3 Φεβ 2026

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΚΛΑΙΝΕ


ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΪ

Για πολλοστή φορά, το εξαιρετικό ιστολόγιο "Ιστορίες Μπονζάι", η αισθητική του μικρού, του ποιητή Γιάννη Πατίλη [Γιάννης Πατίλης] και της λογοτέχνιδας εικαστικού Ηρούς Νικοπούλου [Ηρώ Νικοπούλου] φιλοξενεί ένα διήγημά μου από τα παλιά. Οφείλω άπειρες ευχαριστίες για την τιμή. Ο πιο κάτω σύνδεσμος οδηγεί σε όλα τα δημοσιευμένα μέχρι σήμερα διηγήματα.:


Τὰ που­λιὰ κλαῖ­νε

BΡΙΣΚΟΜΟΥΝ σὲ ἀπό­γνω­ση, για­τὶ πα­ρὰ τὶς προ­σπά­θειές μου δὲν κα­τά­φερ­να νὰ βρῶ δου­λειά. Κόν­τευε ἕνας ὁλό­κλη­ρος χρό­νος ἀπὸ τὴν ἡμέ­ρα ποὺ εἶ­χα γυ­ρί­σει ἀπὸ τὶς σπου­δές μου καὶ βρι­σκό­μουν σὲ μαύ­ρη ἀπελ­πι­σία. Ὅπου καὶ νὰ πή­γαι­να, μὲ ἔβρι­σκαν εἴ­τε ἀκα­τάλ­λη­λο εἴ­τε ἀνει­δί­κευ­το. Τὸ ὄνο­μά μου, βέ­βαια, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν στὶς λί­στες γιὰ διο­ρι­σμὸ στὸ δη­μό­σιο ἀλ­λά, σύμ­φω­να μὲ τοὺς ὑπο­λο­γι­σμούς μου, μέ­χρι νὰ διο­ρι­στῶ θὰ περ­νοῦ­σαν σα­ράν­τα δύο χρό­νια. Ζῆ­σε Μάη μου νὰ φᾶς τρι­φύλ­λι, δη­λα­δή. Τὴν ἔβγα­ζα στὸ κα­τά­στη­μα ἑνὸς ξα­δέλ­φου μου βο­η­θῶν­τας τὸν λί­γο καὶ πα­ρα­τη­ρῶν­τας τὴν κί­νη­ση στὴ λε­ω­φό­ρο. Ἔτσι περ­νοῦ­σαν οἱ μέ­ρες μου.

Μί­αν ὡραί­αν πρω­ΐ­αν, κα­θὼς ἤμου­να στὴν εἴ­σο­δο τοῦ κα­τα­στή­μα­τος, στα­μά­τη­σε μπρο­στά μου, στὸ φαρ­δὺ πε­ζο­δρό­μιο, ἕνα ἐμ­πο­ρι­κὸ βὰν ἀπὸ τὸ ὁποῖο κα­τέ­βη­κε κά­ποιος καὶ μπῆ­κε μέ­σα στὸ κα­τά­στη­μα. Πα­ρα­τη­ροῦ­σα τὸ πα­ρά­ξε­νο σῆ­μα ποὺ ἦταν στὸ πλάϊ καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κα­τα­νο­ή­σω τί εἴ­δους ἐπι­χεί­ρη­ση ἦταν τὸ «Πρό­τυ­πον Πτη­νο­σφα­γεῖ­ον». Ἐνῶ ἔκα­να διά­φο­ρες ὑπο­θέ­σεις, ὁ ὁδη­γὸς εἶ­χε γυ­ρί­σει καὶ ἄκου­σα τὸν ἐξά­δελ­φό μου νὰ στέλ­νει χαι­ρε­τι­σμοὺς στὸν κύ­ριο Φώ­τη. Ὑπο­λό­γι­σα ὅτι ὁ κύ­ριος Φώ­της ἦταν ὁ κύ­ριος «Φ», τῆς ἑται­ρεί­ας «Φ. Δ. Φω­τί­ου καὶ Υἱ­ός», ποὺ ἔβλε­πα στὸ αὐ­το­κί­νη­το. Τὸν ρώ­τη­σα γιὰ ἐπι­βε­βαί­ω­ση καὶ ἡ ἀπάν­τη­ση ἦρ­θε κα­τα­πέλ­της: «ξά­δελ­φε, ἔχα­σες τὴ μνή­μη σου; Δὲν θυ­μᾶ­σαι τον Φώ­τα­ρο; Τώ­ρα εἶ­ναι με­γά­λος καὶ τρα­νός. Νὰ στὸ ξα­να­πῶ; Με­γά­λος καὶ τρα­νός» καὶ τό­νι­σε μιὰ-μιὰ τὶς λέ­ξεις. Φυ­σι­κὰ δὲν χρειά­στη­κε ἄλ­λη ἐπε­ξή­γη­ση. Ἕνας Φώ­τα­ρος ὑπῆρ­χε στὸν κό­σμο.

Εἶ­χα ἤδη ἐπι­στρέ­ψει πολ­λὰ χρό­νια πί­σω στὸ πα­ρελ­θόν. Ὁ Φώ­τα­ρος ἦταν τέσ­σε­ρα μὲ πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρός μας. Δύο χρό­νια σὲ κά­θε τά­ξη. Στὸ σχο­λεῖο ἐρ­χό­ταν γιὰ νὰ γλι­τώ­νει ἀπὸ τὶς σκλη­ρὲς ἀγρο­τι­κὲς δου­λειές, μὲ τὶς ὁποῖ­ες κα­τα­γι­νό­ταν ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του. Ἦταν ἥσυ­χος χω­ρὶς κα­νέ­να ἐν­δια­φέ­ρον γιὰ τὰ μα­θή­μα­τα, κά­πο­τε ἐξα­φα­νι­ζό­ταν γιὰ κα­μιὰ ἑβδο­μά­δα καὶ τὸ μό­νο ποὺ ἔμα­θε ἦταν νὰ γρά­φει τὸ ὄνο­μά του κι αὐ­τὸ ἀνορ­θό­γρα­φα. Οἱ δά­σκα­λοι δὲν τοῦ θύ­μω­ναν καὶ τὸν ἄφη­ναν νὰ περ­νᾶ τὸν και­ρό του εὐ­χά­ρι­στα στὸ σχο­λεῖο. Ἡ πα­ρα­φθο­ρὰ στὸ ὄνο­μά του ὀφει­λό­ταν, ἀσφα­λῶς, στὸν ὄγ­κο του. Ἦταν τε­ρά­στιος, ἀλ­λὰ κα­νέ­νας δὲν κιν­δύ­νευε ἀπὸ αὐ­τόν. Ἦταν ἄκα­κος.

Κά­πο­τε μᾶς εἶ­χε ἀνάγ­κη. Ὅταν ἑτοί­μα­ζε τὰ ξό­βερ­γά του, μᾶς φώ­να­ζε γιὰ βο­ή­θεια. Καὶ ἦταν μιὰ ἱε­ρο­τε­λε­στία ποὺ ἐν­διέ­φε­ρε καὶ μᾶς. Ὁ Φώ­τα­ρος γύ­ρι­ζε στὸ χω­ριό, στὰ μέ­ρη ὅπου ὑπῆρ­χαν ἰξιές, μά­ζευε τοὺς καρ­πούς, κά­τι κί­τρι­νες μπί­λιες, τὶς ἔπλε­νε καὶ τὶς ξα­νά­πλε­νε καὶ τὶς ἄφη­νε νὰ στε­γνώ­σουν. Στὴ συ­νέ­χεια ἔβγα­ζε τὰ σέ­πα­λα μὲ ἐπι­δέ­ξιες κι­νή­σεις τῶν χε­ριῶν, τὶς ἔβα­ζε μιὰ μιὰ στὸ στό­μα του καί, ἀφοῦ ἔσπα­γε μὲ τὰ δόν­τια τὸ μα­λα­κό τους πε­ρί­βλη­μα, τὶς ἔφτυ­νε σὲ μιὰ σκά­φη, κου­νῶν­τας μὲ ρυθ­μὸ δε­ξὰ-ζερ­βὰ τὸ κε­φά­λι ἀγ­κο­μα­χῶν­τας, μέ­χρι ποὺ ἔσπα­γε καὶ τὴν τε­λευ­ταία μπί­λια.

Ἄρ­χι­ζε τό­τε τὸ ζύ­μω­μα. Ἔβα­ζε νε­ρὸ στὴ σκά­φη καὶ χρη­σι­μο­ποιοῦ­σε τὰ χέ­ρια του σὰν με­γά­λες κου­τά­λες καὶ χτυ­ποῦ­σε τοὺς σπα­σμέ­νους καρ­πούς, ὅπως χτυ­ποῦν τὰ αὐ­γὰ γιὰ τὴν αὐ­γο­λέ­μο­νη σοῦ­πα. Ἦταν τὸ πιὸ δύ­σκο­λο ση­μεῖο ποὺ ἤθε­λε ὑπο­μο­νή. Ἀνα­κά­τευε ὥρα πολ­λή, μέ­χρι νὰ βγεῖ ὅλη ἡ κολ­λώ­δης οὐ­σία καὶ νὰ μεί­νουν τὰ κου­κού­τσια καὶ οἱ φλοῦ­δες ποὺ τὶς πέ­τα­γε προ­σε­χτι­κὰ ἔξω ἀπὸ τὴ σκά­φη. Ἦταν με­γά­λος τε­χνί­της. Γνώ­ρι­ζε τὶς σω­στὲς ἀνα­λο­γί­ες τῶν ὑλι­κῶν, ποὺ ἔδι­ναν τὸ κα­λύ­τε­ρο ἀπο­τέ­λε­σμα. Ὁ Φώ­τα­ρος ἦταν ἄσσος σ’ αὐ­τό. Με­τὰ μᾶς ζη­τοῦ­σε τὸ μέ­λι. Ἄνοι­γε τὴ χού­φτα καὶ τοῦ ρί­χνα­με ἀκρι­βῶς τὴν πο­σό­τη­τα ποὺ ζη­τοῦ­σε καὶ ἀνα­κά­τευε γρή­γο­ρα τὸ ὑλι­κό του, ποὺ εἶ­χε ἤδη ἀρ­χί­σει νὰ ἀφρί­ζει. Κά­θε τό­σο ἔπαιρ­νε μιὰ χου­φτιὰ ἀπὸ τὸ ὑλι­κὸ καὶ τὸ ἄφη­νε νὰ γλι­στρᾶ ἀπὸ ψη­λὰ γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ἂν εἶ­χε δέ­σει. Ἔδει­χνε τὴν ἱκα­νο­ποί­η­σή του ἀπὸ τὴν ἐρ­γα­σία καὶ συ­νέ­χι­ζε χω­ρὶς στα­μά­τη­μα τὸ ζύ­μω­μα. Ὅταν δια­πί­στω­νε ὅτι τὸ μῖγ­μα ἦταν ἕτοι­μο, ζη­τοῦ­σε τὰ ξυ­λί­κια· ξυ­λί­κια εὐ­λύ­γι­στα καὶ με­γά­λα ὅσο τὸ χέ­ρι του, δια­λεγ­μέ­να μὲ ὑπο­μο­νὴ ἀπὸ ἀγριε­λιὲς καὶ ἀγριό­θα­μνους, γιὰ νὰ ἔχουν πολ­λὰ ζα­ρώ­μα­τα κι ἔτσι νὰ συγ­κρα­τεῖ­ται ἡ ὑγρὴ κόλ­λα.

Ἦταν ἡ κυ­ριό­τε­ρη βο­ή­θεια ποὺ ἤθε­λε ἀπὸ μᾶς καὶ μᾶς ἔδει­χνε πρῶ­τα πῶς νὰ χει­ρι­ζό­μα­στε τὰ ξυ­λί­κια. Παίρ­να­με τὴ μιά τους ἄκρη καὶ χρη­σι­μο­ποιῶν­τας καὶ τὶς δύο μας πα­λά­μες τὰ στρι­φο­γυρ­νού­σα­με τρα­βῶν­τας τα ταυ­τό­χρο­να πρὸς τὰ πά­νω, ἐνῶ αὐ­τὸς στὶς τε­ρά­στιες χοῦ­φτες του εἶ­χε τὸ κολ­λῶ­δες ὑλι­κό. Κά­θε ἕνα ποὺ τε­λεί­ω­νε τὸ το­πο­θε­τού­σα­με σὲ εἰ­δι­κὲς θῆ­κες ἀπὸ κα­λά­μι ποὺ ἦταν στὴ σει­ρά. Ἀκο­λου­θοῦ­σαν πολ­λὰ χέ­ρια τὶς ἑπό­με­νες μέ­ρες, μέ­χρι ἡ κόλ­λα νὰ ἀπο­κτή­σει ἱκα­νο­ποι­η­τι­κὸ πά­χος καὶ νὰ πά­ρουν ἕνα σκοῦ­ρο κα­φὲ χρῶ­μα. Ὅταν στέ­γνω­ναν, μα­ζεύ­ον­ταν ὅλα σ’ ἕνα μά­τσο κι ἦταν ἕτοι­μα γιὰ χρή­ση.

Ὁ Παν­τε­λῆς, ἕνας συμ­μα­θη­τής μου, ποὺ βρι­σκό­μα­στε κά­θε μέ­ρα στὴν αὐ­λὴ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας γιὰ παι­χνί­δι, εἶ­πε ὅτι ὁ Φώ­τα­ρος δέ­χτη­κε νὰ μᾶς πά­ει μα­ζί του στὸ στή­σι­μο. Τὴν Κυ­ρια­κὴ πρωῒ-πρωῒ πή­γα­με στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο τό­πο ποὺ μᾶς ὑπέ­δει­ξε. Αὐ­τὸς ἦταν ἤδη ἐκεῖ καὶ μᾶς πε­ρί­με­νε. Χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βή, μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑνὸς εἰ­δι­κοῦ ἐρ­γα­λεί­ου ποὺ ἦταν στε­ρε­ω­μέ­νο σὲ ἕνα μα­κρὺ κα­λά­μι, κα­τέ­βα­ζε ἐπι­λεγ­μέ­να κλα­διὰ ἀπὸ τὶς χα­ρου­πιὲς καὶ στὴν ἄκρη τους στε­ρέ­ω­νε ἕνα κα­λά­μι δε­κα­πέν­τε-εἴ­κο­σι πόν­των μέ­σα στὸ ὁποῖο ἔβα­ζε ἕνα ξό­βερ­γο. Ἀφοῦ τὰ το­πο­θέ­τη­σε ὅλα, ἀπο­συρ­θή­κα­με πί­σω ἀπὸ τοὺς θά­μνους.

Ἄρ­χι­σε με­τὰ ἡ ἀγω­νία. Θὰ ἔρ­θουν; Δὲν θὰ ἔρ­θουν; Κά­θε τό­σο κοί­τα­ζε ἀνυ­πό­μο­να τὸν οὐ­ρα­νὸ κι ἔστη­νε αὐ­τὶ γιὰ νὰ τοὺς ἀκού­σει. Κοί­τα­ζε τὴν ἀπο­ξη­ρα­μέ­νη σβου­νιά, ποὺ εἶ­χε ἀνά­ψει καὶ πε­τά­ξει πρὸς τὸ μέ­ρος τῶν δέν­τρων καὶ μὲ σμι­χτὰ φρύ­δια τὸ διε­ρευ­νη­τι­κό του βλέμ­μα ἀκο­λου­θοῦ­σε τὴν ἄσπρη γραμ­μὴ ποὺ δη­μιουρ­γοῦ­σε ὁ κα­πνὸς ἀνε­βαί­νον­τας ψη­λά, προ­σπα­θῶν­τας νὰ δια­κρί­νει τὰ γα­λά­ζια ση­μα­δά­κια. Αὐ­τὸ ἦταν ἕνα ἄλ­λο μυ­στι­κὸ ποὺ ἤξε­ραν μό­νο οἱ εἰ­δι­κοί. Αὐ­τὴ ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­πνοῦ τρα­βοῦ­σε τοὺς με­λισ­σο­φά­γους. Ὅλα ἦταν ἥσυ­χα, ὅπως αὐ­τὴ ἡ πα­ρά­ξε­νη ἄπνοια ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ­ται πρὶν τὴν κα­ται­γί­δα. Κά­πο­τε τὸ πρό­σω­πό του ἔλαμ­ψε κι ἕνα πλα­τὺ χα­μό­γε­λο χα­ρά­χτη­κε στὰ χεί­λη του. Ἀκοῦ­στε! Ἀκοῦ­στε! Ἦρ­θαν. Ἐπί τέ­λους ἦρ­θαν, εἶ­πε, κι ἀνά­βον­τας ἕνα τσι­γά­ρο τρά­βη­ξε μιὰ γε­ρὴ ρου­φη­ξιά. Τέν­τω­σε τὸν λαι­μό του καὶ φύ­ση­ξε τὸν κα­πνὸ ψη­λὰ βή­χον­τας καὶ μουρ­μου­ρί­ζον­τας δυσ­νόη­τες λέ­ξεις ποὺ ἔβγαι­ναν ἀπὸ τὸ στό­μα του τυ­λιγ­μέ­νες μέ­σα στὸν κα­πνό.

Τὰ που­λιὰ ἀκού­γον­ταν κα­θα­ρὰ καὶ ὅσο πλη­σί­α­ζαν στὴν πε­ριο­χή, ἀκού­γον­ταν ὅλο καὶ πιὸ δυ­να­τά. Ἔδι­ναν με­γά­λους κύ­κλους πά­νω ἀπὸ τὸν χα­ρου­πιώ­να μας καὶ ξαφ­νι­κά, μό­λις ὁ ἀρ­χη­γός τους ἔδω­σε τὸ πα­ρά­δειγ­μα, ἔσκι­σαν σὰν κα­τα­διω­χτι­κὰ πά­νω στὶς χα­ρου­πιές, μὲ τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τους κρώ­ξι­μο νὰ μᾶς ξε­κου­φαί­νει, σὰν ξέ­σπα­σμα ξαφ­νι­κῆς κα­ται­γί­δας· ἑκα­τον­τά­δες με­λισ­σο­φά­γοι, πολ­λοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποί­ους κά­θον­ταν στὰ ξό­βερ­γα τοῦ Φώ­τα­ρου καὶ τὸ κρώ­ξι­μό τους τό­τε γι­νό­ταν σπα­ρα­κτι­κό, κα­θὼς ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν ὅτι εἶ­χαν πα­γι­δευ­τεῖ. Αὐ­τὸ ἦταν. Σὰν ἀστρα­πὴ ξε­χύ­θη­κε τό­τε ὁ Φώ­τα­ρος πρὸς τὶς χα­ρου­πιὲς καὶ μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ἄγ­κι­στρου κα­τέ­βα­ζε γρή­γο­ρα τὰ κλα­διά, ξε­κολ­λοῦ­σε τους με­λισ­σο­φά­γους καὶ μὲ μιὰ ἐπι­δέ­ξια κί­νη­ση τοῦ ἀν­τί­χει­ρα ξε­χώ­ρι­ζε τὸ κε­φά­λι ἀπὸ τὸ σῶ­μα τους καὶ τοὺς πε­τοῦ­σε στὸ χῶ­μα. Σὰν τρε­λὸς ἔκα­νε. Ἡ γρή­γο­ρη κί­νη­ση ἐξυ­πη­ρε­τοῦ­σε πολ­λοὺς σκο­πούς: τὰ ξό­βερ­γα δὲν θὰ κα­τα­στρέ­φον­ταν πέ­φτον­τας στὸ χῶ­μα, ἀπὸ τὴν προ­σπά­θεια ποὺ ἔκα­ναν οἱ με­λισ­σο­φά­γοι νὰ ἀπε­λευ­θε­ρω­θοῦν, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλ­λη θὰ ἦταν ἕτοι­μα νὰ δε­χτοῦν τὰ ἑπό­με­να θύ­μα­τα. Κά­πο­τε κου­ρα­ζό­ταν ὁ ἀν­τί­χει­ρας καὶ ἄλ­λα­ζε μέ­θο­δο. Ἔφερ­νε τὸ που­λὶ στὸ στό­μα καὶ ἐν ρι­πῇ ὀφθαλ­μοῦ ἀπο­χώ­ρι­ζε τὸ κε­φά­λι ἀπὸ τὸ σῶ­μα του πε­τῶν­τας τὸ πρὸς τὰ πί­σω πά­νω ἀπὸ τὸν ὦμο του. Οἱ με­λισ­σο­φά­γοι ἀπο­μα­κρύ­νον­ταν, ὅσο ποὺ ἀκού­γον­ταν πιά, τὸ μα­κε­λειὸ τε­λεί­ω­σε καὶ ἀκο­λού­θη­σε τὸ μά­ζε­μα τῶν που­λιῶν σὲ μιὰ με­γά­λη τσάν­τα. Ἡ ἐπι­χεί­ρη­ση εἶ­χε στε­φθεῖ μὲ ἐπι­τυ­χία κι ἐμεῖς ποὺ πρώ­τη φο­ρὰ λαμ­βά­να­με μέ­ρος σὲ στή­σι­μο ξό­βερ­γων, μεί­να­με μὲ ἀνοι­χτὸ τὸ στό­μα πραγ­μα­τι­κά. Ἀρ­γό­τε­ρα, μά­θα­με, ἔγι­νε ἀκό­μα πιὸ εἰ­δι­κός: εἶ­χε προ­μη­θευ­τεῖ εἰ­δι­κὰ δί­κτυα γιὰ ἀμ­πε­λο­πού­λια. Ἐκεῖ ἦταν ἡ με­γά­λη σφα­γή!

Ὁ Φώ­τα­ρος, ὁ τέ­λειος πτη­νο­σφά­κτης, ἦρ­θε σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο μὲ ἕναν καὶ μό­νο προ­ο­ρι­σμό: νὰ σκο­τώ­νει που­λιά. Δὲν ἦταν τυ­χαῖο, λοι­πόν, ποὺ εἶ­χε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο πτη­νο­σφα­γεῖο τῆς πό­λης.

Ἀπὸ τὴν ἡμέ­ρα ποὺ εἴ­χα­με πά­ει μα­ζί του στὸ στή­σι­μο τῶν ξό­βερ­γων, εἴ­χα­με μά­θει καὶ κά­τι ἄλ­λο. Κά­τι ποὺ γνω­ρί­ζουν μό­νο ὅσοι ζοῦν στὶς ἀγρο­τι­κὲς πε­ριο­χές: τὰ που­λιὰ δὲν κε­λαη­δοῦν. Κλαῖ­νε.