του Λάζαρου Λαζάρου
ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ:
«Όταν σωπάσαν τα πουλιά»
[Αλήθεια, πολιτισμός, επιφυλλίδες, 3 Φεβρουαρίου 2026, σελ. 15]
Ο Στρίντμπεργκ λέει πως «στη σιωπή δεν μπορείς να κρύψεις τίποτα… όπως μπορείς στα λόγια» κι ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ (Ν.Ν.Χ.) με το βιβλίο του «Όταν σωπάσαν τα πουλιά» (Κάρβας, 2024) αποδεικνύει πως το γνωρίζει καλά, κάνοντας στροφή, από την σπουδαία ποίηση και τα άρτια διηγήματά του, που μας έχει χαρίσει το παρελθόν, στην πιο εκτενή φόρμα του μυθιστορήματος, και μάλιστα στην πιο δύσκολη μορφή του, αυτή του ιστορικού μυθιστορήματος. Το αποτέλεσμα τον δικαιώνει, τόσο εκδοτικά, άλλωστε οι εκδόσεις των βιβλίων του πάντα ξεχωρίζουν για την καλαισθησία τους, αλλά και ως προς το περιεχόμενό του, καθώς δεν είναι υπερβολή να πούμε πως, το ανά χείρας βιβλίο, συγκαταλέγεται στα πιο καλογραμμένα μυθιστορήματα των τελευταίων δεκαετιών.
Κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, το οποίο χωρίζεται σε 5 μέρη, είναι ο μακρινός προπαππούς του συγγραφέα, ο φλογερός ιερέας Παπαγιάννης Παπαθεοδούλου. Πρόκειται για άνθρωπο δραστήριο, ευθύ και τολμηρό, που δεν διστάζει να τα βάλει με την Εκκλησία ή με ισχυρά πρόσωπα της εποχής, προκειμένου να υπερασπιστεί την ελεύθερη γνώμη του. Ο Ν.Ν.Χ., όμως, δεν είχε πρόθεση να γράψει μια ηθογραφία, γι’ αυτό και γύρω από τον Παπαγιάννη αποτυπώνονται, με τρόπο λογοτεχνικό, πέραν από τα προσωπικά πάθη, το κλίμα της εποχής, οι συγκρούσεις, οι μεγάλες χαρές, οι ανυπέρβλητες τραγωδίες, αλλά και οι αναγκαίες συσχετίσεις με τη σύγχρονη εποχή, ώστε να προβληματιστεί βαθιά ο προσεκτικός αναγνώστης.
Γνωρίζουμε καλά πως όσο το συλλογικό παρελθόν ξεμακραίνει από το παρόν, τόσο ξεθωριάζει και παραμονεύει ο κίνδυνος ένα ιστορικό μυθιστόρημα να περιοριστεί σε απλά ονόματα, τοποθεσίες και στεγνά γεγονότα. Ο Ν.Ν.Χ όμως εργάστηκε σκληρά, πραγματοποιώντας εκτενή έρευνα για την εποχή που πραγματεύεται το βιβλίο του: από την έναρξη της αγγλοκρατίας το 1878 («Τώρα που ήρταν οι Εγγλέζοι, θ’ αλλάξουν τα πράγματα») μέχρι το πρώτο ενωτικό δημοψήφισμα του 1921. Δεν είναι λίγες οι αναφορές σε εφημερίδες της εποχής όπως την «Εφημερίδα της Σκάλας», «Σάλπιγγα της Λεμεσού», «Αλήθεια», Φωνή της Κύπρου». Βέβαια, μόνο η ύπαρξη ιστορικών προσωπικοτήτων και το ορθό χωροχρονικό πλαίσιο δεν επαρκούν για να κάνουμε λόγο για λογοτεχνικό έργο. Κι αυτό το γνωρίζει ο Ν.Ν.Χ., γι’ αυτό και φρόντισε να προσθέσει την απαραίτητη μυθοπλασία, που σύμφωνα με τον ίδιο, υπερκαλύπτεται από την προφορική παράδοση της οικογένειάς του.
Ο Ν.Ν.Χ., με το παρόν βιβλίο του, φτάνει σε ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό αποτέλεσμα, γιατί καταφέρνει να αναβιώσει το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, με υποδειγματική παραστατικότητα (Αγγλοκρατία, Νομοθετικό Συμβούλιο, Δίκη Γιαγκ, Αρχιεπισκοπικό ζήτημα), αλλά και το γεωγραφικό περιβάλλον της Καρπασίας, με επίκεντρο το χωριό Βασιλικά, το γειτονικό Λεονάρισσο με τον αστυνομικό σταθμό, το Τρίκωμο με τον Δραγομάνο και μακρύτερα την Αγία Ζώνη και το Βαρώσι. Ταυτόχρονα, όμως, ζωντανεύει, λογοτεχνικά, και με τρόπο αβίαστο, τη ζωή των κατοίκων, με τον ιδιαίτερο τοπικό λαογραφικό τους χαρακτήρα, την αγροτική ζωή με τις επίμοχθες εργασίες όπως το μάζεμα των χαρουπιών, της ελιάς, της σταφίδας, τα ζίβανα και τη ρατζή, αλλά και την κυπριακή ύπαιθρο. Επίσης, σκιαγραφεί την ανελέητη μάχη για εξουσία, τις οικονομικές ζυμώσεις (ίδρυση μετοχικής Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας) και τις κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης. Μέσα από τη γραφίδα του, ο Ν.Ν.Χ. δίνει ξανά πνοή στις «φραγκολίνες», τις «πετρόβουρνες», τους «νερόλακκους», τους «ηλιακούς», τη «λινάτσα», τις «τόνενες καρέκλες», την «πουργουρόσουπα», το «στερκό κρασί», την «κολόκα», τους «μισταρκούς», τις «κανναβίτσες», τη «μαμμή» και το «αλακάτι».
Αν και ο χρόνος στο μυθιστόρημα είναι γραμμικός, εντούτοις ο Ν.Ν.Χ. επιστρατεύει την τεχνική του εγκυβωτισμού, ώστε να φωτίσει καλύτερα κάποια σημαντικά γεγονότα, και τους γρήγορους διαλόγους, για να προστατεύσει την αφήγησή του και να μην κουράσει. Ακόμα και στην παρουσίαση της δίκης του Γιαγκ, με τους πολλούς μάρτυρες και τα επαναλαμβανόμενα επιχειρήματα, ο συγγραφέας αρκείται στα εντελώς απαραίτητα γεγονότα και δεν ξεχνά να κρατά αμείωτο το λογοτεχνικό ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Αυτό που εντυπωσιάζει μεμιάς στο έργο είναι η δεινότητα του Ν.Ν.Χ. να στήσει, ως σκηνογράφος, (άλλωστε είναι εξαιρετικός ζωγράφος) το εντυπωσιακό σκηνικό του. Έχοντας στο φόντο του καμβά την πανέμορφη Κύπρο του 19ου αιώνα, ο συγγραφέας αποτυπώνει την καθημερινότητα των Καρπασιτών, των Αμμοχωστιανών, αλλά και όλων των Κυπρίων, με τις σκληρές μέρες της βιοπάλης, της φτώχειας, των αδικιών, των προσωπικών παθών, των σκληρών δοκιμασιών της μοίρας, των ασθενειών (ευλογιά, φυματίωση, τυφοειδής πυρετός), των φυσικών καταστροφών και των εθνικών πόθων. Μα δεν εξαντλείται στην απλή αναπαραγωγή του παρελθόντος.
Στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τον νοτιοαφρικανό συγγραφέα Zakes Mda, ο οποίος λέει πως «γράφει ιστορική μυθιστοριογραφία για να αντιμετωπίσει το παρόν» κι ότι «τα ιστορικά μυθιστορήματα ίσως βοηθάνε και εμάς του ίδιους να κατανοήσουμε καλύτερα την ίδια την ιστορία μας». Αυτό ακριβώς κάνει και ο Ν.Ν.Χ., ο οποίος μέσα από τη στηλίτευση των κομμάτων που πρωτοεμφανίστηκαν εκείνη την εποχή, μέσα από την επικράτηση των προσωπικών φιλοδοξιών και των αυθαιρεσιών της εξουσίας, παρέχει στον αναγνώστη του την ευκαιρία να κάνει τους ανάλογους συσχετισμούς με το σύγχρονο συγκείμενο. Με αυτό το σκεπτικό έχω την εντύπωση πως το παρόν μυθιστόρημα ξεπερνά την ιστορία και γίνεται μεθιστορικό.
Άξια λόγου είναι και η ευαισθησία που επιδεικνύει ο συγγραφέας ως προς το λεξιλόγιό του. Σταχυολόγησα μερικές μόνο λέξεις όπως «αντερί», «σερπετό», «καματερό», «συνείσακτη», «λουκάντα», αλλά και τη διάνθιση του κειμένου με λέξεις της διαλέκτου που ξυπνούν άλλες εποχές όπως «κουκκουμάρα», «μουγκάνισε», «νεκαλητό», «ταπατζιά», «λάλαρο», «ζάφτι», «ζαφτιές», «λαδαρκό».
Μπορεί τα πουλιά να σωπαίνουν 3 φορές στο μυθιστόρημα (θάνατος Ρουμπίνης, Μαργαρίτας και Παπαγιάννη-Νικόλα), μπορεί κατά τον Ρίτσο «εδώ σωπαίνουν τα πουλιά,/σωπαίνουν κι οι καμπάνες,/σωπαίνει κι ο πικρός Ρωμιός/μαζί με τους νεκρούς του» («Ο ταμένος»), όμως αυτά τα πουλιά νιώθω πως είναι η συλλογική μας μνήμη, είναι οι θύμησες που κάποτε σωπάνε μπροστά στα ανείπωτα κακά της μοίρας μας, μα αλίμονο αν χάσουμε τα πουλιά, αλίμονο, για να θυμηθώ ένα ανατριχιαστικό διήγημα του Ν.Ν.Χ., εάν ο παπαγάλος Κόκο πάψει να φωνάζει πως «Την πόλη έκτισε ο Τεύκρος, ο γιος του Τελαμώνα, ο Τεύκροοοοος…».
