ΑΝΟΙΞΗ
Καὶ τραγουδᾶ μὲ χίλια χρώματα.
Τὸ φίδι προβάλει τὸ κεφάλι
Ἀναδιπλώνει τὴ φρίκη τῆς μελανῆς ὀμορφιᾶς του
Καὶ κάθε τόσο ἀλλάζει τὸ πουκάμισό του
Καθὼς γίνεται βαρὺ ἀπὸ τὸ φορτίο τῶν ἀρωμάτων.
Ἡ ἀνεμώνη μὲ σοφία ἐπιμηκύνει τὸ λιγνὸ στέλεχός της
Βρίσκει τὸ δρόμο της μέσ' ἀπ' τὸ λαβύρινθο
τοῦ ἀκανθώδους θάμνου
Καὶ διαστέλλει τὰ πέταλά της στὸν γλυκὸ ἀγέρα τῆς ζωῆς.
Καὶ συλλογίζομαι ἂν θὰ μπορέσουμε κι ἐμεῖς
Νὰ βροῦμε τὸν δικό μας δρόμο
Μέσ' ἀπὸ τὸν σκοτεινὸ λαβύρινθο τῆς αἰχμαλωσίας μας
Χτισμένο μὲ τόση μαστοριὰ καὶ ἀκανθώδη τέλια
Συλλογίζομαι ἂν θὰ μπορέσουμε καμιὰ φορὰ
Καὶ συλλογίζομαι ἂν θὰ μπορέσουμε κι ἐμεῖς
Νὰ βροῦμε τὸν δικό μας δρόμο
Μέσ' ἀπὸ τὸν σκοτεινὸ λαβύρινθο τῆς αἰχμαλωσίας μας
Χτισμένο μὲ τόση μαστοριὰ καὶ ἀκανθώδη τέλια
Συλλογίζομαι ἂν θὰ μπορέσουμε καμιὰ φορὰ
Νὰ σηκωθοῦμε πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸ χῶμα
Καὶ νὰ χαιρετίσουμε τὴν ἀνατολὴ τῆς ἄνοιξης.
Καὶ νὰ χαιρετίσουμε τὴν ἀνατολὴ τῆς ἄνοιξης.

