρχιζε. Όπως είχα το κεφάλι γερμένο στο πλάι, προσπαθούσα να δω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, αλλά δεν ήταν δυνατό. Έβλεπα μόνο μια άκρη του και πιο κει ένα κάδρο που παρουσίαζε στα αριστερά έναν κυνηγό να σημαδεύει με το όπλο του, και στα δεξιά ένα σκύλο να πλησιάζει έχοντας στο στόμα ένα πουλί.
Μετά έσπρωχνε με ευγενική κίνηση με το δάχτυλο το κεφάλι, σημάδι πως είχε σειρά η άλλη πλευρά και τώρα έβλεπα μια άλλη στενή λωρίδα τού καθρέφτη και το γνωστό «ο πωλών τοις μετρητοίς, κι ο πωλών επί πιστώσει». Μου σπάει τα νεύρα αυτός ο στρογγυλοπρόσωπος τύπος που κάθεται στην πολυθρόνα. Ίδιος ο Χρυσαφίνης που μας έδινε το παγωτό, αλλά δεν το άφηνε από το χέρι, πριν κλείσει η παλάμη και αφήσει τα χρήματά μας με ασφάλεια στην τσέπη τής άσπρης του ποδιάς.
Αισθάνομαι το δάχτυλό του ξανά στο κεφάλι και βλέπω πάλι τον κυνηγό. Βλακεία σκέτη είναι, σκέφτομαι, και το μάτι μου πιάνει το σαγόνι τού Πέτρου, που μιμείται την κίνηση των δαχτύλων του, καθώς η παλάμη ανοιγοκλείνει για να δουλέψει η μηχανή. Με πιάνουν τα γέλια και αυτός με πληγώνει λιγάκι, κοντά στ’ αυτί και τρέχει αίμα.
-"Τι σ’ έπιασε τώρα και γελάς, αυγά σου καθαρίζουνε;" είπε, αφήνοντας τη μηχανή ψάχνοντας κάτι στο ντουλαπάκι.
-"Εσένα τι σ’ έπιασε κατακαλόκαιρα, είπα και χτυπάς τα σαγόνια σου, πυρετό έχεις;"
-"Τώρα θα σου δείξω ποιος έχει πυρετό", απάντησε, και μου κόλλησε το καυτήριο στο σημείο που έτρεχε το αίμα, στριφογυρνώντας το για να πιάσει καλά, αλλά εμένα μου είχε κοπεί η αναπνοή.
-"Πρόσεξε πολύ καλά, του ξαναβρόντηξα, γιατί θα σου χαλάσω τη "Λάμπουσα", για να μη σου πω ότι αυτό θα γινόταν από χθες, αν δεν εμπόδιζα τους άλλους. Ήταν έτοιμοι να πετάξουν πέτρες στην πινακίδα σου, αλλά δεν τους άφησα.
Στο άκουσμα αυτών των λέξεων ο Πέτρος πετάχτηκε έξω αλαφιασμένος, να διαπιστώσει αν ήταν στη θέση της η πινακίδα. Ψέματα του έλεγα, βέβαια, δεν ήταν δυνατό να επιτρέψω να πετάνε πέτρες και να γίνει ζημιά σ’ ένα έργο που εν πάση περιπτώσει είχα βάλει κι εγώ το χεράκι μου. Ήταν ένα κόντρα πλακέ πενήντα επί εβδομήντα με ξύλινη κορνίζα βαμμένη με το ίδιο χρώμα∙ βένετο. Το φόντο άσπρο και τα γράμματα πάλι βένετο: «Κουρείον η Λάμπουσα». Η δική μου συμβολή περιοριζόταν στην ορθογραφία, αλλά εκτιμήθηκε από τον Πέτρο που την πρώτη φορά είχε γράψει τη λέξη «κουρείον» με ήττα και αναγκάστηκε μετά να διορθώσει. Για την ακρίβεια την έγραψε πολλές φορές μέχρι να πετύχει την τέλεια καμπύλωση. Στο τέλος έκανε και τη διακόσμηση στην κορνίζα. Τέσσερεις οφιοειδείς γραμμές στις τέσσερεις πλευρές, με κόκκινες και άσπρες τελείες στις κοιλιές.
Μαλάκωσε όταν είδε ότι όλα ήταν στη θέση τους, αλλά άρχισε τις διαπραγματεύσεις και τις κολακείες.
-"Να κάνουμε μια συμφωνία", είπε, στο τέλος. Τη βλέπεις αυτή τη ζαργάνα; Κι έδειξε ένα μακρουλό μαχαιράκι σε σχήμα ψαριού με γαλάζια λέπια, κρατώντας το από τη μια άκρη. Έχει σούστα, πρόσθεσε. Πατούσε ένα κουμπάκι και το λεπίδι άνοιγε κι ύστερα το έκλεινε προσεχτικά πλησιάζοντάς με για ν’ ακούσω τον καθαρό ήχο που έκανε.
Ήταν και παμπόνηρος. Υπολόγισε ότι θα το ξεχνούσα σε λίγες μέρες και αθέτησε την υπόσχεσή του. Τον κανόνισα όμως για τα καλά. Ένα απόγευμα μάζεψα τους μάγκες και από απόσταση ασφαλείας του τραγουδούσαμε:
και [γ……] και χορτάσαν"
Αυτό ήταν. Δεν τόλμησε ποτέ πια να τα ξαναβάλει μαζί μας και η ψιλή τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Μάλιστα στο πανηγύρι τ’ Άι Βασιλειού, έκανε την πιο γενναιόδωρη κίνηση της ζωής του. Όταν συναντηθήκαμε στο πανηγύρι, πρόσεξε ότι δεν ήμουνα και τόσο χαρούμενος, όπως έπρεπε να είμαι σ’ ένα τέτοιο χώρο. Κάτι με βασάνιζε και το κατάλαβε από το θλιμμένο μου ύφος.
-"Έκανα λάθος, του είπα. Με τα λεφτά που μου έδωσε ο πατέρας αγόρασα φυσαρμόνικα και τώρα εγώ θέλω ν’ αγοράσω κάτι άλλο που είδα μετά".
-"Έλα, έλα, ξέρω τι θέλεις. Θα σου το πάρω εγώ", είπε χαμογελώντας.
-"Τι θέλεις; συνέχισε, ό,τι έκανες για τη Λάμπουσα πρέπει να πληρωθεί".
Χωρίς να χάσω καιρό, άνοιξα δύο δάχτυλα και μετά έτριψα δυο τρεις φορές τον αντίχειρα με το δείχτη, για να καταλάβει, έτσι, πόσα χρήματα είχα ανάγκη. Μου τα έδωσε αμέσως κι εγώ χωρίς να μιλήσω, κουνώντας μόνο λίγο το κεφάλι, εξαφανίστηκα μέσα στον στενό διάδρομο του πανηγυριού. Όσο που τον άκουσα να λέει, τη ζαργάνα θα πάρεις το ξέρω, και σίγουρα ήταν άδικο που πειράζαμε τόσο σκληρά τον Πέτρο, γιατί κατά βάθος ήταν καλός. Στο κάτω κάτω εκτελούσε τις εντολές τού πατέρα.
Αυτά σκεφτόμουν καθώς προχωρούσα προς τη «Λάμπουσα». Είχαν περάσει πολλά χρόνια, αλλά να που ήρθε η ώρα ν’ ανταποδώσω το δώρο του και την ίδια στιγμή να τον εκδικηθώ∙ να εκδικηθώ όχι μόνο τον Πέτρο, αλλά και όλους τους μπαρμπέρηδες του κόσμου.
-"Πάρε κόσμε, πάρε. Πάρε Σοπενάουερ κύριε, να μορφωθείς, πάρε Νόρνταου, πάρε Ντοστογιέφ¬σκι, πάρε παγκόσμια λογοτεχνία, πάρε, πάε, πάεεεεεε".
Είχα στα χέρια μου «τα κατά συνθήκη ψεύδη».
-"Τρομερό αυτό", με πληροφόρησε αμέσως κάποιος δίπλα μου, "το διάβασα τρεις φορές∙ πάρτο, πάρτο", συνέχισε να με συμβουλεύει. Ήτανε βοηθός του, βέβαια, που έκανε τον πελάτη.
Διάβασα τις πληροφορίες στο εξώφυλλο και μετά πήρα την «ψυχολογία τού όχλου» και έκανα το ίδιο. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ γιατί διάφορα πράγματα που έβλεπα για πρώτη φορά μού τραβούσαν την προσοχή όπως κάποιες εκλάμψεις που αρχικά νόμιζα ότι ήταν αστραπές. Η απορία μου λύθηκε λίγο αργότερα, όταν πρόσεξα τα κίτρινα ηλεκτρικά λεωφορεία.
Έτσι περνούσε η ώρα μου, όταν κάποια στιγμή είδα μαζεμένο κόσμο λίγο πιο κάτω. Πλησίασα με περιέργεια και άκουγα με έκπληξη αλλά και με χαρά συνάμα τα πιο κάτω συνταρακτικά:
-"Εγώ θα κλείσω όλα τα κουρεία, κύριοι. Δεν σας χρειάζονται πια. Ελάτε, πλησιάστε, μόνο δέκα, πλησιάστε κύριοι, ανοίχτε, κύριοι, να παρακολουθήσετε μια επίδειξη. Παρακαλώ προσέχτε, απευθείας από τη Γερμανία, μόνο δέκα, μόνο δέκα δραχμούλε, μόνο δέκααααα"!
Κρατούσε στα χέρια του κάτι που φαινόταν σαν μια κοντή πλατιά τσατσάρα και την κουνούσε ψηλά για να τη δει ο κόσμος τριγύρω του.
-"Πλύσιμο θέλει, ρε χριστιανέ μου αυτός", τον διέκοψε κάποιος, "όχι κούρεμα"
-"Και φαΐ, και μας έσκασες δω πέρα", πρόσθεσε κάποιος άλλος, και προκάλεσαν τα γέλια των παρευρισκομένων.
-Λίγη σοβαρότη, κύριοι, είπε αυτός χαμηλόφωνα, φέρνοντας το χέρι και χαϊδεύοντας ένα αόρατο γένι, αλλά χωρίς να χάσει το ηθικό του, συνέχισε με τον κανονικό του ρυθμό: παίρνουμε με το δεξί μας χέρι τη μηχανή αυτοκουρέματος και την κρατάμε, όπως την κρατάω εγώ. Προσέχτε μην κάνετε λάθος. Υπάρχει ένα σημάδι εδώ που πρέπει να είναι προς τα πάνω, σπρώχνουμε ελαφρά με το μεγάλο δάχτυλο και η μηχανή χωρίζεται στα δύο.
Άφησε το χέρι του νεαρού και κράτησε ψηλά τα δυο κομμάτια. -"Είναι απλό, κύριοι, το κάνω ξανά για να το καταλάβετε, δεν θέλω να πάτε σπίτια σας και να μη γνωρίζετε πώς να τη χρησιμοποιήσετε. Και τώρα προχωράμε στο δεύτερο στάδιο. Παίρνουμε μια κοινή λεπίδα και την τοποθετάμε να εδώ. Μη φοβάστε, η μηχανή αυτοκουρέματος δεν σπάει ποτέ, γιατί είναι γερμανικιά κι εγγυημένη για μια ζωή, μόνο με δέκα δραχμαί, και την κλείνουμε με τον τρόπο που βλέπετε. Έτσι. Και η μηχανή είναι έτοιμη. Η μόνη μηχανή που προσφέρει δύο είδη κούρεμα, απλό αραίωμα ή, αν θέλετε ένα ψιλό. Μόνο με δέκα δραχμαί, κύριοι. Νά η μηχανή που θα κλείσει τα κουρεία. Και τώρα στον νεαρό εθελοντή. Περνάω προσεχτικά από πάνω προς τα κάτω χωρίς πίεση. Μαλακά. Έτσι. Και σε πέντε λεπτά είσα¬στε έτοιμοι, δέκα μόνο, κύριοι. Δέκα μόνο δραχμούλες".
-"Πού είσαι, ρε Πέτρο", ψιθύρισα με ικανοποίηση, "να δεις… πρόοδο η επιστήμη. Οι μέρες σου είναι μετρημένες πια. Έχεις ημερομηνία λήξεως και συ και όλα τα κουρεία του κόσμου".
Την πήρα τη μηχανή και από τότε δεν χρειάστηκε να μπω ποτέ πια σε κουρείο. Τη βρήκα πολύ πρακτική και μερικές που αγόρασα το επόμενο κιόλας βράδυ πήγαν στους φίλους μου ως δώρα. Φύλαξα και μια για τον Πέτρο. Και τώρα, γυρίζοντας πίσω για διακοπές, ήμουν έτοιμος να την παραδώσω. Μόλις με είδε, άνοιξε τις χερούκλες του με χαρά, αλλά και με απορία.
-"Πώς έγινες έτσι ρε, τι χάλι είναι αυτό", είπε, "η Αθήνα δεν έχει κουρεία;" Προφανώς αναφερόταν στα μακριά μου μαλλιά που έφθαναν μέχρι τον ώμο.
-"Πρόσεξε μην κάνεις καμιά τρελή κίνηση", του απάντησα εγώ, "γιατί θα έχεις άσχημα ξεμπερδέματα", τον απείλησα, χαμογελώντας, με τεντωμένο το χέρι∙ μα, είχαμε πλησιάσει αρκετά ο ένας τον άλλο κι έτσι άνοιξα την παλάμη μου.
-"Ένα μικρό δωράκι για σένα", του είπα. Είναι μηχανή αυτοκουρέματος.
Η «Λάμπουσα» ήταν όπως την είχα αφήσει. Ο κυνηγός, ωστόσο, σημάδευε πάντα στο ίδιο σημείο και τώρα που μπορούσα να δω από κοντά, πρόσεξα ότι ο σκύλος δεν είχε στο στόμα του κανένα πουλί. Είχε ένα… ξεχαρβαλωμένο παπούτσι.
[Το διήγημα είναι από τη συλλλογή μου "20 Διηγήματα", Κάρβας 2026, με τίτλο: "Η Λάμπουσα". Πρωτοδημοσιεύτηκε σε έκδοση του Μεταίχμιου "8 Διηγήματα", Αθήνα 2003]












