12 Οκτ 2016

ΥΔΑΤΑ ΥΔΑΤΩΝ


ΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ
Ύδατα Υδάτων*
Γράφει ο
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ
[Αλήθεια, πολιτισμός, 11 Οκτωβρίου 2016, σελ. 19]

Διαβάζω την τελευταία ποιητική συλλογή του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ και γίνομαι, ξανά, μια μέλισσα που πετάει από λουλούδι σε λου­λούδι, ρουφώντας, αργά και μεθυστικά, την γύρη της ανησυχίας, της έγνοιας, του προβληματισμού. Γίνομαι, ξανά, ένα βό­τσαλο, σε κάποια θλιμμένη αμμουδιά της Καρπασίας, γυαλίζοντας, μπροστά στα άγρια μούτρα του κατακτητή, μόνο και μόνο για να του σπάσω τα νεύρα. Γίνομαι, ξανά, ένα λαβωμένο πουλί στις εσχατιές της πατρίδας, κρύβοντας, κάτω από τις φτερούγες μου, τη γαλανόλευκη. Γίνομαι, ξανά, ένα δάκρυ στα μάτια του φαντάρου, που τον σημαδεύει το μυδράλιο του άσπλαχνου, στον κάμπο της Μεσαορίας. Γίνομαι, ξανά, η ελπίδα που ανθίζει επάνω στους βράχους της Κερύνειας. Γίνομαι, ξανά, η μαύρη μαντήλα που τυλίγει τις άγιες ρυτίδες της μάνας του αγνοούμενου. Γίνομαι, ξανά, η γρήγορη δρασκελιά στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη. Γίνομαι, ξανά, ο παμπάλαιος τηλεβόας με τον οποίο συλλαβίζω αυθεντικές ιδεολογίες: αγάπη, ειρήνη, δικαιοσύνη. 

Ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, με απέραντη ευαι­σθησία και τρυφερότητα, αλλιώς πώς θα υπηρετούσε, με τόση, και τέτοια, αφοσίωση την τέχνη του λόγου, δίνει μορφή και σχήμα στις σκέψεις του χρησιμοποιώντας, βέβαια, και πληθώρα συμβολισμών, ενώ και η αλληγορία διεισδύει ανάλαφρα στις ρωγμές των στίχων τους. Όπως κάνει σε όλες τις συλλογές του, έτσι και εδώ, πέφτει στα βαθιά της θάλασσας, ακόμα και με τον κίνδυνο να πνιγεί, αφού η επι­φάνεια δεν ταιριάζει στα πυρετώδη μυαλά, η επιφάνεια, άλλωστε, αποτελεί το συ­νώνυμο της πλαδαρότητας, ενίοτε, και της πονηρής ουδετερότητας. Ποιήματα ­καθρέφτες, ή μάλλον, ποιήματα-κρύσταλλα, μιας εποχής που βιώνει τη βαρβαρό­τητα, ιδίως από όσους ομνύουν πίστη στον πολιτισμό, μιας εποχής που τρέφει την αδικία, το θράσος, την αγένεια, τη δύναμη των όπλων που στάζουν αίμα δε­καοκτάχρονων παλικαριών. Και, βέβαια, εικαστική αναδρομή στο παρελθόν εκεί όπου, τις περισσότερες φορές, βρίσκεται η αλήθεια, προτού την κακοποιήσουν ντόπιοι και διεθνείς αγύρτες. «Ποιος άνεμος που φύσηξε σ' έφερε στα νερά μου / Ποια τιμημένα κύματα σε ρίξανε κοντά μου / Και ποιο καράβι με πανί είχε μια τέτοια τύχη / Να ταξιδεύει τους θεούς που έχουν τα στήθια τείχη / Οποιος δεν έχει λεβεντιά στον τόπο περισσεύει / Του Κάτω Κόσμου τα σκαλιά γρήγορα θα κα­τέβει / Καλώς τον, τον πολεμιστή ο τόπος μου δικός σου / Μόλις εδώ σκοτώθηκε μπροστά ο γυρισμός σου».

*Εκδόσεις ΚΑΡΒΑΣ, 2016.




Όταν το βιβλίο γίνεται έργο τέχνης
 Γράφει η 
Μαρία Πυλιώτου
 Η ιστορία του βιβλίου μοιάζει με παραμύθι, ένα παραμύθι που ξεκινάει από τα βάθη των αιώνων, από τότε που η «γραφή» αρ­χίζει να χρησιμοποιείται ως ανάγκη του ανθρώπου, με καθορισμένα σημεία, να κάνει αντιληπτή τη σκέψη του στους άλλους... Στην αρχή σε λίθινες πλάκες, μετά σε τούβλα που τα ψήνουν, σε όστρακα ακόμη, σε μέταλλα, όπου μπορούν οι άνθρωποι να χαράζουν με «σημάδια» τα μηνύματά τους. Η ιστορία του σημερινού βιβλίου αρ­χίζει με τον χειρόγραφο πάπυρο (Αί­γυπτος) κι αργότερα, τον 2ο π.Χ. αι­ώνα, σε περγαμηνή (κατεργασμένα δέρματα). Χρειάστηκε να διαβούν αι­ώνες μετά, ίσαμε τον 14ο μ.Χ. για να εφευρεθεί το χαρτί με το οποίο φτιά­χνονται τα βιβλία, με την εφεύρεση αργότερα και της τυπογραφίας. Το βιβλίο συνεχίζει την πορεία του και κανένας δεν θα μπορούσε, ούτε λίγες δεκαετίες πριν να προβλέψει τη ση­μερινή εξέλιξη του, την ταχύτητα που ολοκληρώνεται και πόσοι - ειδικοί πια - ασχολούνται μ' αυτό! Φτάνουμε, λοιπόν, στις μέρες μας, στον τόπο μας, όπου, αν και μικρή η πατρίδα μας έχει να επιδείξει εκδοτική άνθιση ισάξια άλλων χωρών. Και, ιδιαίτερα, όταν το βιβλίο, σ' ένα τόσο μικρό χώρο μπορεί να εμφανίζεται και ως έργο τέχνης. Για τον καλλιτέχνη-συγγραφέα δεν αρκεί το βιβλίο να δίνει μιαν ενδιαφέρουσα ιστορία, υπέροχους στίχους και άλλα, όσο καλά επιμελημένο και να 'ναι, αλλά το ίδιο, ως ανεξάρτητο αντικείμενο ν' αποτελεί έργο τέχνης. Πόσο συνε­παρμένη νιώθω σαν παίρνω στα χέρια μου το βιβλίο του Χαμπή* «Ο Σπανός τζι οι 40 δράτζιοι», με τα υπέροχα χαρακτικά του έργα. Ας πάμε, όμως, λίγο πίσω, 60 χρόνια πριν από τον Χαμπή, θα δούμε να εμφανίζεται στον χώρο του βιβλίου ο Νίκος Νικολαΐδης*, ο Κύπριος. Ζω­γράφος και συγγραφέας, πολυταξι­δεμένος, ευαίσθητος, που πιο πολύ ζει στην Αίγυπτο, με μια αγάπη, όμως, μεγάλη για την Κύπρο, τη μικρή του πατρίδα. Τα έργα του, το ένα μετά το άλλο, εντυπωσιάζουν: διηγήματα, μυ­θιστορήματα, λυρικές πρόζες, εκδομένα και επιμελημένα από τον ίδιο. «Η μόνη επιθυμία που θα 'χα - του γράφει ο Άγγελος Σικελιανός - θα 'τανε κάποια διηγήματα σου να τα 'χα γράψει εγώ!» Το βιβλίο του όμως που θεωρείται έργο τέχνης, σωστό κομψοτέχνημα, που ο ίδιος έχει σχε­διάσει και επιμεληθεί σελίδα-σελίδα, λέξη-λέξη είναι «Το βιβλίο του Μο­ναχού». Για το βιβλίο-καλλιτέχνημα, ο Τεύκρος Ανθίας του γράφει: «Είσαι ο πρώτος σε παγκόσμια φιλολογία, που είδες τόσο ανθρώπινα και καλλι­τεχνικά το δράμα της μοναχικής ζωής». Κλείνω μ' ένα βιβλίο-έργο τέχνης που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Πρό­κειται για το νέο ποιητικό έργο του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ* «Ύδα­τα Υδάτων». Το ξεφυλλίζω, κόβω με τον χαρτοκόπτη τις άκοπες σελίδες του - τι αίσθηση υπέροχη σου δίνει αυτή η δυνατότητα να επεμβαίνεις σ' ένα βιβλίο - διαβάζω τους στίχους, σταματώ στα υπέροχα σχέδια του. Και τότε μια δροσά με τυλίγει: το νερό, η θάλασσα, ο ρυθμός των στίχων, σε μέτρο ιαμβικό, συχνά, όπως στα δημοτικά μας τραγούδια, ο ρυθμός των γραμμών, τόσο έξοχα τα σχέδια του καλλιτέχνη ποιητή, σχέδια πότε με πενάκι, άλλοτε με μολύβι και άλ­λοτε χαρακτικά σε λινόλεουμ. Έχω μπροστά μου και τα τρία αυτά βιβλία (σίγουρα υπάρχουν κι άλλα). Και μπορώ να τα διαβάζω ξανά και ξανά, μπορώ να σταματώ στις εικόνες τους και να τις «διαβάζω» κι αυτές, το καθένα χωριστά, σ' ένα σύνολο άρτιο. Αληθινά έργα τέχνης.

*Χαμπής: 1947, Κοντέα *Νίκος Νικολαΐδης:   1884, Λευκωσία - 1956, Κάιρο *Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ: 1948, Βασίλι Αμμοχώστου

[ Αλήθεια, 1 Οκτωβρίου 2016, Επιφυλλίδες, σελ.18 ]