27 Νοε 2025

Η ΑΓΙΑ ΡΟΔΗ Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ στο ιστολόγιο του "Πλανόδιου"

 


Η ΑΓΙΑ ΡΟΔΗ Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ

Νί­κος Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ
Ἡ Ἁγία Ρόδη ἡ ποιήτρια

ΖΟΥΣΕ ΜΟΝΑΧΗ ΤΗΣ ἔξω ἀπὸ τὸ χω­ριὸ στὴν ἄκρη τοῦ δά­σους. Ἡ ἡλι­κία της ἀκα­θό­ρι­στη. Ἀκό­μα καὶ οἱ πιὸ ἡλι­κιω­μέ­νοι ἔλε­γαν ὅτι πάν­τα ἔτσι τὴν θυ­μόν­του­σαν: μιὰ στα­λιὰ ὕπαρ­ξη, ντυ­μέ­νη στὰ μαῦ­ρα, πάν­τα μὲ ἕνα με­γά­λο μαῦ­ρο τρι­γω­νι­κὸ μαν­τῆ­λι στὸ κε­φά­λι, ποὺ τὸ ἔλε­γε τσί­πα, καὶ στὸ ἀρι­στε­ρό της χέ­ρι τὸ μπα­στοῦ­νι της, κρε­μα­σμέ­νο ἀπὸ τὸν καρ­πό, ποὺ τὸ κρα­τοῦ­σε πιὸ πο­λὺ γιὰ προ­στα­σία πα­ρὰ γιὰ βοή­θη­μα στὸ περ­πά­τη­μα. Προ­στα­σία ἀπὸ τὰ σκυ­λιά, βέ­βαια, καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ τὴν ἀγα­ποῦ­σαν καὶ ἀνη­συ­χοῦ­σαν ὅταν ἀρ­γοῦ­σε νὰ κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή της. Τὸ σα­κί­διό της κι αὐ­τὸ μαῦ­ρο, πά­νι­νο, κρε­μό­τα­νε πό­τε στὸν ζερ­βὸ καὶ πό­τε στὸν δε­ξό της ὦμο καὶ πε­ριεῖ­χε τὰ λί­γα τρό­φι­μα ποὺ τῆς ἔδι­ναν· δε­χό­ταν μό­νο ἐκεῖ­να ποὺ εἶ­χε ἀπό­λυ­τη ἀνάγ­κη, γιὰ νὰ μὴν αὐ­ξά­νε­ται τὸ βὰ­ρος ποὺ κου­βα­λοῦ­σε. Τὸ μαν­τῆ­λι της ἦταν δε­μέ­νο μὲ τέ­τοιον τρό­πο, ποὺ τὸ κε­φα­λά­κι της φαι­νό­ταν σκο­τει­νὸ σχε­δὸν ἀνὺ­παρ­κτο καὶ μό­νο τὰ μι­κρο­σκο­πι­κά της μά­τια στρι­φο­γύ­ρι­ζαν ἀστα­μά­τη­τα στὸν ρυθ­μὸ τοῦ δε­ξιοῦ πάν­τα τα­νυ­σμέ­νου χε­ριοῦ της· εἶ­χε κι αὐ­τὸ ἕνα πα­ρά­ξε­νο πε­ρι­στρο­φι­κὸ τρέ­μου­λο, ὅπως καὶ τὸ κε­φά­λι της, ποὺ σί­γου­ρα προ­ερ­χό­ταν εἴ­τε ἀπὸ κά­ποια πά­θη­ση, εἴ­τε ἀπὸ γη­ρα­τειά. Κα­νέ­νας δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τὲ τὸ χέ­ρι της σὲ κα­τά­στα­ση ἠρε­μί­ας. Δὲν εἶ­χε δόν­τια, τὰ σου­ρω­μέ­να χεί­λη της ἦταν τρα­βηγ­μέ­να πρὸς τὰ μέ­σα κι ἔκα­ναν τὸ μι­κρό της πη­γού­νι νὰ φαί­νε­ται λί­γο με­γα­λύ­τε­ρο. Δυ­σκο­λευό­ταν στὶς λέ­ξεις ποὺ εἶ­χαν σῖγ­μα, αὐ­τὸ ὅμως δὲν ἐνο­χλοῦ­σε κα­νέ­ναν μιὰ καὶ τὸ νόη­μα τῶν λό­γων της ἔβγαι­νε ἀμέ­σως χω­ρὶς κα­μιὰ προ­σπά­θεια.

Ἦταν πραγ­μα­τι­κὰ ἕνα πα­ρά­ξε­νο πλά­σμα ποὺ σί­γου­ρα εἶ­χε δρα­πε­τεύ­σει ἀπὸ κά­ποιο πα­ρα­μύ­θι. Ζοῦ­σε σ’ ἕνα σπι­τά­κι, ἐκεῖ ποὺ τε­λειώ­νει τὸ δά­σος καὶ ξε­κι­νᾶ μιὰ ἀπέ­ραν­τη κοι­λά­δα, ἡ ὁποία φτά­νει μέ­χρι τὶς πα­ρυ­φὲς τοῦ Πεν­τα­δά­κτυ­λου. Τὸ πε­ριε­χό­με­νο τοῦ φτω­χι­κοῦ της σπι­τιοῦ λι­τό. Τὰ ἐν­τε­λῶς ἀπα­ραί­τη­τα γιὰ νὰ ἐπι­βιώ­σει: ἕνα κρε­βά­τι-τά­βλα, δη­λα­δὴ τρεῖς τέσ­σε­ρεις σα­νί­δες ἑνω­μέ­νες καὶ τέσ­σε­ρα χα­μη­λά στρογ­γυ­λὰ πό­δια, μιὰ κρε­μα­στὴ ξύ­λι­νη κα­τα­σκευή, στὴν ὁποία φύ­λα­γε τὸ τυ­ρὶ καὶ ὅ,τι ἄλ­λο φα­γώ­σι­μο τῆς ἔδι­ναν, κὶ ἕνα μι­κρὸ τρα­πε­ζά­κι ποὺ εἶ­χε μό­νι­μα ἐπά­νω μιὰ λάμ­πα πε­τρε­λαί­ου. Στὸν τοῖ­χο ἦταν μιὰ τε­τρά­γω­νη ἐσο­χή-εἰ­κο­νο­στά­σι κι ἐκεῖ μέ­σα φύ­λα­γε ἕνα καὶ μο­να­δι­κὸ πα­λιὸ εἰ­κό­νι­σμα, τὴν Ἁγία Ρό­δη, ἡ ὁποία φω­τι­ζό­ταν ἀμυ­δρὰ ἀπὸ τὸ φυ­τι­λά­κι ποὺ ἔκαι­γε στὸ λά­δι μιᾶς πρά­σι­νης κον­τό­χον­τρης καν­τή­λας. Ἐκεῖ, ἦταν ἀκό­μα ἕνα ἀπο­ξη­ρα­μέ­νο κρί­νο, ἀπὸ τὸν ἐπι­τά­φιο, με­ρι­κὰ φυ­τί­λια κι ἕνα κου­τὶ σπίρ­τα. Ἡ ἐσο­χὴ κα­λυ­πτό­ταν μὲ ἕνα εἰ­δι­κὸ κουρ­τι­νά­κι ποὺ χω­ρι­ζό­ταν στὰ δύο, ἀπὸ τὴ βά­ση τοῦ κεν­τη­μέ­νου σταυ­ροῦ ὣς κά­τω. Κα­νέ­νας δὲν γνώ­ρι­ζε για­τί εἶ­χε προ­τι­μή­σει νὰ ζεῖ σ’ ἐκεῖ­νο τὸ σπι­τά­κι, μα­κριὰ ἀπὸ τὸ χω­ριό. Δὲν εἶ­χε συγ­γε­νεῖς· οὔ­τε στε­νοὺς οὔ­τε μα­κρι­νούς. Κα­νέ­νας δὲν γνώ­ρι­ζε ἀπὸ ποῦ ἦρ­θε, κά­ποιοι μό­νο ἔλε­γαν πὼς ἦταν Μι­κρα­σιά­τισ­σα, μὰ δὲν τὸ ἔλε­γαν μὲ σι­γου­ριά, ὑπό­θε­ση ἔκα­ναν. Ὅλοι ὅμως γνώ­ρι­ζαν τ’ ὄνο­μά της, για­τί ἦταν ἡ μό­νη ἐρώ­τη­ση, στὴν ὁποία ἀπαν­τοῦ­σε ἀμέ­σως: Χα­τζη­ρο­δοῦ.

Ἡ φή­μη της ἔφτα­νε καὶ στὰ πιὸ μα­κρι­νὰ χω­ριά τῆς πε­ριο­χῆς· ἦταν ἡ Χα­τζη­ρο­δοῦ, ἡ ποι­ή­τρια, καὶ δὲν τὸ ἔλε­γαν αὐ­τὸ κο­ροϊ­δευ­τι­κά. Τὴν ἀπο­κα­λοῦ­σαν ποι­ή­τρια, για­τὶ πραγ­μα­τι­κὰ ἦταν ποι­ή­τρια. Κά­θε πρωὶ ξε­κι­νοῦ­σε γιὰ μιὰ πε­ριο­δεία στὰ γύ­ρω χω­ριά, ποὺ διαρ­κοῦ­σε μέ­χρι τὸ ἀπό­γευ­μα. Καὶ κά­θε μέ­ρα ἀκο­λου­θοῦ­σε δια­φο­ρε­τι­κὴ δια­δρο­μή. Ὄχι γιὰ νὰ ζη­τια­νέ­ψει, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ που­λή­σει τὰ ποι­ή­μα­τά της. Καὶ δὲν ἦταν σὲ τυ­πω­μέ­να βι­βλία ἢ φυλ­λά­δες· ἦταν ποι­ή­μα­τα ποὺ ἔφτια­χνε καὶ ἀπάγ­γελ­λε ἐπι­τό­που με­τὰ ἀπὸ πα­ραγ­γε­λία. Ξε­κι­νοῦ­σε τὸ πρωῒ μὲ ἀρ­γὸ στα­θε­ρὸ βῆ­μα καὶ γύ­ρι­ζε τὸ ἀπό­γευ­μα στὸ φτω­χι­κό της, πλή­ρως ἱκα­νο­ποι­η­μέ­νη.

Μό­λις τὴ βλέ­πα­με νὰ ξε­προ­βάλ­λει στὸ δρο­μά­κι πρὸς τὸ σπί­τι μας, τρέ­χα­με σὰν ἀστρα­πὴ νὰ προ­λά­βου­με ὁ ἕνας τὸν ἄλ­λον, γιὰ νὰ πά­ρου­με δε­κά­ρες ἀπὸ τὸ συρ­τά­ρι τοῦ μπου­ρό, ποὺ ἔβα­ζαν γι’ αὐ­τὸ τὸν σκο­πὸ ὁ πα­τέ­ρας κι ἡ μη­τέ­ρα. Ὅταν πλη­σί­α­ζε ἀρ­κε­τά, χαι­ρε­τοῦ­σε τρα­γου­δι­στά. Ἂν βρι­σκό­ταν κά­ποιο κά­θι­σμα δί­πλα της κα­θό­ταν, μὰ ἡ ἐπί­σκε­ψή της δὲν διαρ­κοῦ­σε καὶ πο­λύ· μό­νο ὅσο χρεια­ζό­ταν, γιὰ νὰ ται­ριὰ­ξει με­ρι­κὰ στι­χά­κια καὶ νὰ πά­ρει την ἀν­τα­μοι­βή της.

Βά­ζα­με τὴ δε­κά­ρα στὸ χέ­ρι ποὺ ἔτρε­με, καὶ λέ­γα­με μιὰ λέ­ξη, συ­νή­θως τὸ ὄνο­μά μας ἢ μιὰ δύ­σκο­λη πο­λυ­σύλ­λα­βη ἢ κά­τι ποὺ βλέ­πα­με μπρο­στά μας, γιὰ τὴν ὁποία θὰ ταί­ρια­ζε τοὺς στί­χους. Αὐ­τὴ ἀνε­βο­κα­τέ­βα­ζε τὸ χέ­ρι με­ρι­κὲς φο­ρές, ὅσο νὰ βρεῖ τὴν τσέ­πη της γιὰ νὰ κρύ­ψει μέ­σα τὸ νό­μι­σμα καὶ ὁ χρό­νος με­ρι­κῶν δευ­τε­ρο­λέ­πτων ποὺ με­σο­λα­βοῦ­σε τῆς ἦταν ἀρ­κε­τός γιὰ νὰ συν­τά­ξει τὸ ποί­η­μά της, ποὺ τὸ ἔλε­γε χω­ρὶς κομ­πα­σμό. Ἐγὼ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ τῆς βά­ζω τὶς πιὸ δύ­σκο­λες λέ­ξεις ποὺ γνώ­ρι­ζα, μὰ γι’ αὐ­τὴν πο­τὲ δὲν ὑπῆρ­χε κα­μιὰ δυ­σκο­λία. Στὴ στιγ­μὴ τὴ συν­ταί­ρια­ζε μὲ ἄλ­λες γιὰ νὰ ὁμοιο­κα­τα­λη­κτεῖ. Κά­πο­τε ποὺ τῆς εἶ­χα βά­λει στὸ χέ­ρι μιὰ δε­κά­ρα καὶ πρό­φε­ρα τὸ δι­κό της ὄνο­μα, αὐ­τὴ χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βὴ μᾶς ἀπάγ­γει­λε τὴ σύν­θε­σή της:

Εἶ­μαι μό­νη μου στὸν κό­σμο καὶ μὲ λὲν Χα­τζη­ρο­δούν
Κι ἂν ἔβλα­ψα ψυ­χὴ Θε­οῦ σὰν Τὸν δοῦν νὰ τοῦ τὸ ποῦν

 Δὲν ἔβλα­ψε πο­τὲ κα­νέ­ναν. Κά­πο­τε ὅμως, στὴν ὥρα τους, ἐφαρ­μό­ζον­ται οἱ ἀπα­ρά­βα­τοι κα­νό­νες τοῦ σύμ­παν­τος. Ἡ ἑκα­τό­χρο­νη ποι­ή­τρια, ἕνα ἀπό­γευ­μα, ἔκλει­σε γιὰ πάν­τα τὰ μά­τια, κα­θὼς ἦταν ἀκουμ­πι­σμέ­νη σ’ ἕνα πε­ζού­λι ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκ­κλη­σία τοῦ χω­ριοῦ. Ἐκεί­νη τὴ στερ­νὴ στιγ­μὴ ταί­ρια­ξε καὶ τοὺς τε­λευ­ταί­ους της στί­χους, γι’ αὐ­τὸν ποὺ στε­κό­τα­νε μπρο­στά της, πε­ρι­μέ­νον­τας:  

Ἦρ­θες νὰ πά­ρεις τὴν ψυ­χὴ κρα­τῶν­τας τὸ σπα­θί σου
Μὰ νὰ τὴν πά­ρεις δὲν μπο­ρεῖς τὴν Ποί­η­ση μα­ζί σου

 Τὴν ἔθα­ψαν τὸ ἴδιο ἀπό­γευ­μα. Καὶ ὅταν πῆ­γε μιὰ ἐπι­τρο­πὴ στὸ σπι­τά­κι της, σὲ μιὰ γω­νιὰ βρῆ­καν ἕνα μι­κρὸ θη­σαυ­ρό. Ἕναν σω­ρὸ μὲ νο­μί­σμα­τα, σκε­πα­σμέ­νο μὲ κου­ρέ­λια καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να. Ἦταν, κυ­ρί­ως, χι­λιά­δες δε­κά­ρες καὶ εἰ­κο­σά­ρες, οὐ­σια­στι­κὰ ἄχρη­στες γι’ αὐ­τήν, ἀν­τὶ­δω­ρα γιὰ τὸν ἀμη­τὸ τῆς σο­φί­ας της, ποὺ πρό­σφε­ρε στὸν κό­σμο μέ­σῳ τῶν ποι­η­μά­των της στὴν πο­λύ­χρο­νη ζωή της.

Στὸ σπι­τά­κι της δί­πλα ἔκτι­σαν στὴ μνή­μη της ἕνα μι­κρὸ ἐκ­κλη­σά­κι κι ἔβα­λαν μέ­σα τὴν εἰ­κό­να ποὺ βρῆ­καν στὸ φτω­χι­κό της. Εἶ­ναι γνω­στὸ σὰν τὸ ξω­κκλή­σι τῆς Ἁγί­ας Ρό­δης τῆς ποι­ή­τριας, μὰ τώ­ρα, δυ­στυ­χῶς, με­τὰ τὴ βάρ­βα­ρη εἰ­σβο­λὴ στὸ νη­σί, μό­νο κά­ποια ἐρεί­πια ὑπάρ­χουν. Χά­θη­κε καὶ ἡ εἰ­κό­να. Ποιός ξέ­ρει σὲ ποιό σα­λό­νι στὴν Εὐ­ρώ­πη ἢ στὴν Ἀμε­ρι­κὴ θὰ βρί­σκε­ται, ὡς δια­λε­χτὸ καὶ μο­να­δι­κὸ ἀπό­κτη­μα, ὅπως τό­σα ἄλ­λα κλεμ­μέ­να μας.

 





26 Νοε 2025

"ΟΤΑΝ ΣΩΠάΣΑΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ", ανατύπωση!


ΕΥΧΑΡΙΣΤΑ ΝΕΑ 
ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ 
"ΟΤΑΝ ΣΩΠάΣΑΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ"

Πριν μερικές μἐρες είχα ανακοινώσει ότι το βιβλίο μου θα έκλεινε τον κύκλο του, μετά και την πώληση των ελάχιστων αντιτύπων, που είχαν απομείνει, λόγω του υψηλού κόστους της εκτύπωσης, και της εμμονής μου να πωλείται σε μια λογική τιμή.

Τις μέρες που ακολούθησαν όμως, είχα μια συγκινητική προσφορά από τα τυπογραφεία μου, τα τυπογραφεία Λειβαδιώτη και έτσι από αύριο αρχίζει η διαδικασία της εκτύπωσης της δεύτερης ανατύπωσης! 

Θα συνεχίσει να πωλείται στα βιβλιοπωλεία SOLONEION BOOK CENTRE-ΣΟΛΩΝΕΙΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΒΙΒΛΙΟΥ και Parga Vivliopoleio. Και τα δύο βιβλιοπωλεία μπορούν να αποστέλλουν βιβλία σε όλη την Κύπρο.

Ευχαριστώ όσους το στήριξαν, ευχαριστώ και όσους έγραψαν  κριτικές και έτσι οδηγήθηκε στα ευπώλητα, επανειλημμένως.



 

25 Νοε 2025

ΕΞΙ & ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΦΟ

Μόλις φτάσαμε στο σπίτι μας, στην Πάφο, μείναμε για λίγο άφωνοι αντικρύζοντας αυτές τις εικόνες. 
Μετά ανάψαμε τζάκι! 










 

ΚΩΣΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΟΦΤΑΣ: "ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΩΝ..."


Από το ιστολόγιό μου "ΝΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ"

ΜΙΑ ΕΚΔΟΣΗ 
ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΜΕΛΕΤΩΝ 
ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ

Το Ημερολόγιο των Κρατητηρίων του Αρχιμανδρίτη Κωνσταντίνου Λευκωσιάτη (1 Νοεμβρίου-7 Δεκεμβρίου 1956), είναι το τελευταίο βιβλίο του ερευνητή στο Κέντρο Μελετών της Ιεράς Μονής Κύκκου Κωστή Κοκκινόφτα.

Μετά από μια σύντομη εισαγωγή, στην οποία καταγράφονται αρκετές πληροφορίες για διάφορα ημερολόγια του Αγώνα του 1955-1959, που ήδη έχουν δει το φως της δημοσιότητας, δίδονται πληροφορίες για τη ζωή του π. Κωνσταντίνου αρχίζοντας από τις σπουδές του και έπειτα για την ανέλιξή του μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας. Γίνεται αναφορά στις δημοσιεύσεις και τα συγγράμματά του. Για τη συμβολή του στον αγώνα –γιατί ήταν από τους πρώτους που μυήθηκε– αφιερώνεται ξεχωριστό κεφάλαιο. Στο τέλος του βιβλίου, υπάρχει ευρετήριο, κατάλογος με την πηγή των φωτογραφιών και εκτεταμένη βιβλιογραφία.

Το βιβλίο κοσμούν εξήντα περίπου φωτογραφίες, από τη ζωή του π. Κωνσταντίνου, των δύο κρατητηρίων της εποχής, ηρώων και άλλων που αναφέρονται, αλλά και σελίδων του χειρόγραφου ημερολογίου και εξώφυλλα κάποιων σχετικών εκδόσεων.  

Το υπόλοιπο μισό του βιβλίου καταλαμβάνουν οι ημερολογιακές εγγραφές, από την 1η Νοεμβρίου μέχρι την 7η Δεκεμβρίου 1956, όντας κρατούμενος και ο ίδιος ο π. Κωνσταντίνος στα Κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς. Το ημερολόγιο σχολιάζεται και υπομνηματίζεται από τον συγγραφέα. Να τι γράφει ο ίδιος, ο Κωστής Κοκκινόφτας στην καταληκτική παράγραφο του κεφαλαίου αυτού:

Από όσα έχουν λεχθεί, είναι προφανές ότι μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα πως το ημερολόγιο των Κρατητηρίων Κοκκινοτριμιθιάς του Αρχιμανδρίτη Κωνσταντίνου Λευκωσιάτη αποτελεί μία πολύτιμη και μοναδική στο είδος της μαρτυρία για τον Αγώνα της ΕΟΚΑ, το ήθος των αγωνιστών και τις πολλές δυσκολίες, που είχαν να αντιμετωπίσουν κατά τη διάρκειά του. Η καταγραφή από τον π. Κωνσταντίνο των λεπτομερειών από τη ζωή των κρατουμένων, καθώς και η περιγραφή των συναισθημάτων και της καθημερινής συμπεριφοράς τους, καθιστούν το ημερολόγιο μία σημαντική πρωτογενή πηγή για τη μελέτη του επικού εκείνου Αγώνα των Κυπρίων για ελευθερία. Είθε να εντοπισθούν και άλλα παρόμοια, ώστε να εμπλουτίσουν περαιτέρω τη σχετική βιβλιογραφία.

Έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από την έναρξη του επικού εκείνου αγώνα και η μισή πατρίδα είναι βυθισμένη, ακόμα, στο μαύρο σκοτάδι της κατοχής. Έχουμε καθήκον να επανερχόμαστε και να μελετούμε την ιστορία του τόπου μας. Διδάσκει η ιστορία; Διδάσκει αν τη μελετούμε με σοβαρότητα και κρατάμε τα χρήσιμα συμπεράσματα. Είναι συγκλονιστική η εγγραφή της 19ης Νοεμβρίου 1956, του ημερολογίου. Ο π. Κωνσταντίνος γράφει: Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εις ένα συνομωτικόν αγώνα η προδοσία έχει πρωτεύουσα θέσιν. Δια τούτο ευθύς εξ αρχής η Κυβέρνησις δια μεγάλων χρηματικών αμοιβών επεδίωξε να προσεταιρισθεί ανθρώπους ανερματίστους και ευτελείς, οίτινες ήσαν διατεθιμένοι να συνεργασθούν μαζί της προς κατάπνιξιν του απελευθερωτικού κινήματος των Κυπρίων, έναντι χρηματικής αμοιβής. Αυτούς απέστελλε προς όλας τας διευθύνσεις της Νήσου προς άγραν πληροφοριών και επισήμανσιν των αγωνιστών και των τόπων της εξορμήσεως των... Εξ αυτού αντιλαμβάνεται κανείς πόσον δικαιολογημένη είναι η υπόνοια ότι μεταξύ των κρατουμένων εις τα στρατόπαιδα συγκεντρώσεως περιλαμβάνονται και προδόται, οίτινες υφίστανται τας ταλαιπωρίας της κρατήσεως δια να είναι εις θέσιν να παρακολουθούν τους κρατουμένους και να μεταδίδουν κάθε τι το οποίον είναι χρήσιμον εις τας Αρχάς. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία ότι εκ των κρατητηρίων περισυλλέγονται πάρα πολλαί πληροφορίαι, μολονότι είναι εις όλους γνωστόν ότι μεταξύ μας κυκλοφορούν επικίνδυνοι καταδόται...

Διδάσκει η ιστορία; Όχι όλους φαίνεται. Ο ζωγράφος Γεώργιος Πολ. Γεωργίου, στους πίνακές του για το έπος της ΕΟΚΑ, δεν παρέλειψε να βάλει και τις μάσκες της προδοσίας. Αν ζούσε το 1974, σίγουρα θα ζωγράφιζε τη βαρβαρότητα της εισβολής, αλλά σίγουρα θα ζωγράφιζε και την προδοσία, με μάσκες ή χωρίς μάσκες.

Καλοτάξιδο το βιβλίο σου, αγαπητέ Κωστή Κοκκινόφτα! Δίνεις για την πατρίδα πάντα έργο καλό!

[έκδοση Κέντρου Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, 2025, σελίδες 168]  




 

21 Νοε 2025

"ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΝΕ ΒΑΚΙΡΤΖΗ"


[ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΣΕΡΕΖΗ]

Αγαπητέ Κώστα, καλησπέρα,

Σε ευχαριστώ πολύ, τόσον εσένα όσο και τον σκηνοθέτη κ. Θωμαΐδη, για την ευκαιρία που μας δώσατε να παρακολουθήσουμε το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ, την πιο άρτια παρουσίαση του έργου -κυρίως για τις γιγαντοαφίσες- του Γιώργου Βακιρτζή. Ως άνθρωπος των Τεχνών που είσαι, δεν ξαφνιάζομαι που προσκλήθηκες να μιλήσεις για τον ζωγράφο. Χαίρομαι για την τύχη σου: έχεις γνωρίσει όλους τους σημαντικούς ανθρώπους που πάτησαν το πόδι τους στην Κύπρο και την Ελλάδα, τον προηγούμενο μισό αιώνα και βάλε. Μίλησα για τύχη, αλλά ξέρεις ότι η τύχη επισκέπτεται μόνο τα προετοιμασμένα μυαλά!

Έχω μια ανάμνηση: Ως φοιτητής, γύρω στο 1970, έμενα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας και τότε, κάθε βράδυ ξεκινούσα με έναν φίλο μου για βόλτα μέχρι το τέρμα Αμπελοκήπων και καταλήγαμε σε κάποιον κινηματογράφο∙ πολλές φορές βλέπαμε δύο έργα. Δεν μπορώ να θυμηθώ τον κινηματογράφο που ήταν ακριβώς απέναντι, στο τέλος της λεωφόρου. Εκεί πάντα υπήρχε μια γιγαντοαφίσα, την οποία θαυμάζαμε και σχολιάζαμε, αλλά δεν γνωρίζαμε τον ζωγράφο. Το όνομά του το έμαθα πολύ αργότερα. Τον Απρίλη του 1973 κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του σπουδαίου περιοδικού "ΖΥΓΟΣ" (έχω όλη τη σειρά) κι εκεί για πρώτη φορά είδα έργα του Βακιρτζή και μου άρεσαν πολύ. Στο τεύχος εκείνο προαναγγέλθηκε η έκθεση που θα γινόταν τον Νοέμβριο, στην ΑΡΓΩ, της Λευκωσίας. Τότε γνώρισες κι εσύ τον Βακιρτζή, όπως μας πληροφορείς στο ντοκιμαντέρ. Το πρόγραμμα της έκθεσης στην ΑΡΓΩ -ένα ωραιότατο, καλαίσθητο οκτασέλιδο 20Χ20 εκ., τυπωμένο στην ΑΣΠΙΩΤΗ-ΈΛΚΑ, με τους πίνακες και το κείμενο του Τάσσου, από τον "Ζυγό", βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα ξεχωριστά προγράμματα στο αρχείο μου. Και αναρωτιέμαι κάθε φορά πώς ήρθε στα χέρια μου, αφού τότε ήμουν στην Αθήνα.

Εύχομαι όλοι να είστε καλά στην οικογένεια.

ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΩ 
ΤΟ ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΟ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ 









Μόλις τώρα, Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025, 
πήρα ένα ευχάριστο μήνυμα: 

Η ταινία 
ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΛΕΓΟΤΑΝ ΒΑΚΙΡΤΖΗΣ,
 απέσπασε ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ στο Διαγωνιστικό Πρόγραμμα του 19ου Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ Docfest Χαλκίδας 2025, όπου συμμετείχε.


ΤΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ

ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΛΕΓΟΤΑΝ ΒΑΚΙΡΤΖΗΣ

Το ντοκιμαντέρ αυτό τιμάται με Ειδική Μνεία για τη διεισδυτική και βαθιά ανθρωποκεντρική ματιά του σκηνοθέτη, ο οποίος καταφέρνει να ανασυνθέσει με ευαισθησία και ακρίβεια το πορτρέτο ενός ξεχωριστού καλλιτέχνη. Μέσα από αρχειακό υλικό, μαρτυρίες και καλλιτεχνική παρατήρηση, η ταινία φωτίζει το έργο του Γιώργου Βακιρτζή, ενός δεξιοτέχνη της «τέχνης των επτά ημερών», που από τις προσόψεις των κινηματογράφων του ’50 και του ’60 κατέληξε να κατέχει θέση σε σημαντικές συλλογές και στη διεθνή καλλιτεχνική σκηνή.

Ο σκηνοθέτης, με αφηγηματική λεπτότητα και οξυδερκή προσέγγιση, δεν παρουσιάζει απλώς μια καλλιτεχνική διαδρομή, αλλά διεισδύει στη δημιουργική ψυχή του Βακιρτζή, αποκαλύπτοντας το πάθος, τη φαντασία και την τόλμη πίσω από τις εμβληματικές εικαστικές του συνθέσεις. Η ταινία αναδεικνύει τον καλλιτέχνη όχι μόνο ως τεχνίτη αλλά ως πρωτοπόρο, ικανό να μεταμορφώσει το εφήμερο σε διαχρονικό.

Για την καθαρότητα της ματιάς, την αισθητική ευαισθησία και την ουσιαστική της συμβολή στη διάσωση και ανάδειξη ενός σπουδαίου δημιουργού, η ταινία αξίζει επάξια την πρώτη Ειδική Μνεία.

Πιο κάτω ο σύνδεσμος οδηγεί στο trailer της ταινίας:


Ακολουθούν δύο κείμενα του Κώστα Σερέζη, από το βιβλίο του 
Η άλλη εποχή















ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ