30 Σεπ 2011
19 Ιουλ 2011
Η ΚΑΡΔΕΡΙΝΑ ΓΥΡΙΣΕ, διήγημα
Το κείμενο που ακολουθεί, άλλη μια αληθινή ιστορία, το αφιερώνω στη μνήμη του πατέρα μου που πέθανε στις 20 Ιουλίου πριν τέσσερα χρόνια (20 Ιουλίου 2007). Γράφτηκε λίγες μέρες μετά τον θάνατό του. Γνώριζα για τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστη από τους τούρκους το ΄74, απέφευγα όμως, να του ζητήσω να ξαναζήσει τα γεγονότα μέσα από μια διήγηση. Αυτό έγινε ύστερα από δεκαετίες λίγα χρόνια πριν πεθάνει. Πρόλαβε και διάβασε το διήγημά μου «Κομπολόϊ από κουκούτσια ελιάς», τη δική του ιστορία δηλαδή, στο βιβλίο μου Η κόρη του δραγουμάνου και ήταν περήφανος που το βιβλίο βραβεύτηκε από την πολιτεία. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι μέσα σ΄εκείνη την εξαιρετικά πιεστική κατάσταση που επικρατούσε μέσα στην κριθαραποθήκη που τον κρατούσαν αιχμάλωτο μαζί με πολλούς άλλους, μέσα από τον πόνο που ένιωθε από τα φρικτά βασανιστήρια, βρήκε καταφύγιο στην ποίηση. Έφτιαχνε στίχους για να δώσει κουράγιο στον εαυτό του και στους άλλους. Για να μπορέσει να επιζήσει. Και επέζησε. Δεν μπόρεσε όμως, ν΄αντέξει τον θάνατο της πολυαγαπημένης του συζύγου, της πολυαγαπημένης μας μητέρας, που έζησε κι αυτή το δικό της δράμα τις 37 μέρες της αιχμαλωσίας του.
Η Καρδερίνα γύρισε
Εξαφανίστηκες. Άκουγα όμως, το κλάμα σου. Τριγυρνούσες άσκοπα εδώ κι εκεί και δεν μπορούσες να ησυχάσεις. Δεν μπορούσες να το πιστέψεις. Ξέρω, λυπήθηκες πολύ. Όλοι λυπηθήκαμε. Όλοι μας όμως, σ’ αυτή τη ζωή έχουμε ένα τέλος που κάποτε έρχεται. Κάποτε θά ΄ρθει και το δικό μου τέλος, κάποτε θα ΄ρθει και το δικό σου. Έτσι είναι.
Αυτό που αρχίζει σε κάποια στιγμή
Κάποια στιγμή θα τελειώσει.
Δεν έχει σημασία το «πόσο» θα ζήσουμε. Σημασία έχει το «πώς» θα ζήσουμε. Κι ο Μάστρε Μιχάλης έζησε τη ζωή του ατενίζοντας τον ήλιο με μάτι αετίσιο. Δεν φοβήθηκε τίποτα. Κι όταν οι Άγγλοι τον χτυπούσαν για να εξαναγκασθεί να υποστείλει την ελληνική σημαία από το σπίτι μας, αυτός τους απαντούσε στη γλώσσα τους ότι δεν θα το έκανε ποτέ όσο και να τον χτυπούσαν. Κι όταν, ύστερα από χρόνια, οι Τούρκοι τον βασάνιζαν με τρόπο εξοντωτικό για να πάρουν πληροφορίες, αυτός μέσα του έφτιαχνε στίχους για να μπορεί να στέκεται όρθιος. Κι όταν τέλος, αυτός ο ίδιος ο Χάρος θέλησε να του πάρει τη ψυχή, δεν την παρέδωσε. Πάλεψε. Έξι ολόκληρους μήνες.
Είχε καταλάβει πολύ νωρίς, όταν δυο χρονών παιδάκι έχασε τον δικό του πατέρα, πως η ζωή του δεν θα ήταν εύκολη. Και δεν ήταν εύκολη. Δεν ήταν εύκολη γιατί προτίμησε να ακολουθήσει τον δρόμο της αρετής.
Δωδεκάχρονος ακόμα, ένιωσε να βαραίνουν οι ώμοι του, μα αμέσως κατάλαβε πως υπήρχε και μια άλλου είδους περιουσία που μπορούσε να αποκτήσει και που κανένας δεν θα μπορούσε να του την πάρει. Η πνευματική. Κανένας μας δεν τον θυμάται χωρίς ένα βιβλίο στο χέρι.
Εσένα σε βρήκε κάτω από το πιο ψηλό δέντρο της αυλής, τη μαυρομάτα, χωρίς να έχεις ούτε ένα πούπουλο στο σωματάκι σου. Ούτε ένα τόσο δα φτερό. Ήταν ένα πρωινό και κρύωνες πολύ. Δεν θυμάσαι τίποτε. Μια σταλιά ήσουνα. Τι να καταλάβεις. Με φώναξε να ξυπνήσω, κι όταν πλησίασα σ΄ έβαλε στα παιδικά μου χέρια.
-Κράτησέ το ζεστό, μου είπε, μέχρι να ετοιμάσω μια φωλιά κι ένα κλουβί.
Η καρδούλα σου χτυπούσε δυνατά κι ακουγόταν η διαπεραστική μονότονη φωνούλα σου. Σε κρατούσα ζεστό με την ανάσα μου. Τι αίσθηση. Μια σταλιά ζωής. Έτρεμα κι εγώ μη σταματήσει αυτή η καρδούλα. Μα όσο μικροσκοπικό κι αν ήσουνα, είχες και συ το ζεστό παλμό σου. Ένιωθα στη χούφτα μου αυτό τον παλμό που μεταδιδόταν σε όλο μου το σώμα και ταυτίστηκα στον δικό σου ρυθμό.
Όταν τελείωσε η φωληά με το απαλό βαμβάκι και τα πούπουλα σε βάλαμε στο κλουβί και ησύχασες. Άρχιζε όμως, για μένα μια άλλη λαχτάρα. Από μακριά σε παρακολουθούσα στο πιο ψηλό κλωνάρι που σε είχα βάλει, με πολλή αγωνία αν θά ΄ρθει η μανούλα σου. Οι ώρες περνούσαν δύσκολα. Στο τέλος ήρθε. Τρελλάθηκε απ΄ τη χαρά της όταν σε είδε και ήσουν ζωντανό. Φτεροκόπησε γύρω από το κλουβί και κελάηδησε το πιο όμορφο τραγούδι της. Ύστερα σε τάισε και σε πότισε. Αυτό πια γινόταν κάθε μέρα. Και συ μεγάλωνες. Ύστερα απέκτησες φτερά και μετά άρχισες να φτεροκοπάς και συ στο κλουβί. Πόσες ώρες περνούσαμε μαζί εκεί ψηλά. Εσύ στο κλουβί σου κι εγώ στην πλατφόρμα μου. Εσύ το τραγούδι σου κι εγώ τα κλασσικά εικονογραφημένα. Πόσες μέρες. Πόσα χρόνια. Ούτε κι εγώ θυμάμαι τώρα.
Σε κάποια στιγμή όμως, όλα αυτά γύρισαν. Ο Μάστρε Μιχάλης είχε άλλες απόψεις. Ένα πρωινό η ίδια σκηνή όπως αυτή που σε πρωτοβρήκε επαναλήφθηκε. Αντίστροφα όμως. Κατέβασα το κλουβί από το δέντρο και ακολούθησα τις οδηγίες:
Τώρα, βάλε το χέρι προσεχτικά μέσα στο κλουβί και πιάσε το πουλί. Πρόσεξε μη σου ξεφύγει. Μη το σφίξεις πολύ. Θα σου πω τι θα κάνεις.
Σ΄ έπιασα στο χέρι μου προσπαθώντας να μη σε σφίγγω πολύ κι ένιωσα πάλι τον ίδιο παλμό. Κτυπούσε δυνατά η καρδούλα σου και συ γυρνούσες το κεφάλι και μας κοιτούσες με απορία.
Εκείνη τη στιγμή, περνούσε μια ομάδα Άγγλων στρατιωτών, όχι πολύ μακριά μας.
Τους βλέπεις αυτούς; είπε ο πατέρας. Τι θέλουν εδώ. Με ποιο δικαίωμα βρίσκονται εδώ στο σπίτι μας. Με ποιο δικαίωμα βρίσκονται στην πατρίδα μας. Γιατί δεν μας αφήνουν να κάνουμε αυτό που θέλουμε εμείς. Γιατί δεν μας αφήνουν ελεύθερους.
Μετά που είπε αυτά, μου φάνηκε πως ο ήχος από τις μπότες τους ακουγόταν πιο δυνατά στην άσφαλτο καθώς προχωρούσαν χωρίς να μας δίνουν σημασία.
Κι αυτό εδώ το πουλάκι, γιατί το κρατάμε στο κλουβί; συνέχισε. Γιατί το κρατάμε; Έχει δικαίωμα να είναι ελεύθερο. Να απλώσει τα φτερά του και να πετάξει όπου θέλει. Αυτοί οι θάμνοι είναι δικοί του. Και τα δέντρα όλα είναι δικά του. Και ο ουρανός είναι δικός του. Άφησέ το λοιπόν, να πετάξει. Άφησέ το.
Στην αρχή πήγα να κλάψω. Δεν ήθελα να σε χάσω. Μηχανικά σε τράβηξα προς το στήθος μου, θέλοντας να σε προστατεύσω και κοίταξα τον πατέρα. Δεν ήθελα με τίποτα να σε χάσω.
Ένιωσα το χέρι του στον ώμο μου. Άφησέ το ελεύθερο, επανέλαβε, και τα μάτια του έλαμψαν. Να πετάξει.
Κι εγώ το έκανα. Άνοιξα το χέρι και συ δεν άφησες ούτε στιγμή να χαθεί. Στην αρχή μουδιασμένο όπως ήσουνα, κάθισες σ΄ ένα θάμνο εκεί δίπλα. Και τις επόμενες στιγμές πέταξες μακριά. Η λύπη μου έγινε ξαφνικά χαρά καθώς σε παρακολουθούσα που πετούσες πιο ψηλά κι από τα κυπαρίσσια της αυλής. Ήσουν ελεύθερο.
Δεν χάθηκες όμως. Γύρισες. Την άλλη μέρα εκεί. Ψηλά στη μαυρομάτα. Εγώ στην πλατφόρμα μου με τα εικονογραφημένα κλασσικά μου κι εσύ να τραγουδάς σ΄ ένα κλαδί δίπλα.
Δεν χάθηκες. Με ακολουθείς όπου και να πάω. Χαίρεσαι με τις χαρές μου και λυπάσαι με τις λύπες μου.
Κι εγώ ξέρω ότι δεν θα φύγεις ποτέ. Ποτέ.
Οι στίχοι είναι του Θεοδόση Νικολάου, από την ποιητική του συλλογή Το Σπίτι, σελ. 27, Νεφέλη, 2002
15 Ιουλ 2011
ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΟ, Διήγημα
Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ
το σ τ α υ ρ ό λ ε ξ ο
Tώρα τελευταία ένιωθε πολύ κουρασμένος. Αναζητούσε μια δικαιολογία για τις πράξεις του και δεν την έβρισκε. Υπέθεσε πως η αλλαγή του καιρού θα έπαιζε κάποιο ρόλο, μια και οι δουλειές είχαν πέσει με τον ερχομό του φθινοπώρου, μα ήξερε πολύ καλά πως δεν ήταν αυτό. Είχε και μια κακή συνήθεια να γυρίζει στο παρελθόν, να προβληματίζεται πάνω σε πράγματα που του φαίνονταν ξεχασμένα από τους άλλους, κι αυτό τον έκανε να εκνευρίζεται όλο και πιο πολύ.
Άφησε το γραφείο του και προχώρησε με αργά βήματα επάνω στο χοντρό χαλί που ήταν στρωμένο στη μεγάλη αίθουσα. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι του τοίχου και μετά το δικό του. Ήταν περασμένες δέκα και δεν ήταν κανένας πελάτης μέσα. Ε, λοιπόν, αυτή την κατάσταση δεν μπορούσε να την ανεχθεί! Λες κι όλοι ήταν συνεννοημένοι να έρχονται την τελευταία στιγμή!
11 Ιουλ 2011
29 Ιουν 2011
Ο ΓΑΜΟΣ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ, διήγημα
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΦΙΛΟΥΣ
Ο πιο κάτω σύνδεσμος παραπέμπει στο σπουδαίο ιστολόγιο για το μικρό διήγημα "ΜΠΟΝΖΑΪ" του πολύ καλού λογοτεχνικού περιοδικού ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ. Αυτοί που διατηρούν την αγάπη τους για τους τόνους, όπως εγώ, απολαμβάνουν αυτές τις αναρτήσεις. Το διήγημά μου ανήκει στη συλλογή Η κόρη του δραγουμάνου, Μεταίχμιο 2003.
23 Ιουν 2011
ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ, ποίημα
ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
α’
Ο αιωνόβιος θάμνος πάνω στην άμμο
Ρίχνει τη σκιά του στο κρινάκι του γιαλού
Και η δροσερή αύρα της θαλάσσου
Δίνει ζωή στα πυρωμένα του φτερά.
β’
Ο ταχυφτερουργός τρυπομάζης
Χάνεται μέσα στα σκίνα παίζοντας
Και ξαναβγαίνει με μιαν ηλιαχτίδα
Που την τυλίγει στην ουρά του.
γ’
Ο τεμπέλης γκρίζος τζίτζικας σταματάει
Το μονότονο τραγούδι και με τον σπουργίτη
Αρχίζει το επικίνδυνο παιχνίδι
Επάνω στ’ ασημένια κλωνάρια της ελιάς.
δ’
Ένας βράχος με το κύμα του
Μια χαρουπιά και μια λευκή λωρίδα άμμου
Τότε, να δεις κρινάκια του γιαλού,
Σγαρτίλια κι ολόλευκο αστραφτερό αλάτι.
20 Ιουν 2011
ΜΙΚΡΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ, ποίημα
ΜΙΚΡΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ
Αυτό εδώ, το κτήριο με τους κίονες
και τις πέντε του καμάρες
Που βλέπει στη θάλασσα του νότου
Είναι το σπίτι που γεννήθηκα
Είναι το σπίτι που γεννήθηκε ο πατέρας κι ο παππούς.
Αυτό εδώ το δέντρο το ψηλό είναι μια μαυρομάτα
Κι αν προσεχτικά κοιτάξετε μέσα στις φυλλωσιές του
Θα δείτε μια μικρή ακατοίκητη φωλιά
Που έφτιαξαν με τέχνη δυο σγαρτίλια.
Απ’ εδώ ξεκινήστε με τρακτέρ
Ή με αγροτικό αυτοκίνητο
Ή με τον νου
Ή ακόμα με το Google Earth
Και στο σημείο Ύψιλον σαν φτάσετε
-έτσι το λέγαμε γιατί έμοιαζε με το γράμμα-
Θα δείτε πως ένα μικρό δρομάκι ξεχωρίζει
Παράνομα εισέρχεται στον διπλανό αγρό
Και μιας μεγάλης χαρουπιάς χάνεται μες τον ίσκιο.
Απ’ εκεί τρέχαμε γρήγορα στη θάλασσα
Αφού τρυπώναμε για λίγο πρώτα
Σε μιας αιωνόβιας σκινιάς τη δροσερή σκιά
Γιατί τα πόδια έκαιγε η πυρωμένη άμμος.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
σημείο ύψιλον: τον τόπο αυτό, κοντά στην εκκλησούλα της Αγίας Άννας, στην Καρπασία, μπορεί κάποιος να τον επισκεφθεί με το Google Earth στις συντεταγμένες : 35° 26΄ 32.92΄΄Β , 34° 10΄ 32.87΄΄ Ε.
μαυρομάτα: η λουλλουθκιά, η μελία, ψευδομελέα η αζεδαράχη. Το κοντάρι του Αχιλλέα ήταν από ξύλο μελίας.
6 Ιουν 2011
ΕΛΕΝΗ
Ἑλένη
α΄
Τὴ
δωδεκάχρονη Ἑλένη τῶν παλαιῶν περιοδικῶν
Ἀνάμεσα
στὶς παπαροῦνες τῆς αὐλῆς της μελετῶ.
Στὸ
παιδικὸ κεφάλι της το πράσινο μαντίλι της φορεῖ
Πλεκτὴ
δαντέλα ὁλόγυρα μ΄ ὁλόχρυση κλωστὴ
Μὲ
τέχνη σὰν στεφάνι ἀπὸ λουλούδια
Στὶς
πλεξίδες τῶν μαλλιῶν της τὸ τυλίγει.
Σίγουρα
θὰ ἦταν Κυριακὴ μετὰ τὴ λειτουργία
Τὴν
ὥρα ποὺ ὅλοι ἀναζητοῦν ξεκούραση στὸν λόγο
Καὶ
στὶς μεγάλες συντροφιὲς οἱ νέοι ἔχουν προτίμηση
Ἀνύποπτοι
χορεύουνε, πειράζονται καὶ τραγουδοῦν
Ἀπὸ τὸ
Ριζοκάρπασον νὰ πάω στὴ Γιαλοῦσα
Δὲν εἴδασιν τὰ
μάθκια μου τέτοια μαυροματοῦσα.
Κι
ἐσύ, καλὲ ταξιδευτή, μισὴ ἀνατολίτισσα τὴν εἶπες
Γιατὶ
ἔχει θέλγητρα πολλὰ ποὺ μ΄ ἐπιμέλεια κρύβει.
Μὰ
ὅσο κι ἂν πασχίζει μὲ φροντίδα νὰ κρυφτεῖ
Τὸ
βλέπουν τὸ μαντίλι της ἀπ΄τὰ βουνὰ τοῦ Ταύρου.
β΄
Τὸ
σκληρὸ βότσαλο μὲ τοῦ χεριοῦ χτύπημα ἐπιδέξιο
Στὸ σῶμα
ἀφήνοντας τὸν κραδασμό του σπάει
Τοῦ
Τεύκρου, τῶν γενναίων του συντρόφων
Τοῦ
Δημητρίου καὶ τοῦ νικηφόρου του στρατοῦ
Καλύπτοντας
τὰ χνάρια, ὁ δρόμος τοῦ Ἁγίου νὰ στρωθεῖ.
Λευκὸ
κι ἀραχνοΰφαντο μαντίλι στὸ κεφάλι της φορεῖ
Μὲ
σχέδια περίτεχνα στὶς τέσσερις γωνιές του τυπωμένα.
Καὶ σᾶς
εὐχαριστῶ Maynard Owen Williams πολὺ
Γιατὶ
στὴ φωτογράφιση φροντίσατε νὰ μὴ φανοῦν
Τὰ
ροζιασμένα χέρια της ποὺ σίγουρα δὲν θὰ ταιριάζαν
Μὲ τὴν
εὐγένεια τοῦ προσώπου της, μὲ τὴ λεπτότητά του.
γ’
Τῆς ἱστορίας
ἀνυπόμονος ταξιδευτὴς
Μέσ΄ ἀπὸ
τὶς φωτογραφίες τὴν Ἑλένη μελετῶ.
Στὸ
κεφάλι της φορεῖ ἕνα μαντίλι βυσσινὶ
Στὶς ἄκρες
κεντημένο μὲ λευκὴ ἁπλῆ κλωστή.
Μὲ
τέχνη καμωμένα τὰ κουλούρια στὸ σανίδι
Καὶ τ΄
ἀχνιστὸ ψωμὶ μοσχοβολᾶ γιὰ τὰ παιδιὰ
Τὸν ἄνδρα
της καὶ τὴ γριὰ γειτόνισσα.
Κι ἐνῶ
ἕνα χαμόγελο χαράζεται στὰ χείλη
Καὶ
χαίρεται γνωρίζοντας πὼς ἡ μικρή της κόρη
Δίνει
συνέχεια στὴ ζωὴ σ΄αὐτὸ ἐδῶ τὸ σπίτι
Πολὺ
μακριὰ ἀκούγονται τὰ βήματα βαριὰ
΄Νοῦ
καβαλλάρη βάρβαρου καὶ μοχθηροῦ καὶ μαύρου.
δ’
Ἁντὰν ἀρκέψαν οἱ κρυφοὶ ἀνέμοι
τζαὶ φυσοῦσαν
Τζαὶ ΄ποὺ τὲς τέσσερις μερκὲς τὰ
νέφη ἐκουβαλοῦσαν
Ὥστι νὰ κάμουν τὸν τζαιρὸν ν΄ἀρκεύκει
νὰ στοιβάζει
Στένεψε
ὁ τόπος πιὸ πολὺ κι ὁ οὐρανὸς στενάζει.
Τὰ
πέλαγα λυσσομανοῦν, τὰ κύματα βουίζουν
Τὶς
λιγοστὲς ψαρόβαρκες στὰ βράχια τὶς τσακίζουν.
Σίδερο
βαρὺ κι ἀτσάλι ἕρπει στοῦ Ἁγίου τὸν δρόμο πιὰ
Μὰ ὅταν
ὁ Κάρβας καὶ οἱ ἄλλοι ἀνέμοι ποὺ φυσοῦν
Ἀνθρώπους
παρασύροντας καταλαγιάζουν
Κι ὁ
γκρεμισμένος οὐρανὸς καὶ ἡ καμένη γῆ
Ἀπ΄ τὴ
φωτιὰ καὶ τὸν καπνὸ ξεκαθαρίζουν
Τὴ μορφή
της διακρίνω τὴ σεβάσμια καὶ θλιμμένη
Φορώντας
στὸ κεφάλι της τὸ μαῦρο της μαντίλι
Στὶς ἄκρες
κεντημένο μὲ κατάμαυρη κλωστὴ
Ἀμίλητη
καὶ σοβαρὴ νὰ περιμένει.
Τὴν Οὐρανία
Ἑλένη.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Το περιοδικό The National Geographic Magazine, [Unspoiled Cyprus Vol. LIV, No. 1, July 1928], είχε αφιερώσει στην Κύπρο 56 σελίδες, με κείμενο και φωτογραφίες του Maynard Owen Williams. Αρκετές φωτογραφίες ήταν από την Καρπασία, ωραιότατες αλλά και συγκλονιστικές, π.χ. γυναίκες που κουβαλούν πέτρες δεμένες στην πλάτη τους. Στο δρόμο λοιπόν, για τον Απόστολο Ανδρέα, το ανατολικό άκρο της Κύπρου, η αποστολή συνάντησε μια πανέμορφη δωδεκάχρονη που τους εντυπωσιάζει με την ομορφιά της και ο Owen Williams τη φωτογραφίζει με την παραδοσιακή τοπική ενδυμασία. Την επόμενη μέρα τη φωτογραφίζει ξανά μαζί με τη μητέρα της ενώ σπάνε πέτρες για τις ανάγκες του υπό κατασκευήν δρόμου προς το μοναστήρι.
Εικοσιτέσσερα χρόνια αργότερα, το ίδιο περιοδικό, [The National Geographic Magazine, Vol. CI, No. 5, May 1952, Cyprus, Idyllic Island in a Troubled Sea, by Jean and Franc Shor], πραγματοποίησε πάλι περιοδεία στην Κύπρο, με τον Franc Shor -αργότερα ψηλά στην ιεραρχία του περιοδικού- και τη σύζυγό του Jean Bowie Shor, φίλους του ζωγράφου της Κύπρου Γ. Πολ. Γεωργίου, οι οποίοι έκαναν την ίδια διαδρομή προς την Καρπασία, ανεζήτησαν και συνάντησαν την Ελένη, παντρεμένη πια, με πολλά παιδιά, αφού είχε απορρίψει πρόταση γάμου από την Αμερική, μένοντας στον τόπο της. Στο τεύχος αυτό δημοσιεύτηκε ξανά η παλιά αλλά και νέες φωτογραφίες της Ελένης.
Η τούρκικη εισβολή εκτόπισε την Ελένη από τον γενέθλιο και αγαπημένο της τόπο κι έτσι ξεριζωμένη και πικραμένη, τράβηξε κι αυτή το δρόμο της ξενητειάς.
Κάρβας: ο άνεμος που φυσά από τη μεριά της Καρπασίας.
ΕΔΩ
▼
2 Ιουν 2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












