11 Ιουν 2021

ΕΝΑ ΓΕΝΝΑΙΟ ΚΥΠΡΙΟΠΟΥΛΟ ΤΟΥ ΄21

Στις 13 του Ιούνη 1825, έγινε μια σπουδαία μάχη στους Μύλους της Ναυπλίας. Ο Μακρυγιάννης, ο Μαυρομιχάλης, ο Υψηλάντης και άλλοι αντιμετώπισαν τον στρατό του Ιμπραήμ, τον νίκησαν και επηρέασαν θετικά την επανάσταση. Έδειξαν ότι ο Ιμπραήμ δεν ήταν ανίκητος. Ανάμεσα στα παλλικάρια του Μακρυγιάννη ήταν και ένα γενναίο Κυπριόπουλο, που έδωσε τη ζωή του στη μάχη αυτή. Δύο μήνες προηγουμένως, έφερε σε πέρας μια πολύ δύσκολη αποστολή που του είχε αναθέσει ο Μακρυγιάννης, γλυτώνοντας, όπως αποδείχθηκε, από τον θάνατο τα παλλικάρια του Μακρυγιάννη αλλά και τον ίδιο τον Στρατηγό. Με το κείμενό μου, δίνω πληροφορίες για τη δράση του και προσπαθώ να πλησιάσω ή καλύτερα να ζωντανέψω τις τελευταίες στιγμές αυτού του παλλικαριού. 

Στο τέλος του κειμένου μου δίνω ένα τραγούδι που έγραψα για τον Μιχάλη, το γενναίο Κυπριόπουλο που έδωσε τη ζωή του για την Ελλάδα.

 Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ

ΕΝΑ ΓΕΝΝΑΙΟ ΚΥΠΡΙΟΠΟΥΛΟ ΤΟΥ ’21

Η Κύπρος ήταν παρούσα σε όλους τους αγώνες που έδωσε η Ελλάδα για την ελευθερία της, παρόλο που τη συμμετοχή της αυτή την πλήρωνε πάντα πολύ ακριβά∙ αυτό έδειξε η ιστορική έρευνα. Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 απαγχονίστηκε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, αποκεφαλίστηκαν τρεις Επίσκοποι και σφαγιάστηκαν εκατοντάδες προεστοί του τόπου. Παράλληλα όμως, πολλές εκατοντάδες Κύπριοι έφυγαν για την Ελλάδα και πολεμούσαν στο πλευρό των συνελλήνων για λευτεριά από τον τουρκικό ζυγό, και πολλοί από αυτούς έδωσαν, τελικά, και τη ζωή τους ακόμα, μένοντας για πάντα θαμμένοι στα ιερά της χώματα.     

Στα απομνημονεύματά του ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, αναφέρεται δύο φορές σε έναν γενναίο Κύπριο στρατιώτη του. Την πρώτη φορά, όταν του είχε αναθέσει μια επικίνδυνη αποστολή στο Νιόκαστρο της Πυλίας, αποστολή την οποία ολοκλήρωσε επιτυχώς, και τη δεύτερη φορά, στη διήγησή του για τη Μάχη των Μύλων, όπου αναφέρεται στο γεγονός ότι ο γενναίος στρατιώτης του, ο Μιχάλης, τραυματίστηκε βαριά στη μάχη κι ύστερα πέθανε. Ας δούμε όμως, πώς εξελίχτηκαν τα γεγονότα στις δύο περιπτώσεις.

Η Επανάσταση για μια τριετία, από το 1823 μέχρι το 1825, κινδύνευσε να οδηγηθεί σε διάλυση λόγω της συνεχιζόμενης εμφύλιας διένεξης μεταξύ των Ελλήνων. Οι μάχες εναντίον των Τούρκων χάνονταν η μια μετά την άλλη και οι στρατιωτικές επιτυχίες του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο τον έδειχναν αήττητο και, όπως γράφει ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του, «έκανε την Πελοπόννησο γης μαδιάμ».

Ο Μακρυγιάννης ενώ βρισκόταν στην Αρκαδία έμαθε ότι ο Ιμπραήμ πλησίασε στο Νιόκαστρο και απειλούσε να το καταλάβει. Παρόλο που μπορούσε να ενισχυθεί η περιοχή με πολυάριθμο στράτευμα, η εμφύλια διαμάχη μεταξύ των Ελλήνων ακύρωνε κάθε προσπάθεια για να δοθεί βοήθεια. Ο ίδιος όμως, αποφασίζει, να ανταποκριθεί θετικά σε πρόσκληση για βοήθεια. Ήταν περί τα μέσα Μαρτίου του 1825. Στέλνει μήνυμα στους πολιορκημένους να κρατήσουν μέχρι να φτάσει εκεί, και αφού μάζεψε μόνον αυτούς που ήθελαν να πολεμήσουν, τους οδήγησε στην εκκλησία, μετάλαβαν και ξεκίνησαν. Έφτασαν ξημερώματα και ταμπουρώθηκαν στη μεριά της Σφακτηρίας. Σε μάχη που ακολούθησε, αντιμετώπισαν τους Τούρκους πεζούς και ιππικό με επιτυχία, σκοτώνοντας εβδομήντα από αυτούς. Το Μεγάλο Σάββατο, με μόνον εκατόν δεκαέξι από τους διακόσιους πολεμιστές του, μπαίνει στο Νιόκαστρο. Τη Δευτέρα της Λαμπρής, σε μάχη, τους κατατροπώνει σκοτώνοντας πολλούς Τούρκους και ο ίδιος τραυματίζεται.

Ο Ιμπραήμ αρχίζει τότε την επίθεσή του όχι μόνο με τα κανόνια των 130 καραβιών που έφτασαν εκεί αλλά και με τα ελληνικά κανόνια της Σφακτηρίας, την οποία είχε καταλάβει, σκορπώντας παντού τον όλεθρο. Το κάστρο δεχόταν συνεχώς κανονιοβολισμούς, και πολύ γρήγορα φάνηκε πως δεν θα άντεχε. Δεν είχαν ούτε νερό και βρίσκονταν σε απελπιστική κατάσταση. Άρχισαν τότε οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του Μακρυγιάννη και του Ιμπραήμ για την παράδοση του κάστρου. Ένας από τους όρους της συμφωνίας ήταν και η παράδοση ολόκληρου του οπλισμού των Ελλήνων[1]. Ο Μακρυγιάννης προσπαθούσε να βρει τρόπο να αναχωρήσουν με ευρωπαϊκά και όχι με τούρκικα καράβια, γιατί δεν είχε εμπιστοσύνη στους Τούρκους. Γνώριζε ότι στο λιμάνι υπήρχε ένα ευρωπαϊκό καράβι. Να πώς περιγράφει τη συνέχεια[2]:

 Το βράδυ είχε έρθει μια φεργάδα αγγλική και τα τούρκικα καράβια την είχαν στην μέση να μην ανταποκρινόμαστε εμείς μ’ αυτείνη∙ φοβόνταν. Τότε στέλνομεν έναν Κυπραίον με γράμματα της πλεγής[3]. Τον πήραν χαμπέρι τα τούρκικα και τον κυνήγησαν οληνύχτα∙ και τόπεσαν τα γράμματα εκεί όπου βούταγε εις την θάλασσα. Και πήγε εις την φεργάδα∙ και μπαίνοντας μέσα, έπεσε πεθαμένος. Τον κρεμάσανε και βήκε το νερό∙ και τόβαλαν σπίρτα κι αναστήθη. Και είπε των Άγγλων τον χαμόν των γραμμάτων, οπού του είχαμε δομένα. Είπε στοματικώς την κατάστασιν του κάστρου και τις πρόφασες του Μπραΐμη. Και τον πήρε η φεργάδα και πήγαν εις την Ζάκυνθον και είπαν αυτά του ναυάρχου. Τότε ο ναύαρχος έστειλε ένα μπρίκι[4]

 …Κι άρχισαν να βαρκαρίσουν τους δικούς μας εις τα ξένα καράβια, οπού ’χαμεν συνφωνήσει να μπούνε οι άνθρωποι. Τότε βήκαν κι από το αγγλικόν οπού ’ρθε από την Ζάκυνθο μ’ εκείνον οπού στείλαμε της πλεγής. Τους ρώτησε ο Μπραΐμης. Του είπανε∙ «Στελμένοι είμαστε από τον ναύαρχον να ιδούμεν αν θα σταθείς με τους Έλληνες σ’ όσες συνφωνίες κάμετε. Τότε αποβαρκαριστήκαμε[5]∙ αλλού στερνά πέρασα εγώ μ’ όσους άλλους είχαμεν τ’ άρματα οπού μας χάρισε. Ευκήθηκα του Μπραΐμη δια την παραλαβήν του κάστρου∙ μπήκα μέσα εις το καράβι∙ ήταν τρία, αγγλικόν, γαλλικόν κι αουστριακόν. Εγώ μπήκα εις το καράβι το αγγλικόν. Πήγαμεν εις Καλαμάτα… <αργότερα> εις την Τροπολιτσά… εις τ’ Ανάπλι…

Πριν προχωρήσουμε στη δεύτερη αναφορά του Μακρυγιάννη, αξίζει να επισημάνουμε ότι το κυπριόπουλο, με την πράξη του, έσωσε[6] από σίγουρο θάνατο τους άνδρες του Μακρυγιάννη∙ δεν υπήρχε περίπτωση να κρατηθεί το «σάπιον» κάστρο, όπως το χαρακτήρισε ο ίδιος ο Μακρυγιάννης. Η τόλμη του Μιχάλη να κολυμπήσει όλο το βράδυ στα παγωμένα νερά του Ναβαρίνου, για να μεταφέρει στην αγγλική φρεγάδα το μήνυμα του Μακρυγιάννη, δείχνει τη γενναιότητά του, αλλά και το γεγονός ότι κολύμπησε τόσες ώρες και ξέφευγε οληνύχτα από τους Αιγυπτίους, οι οποίοι τον είχαν επισημάνει και τον πυροβολούσαν, είναι μια ένδειξη ότι ήταν δεινός κολυμβητής, αλλά συνάμα και μια ένδειξη ότι στο μέρος της Κύπρου απ’ όπου καταγόταν γνώριζαν από θάλασσα. Πιθανόν να γνώριζε και αγγλικά, («είπε στοματικώς την κατάστασιν του κάστρου») αν και τα ξένα καράβια σίγουρα θα είχαν διερμηνείς. Αργότερα ο Μακρυγιάννης μας πληροφορεί ότι ο καπετάνιος του συγκεκριμένου αγγλικού γνώριζε ελληνικά. Δεν γνωρίζουμε κανένα άλλο στοιχείο για την ταυτότητά του, πέρα από το όνοματεπώνυμό του, το οποίο αναφέρει ο Μακρυγιάννης. Και, βέβαια, το επώνυμο Κυπραίος / Κύπριος / Κυπριώτης το έφεραν πάρα πολλοί Κύπριοι αγωνιστές, αντί του πραγματικού τους επωνύμου, ίσως για να μη θέτουν σε κίνδυνο τους συγγενείς τους στην τουρκοκρατούμενη Κύπρο. Όπως θα δούμε αργότερα, είχε έναν αδελφό αγωνιστή κι αυτόν στην επανάσταση. 

Μετά την παράδοση του Νιόκαστρου, ο Μιχάλης ακολουθεί πάλι, ως απλός στρατιώτης, τον Μακρυγιάννη και φτάνουν μαζί με τ’ άλλα παλληκάρια του στο Ναύπλιο. Πολύ σύντομα θα μετακινηθούν στους Μύλους, ένα μικρό χωριό 30 σπιτιών, κοντά στο Ναύπλιο, με τη λίμνη του τη Λέρνη, το νερό της οποίας κινεί τους αλευρόμυλους. Το μέρος είναι πολύ σημαντικό γιατί εκεί υπάρχουν αποθέματα σιτηρών και αλεύρου σε μεγάλες ποσότητες. Ενόσω ο Ιμπραήμ βρίσκεται στο εσωτερικό, προς την Τριπολιτσά, ο Μακρυγιάννης φτιάχνει οχυρώσεις και επιδιορθώνει τους δύο πύργους, γιατί υπολογίζει πως εκεί σύντομα θα τον αντιμετωπίσει. Ενδυναμώνει συνεχώς τη θέση του γιατί πιστεύει πως αν πέσουν οι Μύλοι σίγουρα θα χαθεί και το Ναύπλιο.

Στους Μύλους άρχισαν να έρχονται ενισχύσεις από τον Χατζημιχάλη, τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη και τον Δημήτριο Υψηλάντη. Τον επισκέπτεται κι ο Γάλλος ναύαρχος Δεριγνύ, ο οποίος του δηλώνει ότι δεν θα πολεμήσει τον Ιμπραήμ, και στην παρατήρησή του ότι οι θέσεις τους είναι αδύνατες ο Μακρυγιάννης του απάντησε: …είναι αδύνατες οι θέσεις κι εμείς, όμως είναι δυνατός ο Θεός οπού μας προστατεύει∙ και θα δείξομεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσες τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ’ έναν τρόπον ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε∙ τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν κι όταν κάνουν αυτείνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδίζουν. Η θέση οπού είμαστε εδώ είναι τοιούτη∙ και θα ιδούμεν την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς. «Τρε μπιέν», λέγει κι αναχώρησεν ο ναύαρχος.   

Κατά το δειλινό έρχονται κι άλλες ενισχύσεις με τον Χατζηστεφανή. Οι άνδρες του Μακρυγιάννη φύλαξαν καραούλι μέχρι τα μεσάνυχτα και μετά ανέλαβαν άλλοι, οι οποίοι όμως εγκατέλειψαν τις θέσεις σκοπιάς και κοιμήθηκαν. Ο Μακρυγιάννης, συνεχώς ανήσυχος, «βλέπει κι ακούει» στον ύπνο του κάποιον να του φωνάζει «σήκου». Πετάγεται πάνω και όταν κοιτάζει από το παράθυρο διαπιστώνει πως ο τόπος γέμισε Τούρκους οι οποίοι κατέλαβαν το μέρος του περιβολιού που είναι οι δύο πύργοι. Τότε, παίρνει πενήντα παλληκάρια και τους οδηγεί στα νώτα των Τούρκων περνώντας μέσα από τον διπλανό μύλο και μέσα από μεγάλα χόρτα στα τείχη που συγκρατούν το νερό. Τους αιφνιδιάζει και τους διώχνει από το περιβόλι σκοτώνοντας αρκετούς. Αυτοί αποσύρθηκαν περιμένοντας να φτάσει ο Ιμπραήμ, που πράγματι έφτασε με πεζικό και ιππικό και κατέλαβε το παλαιόκαστρο στη ράχη των Μύλων.

Είναι 13 Ιουνίου 1825, μεσημέριασε πια, είναι «κάψη», δηλαδή καύσωνας, και οι Τούρκοι περιμένουν να δροσίσει λίγο για ν’ αρχίσουν την επίθεση. Εν τω μεταξύ ήρθαν δύο ελληνικά καράβια κι έφεραν Κρητικούς. Οι αρχηγοί συμφώνησαν σε ποιο μέρος θα πολεμήσει ο καθένας, διώχτηκαν σκόπιμα τα καράβια και περίμεναν. Όταν δρόσισε, ο Μακρυγιάννης με μερικούς από τους ανθρώπους του ξεκίνησε το τουφεκίδι ξεκινώντας τη μάχη. Ο Ιμπραήμ τότε κινήθηκε και κατέλαβε το περιβόλι με τους πύργους με πρόθεση να προχωρήσει προς το μέτωπο της θάλασσας. Οι Έλληνες όμως, συντονισμένα, αντεπιτέθηκαν και τους απώθησαν για δεύτερη φορά. Ο Ιμπραήμ, που έβλεπε με κιάλια, έστειλε κι άλλους στρατιώτες, με αποτέλεσμα να επιτεθούν ξανά κι αυτοί. Σ’αυτή την φάση της μάχης ο Μακρυγιάννης έχασε ένα από τα καλύτερά του παλληκάρια, τον Κατσούγια (άλλοι τον αναφέρουν ως Κατσούδα). Με τη βοήθεια του Γκούρα πήραν τον νεκρό και τον μετέφεραν στα μετόπισθεν, στο πόστο τους. Εκεί κοντά είναι θαμμένος ο γενναίος πατριώτης.

Οι Γάλλοι, που έβλεπαν τη μάχη από τη φρεγάδα τους, ενθουσιάστηκαν και τους πήγαν μια κασέλα ρούμι γιατί ήθελαν να τους βοηθήσουν…

 …τους βάλαμε <τους Γάλλους> στην κούλια <πύργο>. Μοίρασα το ρούμι των ανθρώπων δια να ιδεί κι ο ναύαρχος με τους φίλους του τον πόλεμον. Τότε κάνομε και τρίτο γιρούσι και τους δώσαμεν έναν σκοτωμόν καλόν∙ οι γενναίοι Κρητικοί και οι Ψαριανοί με τα μίστικα –χάριτες χρωστάγει η πατρίδα σ’ αυτούς τους γενναίους ανθρώπους και καλούς πατριώτες. Τότε, εκεί οπού ριχτήκαμεν στο γιρούσι, μου πληγώθηκε βαρέως και ύστερα πέθανε ο καλός και γενναίος πατριώτης Μιχάλης Κυπραίος, οπού ’στειλα της πλεγής και πήγε εις την αγγλική φεργάδα, όταν κιντυνεύαμε εις το Νιόκαστρο[7].  

Στη συνέχεια, ήρθαν λίγες ακόμα ενισχύσεις από το Ναύπλιο, γινόταν συντονισμένα η επίθεση, αλλά πληγώθηκε κι ο Μακρυγιάννης στο δεξί του χέρι με βόλι από μουσκέτο. Η μάχη τελείωσε σε λίγο και τον μετέφεραν με μια φελούκα στη γαλλική φρεγάδα, όπου τον περιποιήθηκαν οι γιατροί και κατά το σούρουπο τον πήγαν στο Ναύπλιο. Ο Ιμπραήμ έφυγε ηττημένος. Η Μάχη των Μύλων[8] υπήρξε πολύ σημαντική, γιατί έδειξε ότι ο Ιμπραήμ δεν ήταν ανίκητος και η μάχη αυτή είχε θετική επίδραση στην εξέλιξη της Επανάστασης.

Αξίζει να αναφερθεί εδώ, ότι ο Σκωτσέζος Thomas Gordon, ήταν από τους πρώτους Φιλέλληνες, που πήγαν εθελοντικά το 1821 στην Ελλάδα για να βοηθήσουν την Επανάσταση και έμεινε για μερικούς μήνες. Έναν χρόνο μετά τη μάχη των Μύλων, τον Μάιο του 1826, μετά από πέντε χρόνια δηλαδή, επέστρεψε ξανά στην Ελλάδα, και συναντήθηκε με τον Μακρυγιάννη, ο οποίος μάλιστα τον πρότεινε στην Κυβέρνηση για να αναλάβει τη στρατιωτική αρχηγία, εισήγηση που εισακούστηκε. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του, πήρε πληροφορίες από αυτόπτες μάρτυρες, και φυσικά από τον ίδιο τον Μακρυγιάννη για τη μάχη των Μύλων και άλλες μάχες και γεγονότα. Το αρχείο του δωρήθηκε αργότερα από τους απογόνους του στο Πανεπιστήμιο του Aberdeen, στη Σκωτία. Το τμήμα για την Ελληνική Επανάσταση περιέχει 800 αντικείμενα όπως έγγραφα, επιστολές, χάρτες, σχεδιαγράμματα, περιγραφές, συνεντεύξεις από αυτόπτες μάρτυρες των μαχών κτλ., και ίσως να κρύβονται εκεί, κάποιες ακόμα πληροφορίες για τον ηρωικό Κύπριο. Το έργο του για την Επανάσταση το εξέδωσε, σχετικά νωρίς, το 1832 σε δύο τόμους, ενώ ο Μακρυγιάννης άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του στις αρχές του 1829, αλλά εκδόθηκαν από τον Γιάννη Βλαχογιάννη το 1909.

Στη συνέχεια δίνουμε τα σχετικά με τον Κύπριο στρατιώτη αποσπάσματα και από το βιβλίο του Gordon[9]:

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ένας Κύπριος στρατιώτης κολύμπησε με τόλμη μέσα από τα πυρά των Αιγυπτίων, προς μια αγγλική φρεγάδα που διακρινόταν στη θάλασσα, έχοντας μαζί του μια επιστολή που ζητούσε την παρουσία και την παρέμβαση κάποιων ευρωπαϊκών πολεμικών πλοίων∙ και ως συνέπεια αυτού του αιτήματος, μια γαλλική σκούνα, η Αμαράνθη, και μια αυστριακή σκούνα, η Αρέθουσα, έφτασαν στο Ναβαρίνο. Στις 23, <6 Μαΐου, με το νέο ημερολόγιο> σαράντα Μουσουλμάνοι έλαβαν θέσεις με οπλισμό, και οι Έλληνες ξεκίνησαν την εκκένωσή τους. Αλλά όταν 200 από αυτούς μπήκαν στη σειρά για να αποσυρθούν πριν τα τάγματα του Πασά συνταχθούν σε θέσεις μάχης, προέκυψε ένας συναγερμός για μπαμπεσιά, έκλεισαν τις πύλες και απειλούσαν τη ζωή των Τούρκων οι οποίοι μπήκαν στον χώρο. Ωστόσο, οι Γάλλοι και Αυστριακοί καπετάνιοι, πάτησαν στην ξηρά με τον Κύπριο στρατιώτη, για τη μοίρα του οποίου οι σύντροφοί του μέχρι στιγμής δεν γνώριζαν τίποτε, όλα διευθετήθηκαν, και οι πολιορκημένοι, με τις αποσκευές τους, αποβιβάστηκαν στην Καλαμάτα…

Ο Μακρυγιάννης, εκτός από τα απομνημονεύματά του, και άλλα κείμενα, μας άφησε ένα ακόμα μεγάλο μνημείο: τις πέντε σειρές με τις ζωγραφιές του Παναγιώτη Ζωγράφου και των δύο παιδιών του για το «Μέρος των πολέμων της Ελλάδος, σχεδιασθέντων κατά στοχασμόν, υπαγόρευσιν και δι’ ιδίων εξόδων του Συνταγματάρχου Μακρυγιάννη προς ευχαρίστησιν των Ελλήνων και ευεργετών μας Φιλελλήνων». Επειδή γνώριζε ότι πολλοί όπως και ο ίδιος ήταν αγράμματοι, θέλησε με τις ζωγραφιές να κάνει πιο ζωντανές και κατανοητές σ’ αυτούς, τις σπουδαιότερες, τουλάχιστον μάχες. Οι ζωγραφιές έγιναν από το 1836 μέχρι το 1839, ενώ από το 1829 είχε αρχίσει ήδη να γράφει τα απομνημονεύματά του, τα οποία ολοκλήρωσε το 1850.

Μεταξύ των σπουδαίων αυτών ζωγραφικών έργων, το δέκατο τρίτο και το δέκατο τέταρτο της σειράς[10], παρουσιάζουν τις μάχες των Ναβαρίνων και των Μύλων αντίστοιχα. Ο Μακρυγιάννης, με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια περιγράφει τις μάχες και ο Παναγιώτης Ζωγράφος μετατρέπει τον λόγο του σε εικόνα και υποσημειώνει τις βασικές πληροφορίες του Μακρυγιάννη για τις μάχες για τις αντίστοιχες αριθμητικές ενδείξεις που σημειώνονται, επίσης σε κάθε ζωγραφικό έργο.

Στον πίνακα για τη «Μάχη στο Νιόκαστρο της Πυλίας», δεν υπάρχει κάτι που να φωτίζει περισσότερο την περιπετειώδη νυχτερινή διαδρομή του Μιχάλη μέχρι την αγγλική φρεγάδα, όμως στον πίνακα που παρουσιάζει τη «Μάχη των Μύλων» υπάρχουν στοιχεία, τα οποία μας βοηθούν να σχολιάσουμε για να φωτιστούν, έστω λίγο, οι τελευταίες στιγμές του Κύπριου αγωνιστή της Ελευθερίας.

 


 Με τη σημερινή τεχνολογία και με μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο μπορούμε να δούμε το πεδίο της μάχης, από πολλές γωνίες και να συγκρίνουμε τη σημερινή εικόνα της περιοχής, με την εικόνα του Παναγιώτη Ζωγράφου. Είναι συγκινητικό να βλέπει κανένας πόση ομοιότητα υπάρχει. Τα βουνά, η λίμνη Λέρνη και τα ποτάμια στη θέση τους, το Παλαιόκαστρο στη θέση του, στη θέση τους όρθιοι οι πύργοι, κι η αποβάθρα ακόμα, στο ίδιο σημείο. Δεν έχουμε παρά να φανταστούμε τη μάχη, στηριζόμενοι στις σημειώσεις του πίνακα και στις περιγραφές των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη.

Βλέποντας, λοιπόν, τον πίνακα και συμβουλευόμενοι τις σημειώσεις, βαδίζουμε στα βήματα του Μιχάλη στις τρεις φάσεις της μάχης και ιδιαίτερα στην τελευταία επίθεση, που ήταν γι’ αυτόν πορεία προς τον θάνατο. Γνωρίζουμε το πόστο του Μακρυγιάννη, γνωρίζουμε ακριβώς τις τρεις διαδρομές στις τρεις επιθέσεις εναντίον των Τούρκων: στις σημειώσεις του πίνακα ο Μακρυγιάννης, σημειώνει για ακόμα μια φορά ότι υπήρξε ένας νεκρός, ο Κατσούδας, που σκοτώθηκε στη δεύτερη επίθεση. Στην τρίτη επίθεση, πάλι προς τη δυτική πλευρά κοντά στο τείχος του περιβολιού πιο ανατολικά, όπως είπαμε, πολεμούσε ο Υψηλάντης γράφει για έναν τραυματία και σημειώνει ότι τραυματίστηκε κι ο ίδιος. Ο τραυματίας, βέβαια, είναι ο Μιχάλης.

 


Στη σημείωση με αριθμό 16, του πίνακα, ο Μακρυγιάννης μας πληροφορεί ότι «η φεργάδα του Ντερνή <Δεριγνύ> επεριποιήθη αρκετά τους Έλληνας, και μάλιστα τους πληγωθέντας, οι ιατροί αυτής». Επομένως οι τραυματισμένοι κι ο ίδιος, ακόμα, ο Μακρυγιάννης, που οι γιατροί, ματαίως, ήθελαν να τον κρατήσουν για περαιτέρω περίθαλψη είχαν μεταφερθεί με φελούκες στη γαλλική φρεγάδα. Στον ζωγραφικό πίνακα μπορούμε ακόμα να παρακολουθήσουμε τη διαδρομή της φελούκας προς τη γαλλική φρεγάδα, και μπορούμε να φανταστούμε πόσο ταλαιπωρήθηκε, πόσο δύσκολες πρέπει να ήταν εκείνες οι στιγμές του Μιχάλη γιατί είναι πολύ πιθανόν, ανάμεσα σ’ αυτούς που μεταφέρθηκαν για περίθαλψη να ήταν και ο Μιχάλης. Ήταν βαριά τραυματισμένος και οι γιατροί θα τον κράτησαν αγωνιζόμενοι να τον σώσουν. Αργότερα, μάλλον μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο γιατί υπάρχει η πληροφορία ότι απεβίωσε στο Νοσοκομείο του Ναυπλίου. Η πληροφορία προέρχεται από τον αδελφό του Αντώνιο Κύπριο, ο οποίος με μια επιστολή[11] του διεκδικεί τετρακόσια γρόσια και μια φορεσιά, περιουσία του αδελφού του την οποία κατακρατεί ο Γεώργιος, αδελφός του καπ.(ετάν) Μιχάλη Κυπρίου, και την οποία απέκτησε εκμεταλλευόμενος τη συνωνυμία του με τον αδελφό του.(Τα έλαβε κηρύξας τον εαυτόν του συγγενήν του αποθανόντος).  

Όπως γνωρίζουμε (δες σημ.1) τα όπλα που είχε ο Μιχάλης στο Νιόκαστρο, μια πιστόλα, ένα μαχαίρι και το τουφέκι του, είχαν παραδοθεί στον εχθρό γιατί ήταν όρος της συμφωνίας του Μακρυγιάννη με τον Ιμπραήμ. Το πιο πιθανό είναι να είχε τον ίδιο οπλισμό και στη μάχη των Μύλων. Όπως όμως και να έδωσε τις μάχες του, τις έδωσε με γενναιότητα και η Κύπρος είναι περήφανη γι’ αυτό το παλληκάρι, είναι περήφανη γι’αυτό το «καβάτζι[12]»  γιατί γνωρίζει πως το «…ίλαντρον όντας κοπεί καβάτζιν / τριγύρω του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια», και η βαθύτερη ουσία τούτων των στίχων του ποιητή της «9ης Ιουλίου 1821…» Βασίλη Μιχαηλίδη είναι ακριβώς η ίδια όπως και η απάντηση του Στρατηγού Μακρυγιάννη προς τον Δεριγνύ: «…ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε∙ τρώνε από μας και μένει και μαγιά».

Λευκωσία, 20 05 2020



[1] Σε φάκελο του Υπουργείου Πολέμου βρίσκεται καταγραφή όλων των ελλ. όπλων εκάστου στρατιώτου του Μακρυγιάννη, άτινα παραδοθήσονται εις χείρας του εχθρού, με ημερομηνία 5 Μαΐου 1825 στο Νεόκαστρο. Ανάμεσα στα ονόματα των στρατιωτών βρίσκεται και το όνομα του Μιχάλη Κυπραίου, ο οποίος βρισκόταν ήδη σε αποστολή που του είχε ανατεθεί. Ήταν χρεωμένος με πιστόλα, μαχαίρι και τουφέκι. Βλ. Γ. Χατζηκωστής (εισαγωγή - επιμέλεια) Αρχείον Ροδίωνος Π. Γεωργιάδη, Λευκωσία 2008, τόμ. Β, σελ.154 και τομ. Γ, σελ. 67 και σελ.70.

[2] Οι πληροφορίες εδώ, προέρχονται από τη δίτομη έκδοση της εφημερίδας Καθημερινή, «Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα», 2014, η οποία είναι επανέκδοση της έκδοσης του 1907, με τη μεταγραφή και τις σημειώσεις του Γιάννη Βλαχογιάννη. Εδώ, όσες σημειώσεις του χρησιμοποιούνται, τίθενται σε πλάγια μορφή. Δικές μας διευκρινίσεις τίθενται σε γωνιώδεις αγκύλες < >. Επίσης, δίδονται πληροφορίες και από το βιβλίο του φιλέλληνα ιστορικού Thomas Gordon F.R.S., History of the Greek Revolution, Edinbourgh, London, 1832, (στο εξής Gordon).  

[3] Κολυμβητικώς.

[4] Το επεισόδιον του Κυπρίου μνημονεύεται και υπό του Γόρδωνος <Gordon, Vol. 2, p. 206, p. 218> και του Τρικούπη, αντιγράφοντος εντούτοις τον Γόρδωνα. Κατ’ αυτούς δε ο κατάπλους των δύο ημιολιών <η ημιολία είναι δικάταρτο πολεμικό ή εμπορικό ιστιοφόρο με τετράγωνα ιστία, κοινώς γολέτα>, της γαλλικής «Αμαράντου» και της αυστριακής «Αρεθούσης», προεκλήθη δια της του Κυπρίου αποστολής, μεταβάντος μετά της φρεγάτας εις Σμύρνην. Ενταύθα όμως ο Μακρυγιάννης γράφει περί του κατάπλου μόνον αγγλικού βρικίου εκ Ζακύνθου.

[5] Η επιβίβαση στα ευρωπαϊκά καράβια έγινε την 6η Μαΐου 1825.

[6] Όπως αναφέρει στη συνέχεια ο Μακρυγιάννης, ο Ιμπραήμ δεν τήρησε τη συμφωνία του: «…μας κλέψαν και εξήντα τρεις ανθρώπους εκεί όπου πέρναγαν να βαρκαριστούν. Τους έπαιρναν οι κολόνες <τα στρατιωτικά σώματα των Τούρκων> και τους έκρυβε μία την άλλη∙ και τους έσφαξαν εις το κάστρο κουρπάνι <θυσία>. Όταν μπήκανε μέσα, τους θυσίασαν όλους και τους εξήντα τρεις».   

[7] «Ο Κύπριος στρατιώτης, όστις τόσον γενναίως εκολύμβησε προς το αγγλικόν πολεμικόν εις Ναβαρίνους, έπεσε νεκρός». (Γόρδων) <The Cyprian soldier who so doldly swam out to English men-of-war at Navarin, lost his life, Gordon ΙΙ, p. 218, δες και σημ. 3>.

[8] Ο Ναύαρχος Ντερνής, <Δεριγνύ>, αφού είδε τον πόλεμον, έκαμε έκθεσιν και την έβαλε εις τις εφημερίδες τις γαλλικές.

[9] …During the interval of debate, an English frigate being descried at sea, a Cyprian soldier boldly swam out to her under the fire of Egyptians, with a letter begging the presence and interference of some European ships of war; and in consequence of that application the French schooner Amaranthe, and the Austrian schooner Arethusa, arrived at Navarin. On the 23d, forty Mussulmans took possession of the artillery, and the Greeks commence their evacuation; but when 200 of them had filed off before the Pashia’s battalions drawn up in order of battle, an alarm of treachery arising, they shut the gates, and threatened the lives of the Turks whom they had admitted. However, the French and Austrian captains coming ashore with the Cyprian, of whose fate his comrades had hitherto been ignorant, all was arranged, and the insurgents, going on board the transports freighted for them, were landed at Calamata… <Gordon II, p. 206>.  

[10] Η σειρά από την οποία αντλούμε τις πληροφορίες αποτελείται από 24 υδατογραφίες σε χοντρό χαρτόνι διαστάσεων 46x60 εκ., υπογραμμένες από τον Δημήτριο Ζωγράφο. Η σειρά των έργων είναι τοποθετημένη από τον Μακρυγιάννη σε ένα ταπεινό ξύλινο κουτί και φυλάγεται τώρα στη Βιβλιοθήκη του Πύργου του Ουίνδσορ. Τη σειρά εξέδωσε για πρώτη φορά η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος το 1976, με εισαγωγικό κείμενο της Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα.

[11] Χατζηκωστής Γ. (εισαγωγή – επιμέλεια), Αρχείον Ροδίωνος Π. Γεωργιάδη, τομ.Γ΄, Η συμβολή της Κύπρου στην Ελληνική Επανάσταση (έγγραφα των γενικών αρχείων του ελληνικού κράτους), Λευκωσία 2008, σ.88. Ολόκληρη η επιστολή με αρ. 12441 έχει ως εξής: Ο Αντώνιος Κύπριος αναφέρεται προς το υπουργείον τούτο <Πολέμου> ότι ο αδελφός μου Μιχαήλ όστις πληγωθείς εις την εν Μύλοις μάχην απέθανεν εις το ενταύθα Νοσοκομείον, είχε γρ. τετρακόσια αριθ. 400 εις μετρητά εις μίαν φορεσιάν, φορέματα και διάφορα άλλα πράγματα, τα οποία ο Γεώργιος αδελφός του καπ.<ετάν> Μιχάλη Κυπρίου τα έλαβεν κηρύξας τον εαυτόν του συγγενήν του αποθανόντος, επειδή δε ο ειρημένος Γεώργιος όστις κατακρατεί τα ανωτέρω πράγματα ευρίσκεται ήδη εις Κρήτην και ο αδελφός του αποθανόντος έρχεται εις τα αυτόσε, δια τούτο προσκαλείται η Επιτροπή αυτή να ενεργήση και να υποχρεώσει τον κατακρατούντα αδελφόν του αποθανόντος δια να μη αδικηθεί έχων και εκδουλεύσεις εις την Πατρίδα. <«όπισθεν»>:Να υποχρεώσει τον Γεώργιον αδελφόν του καπ.<ετάν> Μιχάλη Κυπρίου να δώσει εις τον Αντώνιον Κύπριον τα 400 γρ. και μίαν φορεσιάν ρούχα τα οποία επί λόγω συγγενείας κληρονόμησε παρά του αποθανόντος εν τω νοσοκομείω αυταδέλφου του Μιχάλη. Εν Ναυπλίω, τη 10η 8/βρίου 1825.

[12] Το δέντρο λεύκα η μέλαινα.

 

Ωδή σε ένα γενναίο Κυπριόπουλο του ’21

 …Το βράδυ είχε έρθει μια φεργάδα αγγλική και τα τούρκικα καράβια την είχαν στην μέση να μην ανταποκρινόμαστε εμείς μ’ αυτείνη∙ φοβόνταν. Τότε στέλνομεν έναν Κυπραίον με γράμματα της πλεγής. Τον πήραν χαμπέρι τα τούρκικα και τον κυνήγησαν οληνύχτα∙ και τόπεσαν τα γράμματα εκεί όπου βούταγε εις την θάλασσα. Και πήγε εις την φεργάδα∙ και μπαίνοντας μέσα, έπεσε πεθαμένος. Τον κρεμάσανε και βήκε το νερό∙ και τόβαλαν σπίρτα κι αναστήθη. Και είπε των Άγγλων τον χαμόν των γραμμάτων, οπού του είχαμε δομένα. Είπε στοματικώς την κατάστασιν του κάστρου και τις πρόφασες του Μπραΐμη.

…Τότε κάνωμεν και τρίτον γιρούσι και τους δώσαμε έναν σκοτωμόν καλόν. Τότε, εκεί οπού ριχτήκαμεν στο γιρούσι, μου πληγώθηκε βαρέως και ύστερα πέθανε ο καλός και γενναίος πατριώτης Μιχάλης Κυπραίος, οπού ’στειλα της πλεγής και πήγε εις την αγγλική φεργάδα, όταν κινδυνεύαμε στο Νιόκαστρο. 

[Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα]  

 

Ποια μοίρα φώτισε τον δρόμο
για το ταξίδι το στερνό
ποια μοίρα νύχτωσε τον τρόμο
προμάχο σ’ όρισε τρανό

Της μάνας οι ευχές όσες τ’ αστέρια
ατσάλινα σπαθιά τα δυο σου χέρια

Ποια λάβα μέσα σου κοχλάζει
ατσάλι λειώνει και ζυγούς
στη μάχη φόβος δεν σε σκιάζει
κοντά σου έχεις σταυραετούς

Ατσάλινα σπαθιά τα δυο σου χέρια
δεν σε τρομάζουνε τούτα τ’ ασκέρια
 
Ποια τύχη σού ’λαχε Μιχάλη
στο Νιόκαστρο καρτερικά
εσύ κι η θάλασσα σε πάλη
για ύψιστα ιδανικά

Δεν σε τρομάζουνε τ’ ασκέρια
σήμερα χόρεψες μαχαίρια

Στην κάψη μήνα Πρωτογιούνη
στους Μύλους έφτασε εχτρός
στ’ απάτητο το κορφοβούνι
αγώνας δίνεται αγνός

Σήμερα χόρεψες μαχαίρια
στ’ αντρόπιαστα πλατιά σου χέρια

Ένας λεβέντης μες στο αίμα
τον κλαίνε λόγγοι και βουνά
του ήλιου χάθηκε το στέμμα
μια μάνα κάπου ξαγρυπνά.


30/4/2020



 

3 Ιουν 2021

Η "ΛΑΜΠΟΥΣΑ"

Η "ΛΑΜΠΟΥΣΑ"

διήγημα του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
 
-"Πρόσεξε μην κάνεις καμιά τρελή κίνηση", όπως την άλλη φορά, γιατί θα σου τα κάνω λίμπα εδώ μέσα, έλεγα στον Πέτρο τον ξάδελφό μου, καθώς οπισθοχωρούσα προσέχοντας μη με αρπάξει. Τα έλεγα αυτά προσπαθώντας να πάρω το πιο σοβαρό και θυμωμένο μου ύφος, για να τον κάνω να πιστέψει ότι εννοούσα αυτά που έλεγα. Αυτός έτσι έκανε πάντα. Στην αρχή χασκογελούσε, έκανε κάποιες παραπλανητικές κινήσεις, τάχατες ότι τινάζει τις πετσέτες του ή ότι θα ποτίσει τους βασιλικούς του, ο σκυφτοκρύφτας, αλλά ξαφνικά άφηνε το ποτιστήρι, πεταγόταν σαν αγριόγατος και με άρπαζε με αυτές τις χερούκλες του, που ήτανε σαν τεράστιες τανάλιες και μέσα σε πέντε λεπτά το πολύ τα ωραία μου μαύρα μαλλάκια παρασύρονταν από το αεράκι εδώ κι εκεί, επάνω στο θαμπό τσιμεντένιο δάπεδο του κουρείου του. 

Με οδηγούσε σαν κατάδικο στην ηλεκτρική καρέκλα έχοντας συνεχώς το αριστερό του χέρι στο κεφάλι μου, με πίεζε προς τα κάτω γιατί φοβόταν ότι θα βρω την ευκαιρία να του ξεφύγω και με το δεξί άνοιγε το συρτάρι κι έπαιρνε τη μηχανή. Προσπαθούσα να γυρίσω το κεφάλι για να δω, αλλά αυτό ήταν μάταιο. Σκόπιμα με κρατούσε ακίνητο, για να μη ξέρω ποια μηχανή θα χρησιμοποιήσει. Όταν η μηχανή όμως άγγιζε στο σβέρκο, καταλάβαινα αμέσως ότι ήταν η «νούμερο ένα», η ψιλή δηλαδή, γιατί ήταν πιο στενή. Μόλις που κατόρθωνα να βγάλω ένα κράξιμο για διαμαρτυρία, σαν πετεινάρι που δοκιμάζει για πρώτη φορά το λαρύγγι του και πριν προλάβω να κάνω οτιδήποτε άλλο, η μηχανή είχε ήδη προχωρήσει και η πρώτη τούφα μού γαργαλούσε το μέτωπο κι έπεφτε στην άσπρη ποδιά μπροστά μου.

Εδώ είχαμε χαλαρωτικά μέτρα, γιατί ήξερε ότι δεν μπορούσα πια να ξεφύγω. Έπαιρνα βαθιά αναπνοή σήκωνα με αγωνία το κεφάλι, αλλά αυτό που αντίκριζα ήταν πάντα αυτό που φανταζόμουνα. Ό,τι είχαν οι Ινδιάνοι στο κεφάλι τους, έλειπε από το δικό μου. Τι να πεις πια, για μια χαμένη υπόθεση; Διέκρινα μόνο μέσα από τον καθρέφτη το μούτρο του, που χαμογελούσε από ικανοποίηση σαν αγρότης που απολαμβάνει το φρεσκοθερισμένο του χωράφι.

Δεν του αρκούσε να χαίρεται για το ανόσιο έργο του, είχε και την αναίδεια να ειρωνεύεται κιόλας.
-"Κούννα θα σε κάνω", έλεγε και εννοούσε ότι το κεφάλι μου σε λίγο θα έμοιαζε σαν αμυγδαλό-ψιχα που της έχουν αφαιρέσει την καφετιά φλούδα της.
-"Εγώ για να κουρευτώ", συνέχιζε, "πρέπει να πάω με το ποδήλατο πέντε χιλιόμετρα κι εσύ έχεις τη «Λάμπουσα» δίπλα στο σπίτι σου και μου κάνεις και τον παραπονούμενο";

Άλλαζε θέση μετά, ερχόταν δίπλα, ξανάβαζε το χέρι στο κεφάλι, το έσπρωχνε για να πάρει την κλίση που τον βόλευε, και το μαρτύριο ξανάρχιζε. Όπως είχα το κεφάλι γερμένο στο πλάι, προσπαθούσα να δω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, αλλά δεν ήταν δυνατό. Έβλεπα μόνο μια άκρη του και πιο κει ένα κάδρο που παρουσίαζε στα αριστερά έναν κυνηγό να σημαδεύει με το όπλο του, και στα δεξιά ένα σκύλο να πλησιάζει έχοντας στο στόμα ένα πουλί.

Ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω αυτή τη σκηνή. Αφού ο σκύλος πλησίαζε με το θήραμα στο στόμα, πώς ήταν δυνατό ο κυνηγός να μην είχε ήδη κατεβάσει το όπλο του; Όχι, άλλη πρέπει να ήταν η εξήγηση. Ο κυνηγός ετοιμαζόταν να ρίξει σε δεύτερο στόχο. Μα, υπήρχε πάλι κενό. Τα πουλιά θα έπρεπε να είχαν πετάξει μακριά μετά τον πρώτο πυροβολισμό. Μυστήρια πράγματα. 

Μετά έσπρωχνε με ευγενική κίνηση με το δάχτυλο το κεφάλι, σημάδι πως είχε σειρά η άλλη πλευρά και τώρα έβλεπα μια άλλη στενή λωρίδα τού καθρέφτη και το γνωστό «ο πωλών τοις μετρητοίς, κι ο πωλών επί πιστώσει». Μου σπάει τα νεύρα αυτός ο στρογγυλοπρόσωπος τύπος που κάθεται στην πολυθρόνα. Ίδιος ο Χρυσαφίνης που μας έδινε το παγωτό, αλλά δεν το άφηνε από το χέρι, πριν κλείσει η παλάμη και αφήσει τα χρήματά μας με ασφάλεια στην τσέπη τής άσπρης του ποδιάς. 

Αισθάνομαι το δάχτυλό του ξανά στο κεφάλι και βλέπω πάλι τον κυνηγό. Βλακεία σκέτη είναι, σκέφτομαι, και το μάτι μου πιάνει το σαγόνι τού Πέτρου, που μιμείται την κίνηση των δαχτύλων του, καθώς η παλάμη ανοιγοκλείνει για να δουλέψει η μηχανή. Με πιάνουν τα γέλια και αυτός με πληγώνει λιγάκι, κοντά στ’ αυτί και τρέχει αίμα.

-"Τι σ’ έπιασε τώρα και γελάς, αυγά σου καθαρίζουνε;" είπε, αφήνοντας τη μηχανή ψάχνοντας κάτι στο ντουλαπάκι.
-"Εσένα τι σ’ έπιασε κατακαλόκαιρα, είπα και χτυπάς τα σαγόνια σου, πυρετό έχεις;"
-"Τώρα θα σου δείξω ποιος έχει πυρετό", απάντησε, και μου κόλλησε το καυτήριο στο σημείο που έτρεχε το αίμα, στριφογυρνώντας το για να πιάσει καλά, αλλά εμένα μου είχε κοπεί η αναπνοή.
-"Πρόσεξε πολύ καλά, του ξαναβρόντηξα, γιατί θα σου χαλάσω τη "Λάμπουσα", για να μη σου πω ότι αυτό θα γινόταν από χθες, αν δεν εμπόδιζα τους άλλους. Ήταν έτοιμοι να πετάξουν πέτρες στην πινακίδα σου, αλλά δεν τους άφησα.

Χρησιμοποιούσα όλα τα μέσα που είχα στη διάθεσή μου, για να κρατήσω τα μαλλιά μου για όλες τις μέρες που απέμεναν μέχρι ν’ ανοίξουν τα σχολεία, και αν ήταν δυνατό, μέχρι και την τρίτη προειδοποίηση του διευθυντή τού σχολείου. Τι αρχηγός θα ήμουν μετά, με ξυρισμένο σχεδόν το κεφάλι. Η διατήρηση των μαλλιών ήταν για μένα κάτι σαν την ιστορία με τον Σαμψών. Η διατήρηση της αρχηγίας προϋπέθετε δύναμη κι ήταν απόλυτα συνυφασμένη με τη διατήρηση των μαλλιών. Μετά την τρίτη προειδοποίηση τα πράγματα δυσκόλευαν πάρα πολύ. Ο κύριος «Παρπέτας», όπως τον λέγαμε, μας πλησίαζε, τσιμπούσε τη φαβορίτα και την τραβούσε προς τα πάνω και οι άλλοι που ήτανε γουλί γελούσαν όχι από κακεντρέχεια αλλά πιο πολύ βλέποντας τις γκριμάτσες πόνου που έκαναν οι «ανωθρώσκοντες» συμμαθητές. 

Στο άκουσμα αυτών των λέξεων ο Πέτρος πετάχτηκε έξω αλαφιασμένος, να διαπιστώσει αν ήταν στη θέση της η πινακίδα. Ψέματα του έλεγα, βέβαια, δεν ήταν δυνατό να επιτρέψω να πετάνε πέτρες και να γίνει ζημιά σ’ ένα έργο που εν πάση περιπτώσει είχα βάλει κι εγώ το χεράκι μου. Ήταν ένα κόντρα πλακέ πενήντα επί εβδομήντα με ξύλινη κορνίζα βαμμένη με το ίδιο χρώμα∙ βένετο. Το φόντο άσπρο και τα γράμματα πάλι βένετο: «Κουρείον η Λάμπουσα». Η δική μου συμβολή περιοριζόταν στην ορθογραφία, αλλά εκτιμήθηκε από τον Πέτρο που την πρώτη φορά είχε γράψει τη λέξη «κουρείον» με ήττα και αναγκάστηκε μετά να διορθώσει. Για την ακρίβεια την έγραψε πολλές φορές μέχρι να πετύχει την τέλεια καμπύλωση. Στο τέλος έκανε και τη διακόσμηση στην κορνίζα. Τέσσερεις οφιοειδείς γραμμές στις τέσσερεις πλευρές, με κόκκινες και άσπρες τελείες στις κοιλιές. 

Μαλάκωσε όταν είδε ότι όλα ήταν στη θέση τους, αλλά άρχισε τις διαπραγματεύσεις και τις κολακείες.
-"Να κάνουμε μια συμφωνία", είπε, στο τέλος. Τη βλέπεις αυτή τη ζαργάνα; Κι έδειξε ένα μακρουλό μαχαιράκι σε σχήμα ψαριού με γαλάζια λέπια, κρατώντας το από τη μια άκρη. Έχει σούστα, πρόσθεσε. Πατούσε ένα κουμπάκι και το λεπίδι άνοιγε κι ύστερα το έκλεινε προσεχτικά πλησιάζοντάς με για ν’ ακούσω τον καθαρό ήχο που έκανε.
- "Θα μου φέρνεις κάθε μέρα ζεστό νερό στο θερμός από τον Σύλλογο. Αν το κάνεις, τότε το Σάββατο η ζαργάνα θα είναι δική σου".

Ήταν και παμπόνηρος. Υπολόγισε ότι θα το ξεχνούσα σε λίγες μέρες και αθέτησε την υπόσχεσή του. Τον κανόνισα όμως για τα καλά. Ένα απόγευμα μάζεψα τους μάγκες και από απόσταση ασφαλείας του τραγουδούσαμε:

"του Πετρή από τη Βάσα, 
το βρακί του κατεβάσαν
και [γ……] και χορτάσαν"
 
Συγχύστηκε προς στιγμήν, κοκκίνισε και μπήκε μέσα∙ πρόσεξε την Κατερίνα δίπλα που ήταν στον κήπο της και παρακολουθούσε τη σκηνή κι αυτός ντράπηκε. Εμείς το ξέραμε ότι την πολιορκούσε και αυτό τον έκανε να συγχυστεί πιο πολύ, αλλά εμείς συνεχίσαμε το βιολί μας:

"του Πετρή από τον Βόλο…"

Αυτό ήταν. Δεν τόλμησε ποτέ πια να τα ξαναβάλει μαζί μας και η ψιλή τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Μάλιστα στο πανηγύρι τ’ Άι Βασιλειού, έκανε την πιο γενναιόδωρη κίνηση της ζωής του. Όταν συναντηθήκαμε στο πανηγύρι, πρόσεξε ότι δεν ήμουνα και τόσο χαρούμενος, όπως έπρεπε να είμαι σ’ ένα τέτοιο χώρο. Κάτι με βασάνιζε και το κατάλαβε από το θλιμμένο μου ύφος.

-"Έκανα λάθος, του είπα. Με τα λεφτά που μου έδωσε ο πατέρας αγόρασα φυσαρμόνικα και τώρα εγώ θέλω ν’ αγοράσω κάτι άλλο που είδα μετά".
-"Έλα, έλα, ξέρω τι θέλεις. Θα σου το πάρω εγώ", είπε χαμογελώντας.
-"Τι θέλεις; συνέχισε, ό,τι έκανες για τη Λάμπουσα πρέπει να πληρωθεί". 

Χωρίς να χάσω καιρό, άνοιξα δύο δάχτυλα και μετά έτριψα δυο τρεις φορές τον αντίχειρα με το δείχτη, για να καταλάβει, έτσι, πόσα χρήματα είχα ανάγκη. Μου τα έδωσε αμέσως κι εγώ χωρίς να μιλήσω, κουνώντας μόνο λίγο το κεφάλι, εξαφανίστηκα μέσα στον στενό διάδρομο του πανηγυριού. Όσο που τον άκουσα να λέει, τη ζαργάνα θα πάρεις το ξέρω, και σίγουρα ήταν άδικο που πειράζαμε τόσο σκληρά τον Πέτρο, γιατί κατά βάθος ήταν καλός. Στο κάτω κάτω εκτελούσε τις εντολές τού πατέρα.

Αυτά σκεφτόμουν καθώς προχωρούσα προς τη «Λάμπουσα». Είχαν περάσει πολλά χρόνια, αλλά να που ήρθε η ώρα ν’ ανταποδώσω το δώρο του και την ίδια στιγμή να τον εκδικηθώ∙ να εκδικηθώ όχι μόνο τον Πέτρο, αλλά και όλους τους μπαρμπέρηδες του κόσμου.
 

 
Από το πρώτο κιόλας βράδυ μου στην Αθήνα ως φοιτητής, αφού τακτοποίησα τα πράγματά μου και ξεκουράστηκα, βγήκα για μια βόλτα, για μια πρώτη γνωριμιά με την Αθήνα. Έστριψα από την Καλλιδρομίου 21 όπου έμενα, πήρα τη Χαριλάου Τρικούπη και ο δρόμος με έβγαλε στην Ακαδημίας. Δεν ήθελα να απομακρυνθώ πολύ, γι’ αυτό περπάτησα λίγο μέχρι τη Βιβλιοθήκη και το Πανεπιστήμιο και ανακατεύτηκα με τον κόσμο που ήταν γύρω από ένα καρότσι με βιβλία. Λαλίστατος ο υπαίθριος βιβλιοπώλης, αλλά χωρίς να φωνάζει πολύ δυνατά, μάζευε αρκετούς περαστικούς κοντά του.

-"Πάρε κόσμε, πάρε. Πάρε Σοπενάουερ κύριε, να μορφωθείς, πάρε Νόρνταου, πάρε Ντοστογιέφ¬σκι, πάρε παγκόσμια λογοτεχνία, πάρε, πάε, πάεεεεεε".
Είχα στα χέρια μου «τα κατά συνθήκη ψεύδη».
-"Τρομερό αυτό", με πληροφόρησε αμέσως κάποιος δίπλα μου, "το διάβασα τρεις φορές∙ πάρτο, πάρτο", συνέχισε να με συμβουλεύει. Ήτανε βοηθός του, βέβαια, που έκανε τον πελάτη.
Διάβασα τις πληροφορίες στο εξώφυλλο και μετά πήρα την «ψυχολογία τού όχλου» και έκανα το ίδιο. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ γιατί διάφορα πράγματα που έβλεπα για πρώτη φορά μού τραβούσαν την προσοχή όπως κάποιες εκλάμψεις που αρχικά νόμιζα ότι ήταν αστραπές. Η απορία μου λύθηκε λίγο αργότερα, όταν πρόσεξα τα κίτρινα ηλεκτρικά λεωφορεία.

Έτσι περνούσε η ώρα μου, όταν κάποια στιγμή είδα μαζεμένο κόσμο λίγο πιο κάτω. Πλησίασα με περιέργεια και άκουγα με έκπληξη αλλά και με χαρά συνάμα τα πιο κάτω συνταρακτικά:
-"Εγώ θα κλείσω όλα τα κουρεία, κύριοι. Δεν σας χρειάζονται πια. Ελάτε, πλησιάστε, μόνο δέκα, πλησιάστε κύριοι, ανοίχτε, κύριοι, να παρακολουθήσετε μια επίδειξη. Παρακαλώ προσέχτε, απευθείας από τη Γερμανία, μόνο δέκα, μόνο δέκα δραχμούλε, μόνο δέκααααα"!
Κρατούσε στα χέρια του κάτι που φαινόταν σαν μια κοντή πλατιά τσατσάρα και την κουνούσε ψηλά για να τη δει ο κόσμος τριγύρω του. 
-"Και τώρα μια ζωντανή επίδειξη κύριοι, της ανακάλυψης που θα κλείσει όλα τα κουρεία. Για κοπιάστε, για κοπιάστε. Και τώρα αρχίζουμε. Προσέχτε παρακαλώ. Προσέχτε με προσεχτικά, γιατί αν δεν προσέχτε εσείς θα χάσετε. Τον βλέπετε εδώ τον κύριο;" Και τράβηξε από το χέρι έναν ξερακιανό μαλλιαρό και τον έφερε πιο κοντά του. Θέλει κούρεμα ο νεαρός ή δεν θέλει; Σας αρωτάω, κύριοι!
-"Πλύσιμο θέλει, ρε χριστιανέ μου αυτός", τον διέκοψε κάποιος, "όχι κούρεμα"
-"Και φαΐ, και μας έσκασες δω πέρα", πρόσθεσε κάποιος άλλος, και προκάλεσαν τα γέλια των παρευρισκομένων.
-Λίγη σοβαρότη, κύριοι, είπε αυτός χαμηλόφωνα, φέρνοντας το χέρι και χαϊδεύοντας ένα αόρατο γένι, αλλά χωρίς να χάσει το ηθικό του, συνέχισε με τον κανονικό του ρυθμό: παίρνουμε με το δεξί μας χέρι τη μηχανή αυτοκουρέματος και την κρατάμε, όπως την κρατάω εγώ. Προσέχτε μην κάνετε λάθος. Υπάρχει ένα σημάδι εδώ που πρέπει να είναι προς τα πάνω, σπρώχνουμε ελαφρά με το μεγάλο δάχτυλο και η μηχανή χωρίζεται στα δύο.
Άφησε το χέρι του νεαρού και κράτησε ψηλά τα δυο κομμάτια. -"Είναι απλό, κύριοι, το κάνω ξανά για να το καταλάβετε, δεν θέλω να πάτε σπίτια σας και να μη γνωρίζετε πώς να τη χρησιμοποιήσετε. Και τώρα προχωράμε στο δεύτερο στάδιο. Παίρνουμε μια κοινή λεπίδα και την τοποθετάμε να εδώ. Μη φοβάστε, η μηχανή αυτοκουρέματος δεν σπάει ποτέ, γιατί είναι γερμανικιά κι εγγυημένη για μια ζωή, μόνο με δέκα δραχμαί, και την κλείνουμε με τον τρόπο που βλέπετε. Έτσι. Και η μηχανή είναι έτοιμη. Η μόνη μηχανή που προσφέρει δύο είδη κούρεμα, απλό αραίωμα ή, αν θέλετε ένα ψιλό. Μόνο με δέκα δραχμαί, κύριοι. Νά η μηχανή που θα κλείσει τα κουρεία. Και τώρα στον νεαρό εθελοντή. Περνάω προσεχτικά από πάνω προς τα κάτω χωρίς πίεση. Μαλακά. Έτσι. Και σε πέντε λεπτά είσα¬στε έτοιμοι, δέκα μόνο, κύριοι. Δέκα μόνο δραχμούλες".

-"Πού είσαι, ρε Πέτρο", ψιθύρισα με ικανοποίηση, "να δεις… πρόοδο η επιστήμη. Οι μέρες σου είναι μετρημένες πια. Έχεις ημερομηνία λήξεως και συ και όλα τα κουρεία του κόσμου".
Την πήρα τη μηχανή και από τότε δεν χρειάστηκε να μπω ποτέ πια σε κουρείο. Τη βρήκα πολύ πρακτική και μερικές που αγόρασα το επόμενο κιόλας βράδυ πήγαν στους φίλους μου ως δώρα. Φύλαξα και μια για τον Πέτρο. Και τώρα, γυρίζοντας πίσω για διακοπές, ήμουν έτοιμος να την παραδώσω. Μόλις με είδε, άνοιξε τις χερούκλες του με χαρά, αλλά και με απορία.

-"Πώς έγινες έτσι ρε, τι χάλι είναι αυτό", είπε, "η Αθήνα δεν έχει κουρεία;" Προφανώς αναφερόταν στα μακριά μου μαλλιά που έφθαναν μέχρι τον ώμο.
-"Πρόσεξε μην κάνεις καμιά τρελή κίνηση", του απάντησα εγώ, "γιατί θα έχεις άσχημα ξεμπερδέματα", τον απείλησα, χαμογελώντας, με τεντωμένο το χέρι∙ μα, είχαμε πλησιάσει αρκετά ο ένας τον άλλο κι έτσι άνοιξα την παλάμη μου.
-"Ένα μικρό δωράκι για σένα", του είπα. Είναι μηχανή αυτοκουρέματος. 

Η «Λάμπουσα» ήταν όπως την είχα αφήσει. Ο κυνηγός, ωστόσο, σημάδευε πάντα στο ίδιο σημείο και τώρα που μπορούσα να δω από κοντά, πρόσεξα ότι ο σκύλος δεν είχε στο στόμα του κανένα πουλί. Είχε ένα… ξεχαρβαλωμένο παπούτσι. 
 

[Το διήγημα είναι από τη συλλλογή μου "20 Διηγήματα", Κάρβας 2026, με τίτλο: "Η Λάμπουσα". Πρωτοδημοσιεύτηκε σε έκδοση του Μεταίχμιου "8 Διηγήματα", Αθήνα 2003]
 
 
 

1 Ιουν 2021

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

 

ΣΑΣ ΕΥΧΟΜΑΙ ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

  Να χαίρεστε την οικογένειά σας, τα παιδιά σας, τα εγγόνια σας, τους φίλους σας, τα αγαπημένα σας πρόσωπα! Τον όμορφο τόπο μας!

[Το τοπίο είναι στον δρόμο για τον Μαχαιρά]

Σήμερα είναι και η Διεθνής Μέρα για το Παιδί. Το πιο κάτω ανέκδοτο σονέτο μου είναι για ένα παιδάκι, που η θάλασσα ξέβρασε το νεκρό κορμάκι του στην ακτή πριν λίγα χρόνια...

 

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Μαργαριτάρι του Βορρά Μοσούλη
παράδεισος στη μέση της ερήμου
πάντα μαζί στην πρότερη ζωή μου
χωρίς να δω ποτέ θαλασσοπούλι.
 
Ζούσα με της γιαγιάς τα παραμύθια
Μεσόγειο σ΄ αλαργινά ταξίδια
να παίζω φανταζόμουνα παιχνίδια∙
μα ένα κύμα μού ΄πνιξε τα στήθια.
 
Με πέταξε σε μια αμμουδιά κουφάρι
να κείτομαι χωρίς ψυχή μονάχο
να μοιάζουν τιποτένιοι όλοι οι φόνοι.
 
Το όρνεο μαζί του θα με πάρει
νά το που κάθεται ψηλά στον βράχο∙
η μικρή ζωή μου εδώ τελειώνει.
 
 ["Η Θάλασσα", χαρακτικό μου σε λινόλεουμ]

 

26 Μαΐ 2021

ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΗΣ ΞΙΣΤΑΡΚΑΣ

 

 

Το όμορφο μωβ λουλούδι της ξισταρκάς στο δάσος της Αθαλάσσας με γαληνεύει στην καθημερινή μου επίσκεψη. Η ξισταρκά ή κίστος ή λάβδανο ή λεούτι -όπως το έλεγε η μάνα μου- είναι φυτό αρωματικό...


 
 




21 Μαΐ 2021

SPEAK NEWS (Συνέντευξη)

  S P E A K N E W S: 

το όμορφο περιοδικό της Θεσσαλονίκης, κυκλοφόρησε το 16ο τεύχος του, όπως πάντα με επίκαιρα ενδιαφέροντα θέματα Πολιτισμού και Παιδείας. Εκλογές, Κυπριακό, Νέα γενιά, Συνεντεύξεις, Αφιέρωμα για την Ημέρα Μνήμης του Πόντου και πολλά άλλα. Εκδίδεται από τις εκδόσεις Γερμανός στη Θεσσαλονίκη και διανέμεται δωρεάν, τόσο με την ηλεκτρονική του μορφή όσο και με την κανονική τυπωμένη σε χαρτί. Σύμβουλος Έκδοσης είναι ένας άνθρωπος με όραμα, ο Andreas Germanos, αλλά κοντά του υπάρχει και ένα εκλεκτό επιτελείο από συντάκτες αρθρογράφους και άλλους. 
 
Ευχαριστώ τον φίλο Ανδρέα Γερμανό για την τιμή να φιλοξενήσει μια συνέντευξή μου στον φίλο και πολύ καλό ποιητή Andreas Karakokkinos, αλλά και για τη φιλοξενία του έργου μου στο εξώφυλλο. Ευχαριστώ για την προβολή του τελευταίου μου βιβλίου, ανκαι είδε το φως από τις εκδόσεις Βακχικόν [ Nestoras Poulakos]
 
Στον πιο κάτω σύνδεσμο διαβάστε όλο το τεύχος:
 

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ μου στον Ανδρέα Καρακόκκινο για το SPEAKNEWS:
 
Γεννήθηκες στη κατεχόμενη Καρπασία. Τι θυμάσαι για τα χρόνια που έζησες εκεί; Πώς ήταν η ζωή πριν την κατοχή;


Ναι, είχα την τύχη να γεννηθώ σ’ένα βυζαντινό χωριό της Καρπασίας, εκεί που ρίχνει τη σκιά του ο ναός της Παναγίας της Κανακαριάς και να ζήσω ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, παρόλο που η σκληρή εργασία στα καπνοχώραφα μάς κούραζε πάρα πολύ. Είχα έναν πατέρα βιβλιόφιλο, που το μόνο χατίρι που δεν μου χαλούσε ποτέ ήταν οι παραγγελίες μου για καινούργια βιβλία, τις οποίες εκτελούσε αμέσως. Άφηνε όλες τις εργασίες του για να μεταβαίνει στην Αμμόχωστο για τα βιβλία μου. Ακόμα, είχα την τύχη –όπως και τα άλλα παιδιά της ηλικίας μου– να ωριμάσουμε νωρίς: στον απελευθερωτικό αγώνα –δεκάχρονος πια– είχα ιδρύσει τον Παιδικό Σύλλογο Ακριτόπουλα, που είχε πλούσια δράση, μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας. Δυο τρεις οικογένειες τουρκοκυπρίων, που είχαμε στο χωριό ζούσαν αρμονικά μαζί μας μέχρι που κάποια στιγμή τους ξερίζωσαν οι ηγεσίες τους, διώχνοντάς τους από το χωριό. Αργότερα ο διαχωρισμός ολοκληρώθηκε με την εισβολή, που ξερίζωσε κι εμάς από τον τόπο μας.
 
Πότε άρχισες να γράφεις και τι σε ώθησε σ’αυτό;

Όταν, μετά τον πόλεμο και τις σπουδές μου στην Αθήνα γύρισα στην Κύπρο, διορίστηκα στη Λάρνακα, κι εκεί –πάλι τυχερός– συνάντησα τον Θεοδόση Νικολάου παλιό μου καθηγητή στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου, ο οποίος την ίδια μέρα με έφερε σε επαφή με τον λογοτέχνη Φοίβο Σταυρίδη. Από εκείνη την ημέρα οι τρεις μας γίναμε αχώριστοι μέχρι το τέλος της ζωής τους, που δυστυχώς ήρθε πρόωρα. Με βοήθησαν να πραγματοποιήσω την πρώτη μου ατομική έκθεση ζωγραφικής στη Λάρνακα και στη συνέχεια να γίνω συνεργάτης στον Κύκλο, το εξαιρετικό περιοδικό του Φοίβου. Εκτός από τα εξώφυλλα, σε κάποια στιγμή ο Φοίβος μου ζήτησε ένα διήγημα, για το επόμενο τεύχος. Το έγραψα το ίδιο βράδυ, είναι το «σταυρόλεξο», ένα από τα πιο αγαπημένα μου διηγήματα, και όταν το είδα δημοσιευμένο, για δυο τρία βράδια δεν κοιμήθηκα από τη χαρά μου. Αυτό ήταν∙ με τράβηξε στον χώρο της η λογοτεχνία κι ο έρωτάς μου για την άλλη Μούσα, τη ζωγραφική κόντεψε να σβήσει εντελώς. 
 
Ανάμεσα στον ποιητικό και τον πεζό λόγο ποια γραφή σε εκφράζει περισσότερο; Ποια εκφράζεται πιο εύκολα στο χαρτί; 

Έγραψα και πεζά και ποίηση. Και με τα δύο είδη γραπτού λόγου έχω εκφράσει αυτό που ήθελα να μεταδώσω στους αναγνώστες μου με την ίδια ευκολία. Δεν έχει σημασία αν η ποίηση συμπυκνώνει τον λόγο και το πεζό προσλαμβάνεται, ίσως, ευκολότερα. Σημασία έχει αν κατόρθωσα να συγκινήσω τους αναγνώστες μου, γιατί αυτό είναι το ζητούμενο στην Τέχνη: η συγκίνηση. 
 
Από πού αντλείς την έμπνευσή σου; 

Ο τόπος όπου γεννήθηκα. Οι άνθρωποί του. Η γλώσσα μου. Αυτό, δηλαδή, που με μια λέξη λέμε «πατρίδα».
 
Όταν βλέπεις απέναντι τον Πενταδάκτυλο, με λίγες λέξεις πες μας τι σκέφτεσαι;

«Ως τρέχει ο ήλιος, ως τρέχουσιν οι αστέρες, ως τρέχει το ύδωρ έτσι να τρέξει το κακόν από το βουνό τούτον. Έτσι να τρέξει το κακόν από την Κύπρο μας». Είναι ένα απόσπασμα από το βραβευμένο με κρατικό βραβείο βιβλίο μου «Η Κόρη του Δραγουμάνου».
 
Πες μας λίγα λόγια για το τελευταίο σου βιβλίο. Τι θα είναι το επόμενο;

Το τελευταίο βιβλίο μου λέγεται «Φυσορρόος» και είδε το φως με τη φροντίδα των εκδόσεων «Βακχικόν» και ιδιαίτερα του Διευθυντή των εκδόσεων Νέστορα Πουλάκου, που πίστεψε και υποστήριξε τούτο το βιβλίο. [φυσορρόος, λέξη συνθηματική, που λέγεται από γητευτή για να διώξει κάποιο κακό (από το φυσώ+ρέω)]. Είναι διηγήματα σε δύο ενότητες: για τη δεύτερη μεγάλη συμφορά που έπληξε τον ελληνισμό, δηλαδή την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και τα διηγήματα της αθωότητας∙ τρυφερά, αληθινά, παράξενα διηγήματα, βουτιά στην παιδική μου ηλικία. Ένα αντιπολεμικό παραλήρημα ενός βαριά τραυματισμένου του 1974. Η μάνα του αγνοούμενου που χάνει τα λογικά της και «γυρίζει» στο χωριό της με έναν συγκλονιστικό τρόπο, και αλλού ο ορισμός της εσχάτης προδοσίας, μέσα από τα κλειδιά ενός σταυρολέξου. Ένας γέρο-γητευτής προσπαθεί με γητειές να σβήσει την τούρκικη σημαία στον Πενταδάκτυλο. Ένα σπαρακτικό διήγημα, για τις τριάντα εφτά μέρες που πέρασε ένας αιχμάλωτος στην κόλαση των βασανιστηρίων του Αττίλα. Η περιγραφή της Αμμοχώστου, της πόλης φάντασμα, μέσα από τα μάτια ενός παπαγάλου ο οποίος «ξεχάστηκε» εκεί, μετά που οι κάτοικοι την εγκατέλειψαν για να σωθούν. Συνολικά τριάντα τρία διηγήματα. Ελπίζω να μπορέσω να δώσω κάτι ακόμα: μια ιστορική μυθιστορία, με πρωταγωνιστή έναν πρόγονό μου στις αρχές της αγγλοκρατίας στην Κύπρο. Μια όχι και τόσο γνωστή ιστορία, που είχε απασχολήσει τον τύπο της εποχής και αξίζει να τη θυμηθούμε γιατί πρόκειται για την απαρχή της πολιτικής ζωής στην Κύπρο. 
 
Η Κυπριακή λογοτεχνία πού βρίσκεται σήμερα; Έχουμε νέους λογοτέχνες; 

Πιστεύω πως η λογοτεχνία που γράφεται σήμερα στην Κύπρο γνωρίζει μιαν άνθιση. Οι λογοτέχνες, παλαιοί και νεότεροι, εκδίδουν τα βιβλία τους στην Κύπρο ή τον ελλαδικό χώρο και γνωρίζουν επιτυχίες, ακόμα και σε ξένες χώρες. Όλη αυτή η παραγωγή προβάλλεται και υποστηρίζεται από την κριτική τόσον από τα ντόπια και ελλαδικά περιοδικά όσο και από θαυμάσιες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο.
 
 
 

11 Μαΐ 2021

26 Απρ 2021

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΡΟΖΑΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΥΣΟΡΡόΟ


 ΦΥΣΟΡΡόΟΣ

Κριτική 

της Ρόζας Βλαχογιάννη

 για τον Φυσορρόο, στο ιστολόγιο "Κουκιδάκι"

Ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ με τη συλλογή διηγημάτων του «Φυσορρόος», ξέρει να «γητεύει» τις καρδιές και να επικοινωνεί με το δικό του συγκλονιστικό τρόπο, τις συμφορές του ελληνισμού από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Με αμεσότητα και λιτή, δωρική αφήγηση, περνά σαν κινηματογραφική ταινία στον ανυποψίαστο αναγνώστη, τις τραγικές στιγμές των απανταχού κατοίκων της πολύπαθης νήσου. Η διήγηση του χωρίζεται σε δύο θεματικές ενότητες και εμείς ξεκινάμε από τις ιστορίες του σπαραγμού για να καταλήξουμε σ' εκείνες της αθωότητας... σαν δύο αντίπαλα στρατόπεδα... σαν αυτά που χώρισαν και αιματοκύλισαν τον κυπριακό λαό, σαν το σκοτάδι που αντιμάχεται με το φως...

Η γραφή του συνεπαίρνει, συγκινεί, σε μεταφέρει σε τόπους και μνήμες ανθρώπων που μόχθησαν, αγάπησαν, έζησαν και σε ανύποπτο χρόνο, εξαναγκάστηκαν ν’ αφήσουν τα πάντα, τη γη και τις ζωές τους, μα το μεγαλείο της ψυχής τους έμεινε πίσω, ρίζωσε σε κάθε δέντρο, ρημαγμένο σπίτι, αγαπημένο αντικείμενο, για να θυμίζει σε όλους μας ότι η ελευθερία είναι το πολυτιμότερο εκ των αγαθών και αληθινή ευλογία όσοι τη βιώνουν.

«Η ζωή συνεχίζεται» εντούτοις και ήδη με τον τίτλο του πρώτου διηγήματος του, οι λέξεις σφυροκοπούν σ’ ακατάπαυστο ρυθμό τα μηνίγγια, σαν τις σφαίρες που γάζωσαν το σώμα του παραπληγικού στρατιώτη-αφηγητή, σ’ έναν σπαρακτικό μονόλογο-παραλήρημα που δε λέει να κοπάσει. Διαβάζεται απνευστί, χωρίς σταματημό, χωρίς ανάσες, χωρίς τελείες. Και πώς να βάλεις τελεία σε ό,τι έζησες, σ’ ό,τι υπέφερες, στις απώλειες και το ραγισμένο μέσα σου, στην ίδια τη ζωή; Οι πληγές είναι Βαθιές, αλλά εσύ αισθάνεσαι ευγνώμων γι’ αυτά που πέρασες και συνεχίζεις... (Εδώ διαφαίνεται το μεγαλείο της ψυχής που λέγαμε).

Και είναι αλήθεια πως με το που αρχίζεις την ανάγνωση, αισθάνεσαι μικρό παιδί που σε παίρνουν στοργικά απ’ το χέρι και σε μεταφέρουν στο κέντρο των γεγονότων. Ζεις έτσι τις ίδιες ιστορικές στιγμές με τους απλούς αντιήρωες που διαβάζεις, γίνεσαι κοινωνός της πεμπτουσίας του δράματος, ταυτίζεσαι κι εσύ.

Πολλά από τα διηγήματα του συγγραφέα, εγείρουν αυτοβιογραφικής χροιάς, χωρίς όμως ίχνος δασκαλισμού και εκμαίευσης συναισθημάτων, όπως στην «κόρη του δραγουμάνου» που αισθάνεται υπόχρεος ν’ αποκαταστήσει την αλήθεια σε μια παλιά διαστρεβλωμένη ιστορία, σαν φόρο τιμής στην γιαγιά που του έλεγε παραμύθια όταν ήταν παιδί. Και ως δια μαγείας, εκείνη αποκαλύπτεται, μέσα απ’ την πένα του, σ’ όλη την απλότητά της.

Στο «σταυρόλεξο», ένας καθημερινός άνθρωπος, τρελαμένος από τον πόνο και τις απώλειες του πολέμου, πασχίζει να λύσει έναν γρίφο, προσπαθώντας πάνω εκεί να κρατήσει τις ισορροπίες και να ξετυλίξει το μπερδεμένο κουβάρι της ζωής του. Μα οι λέξεις δεν φέρνουν τη γιατρειά και ο συγχυσμένος νους χάνεται ολότελα στο λαβύρινθο του. Η απόπειρα φόνου είναι πλέον κοντά.

Στο «Βένετο ξωπόρτι», στην «Επιστροφή στην Ευτυχία», στην «Κιθάρα», η νοσταλγία ή νόστος, (όπως είναι πιο σωστά η έκφραση για τους παλιννοστούντες), διαπερνά με ρίγος τους πρωταγωνιστές των ιστοριών μας, μπρος στη θύμηση παλιών ευτυχισμένων στιγμών, που όμως πέρασαν ανεπιστρεπτί, η θλίψη διαχέεται σε αγαπημένα μέρη με αγαπημένα πρόσωπα, χαραγμένα για πάντα στο μυαλό και στην ψυχή.

Δε μπορείς παρά να Βουρκώσεις, στο δράμα της μάνας που χάνει τα λογικά της, προσμένοντας μάταια το μονάκριβο γιο της που αγνοείται χρόνια κι εκείνη στέκεται έρημη στη στάση κάποιου λεωφορείου...

Κι αλλού αισθάνεσαι τη φρίκη και τη βαναυσότητα του πολέμου, ιδωμένη μέσα από τη ματιά ενός επιζώντα κρατουμένου, που για να κρατηθεί όρθιος στο ασφυκτικό κελί του, φτιάχνει αυτοσχέδια κομπολόγια από κουκούτσι ελιάς και καταφέρνει μ' αυτόν τον τρόπο να παραμείνει ζωντανός... και πολύ αργότερα έχει να διηγείται απ' το βαρύτιμο φορτίο, στον εγγονό του.

Σε πόσες ιστορίες χάνεσαι και περιδιαβαίνεις σκεφτικά τους πανέρμους τώρα δρόμους, που πριν έσφυζαν από γέλιο και ζωή... Όπως κι ο παπαγάλος, στο διήγημα «Η πόλη όλη», που ξέμεινε σε μια άδεια πόλη που βουβάθηκε...

Για να ξεχαστείς εντελώς στην ανεμελιά των παιδικών χρόνων, οδηγώντας το ποδήλατο που μόλις σου χάρισαν... ή ν’ αφεθείς στη μαγεία της εξιστόρησης για ένα φανταστικό κυνήγι θησαυρού.

Η ανάλαφρη θεματολογία της δεύτερης ενότητας σε ανακουφίζει σαφώς από τον όλεθρο και τη βιαιότητα που υπάρχουν στην πρώτη, σε παρασέρνει στο ρυθμό της, συναντάς παιδικούς φίλους που είχες να δεις χρόνια, ξαναγίνεσαι παιδί και τρέχεις στο δάσος να παίξεις μαζί τους, ο χρόνος δεν έχει πια καμιά απολύτως σημασία... οι πληγές είναι λιγότερο Βαθιές τώρα...

Και η μαγεία της ανάγνωσης τελειώνει κάπου εδώ...

 Ρόζα Βλαχογιάννη [Roza Rothanthi]

Η συλλογή διηγημάτων του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ, Φυσορρόος, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν. Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε μεταξύ των άλλων:

Φυσορρόος: λέξη συνθηματική, που λέγεται από γητευτή για εκδίωξη κάποιου κακού (από το φυσώ+ρέω).

 

περισσότερα: Ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ και ο Φυσορρόος:

 https://www.koukidaki.gr/2020/02/fysorroos.html