18 Μαρ 2017

ΑΝΟΙΞΗ...

Τίποτε δεν μπορεί να τη σταματήσει... ξεσπά!
Ακούγεται και η υπέροχη φωνή μιας αφτοτζηνάρας:
"κοστέσσεράπεθθερά"...

video


Τ Πουλιά

 Στν βράχο το γιαλο κάθεται  γλάρος
 Κι διάφορα τ πέλαγο κοιτ
 Μ μάτια μισοκοιμισμένα κα ξυπν
 Κάθε φορ πο ρχίζει τ τραγοδι της
 Μι φραγκολίνα πο μετρ ψωμι
 Κι λο εκοσι τέσσερα τ βρίσκει.

 Κα καθς το ρέσουν τ πλουμίδια της
 Κα τ᾿ λλα τ σημάδια πο χει στ φτερ
 Πιάνει κι ατς σκοπ κα σιγοτραγουδ

 Ἀφτοτζηνάρα το γιαλο
 Τζα σμέρνα το πελάου
 Δν σο τ λάλουν, μάνα μου
 ᾿Πο λλόου μου φυλάου!

 [Από την ποιητική μου συλλογή Διθαλάσσου, Κάρβας 2012] : http://dithalassou.blogspot.com.cy/



ΣΗΜΕΙΩΣΗ


Ἀφτοτζηνάρα: ἡ φραγκολίνα, ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἀτταγάς, ἀτταγήν, ἀτταγηνάρα. Τὸ χαρακτηριστικὸ τατὰ τατὰ τατατὰ κελάηδημα τῆς φραγκολίνας ἔχει ταυτιστεῖ στὴ φαντασία τοῦ λαοῦ μὲ τὴν τραγικὴ ἱστορία μιᾶς νεαρῆς κοπέλας τὴν ὁποία βασάνιζε ἡ πεθερά της. Μιὰ μέρα ποὺ μόλις εἶχε ξεφουρνίσει τὰ ψωμιά της, κατέφθασε ἡ πεθερά, τὰ μέτρησε καὶ τὰ βρῆκε λιγότερα ἀπὸ τὸν καθορισμένο ἀριθμό. Ἡ νεαρὴ κοπέλα ἔλεγε ὅτι τὰ ψωμιὰ ἦταν εἴκοσι τέσσερα ἐνῶ ἡ πεθερά της ἐπέμενε ὅτι ἦταν εἴκοσι τρία. Ἡ νύφη ἔλεγε τὴν ἀλήθεια, μὰ ἡ πεθερὰ ἐξοργισμένη τὴν ἅρπαξε καὶ τὴν ἔριξε μέσα στὸν πυρωμένο φοῦρνο. Ὁ Θεός, ποὺ ἔβλεπε τὴ σκηνή, τὴ λυπήθηκε καὶ τὴ μεταμόρφωσε σὲ φραγκολίνα. Ἀπὸ τότε ἡ φραγκολίνα ἀκούγεται νὰ κελαηδᾶ στοὺς ἀγροὺς λυπημένη: «᾿κοστέσσεράπεθερά,᾿κοστέσσεράπεθερά».


14 Μαρ 2017

... ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ...


Άνοιξη βούισμα στους κροτάφους
Άνοιξη αμόνι και σφυρί
Άνοιξη πρόσθια καταβύθιση


[ΕΛΥΤΗΣ, τα ετεροθαλή] 


Άνοιξη πίκρισμα του σκίνου
Άνοιξη άζωτο της αμασχάλης
Άνοιξη σουσάμι αόρατο


Άνοιξη σάλτο της ακρίδας
Άνοιξη μήτρα σκοτεινή
Άνοιξη πράξη ακατονόμαστη



3 Μαρ 2017

ΤΟΣΗ ΟΜΟΡΦΙΑ!


Πορεύτηκα προς τον Μαχαιρά σήμερα∙ σκεφτόμουνα τη θυσία του Γρηγόρη, τις τόσες θυσίες∙ σκεφτόμουνα τι πάει λάθος∙ εδώ∙ και στην άλλη Ελλάδα∙ τι μπορώ να κάνω∙ πόνος αβάστακτος! 

Θεέ μου, πόση ομορφιά!

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

Γρηγόρη, ες αεί

Μια προσέγγιση της ομώνυμης ζωγραφικής σύνθεσης του Γ. Πολ. Γεωργίου μέσα από την Μπαλάντα του Γρηγόρη Αυξεντίου, Ανώνυμου, που δημοσιεύτηκε στις 8 Μαρτίου 1957 στην Tribune, λίγες μόνο μέρες μετά τη θυσία του Γρηγόρη. Η μπαλάντα δημοσιεύεται στη συνέχεια του πιο κάτω κειμένου, στα αγγλικά και στα ελληνικά σε μετάφραση Α. Κ. Ιντιάνου, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου "Πυρσός". 


Έβγα, έβγα λεβέντη Γρηγόρη,
Τη σπηλιά σου περίζωσαν όπλα 
Στις κορφές των βουνών βγαίνει ο γήλιος 
Μια ζωή μένει να σώσεις.
                      

Γ. Πολ. Γεωργίου, Γρηγόρη ες αεί, λάδι, 123 x 221 εκ., 30 Απριλίου 1957,
 Συλλογή Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου.  

του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
Στις 3 του Μάρτη το 1957, ένας νέος και φλογερός αγωνιστής, ο Γρηγόρης Αυξεντίου, έδειξε σε όλο τον κόσμο πως το ηρωικό του άλμα προς την ελευθερία ήταν αντιστρόφως ανάλογο προς το μικρό μέγεθος της πατρίδας του. Η ηρωική του θυσία, μετά από έναν άνισο αγώνα, ενός εναντίον εξήντα Άγγλων στρατιωτών για ώρες πολλές, που οδηγήθηκαν εκεί μετά από προδοσία και το γεγονός ότι οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν μέσα απαράδεχτα και επέδειξαν ακόμα, ύπουλη και άνανδρη στάση, σκόρπισε συγκίνηση σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο και στους ίδιους ακόμα τους Βρετανούς. Υψώθηκαν αμέσως φωνές διαμαρτυρίας μέσω επιστολών και μέσω της Τέχνης. Στη συγκλονιστική Μπαλάντα του Γρηγόρη Αυξεντίου -για να σταθώ μόνο σε ένα έργο- που δημοσιεύτηκε στην Tribune, πέντε μόλις μέρες μετά, φαίνεται το τεράστιο μέγεθος της φλόγας που ξεπήδησε από το λαμπάδιασμα του Γρηγόρη.

Ο υμνητής του κυπριακού αγώνα, ζωγράφος Γ. Πολ. Γεωργίου, συγκλονισμένος κι αυτός από τη θυσία του Γρηγόρη, μετατρέποντας τους στίχους της Μπαλάντας σε εικόνες, μας έδωσε μια από τις ωραιότερες συνθέσεις του: «Γρηγόρη, ες αεί». Το έργο που ξεκίνησε αμέσως και ολοκληρώθηκε στις 30 του Απρίλη του 1957 περικλείει όλο το μεγαλείο της θυσίας του Γρηγόρη Αυξεντίου. 

Οι Άγγλοι στρατιώτες, οδηγημένοι ύστερα από προδοσία, περικυκλώνουν το κρησφύγετό του, μα δεν μπορούν να το καταλάβουν. Μάταια τον καλούν να παραδοθεί. Η απάντηση του είναι σταθερή και αμετάκλητη:

            Μπρος, ελάτε τους φώναξε, ελάτε
            Μοναχός είμαι τώρα δω πέρα.
            Με ντουφέκι ένας άνδρας προσμένει,
            Να με πιάσετε, ελάτε αν μπορείτε.


Στον κλοιό των Άγγλων στρατιωτών, εικονίζονται τα μνήματα των ηρωικών νεκρών του αγώνα που αργότερα, το μέρος αυτό του πίνακα θα αποτελέσει την πασίγνωστη ξεχωριστή του σύνθεση «Τα φυλακισμένα Μνήματα», στα οποία θα προστεθεί και ο σταυρός του Γρηγόρη Αυξεντίου.


Οι αγγλικές αρχές αρνούνται να παραδώσουν τους νεκρούς για να ταφούν από τους δικούς τους. Η έκκληση του ζωγράφου προς τον Κυβερνήτη Σερ Χιου Φουτ θα μείνει χωρίς απάντηση:


«Ευσεβάστως απευθύνομαι προς την Εξοχότητά σας για να σας ζητήσω να λευτερώσετε τους νεαρούς νεκρούς που είναι θαμμένοι πίσω από τα κάγκελα των κεντρικών φυλακών για να ταφούν χριστιανικά και ν’ αναπαυθούν σε ειρήνη».


Για τον ηρωικό νεκρό, ο ζωγράφος θα πει και τούτα:

«Το απανθρακωμένο λείψανο του Γρηγόρη Αυξεντίου, θάφτηκε στις 3 του Μάρτη του 1957, πίσω από τα σιδερένια κάγκελα των κεντρικών φυλακών κοντά στους τάφους του Καραολή, του Δημητρίου, του Μιχαήλ, του Μαυρομάτη, του Κουτσόφτα, του Παναγίδη, του Ζάκου, του Πατάτσου και του Παλικαρίδη.

Σαράντα μέρες μετά τον θάνατό του, σ΄ένα μνημόσυνο για την ανάπαυση της ψυχής του, ενώ η μητέρα του μοιρολογούσε, ένα λευκό περιστέρι πέταξε και κάθισε στην εκκλησιά».

Στον κλοιό των Άγγλων στρατιωτών, όμως, βλέπουμε και τη σάλπιγγα της αλήθειας. Είναι το φύλλο της Tribune, που τον Μάρτη του 1957 «έστησε με τα πετράδια του λόγου μνημείο στην κυπριακή λεβεντιά υμνώντας την αντρειοσύνη του Γρηγόρη».

Ο εχθρός όμως, δεν μπορεί να εξουδετερώσει τον Γρηγόρη. Είναι η ώρα των ανάδρων:

            Τότε τρίζουν βαρέλια μπενζίνα
            Πέραθε όπου ο στρατός δεν τα βλέπει
            Και τους δίνει φωτιά με τα βόλια
            Και περίφλογος καίγεται ο σπήλιος.

            Το μικρό το χωριό τώρα σιέται
            Στου βουνού την κορφή απ΄τον βρόντο
            Μια κι ο σπήλιος σωπαίνει. Οι εξήντα
            Μπορούν άφοβα πια να μπουν μέσα.

Η μάχη τελειώνει. Ο Γρηγόρης περνά στην αθανασία. 

            Και μιλώντας αδέλφι, σ΄αδέλφι
Και γονιός στο παιδί του, σε αγγόνι
Στου λαού του τη μνήμην αιώνια
            Θε να ζει ο λεβέντης Γρηγόρης.






1 Μαρ 2017

ΤΑ ΠΟΝΗΡΑ ΠΤΗΝΑ ΤΗΣ ΖΥΓΑΡΙΑΣ


ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΗΣ
ΑΦΥΛΑΚΤΗ ΔΙΑΒΑΣΗ
[ποιητική σύνθεση, εκδόσεις Διάττων, σελίδες 40, 14.5Χ23 εκ., Αθήνα 2012]

Είναι κάποια βιβλία, που δεν τοποθετούνται ποτέ στα ράφια της βιβλιοθήκης μου. Τα κρατώ επάνω στο γραφείο μου, τα παίρνω στα χέρια μου κάθε τόσο, τα φυλλομετρώ, εξετάζω κάθε λεπτομέρεια τους, ανοίγω κάθε σελίδα με προσοχή χαϊδεύοντας το χαρτί, τα διαβάζω μέχρι …την επόμενη φορά.
το βιβλιόσημο του συγγραφέα
Ένα τέτοιο βιβλίο έχω μπροστά μου τώρα: την ΑΦΥΛΑΚΤΗ ΔΙΑΒΑΣΗ. Τυπωμένο με μεράκι στις εκδόσεις «Διάττων», στην Αθήνα, με την «αγαπημένη γουτεμβέργειο τυπογραφία», όπως μου γράφει ο ποιητής της, ο αγαπητός Γιώργος Γεωργούσης, και φυσικά η πρώτη μου δουλειά είναι να χαθώ ανάμεσα στις σελίδες του για να απολαύσω πρώτα το άρωμα που αφήνει η μελάνη στο χαρτί. Για το άρωμα των βιβλίων έχω γράψει ένα μικρό κείμενο και μπορεί να διαβαστεί εδώ: ΥΛΑΓΙΑΛΗ ( κι απ΄αφορμή το άρωμα των βιβλίων)

Δεν γνωρίζω ποια σειρά στα δημιουργήματά του κατέχει το βιβλίο αυτό, πάντως στο «Ελληνομουσείον» του περιοδικού Ακτή, μετρώ τριάντα δύο εκδόσεις ποίησης, με τελευταίο «Η σαρκοφάγος του Ήλιου». Το πρώτο του ποιητικό βιβλίο, «Νυκτιλύκη», είχε εκδοθεί το 1966, από τις εκδόσεις "Ίκαρος", όταν ο ποιητής ήταν εικοσιπέντε χρονών.

χαρακτικό του Ρἀλλη Κοψίδη
Στον κολοφώνα του βιβλίου διαβάζω ότι η ποιητική σύνθεσή του, τυπώθηκε στα τυπογραφεία των εκδόσεων Διάττων με στοιχεία πελασγικά των δώδεκα στιγμών, στο πολυτονικό σύστημα. Το κόσμημα στο εξώφυλλο και η προμετωπίδα είναι χαρακτικά του Ράλλη Κοψίδη, και τις διορθώσεις έκανε ο κοινός μας φίλος Θεοδόσης Πυλαρινός. Συνάντηση ανθρώπων με πολλή αγάπη για την παραδοσιακή τυπογραφία. Ο Κοψίδης έβγαζε το περιοδικό Κάνιστρο, με χίλιες δυσκολίες, χρησιμοποιώντας ένα πολύγραφο. Φοιτητής, την δεκαετία του εβδομήντα, τα ξετρύπωνα από τα χαμηλά ράφια, σε ένα βιβλιοπωλείο στη στοά της Λυρικής Σκηνής, στην Ακαδημίας. Έχω όλα τα τεύχη δεμένα σε έναν τόμο. Ο Γεωργούσης σχεδιάζει, και σε άλλες εκδόσεις του χρησιμοποιεί τα δικά του σχέδια. 

το εξώφυλλο του βιβλίου
Στο εξώφυλλο, λοιπόν, το ανάγλυφο κόσμημα του Κοψίδη διαλεγμένο από τον ίδιο τον ποιητή, «τα πονηρά πουλιά της ζυγαριάς», συνάδουν με το πνεύμα του περιεχομένου: όλο και κάποιο χέρι αγγίζει πονηρά τον δίσκο της ζυγαριάς και αλλάζει η ισορροπία του κόσμου. Πρώτα η δικιά μας. Του ποιητή, που μας προσανατολίζει σ΄αυτή τη συγκλονιστική σύνθεσή του με τους πρώτους στίχους:

            Άναψε ο προβολέας του λαθρεπιβάτη
            και φάνηκαν τα πρώτα ερυθρά αιμοσφαίρια∙
            αραδιασμένα πάνω στο κατάστρωμα∙
                        όλα με το δρεπάνι τους∙
            -το ακάματο ημικύκλιο,
            Πλαταγίζοντας σε χέρσο χωραφάκι.

Δεν θα προσπαθήσω να κάνω κριτική ανάλυση, γιατί μάλλον θα αδικήσω το βιβλίο. Θα δώσω όμως πιο κάτω τρεις σελίδες από τη σύνθεση: το πρώτο μέρος (α'), το δεύτερο (β') και το τελευταίο (κθ'). Αξίζει τον κόπο να αποκτήσετε αυτό το βιβλίο. 

Θα ήθελα, να αναφερθώ στο μότο του βιβλίου: «μετά την σκιάν τάχιστα γηράσκει χρόνος», του Κριτία. Ο χρόνος παρέρχεται τάχιστα, διαρκεί όσο και η σκιά. Τι αλήθεια κι αυτή. Και πόσο ταιριάζει στην «αφύλακτη διάβαση».






ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ


Όσο μικρές κι αν είναι οι μέλισσες, έχουν εγκέφαλο που ...δουλεύει! Οι έρευνες και τα πειράματα συνεχίζονται, αλλά δεν γνωρίζουμε ακόμα τα όρια της γνωστικής τους λειτουργίας (cognition).

[New York Times, printed edition, 25/2/17] .