25 Ιουλ 2014

ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ


ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ
του 
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ από την ποιητική συλλογή Διθαλάσσου, Κάρβας 2012

Τὰ Ἄλογα


Ἀναφορὰ στοὺς τάφους τῆς Σαλαμῖνας τῆς Κύπρου ὅπου οἱ μεγαλοπρεπεῖς νεκρώσιμες τελετὲς περιλάμβαναν καὶ θυσία ἀλόγων. Παρατηρήθηκε ἀκόμα καὶ ταφὴ ζωντανῶν ἀλόγων, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ σκελετὸς ἑνὸς ἀλόγου σὲ ἀγωνιώδη στάση, μὲ τὸν λαιμὸ τεντωμένο καὶ γονατιστὰ τὰ δύο μπροστινά του πόδια ἐνῶ προσπαθεῖ νὰ ἀπελευθερωθεῖ. Κοντὰ στὴ Σαλαμῖνα τῆς Κύπρου, στὴν Ἔγκωμη, βρέθηκε ἕνα ἀγγεῖο ποὺ ὀνομάστηκε ʺκρατῆρας τοῦ Διόςʺ, ἐπάνω στὸ ὁποῖο εἰκονίζεται μιὰ ἐπίσημη ἀνδρικὴ μορφὴ ποὺ φορεῖ ἱερατικὸ χιτῶνα καὶ κρατεῖ ζυγό. Ἡ μορφὴ στέκεται μπροστὰ σὲ ἅρμα καὶ πιστεύεται ὅτι εἶναι ὁ Ζεὺς ποὺ κρατᾶ τὴ ʺζυγαριὰ τῆς Μοίραςʺ, ἐδῶ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ πεπρωμένου ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ ν᾿ἀποφύγει.



Πὲς γυρισμός...


Καὶ δύο ἄλογα

Θ᾿ ἀνασηκώσουν τὸ κεφάλι

Καθὼς στὸ πεποικιλμένο τους ἅρμα

Γιὰ τὴν τελευταία του κατοικία

Ὁ Ἄρχοντας ταξιδεύει.


Καὶ στὴν ἀναγκαία τελετουργικὴ στάση

Μπροστὰ στὸν ὑψωμένο ζυγό, σπαραχτικὰ

Θὰ χλιμιντρίσουν γιὰ τελευταία φορὰ

Θὰ χτυπήσουν τὸ πόδι στὸν δρόμο δυνατὰ

Θὰ σκεπάσουν τὴν οἰμωγὴ τοῦ πλήθους

Καὶ θὰ προχωρήσουν.


Κι ὀργισμένα, μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτὰ

Στὸ σκοτάδι πνιγμένα, γονατισμένα

Οὔτ᾿ ἕνα βῆμα νὰ κάνουν δὲν θὰ μπορέσουν

Καὶ τὸ χῶμα θὰ τὰ σκεπάσει.


Ποτὲ κανεὶς δὲν ξέφυγε ἀπ᾿ τὴ μοῖρα του

Οὔτε ἡ πόλη

Οὔτε ὁ Ἄρχοντας

Οὔτε καὶ τ᾿ ἄλογα.


Ἐδῶ θὰ μείνουν


Δίπλα στὴ θάλασσα

Δίπλα στὴν πόλη τους

Μὲ τὸ κεφάλι μπροστὰ ἐναγωνίως τανώντας

Τὰ γονατισμένα πόδια πασχίζοντας νὰ ὀρθώσουν



Ἕτοιμα γιὰ ἀναχώρηση

Ὣς ὀφείλουν νὰ εἶναι.




***

Ἀναγέννηση


Ὁ Δρ Κυριάκος Χατζηιωάννου, γυμνασιάρχης στὸ Ἑλληνικὸ Γυμνάσιο Ἀμμοχώστου, ὁλοκλήρωσε μιὰ διάλεξή του, στὶς 3 Νοεμβρίου 1982, μὲ τὰ λόγια αὐτά: «Τώρα βλέπουμε τὴν πόλη μας στὰ ὄνειρά μας καὶ μὲ πόνο ἀναρωτιόμαστε: Ἦταν ἄραγε ἕνα φωτεινὸ μετέωρο ποὺ ἔσβησε γιὰ πάντα ἀπὸ τὸ οὐράνιο στερέωμα τῆς Κύπρου, ἢ θὰ ξαναλάμψη καὶ πάλι, ὅπως πρίν;»



Ἐπίκεντρο τῶν ἐκδηλώσεων τῆς γιορτῆς τοῦ πορτοκαλιοῦ καὶ τῶν ἀνθεστηρίων -τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν τῆς Ἀμμοχώστου- ἦταν τὸ Ἑλληνικὸ Γυμνάσιο μὲ τὸ στάδιο καὶ τὰ ἀρχαιοπρεπῆ προπύλαιά του, τὸ Λύκειο Ἑλληνίδων -ἕνα ἄλλο στολίδι τῆς μικρῆς μαγικῆς πόλης- καὶ ἀνάμεσά τους ὁ μικρὸς Δημοτικὸς Κῆπος, μὲ τὸν παπαγάλο του, τὴν τεχνητὴ λιμνούλα καὶ τὸ μεταλλικὸ δελφίνι, ποὺ μιὰ φορὰ τὸν χρόνο ἀποκτοῦσε σῶμα ἀπὸ πορτοκάλια.




Πὲς πορτοκάλι...


Καὶ τὸ δελφίνι θὰ τιναχτεῖ ψηλὰ

Μέσ᾿ ἀπὸ τὰ γαλανὰ νερὰ τῆς λίμνης

Θ᾿ ἀναστατώσει τὸν παπαγάλο τοῦ κήπου

Θὰ ξεσηκώσει τὰ σπουργίτια στοὺς εὐκαλύπτους

Θὰ ξαφνιάσει τοῦ γυμνασίου τοὺς μικροὺς μαθητὲς

Θὰ τὴ σηκώσει ἐπάνω στ᾿ ἀνοικτὰ φτερὰ τῆς μνήμης

Καὶ θὰ πετάξει γιὰ νὰ τὴ φέρει στοῦ νοῦ τὴν πύλη

Μὲ ὁλόχρυσες κορδέλες ν᾿ ἀνεμίζουν

Μὲ τὸ φόρεμά της τὸ θαλασσὶ

Μὲ τὸ μυρωμένο μαγιάτικο στεφάνι της

Μ᾿ ἕνα πορτοκάλι στὸ ἕνα χέρι

Μ᾿ ἕνα καράβι στὸ ἄλλο

Ὅπως τὴν ἄφησες

Ἀπαράλλαχτη.



Ἤ, ἀρκεῖ νὰ πεῖς τ᾿ ὄνομά της


Καὶ νὰ θαυμάσεις μὲ πόση χάρη

Μέσ᾿ ἀπὸ τὴν ἄμμο ποὺ εἶναι χωσμένη

Ἡ πόλη θὰ ξεπροβάλει ξανανιωμένη

Στῆς χαλκοφόρου τὸ στερέωμα

Νὰ ξαναλάμψει.




***

Ἄνθος Ἁλός

ἄνθος ἁλός, ὁ ἀφρὸς τοῦ κύματος.



Καμήλα, βράχος μέσα στὴ θάλασσα, ὀκτακόσια περίπου μέτρα ἀπὸ τὴν ἀκτή, ποὺ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βομβαρδίστηκε ἀπὸ τοὺς Γερμανούς, γιατὶ τὸν ἐξέλαβαν γιὰ ὑποβρύχιο. Οἱ νέοι συναγωνίζονταν στὴν κολύμβηση, μὲ σημεῖο ἀναφορᾶς τὸν βράχο αὐτό, στοὺς κολυμβητικοὺς ἀγῶνες τοῦ Ναυτικοῦ Ὁμίλου Ἀμμοχώστου, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες μέρες καὶ ὧρες, κυρίως ὅμως κατὰ τὸ καλοκαίρι, ποὺ ἡ πόλη ἔσφυζε ἀπὸ ζωή.




Πὲς θάλασσα...


Καὶ ἡ Καμήλα

Θ᾿ ἀνασηκώσει τὴν καμπούρα της

Θὰ ξεσηκώσει κύματα

Θὰ ξυπνήσει τὰ μισοκοιμισμένα θαλασσοπούλια

Θὰ φυσήξει τὴ γλυκόπικρη αὔρα τῆς μνήμης

Νὰ σοῦ χαϊδέψει τὸ πρόσωπο

Νὰ σὲ ποτίσει θαλασσόμελο.


Ὁλόχρυσοι κόκκοι ἄμμου

Μαζὶ μὲ τὸν ἱδρῶτα σου

Θὰ κυλοῦν ἐπάνω στὸ σῶμα

Καθὼς θὰ δοκιμάζει τὶς ἀντοχές σου.



Ἡ θάλασσα θὰ βλέπει πρὸς τὴν πόλη

Καὶ ἡ πόλη πρὸς τὴ θάλασσα


Ξαγρυπνώντας.



***


ʺΣαλαμίνιαʺ


Παραλιακὸ ξενοδοχεῖο τῆς Ἀμμοχώστου. Στὶς 22 Ἰουλίου τοῦ 1974 βομβαρδίστηκε ἀπὸ τὴν τουρκικὴ ἀεροπορία καὶ ἡ φωτογραφία ἑνὸς νέου, ποὺ σκοτώθηκε μὲ τραγικὸ τρόπο καὶ φαινόταν νὰ κρέμεται μέσα στὰ συντρίμμια τοῦ κτηρίου, προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση καὶ ἔκανε τὸν γῦρο τοῦ κόσμου γιὰ πάρα πολλὲς μέρες.






νθρωποι τύχης εδωλον πλάσαντο,

πρόφασιν δίης βουλίης [ριστοτέλης]



Τὶ τύχη κι αὐτὸς

Νὰ βλέπει ἔτσι τὴν πόλη του!


Γιὰ τὴν ἀκρίβεια

Ἕνα μέρος τῆς πόλης

Μιὰ λωρίδα χρυσὴ ἀμμουδιὰ

Καταπράσινα περιβόλια

Νὰ κρέμονται

Ἀπὸ ἕναν θαλασσὴ οὐρανό.


Τὰ κάτω ἄκρα ἄνω

Φυτεμένα σὲ συντρίμμια

Τὰ ἄνω ἄκρα κάτω

Μὲ τὰ δάχτυλα τεντωμένα.



Ἡ πατρίδα ἀνάποδα γυρισμένη

Χώρεσε στὴν παλάμη του.





[Από την ποιητική συλλογή: Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, Διθαλάσσου, Κάρβας 2012]
ΕΔΩ

19 Ιουλ 2014

ΚΟΜΠΟΛΟΪ ΑΠΟ ΚΟΥΚΟΥΤΣΙΑ ΕΛΙΑΣ


Δύο διηγήματα βασισμένα σε αφήγηση του πατέρα μου, για τον βάρβαρο τρόπο που ο τουρκικός στρατός βασάνισε αυτόν και άλλους 28 συγκρατούμενούς του για 37 μέρες σε μια κριθαραποθήκη στη Γαληνόπορνη της Καρπασίας, τον Αύγουστο του 1974.

 από τις συλλογές διηγημάτων μου
 "Η κόρη του δραγουμάνου"
 και 
"20 διηγήματα"   

*******

ΤΟ ΕΝΘΥΜΗΤΑΡΙΟ
διήγημα
του
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
  
Π
εριφερόμουν χωρίς σκοπό στην τουριστική γει­τονιά μιας μικρής πόλης και την προ­σοχή μου τρά­βηξε πρώτα ένα παράθυρο με ανοιχτά τα εξωτε­ρικά του φύλλα, και μετά μια πολύ όμορφη πινακίδα που ήταν πάνω από την πα­λιά πόρτα τής εισόδου τού καλοδιατηρημένου νεοκλασικού σπι­τιού. Ήταν μουσείο κομπολογιού και αυτό ήταν ολοφάνερο, βέβαια, γιατί από το παρά­θυρο που έμοιαζε με θαυμάσιο ζωγραφικό πί­νακα, φαίνονταν αρκετά κομπολόγια, τοποθετημένα με τέχνη στις προθή­κες τους.

Δεν προβληματίστηκα, μπήκα αμέσως και μια ευγενέστατη κυρία με υποδέχτηκε μιλώ­ντας μου με μια ζεστή χαρακτηριστική φωνή. Μου έδωσε, μάλιστα, όλες τις αναγκαίες πλη­ροφορίες, προτείνοντας να δω πρώτα το μου­σείο στη διπλανή αίθουσα και μετά τα εκθέ­ματα του πωλητηρίου. Προχωρήσαμε αμέ­σως δίπλα κι άρχισε την ξενάγηση. Η μια έκ­πληξη ακολουθούσε την άλλη, καθώς άκουγα για τα παράξενα υλικά, με τα οποία ήταν κατα­σκευασμένα τα εκατοντάδες κομπολόγια που ήταν εκτεθειμένα στις προθήκες τριγύρω. «Αυτό το βαθυκόκκινο», ξεκίνησε η κυρία, «εί­ναι ένα πολύ σπάνιο φατουράν, που το όνομά του το οφείλει στον εφευρέτη που κατασκεύασε το υλικό, έναν Αιγύπτιο χημικό που έφτιαχνε προσευχητάρια. Τώρα κανένας δεν γνωρίζει από τι ήταν το μίγμα που χρησιμοποιούσε ο Φατου­ράν. Πολλοί λένε ότι η βάση ήταν το κεχρι­μπάρι κι ο βακελίτης, στα οποία πρόσθετε διάφορα άλλα υλικά, όπως μαστίχα και καχρα­μάν, αλλά δεν γνωρίζουμε τα υπόλοιπα υλικά, και κυρίως δεν γνωρίζουμε τη διαδικασία τής πα­ρασκευής». «Τι είναι το καχραμάν», τη διέ­κοψα με απορία. «Είναι το κεχριμπάρι τής Ανατο­λής. Ξέρεις, κάθε περιοχή έχει τη δική της ποιότητα», απάντησε αμέσως. «Εμείς εδώ, δεν έχουμε και πολλά πράγματα να δείξουμε», συμπλήρωσε, και προχωρήσαμε λιγάκι παρακάτω. «Αυτό είναι από μαύρο κοράλι και αυτό εδώ εί­ναι από κόκαλο καμήλας» έλεγε η ευγενική κυ­ρία, που παράλληλα έκανε και μια ιστορική ανα­δρομή για το θέμα της, το οποίο φαινόταν να γνωρίζει πολύ καλά. Μιλούσε ασταμάτητα με πάθος και με κάθε λέξη που έλεγε, έδειχνε ότι αγαπούσε αυτό που έκανε, δείχνοντας ακόμα ότι την ευχαριστούσε και το δικό μου ενδι­αφέρον που συνεχώς ανανεωνόταν, γιατί  κάθε τι που έλεγε, για μένα ήταν μια έκπληξη. Μέσα σε λίγη ώρα έμαθα ολόκληρη την ιστο­ρία τού κομπολογιού, όλες τις λεπτομέρειες για τον τρόπο που χειρίζονται τα κομπολόγια οι διάφοροι λαοί, κυρίως τής Ανατολής και τι αλλαγές έγι­ναν μέχρι να φτάσει στη μορφή που το γνωρί­ζουμε σήμερα. Μίλησε στη συνέχεια για τους δια­φορετικούς ήχους που βγάζουν οι χάντρες, καθώς χτυπάνε μεταξύ τους.

Ήταν ένα θέμα με χίλιες όψεις, αλλά γνώ­ριζε, όπως είπε, τα πάντα. Δεν υπήρχε είδος κο­μπολογιού που δεν είχε δει. Γύριζε τον κόσμο κι όταν εντόπιζε ένα διαφορετικό, όσο ακριβό και να ήταν, το αποκτούσε. Ήταν μια μοναδική αυθε­ντία.

Συνέχισε να μου μιλά ασταμάτητα. Κι όσο μου μιλούσε, αναλογιζόμουν τι ήχο να έβγαζαν οι χάντρες τού δικού μου κομπολογιού, που κρα­τούσα σφιχτά στην παλάμη μου. Έχουν περά­σει τριάντα εφτά χρόνια, όσα και οι χάντρες του, και δεν έχω σκεφτεί ποτέ να δοκιμάσω. Μα, εγώ δεν παίζω με τις χάντρες. Τις κλείνω μόνο στην παλάμη μου με συγκίνηση, τις χαϊ­δεύω μια μια με τα δάχτυλα και μου ψιθυρί­ζουν τις δικές τους ιστορίες. Ιστορίες δοκιμα­σίας και πόνου∙ ιστορίες που καθόρισαν την πο­ρεία μου στη ζωή, ιστορίες που θα καθορί­σουν την πορεία των παιδιών και των εγγονιών μου. Ύστερα ξεκουράζονται∙ περιστρέφω το κο­μπολόι, του δίνω το σχήμα οχταριού, το διπλώνω και το περ­νάω στον καρπό τού αριστερού μου χεριού σαν βραχιόλι. Δεν το αποχωρίζομαι ποτέ. Είναι η ιστορία τού πατέρα: οι εικόνες ξετυλίγονται δια­δοχικά και κάθε φορά νομίζω ότι η ιστορία θα εξελιχθεί διαφορετικά. Κάτι που επιθυμώ σφο­δρά. Αλίμονο όμως, επαναλαμβάνεται πά­ντα η ίδια ιστορία, η ιστορία που μου αναταρά­ζει το αναπνευστικό μου σύστημα και με κάνει ν’ ανασαίνω βαριά κι ακανόνιστα∙ κάνει το αίμα στις φλέβες να βράζει και ν’ αναπηδά∙ εί­ναι η ιστορία που με συνταράζει. Ανοίγει η πόρτα τής αποθήκης και τον πετούν μέσα, σαν ένα τσουβάλι. Οι συγκρατούμενοί του τρέχουν κο­ντά του για να μάθουν τι έγινε. Θέλει πολύ να τους πει, μα τα σαγόνια του δεν υπακούουν. Το στόμα δεν ανοίγει και η φωνή του είναι ανύπαρ­κτη. Προσπαθεί να τους δείξει τα χέρια του που τρέμουν, μα ούτε κι αυτά μπορεί να μετα­κινήσει. Λίγα λεπτά πριν, δυο στρατιώτες, με εντολή τού τουρκομόγγολου αξιωματικού, του τα πέρασαν μέσα στον αορτήρα τού όπλου, που τον είχαν τεντώσει με τέτοιο τρόπο, ώστε οι παλάμες του να είναι ανοιχτές προς τα πάνω. Και τότε αρχίζει αυτός με λύσσα να χτυ­πάει με μια βίτσα από οξιά, στην αρχή σιγά και μετά όλο και πιο δυνατά και πιο δυνατά. Χτυ­πάει μανιασμένος κι όσο ο πατέρας δεν βγά­ζει άχνα από το στόμα του, τόσο αυτός λυσ­σάει πιο πολύ και χτυπάει με μανία. Κι όσο χτυπάει, δεν σταματά να βρίζει: «τι περιμένεις ρε», λέει και ξαναλέει, «μπορεί η ανύπαρκτη Ελ­λάδα σου να σε σώσει; Μπορεί να τα βάλει με την Τουρκία των ογδόντα εκατομμυρίων; Μπο­ρεί να τα βάλει με τη Μεγάλη Οθωμανική Αυτοκρατορία;» Και συνεχίζει να χτυπάει με τέ­τοιο μίσος, που κάνει τα λοξά του μάτια να δια­στέλλονται και να γυαλίζουν. Σταματά μόνο για λίγο, για να βουτήξουν τα χέρια τού πα­τέρα σ’ έναν κάδο με νερό και ξανά από την αρχή, μέχρι που κουράζεται ο ίδιος. Κάθε τόσο οδηγούν εκεί κάποιον άλλο από τους συντρό­φους του και σε λίγο ακούγονται οι δικές του σπα­ραχτικές κραυγές, που δεν αντέχει τα φρι­κτά βασανιστήρια. Το μεσημέρι σταματούν. Ένας γέρος τους πετάει από ένα κομμάτι ξερό ψωμί κι από δυο τρεις ελιές, όπως πετάνε τα ξερο­κόμματα στα σκυλιά. Ποιος όμως μπορεί ν’ ανοίξει τα σαγόνια του. Οι ελιές είναι αλμυ­ρές∙ λύσσα. Ο πατέρας παίρνει μια, τη βάζει στο στόμα και με αηδία που ζωγραφίζεται στο πρό­σωπό του φτύνει την ταγκισμένη σάρκα της. Ακουμπάει την πλάτη στον υγρό τοίχο και αρχίζει να τρίβει το κουκούτσι στο τσιμεντένιο δάπεδο. Είναι πολύ σκληρό το κουκούτσι τής ελιάς, σαν ατσάλι είναι. Το τρίβεις, το τρίβεις και δεν λένε αυτές οι μύτες να φαγωθούν. Οι ώρες όμως, ιδίως το βράδυ, είναι πολλές και σκλη­ρές, δεν περνάνε εύκολα και κάποτε, με την επιμονή του, οι άκρες στο κουκούτσι υποχω­ρούν και λειαίνονται. Ένα τόσο δα συρμα­τάκι χρειάζεται πια για να γίνει η τρύπα μιας τέλειας χάντρας, και το βρίσκει κι αυτό. Κάθε μέρα που περνάει, ο Τούρκος εφαρμόζει όλο και πιο σκληρά βασανιστήρια, αυτός όμως αντέχει, βρίσκει κουράγιο και δύναμη, και κάθε μέρα κα­τασκευάζει μια καινούργια χάντρα. Αν μπο­ρούσε να συνεχίσει να ξεχωρίζει πότε νυχτώνει και πότε ξημερώνει, κι αν επιζούσε τελικά, τότε θα είχε ένα κομπολόι∙ ένα κομπολόι από κουκού­τσια ελιάς∙ ένα ενθυμητάρι, για να ξέρει πόσες μέρες έζησε μέσα στη μαύρη αιχμαλω­σία του, τον Αύγουστο του ΄74.

Ήμουν πολύ συγκινημένος, είχα πια­σμένα τα χέρια το ένα μέσα στο άλλο πίσω στη μέση, με το κομπολόι περασμένο, σαν ένα δι­πλό βραχιόλι, στον καρπό τού αριστερού μου χε­ριού. Είχα χαθεί στις σκέψεις μου και σε κά­ποια στιγμή, μόλις έφερα το χέρι μπροστά και φάνηκε το κομπολόι, η κυρία το άρπαξε και με τα δυο της χέρια λέγοντας: «Θεέ μου, αυτό είναι το κομπολόι από κουκούτσια ελιάς;» Αμέσως συνήλθα κι αντιλήφθηκα ότι προηγουμένως πρέ­πει να είχα περιέλθει σε κάποια άλλη διά­σταση, πρέπει να μιλούσα για αρκετή ώρα κι έλεγα την ιστορία για το ενθυμητάρι τού πα­τέρα. Ζήτησα συγνώμη και κοίταζα τα βουρκω­μένα μάτια τής κυρίας που ήταν φανερά πολύ συγκινημένη τα σκούπιζε με το μαντήλι της. «Κύριέ μου», ψέλλισε, όταν η συγκίνηση τής επέτρεψε να μιλήσει, «τελικά, δεν γνωρίζω όλα τα κομπολόγια τού κόσμου. Γνώρισα χιλιά­δες, μα είναι σαν να μη γνώρισα τίποτε. Μου ξέ­φυγε το πιο σπουδαίο και πιο συνταρακτικό: ένα ματωμένο κομπολόι από κουκούτσια τής ευ­λογημένης ελιάς, που κάθε Έλληνας ένα παρό­μοιο θα έπρεπε να έχει περασμένο στον καρπό τού χεριού του. Ένα ενθυμητάρι, για να λειτουργεί ως πυξίδα, για την ορθή πορεία τής πατρίδας προς το μέλλον».
[Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, "20 διηγήματα", Κάρβας, 2014] 



********************

Το δεύτερο διήγημα

ΕΔΩ



16 Ιουλ 2014

Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΔΡΑΓΟΥΜΑΝΟΥ

η κόρη του δραγουμάνου
διήγημα
του
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Oι παλιές εφημερίδες και τα περιοδικά παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον και μου προσφέρουν πάντα μεγάλη χαρά όταν τύχει να πέσουν στα χέρια μου. Μέσα από τέτοια έντυπα, οι άνθρωποι που έζησαν τη ζωή τους σε περασμένες εποχές ζωντανεύουν και προσπαθώ να φανταστώ κι εγώ τον εαυτό μου πώς θα ήταν αν ζούσα στην ίδια εποχή. Αγγελίες, ειδήσεις, ιστορίες... Άλλες εικόνες, άλλες εποχές. Κάποια πράγματα μου φαίνονται απίστευτα, παράξενα και άλλα τόσο όμορφα και ζηλευτά! Ζω για λίγο σ’ αυτά τα χρόνια που ο πατέρας και ο παππούς ήταν ακόμη σε πολύ μικρή ηλικία ή αγέννητοι, τότε που ο χρόνος κυλούσε με διαφορετική ταχύτητα, για μας αργά και μονότονα. Πολλά γεγονότα δεν μπορεί να τα συλλάβει το μυαλό μου, είναι εντελώς ακατανόητα. Ένας ήσυχος κόσμος χωρίς αυτοκίνητα, χωρίς ραδιόφωνο, χωρίς τηλεόραση, χωρίς διαδίκτυο.

Ποτέ όμως δεν πέρασε από το μυαλό μου ότι ήταν δυνατό να πέσω σε μια είδηση που δεν έλεγε όλη την αλήθεια. Είχα ακούσει την ιστορία από πρώτο χέρι και ήταν διαφορετική. Στην αρχή δεν το είχα αντιληφθεί, σιγά σιγά όμως, με το πέρασμα του χρόνου, έβαζα κάτω λιθαράκι λιθαράκι τα ευρήματα της μνήμης μου και τις πληροφορίες που έπαιρνα από παλαιότερους και στο τέλος κατάφερα να ολοκληρώσω την πραγματική ιστορία. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι η είδηση στο Νέον Κίτιον, 10/22 Oκτωβρίου 1883 ―10 Oκτωβρίου με το παλιό ημερολόγιο, 22 με το καινούργιο―, δεν έλεγε την αλήθεια για τα γεγονότα, αλλά τα είχε διαστρεβλώσει. Ιδού η είδηση:

«Τη παρελθούση εβδομάδι, παρ’ ολίγον να συμβώσι δυσάρεστα εν τω χωρίω Βασιλικά, ένεκα γυναικός τινός χριστιανής αγαπησάσης Oθωμανόν, και μετ’ ολίγας ημέρας εγκαταλειψάσης αυτόν. O Oθωμανός, βαρέως φέρων την προσβολήν, προσέλαβεν ως βοηθούς δεκαοχτώ άλλους ομοθρήσκους του, οίτινες οπλισθέντες μετέβησαν νύκτωρ εις το χωρίον της γυναικός, επί τω σκοπώ να την αρπάσωσιν διά της βίας, αλλ’ οι χριστιανοί, μαθόντες εγκαίρως τα διατρέξαντα, έκρουσαν τον κώδωνα της εκκλησίας και παρευθύς εκ των πέριξ χωρίων έτρεξαν αρκετοί, οίτινες υπεχρέωσαν τους Τούρκους να φύγωσι κατησχυμμένοι, εγκαταλείψαντες την ωραίαν Ελένην εις τον πατρικόν της οίκον».

Πού να φανταστώ ότι η ωραία Ελένη της είδησης του 1883 έμενε ακριβώς απέναντι από το σπίτι μου και σχεδόν καθημερινά την έβλεπα. Της πήγαινα λίγο φαγητό που έβαζε στο πιάτο η μάνα μου. Το πιάτο ―κι ένα δεύτερο, πιο μικρό, για σκέπασμα― ήταν πάντα σε μια πετσέτα, με τις άκρες δεμένες. Πρώτα οι δυο διαγώνιες άκρες της πετσέτας με σφιχτό διπλό κόμπο και μετά οι άλλες δυο πιο χαλαρά, πάλι με διπλό κόμπο, σταυρωτά.

Πού να φανταστώ ότι η ωραία Ελένη ήταν η εκατόχρονη γριά Ελένη, που όλη μέρα καθόταν στο σκαμνάκι της αναζητώντας λίγη κουβέντα από τους περαστικούς ή τις πιο πολλές φορές μιλώντας και μαλώνοντας με τις γάτες της.

Όταν με έβλεπε εκεί κοντά, στεκόταν στη μέση της πόρτας της και με φώναζε. Μου έγνεφε με το χέρι να πλησιάσω. Για μένα βέβαια το παιχνίδι ήταν πιο σημαντικό, μα αυτή ήξερε κόλπα. Άρχιζε αμέσως το παραμύθι, και μένα μου άρεσαν τα παραμύθια. Μόλις βεβαιωνόταν ότι θα της κάνω λίγη παρέα, πήγαινε κούτσα κούτσα στη γωνιά, χτυπώντας το μπαστούνι στο μάρμαρο, κι άνοιγε μια μικρή πορτούλα. Ποτέ δεν άφηνε κανέναν να δει τι είχε εκείνο το σκοτεινό καμαράκι, πρόσεχε να μην μπει καμιά γάτα μέσα και μπαίνοντας γύριζε το κεφάλι να δει αν την ακολουθεί κανένας κι έκλεινε την πορτούλα. Έβγαινε, όμως, πάντα κρατώντας είτε κανένα μήλο ή σουτζούκο* είτε λίγα φιστίκια ή αμύγδαλα.

Σχολίαζε τα πάντα και κυρίως τις γυναίκες που φορούσαν τόσο κοντά φουστάνια. Έκανε: «Αααα! Αυτές οι σημερινές γυναίκες... θα τις κάψει ο Θεός! Να, κοίτα! Ως εδώ πρέπει να ράβουν τα φουστάνια τους» κι έδειχνε το άσπρο της βρακί με το λάστιχο, που σκέπαζε τον αστράγαλο. «Της γυναίκας δεν πρέπει να φαίνεται το κότσι της». Κι έκανε μια κίνηση του χεριού σαν να έλεγε: «οι τωρινέεες…» ή «ποιος μ’ ακούει τώρα εμένα!».

«Όταν ήμουν στα νιάτα μου, δεν ήταν άλλη πιο όμορφη από μένα. Για να με γλιτώσουν από τους Tούρκους, με πήγαν στο Τρίκωμο, στο σπίτι του δραγουμάνου. Έμεινα πολύ καιρό. Ξέρεις πού είναι το Τρίκωμο; Δεν ξέρεις! Είναι πολλά μακριά από το χωριό μας. Πήγαμε με τα πόδια με το μακαρίτη τον κύρη μου. Αυτός ήξερε το δρόμο, μα πηγαίναμε πογυριστά πογυριστά* να μην μας δουν. Φτάσαμε τα χαράματα».

Στις πιο κρίσιμες στιγμές η ιστορία σταματούσε. Oι δουλειές στο χωριό ήταν πολλές κι η μάνα ή ο πατέρας πάντα με φώναζαν και η ιστορία έμενε στη μέση.

Την επόμενη φορά η ιστορία άρχιζε από κάπου αλλού. Δεν είχε σημασία. Σημασία είχε ότι κάποιος την άκουγε τώρα και διέκοπτε τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς της.

«Εγώ ήμουν ψηλή, δυνατή, ζωντανή και λυγερόκορμη. Έβαζα τη στάμνα στο κεφάλι γεμάτη νερό από τη βρύση και την έφερνα στο σπίτι χωρίς να την αγγίζω με το χέρι, χωρίς να μου πέσει. Κάποτε, δυο στάμνες στους ώμους με γάλα! Καμιά άλλη στο χωριό δεν μπορούσε να το κάνει αυτό, μόνο εγώ. Ξέρεις, γιε μου, πού είναι η βρύση του χωριού; Πήγες καμιά φορά; Δεν ξέρεις! Έλα να σου δείξω».

Και σηκωνόταν χωρίς να περιμένει απάντηση, κούτσα κούτσα, με το μπαστούνι να χτυπά στα μάρμαρα, κι εγώ να την ακολουθώ υπομονετικά. Κάθε δυο τρία βήματα γυρνούσε το κεφάλι για να βεβαιώνεται ότι ακολουθώ. «Έλα. Έλα να σου δείξω πού είναι η βρύση». Και βγαίναμε από την πόρτα του νότου. «Έλα, έλα να σου δείξω πού είναι η βρύση». Έκανε λίγο δεξιά από το φούρνο και σταματούσε. «Τον βλέπεις τον ευκάλυπτο; Tις χαρουπιές τις βλέπεις; Κείνο το γύλαντρον* το καβάτζι*; Αποκάτω είναι η βρύση. Να πας καμιά μέρα και να μου πεις και μένα αν τρέχει ακόμη το νερό. Πού να ’χει, γιε μου, νερό τώρα! Μου είπαν πως στέρεψε η βρύση μας. Μα έτσι τότες, κεφαλόβρυσο ήτανε». Κι έκανε έναν κύκλο με τα χέρια της να δείξει πόσο πολύ ήταν το νερό που έτρεχε.

«Πίσω εσύ, παλιόκοτα, πήγαινε να φας χορτάρι να μου γεννήσεις κανένα αυγό!» και την έδιωχνε με το μπαστούνι της. «Η βρύση μας έτρεχε πολύ νερό, μάνα μου, μα τώρα; Εγώ πήγαινα με τη στάμνα κάθε πρωί και τη γέμιζα. Ν’ άκουγες τα πουλιά! Να, έτσι!...» και χτυπούσε πολλές φορές τις ζαρωμένες ρώγες των δαχτύλων της «...δεκάδες» βάζοντας πρώτα το μπαστούνι στη μασχάλη της. «Έρχονταν να πιουν δροσερό νερό. Εκεί με είδε ο Tούρκος. Εγώ, γιε μου, ήμουν πολλά όμορφη. Χιχίνισεν* ο άππαρός* του και τον πήρα χαμπάρι. Τον έδεσε κάτω από τον ευκάλυπτο κι ερχόταν προς το μέρος μου κατεβαίνοντας με μεγάλες δρασκελιές. Δεν τον φοβήθηκα, ήρθε κοντά μου και γύρεψε να με πειράξει, μα του ξέφυγα. Ήμουν δεκαεφτά χρονώ, σαν αγριοκάτσικο. Δεν μπορούσε να με πιάσει. Άφησα τη στάμνα όμως εκεί».

Σταμάτησε και με κοίταξε σαν να αναρωτήθηκε αν έπρεπε να λέει αυτές τις ιστορίες σ’ ένα παιδάκι: «Α, γιε μου, σουρούπωσε!». Κι άρχισε να καλεί: «πουρί, πουρί, πουρί!» τις κότες της για να μπουν στο κοτέτσι. Μπήκε κι αυτή μέσα. Όσο που με πρόλαβε και μου έδωσε δυο αυγά. Τα έδινα στη μάνα λέγοντας: «πουρί, πουρί, πουρί!» κι αυτή χαμογελούσε: «Tο άκουσες και σήμερα το παραμυθάκι σου, βλέπω!».

Σε δυο τρεις μέρες, πάλι η ίδια ιστορία:

«Πού επήγε ο Tούρκος, γιαγιά;».

«Ποιος Tούρκος, γιε μου!» Μου μιλούσε για άλλα πράγματα κι εγώ προσπαθούσα να βρω μια άκρη από τις ιστορίες της. «Α! Εγώ αγάπησα τον Δημητρό. Ήταν ένα παλικάρι ως εκεί πάνω. Όσο που έφτανα στον ώμο του. Δουλευτής στο τσιφλίκι του πατέρα του, μα ήξερε κι άλλη τέχνη. Όλα αυτά που βλέπεις εδώ μέσα αυτός τα έφτιαξε: το ερμάρι, την τάβλα*, τα δουλάπια, τις πόρτες... Τα εργαλεία του δεν τα χάρισα σε κανένα. Άμα πεθάνω, όποιος θέλει ας τα πάρει. Όσο ζω εγώ όμως, θα μείνουν όπως τα άφησε ο μακαρίτης. Είναι καιρός πια να πάω να τον βρω. Είκοσι χρόνους τώρα που με άφησε. Βαρέθηκα μόνη μου. Κουράστηκα. Δεν μπορώ να περπατώ μ’ ευκολία πια. Άμα αρρωστήσω, κάθομαι και κλαίω μόνη μου όλη τη νύχτα και δεν με ακούει κανένας. Έχω μόνο τούτες τις έρμες τις κάττες*, εψές η μια, αυτή εκεί η μαύρη, μου έφερε μια πατσάλα* τόση και φοβήθηκα, την κρατούσε και έπαιζε μαζί της μέχρι που τη σκότωσε».

«Γιαγιά, πού πήγε ο Tούρκος;»

«Είπα το του Δημητρό, γιε μου. Κι αυτός εθώρεν* με κάμποσην ώρα κι ύστερα έβαλέ με μες στην αγκάλην του και γεμώσαν* τα μάτια του που ’ταν να πάθω κακόν. O Δημητρός δούλευε στα χωράφια του πατέρα του, δεν ήταν να παντρευτούμε ακόμη, και μήνυσε στον πατέρα μου να με παίρνει και μένα στα χωράφια για λίγο καιρό. O Tούρκος ελίμπισεν* όμως, και τον εθωρούσαν που τριγυρνούσε μέσα στο χωριό. Μιαν ημέραν, πάλι με έκοψε στη βρύση. Ξέρεις πού είναι η βρύση, γιε μου, ή να σου δείξω; Μα δεν ήμουν χάκκιν* του. Έσυρά του την τσιάκκα* και φοβίτσιασά τον. Επήγα βουρητή* σπίτι μου. Μαθεύτηκε στο χωριό και ήταν όλοι αναβρασμένοι. Εγώ αγαπούσα τον Δημητρό. Βλέπεις αυτό τον καθρέφτη; Αυτός τον σκάλισε. Νύχτα μέρα, νύχτα μέρα, μέχρι που τον τέλειωσε. Έκαμεν ένα βάζο με τριαντάφυλλα και πάνω στα τριαντάφυλλα πουλιά που κελαδούν και γύρω γύρω κληματόφυλλα. Έκαμεν τα τριαντάφυλλα κόκκινα και τα πουλιά γαλάζια. Το γυαλί το παράγγειλε στη Χώρα. Κανένας άλλος δεν είχεν έτσι καθρέφτη. Τον έκαμε για μένα. Αγάπα με και κείνος πολλά και δεν μου χαλούσε χατίρι. “Έκαμά τον για σένα, βασιλιτζιά* μου, να χτενίζεσαι, να είσαι πάντα όμορφη”. Έτσι μου έλεγε. “Να σου κελαδούν τα πουλιά σαν χτενίζεσαι και να σε κάμνουν πάντα να είσαι χαρούμενη και να ’χεις δροσιάν όπως τα τριαντάφυλλα”. Δοξάζω σε, Θε μου! Μια φιγούρα του δεν έχω να τον θωρώ, μα δεν πειράζει, έχω τον μες στο μυαλό μου».

«Τι έγινε ο Tούρκος, γιαγιά;»

«Ήταν μια νύχτα, γιε μου, που δεν θα την ξεχάσω στη ζωή μου. Εμένα με κλείδωσαν στο σώσπιτο*, μα βρήκα τρόπο κι εθώρουν. Είδαν τους οι χωριανοί που έρχονταν από μακριά και κρατούσαν δαδιά αναμμένα και έπαιξαν την καμπάνα. Εθώρουν τον Δημητρό που ήταν ανήσυχος και στριφογυρνούσεν όπως το θηρίο μες στο κλουβί κι ήθελα να τον πάρω και να φύγουμε μακριά, δεν ήθελα να πάθει κακόν εξαιτίας μου. Γιατί, άμα αγαπάς, είσαι άξιος να τα βάλεις με χίλιους εκατό, όχι με δεκαοχτώ που ήρθαν εκείνη τη νύχτα! Άμα έπαιξεν η καμπάνα του χωριού, ακούστηκεν κι η καμπάνα τ’ Aϊ-Δημήτρη. Εμαζευτήκαν από τρία χωριά και τους περίμεναν. Άμα κόντεψαν καμιά εκατοστή ορκές*, έβαλαν τους αππάρους να τρέξουν πάνω στον κόσμο, νόμισαν πως θα τους φόβιζαν και θα τους διάλυαν. Έπαιξαν και καμιά δυο πιστολιές και φώναζαν οι άγριοι στα τούρκικα, που δεν καταλάβαμε τι εννοούσαν, μα ο κόσμος όχι μόνο δεν έφευγε, αλλά άρχισε να τους φωνάζει ότι δεν αντρέπονται τα μούτρα τους και να φύγουν, ο Δημητρός πρόσβαλε τον Tούρκο που ήταν πάνω στον άππαρο τον άσπρο και του είπεν, αν είναι παλικάρι, να πετάξει το όπλο και να κατεβεί. Έδωσε δυο τρεις γύρους ο Tούρκος γύρω από τον Δημητρό, σαν να ήθελε να τον συγκόψει αν ήταν του χεριού του, αλλά δεν είχε την τόλμη να κατεβεί. Ήταν πολύς ο κόσμος και οι Tούρκοι δείλιασαν, δεν ξέρω τι τους ήρθε, φώναξαν πάλι κάτι στα τούρκικα και εξαφανίστηκαν. Ένας που ήξερε τούρκικα είπε πως θα ξανάρχουνταν. Εθώρουν τον Δημητρό που ανάπνευσε, σήκωσε τα χέρια του ψηλά κι ευχαρίστησε τον Θεό. Έκαμε το σταυρό του τρεις φορές. Ήταν παλικάρι και η ψυχή του το έλεγε. Αν τολμούσε ο Tούρκος να κατεβεί, θα τον έπνιγε, δεν θα του γλίτωνε. Εγώ περίμενα μέσα στο σώσπιτο μέχρι που ήρθε ο κύρης μου σε λίγη ώρα και με έβγαλε. “Ετοιμάσου γρήγορα, φεύγουμε” μου είπε και είχεν αγωνία. Εκράτεν ένα φανάρι και είδα που ήταν κι αυτός ταραγμένος. Είπε μου να πάρω λίγα ρούχα και να φεύγουμε. Έτσι κάναμε. Πήρε κι εκείνος τη βούρκαν του, έβαλε ψωμί και νερό και ξεκινήσαμε. Στο δρόμο μουλλωτοί*. Oύτε που μιλήσαμε καθόλου. Εγώ είχα συνέχεια μέσα στο μυαλό μου τον Δημητρό. Πριν ξεκινήσουμε, πήγαμε πίσω από το σπίτι, με αγκάλιασε και με φιλούσε, με ρουφούσε, αλλά κι εγώ βυζάκωσα* πάνω του και δεν ήθελα ν’ αποχωριστούμε. O κύρης όμως βιαζόταν. Το πρωί φθάσαμε στο σπίτι του δραγουμάνου. Ξέρεις πού είναι το Τρίκωμο; Είναι πολύ μακριά από το χωριό μας. Έκαμα δεκαοχτώ μήνες στο σπίτι του. Με είχε σαν την κόρη του. Στο τέλος έτσι με ελέγαν στο χωριό: “η κόρη του δραγουμάνου”. O κύρης μου, άμα τον ρωτούσαν για μένα, έλεγε: “Δεν είναι δική μου τώρα, είναι κόρη του δραγουμάνου”. Όμως, στους δεκαοχτώ, με έφερε ο ίδιος με την άμαξα και με παρέδωσε στον πατέρα μου. Κουράστηκα πολύ. Βοήθα μου, γιε μου, να ξαπλώσω σ’ αυτήν εδώ την τάβλα, που νά ’χεις την ευχή μου».

Άφησα τη γριά στις σκέψεις της και τράβηξα για το σπίτι συλλογισμένος.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Μόλις το μάτι μου έπεσε στην είδηση της παλαιάς εφημερίδας, χτύπησαν οι καμπάνες τ’ Aϊ-Δημήτρη και τ’ Aϊ-Βασιλειού. Άρχισα τις προσθαφαιρέσεις: δεκαεφτά χρονών που ήταν η ηλικία της και δεκαεφτά ως το χίλια εννιακόσια: τριάντα τέσσερα και εξήντα έξι: εκατό. Θεέ μου, αυτή είναι. Ναι, αυτή είναι!

Μάζεψα τα σπαράγματα της μνήμης και τα έβαλα σε τάξη. Έπρεπε πια να γράψω την πραγματική ιστορία, όπως την είχα ακούσει από πρώτο χέρι, είχα υποχρέωση. Έπρεπε να αποκατασταθεί η αλήθεια έστω και ύστερα από εκατόν δεκαεννιά ολόκληρα χρόνια: Η ωραία Ελένη δεν αγάπησε ποτέ τον Oθωμανό. Η μοναδική της αγάπη ήταν ο Δημητρός της, που έζησαν μαζί ως το τριάντα εφτά, που της άφησε χρόνια. Αυτή πέθανε το εξήντα έξι σε ηλικία εκατό χρονών, στις τρεις Ιουλίου του χίλια εννιακόσια εξήντα έξι. Το θυμάμαι πολύ καλά, γιατί την επομένη είχα καταταγεί στο στρατό. Είχαν ήδη αρχίσει οι φασαρίες πάλι με τους Τούρκους.


ΓΛΩΣΣΑΡΙ


σουτζούκος,γλύκισμα από μουσταλευριά.
πογυριστάόχι από τον κανονικό δρόμο.
γύλαντρον (ύλαντρον), ψηλό, μεγάλο, αιωνόβιο δέντρο.
καβάτζι, λεύκη η μέλαινα.
άππαρος, το άλογο.
τάβλα, η σανίδα και το κρεβάτι (ταβλί: το τραπέζι).
κάττες, οι γάτες.
πατσάλα, παρδαλή, εδώ υπονοείται το φαρμακερό φίδι.
εθώρεν, έβλεπε, κοίταζε.
γεμώσαν, γέμισαν, βούρκωσαν.
ελίμπισεν, ορέχτηκε, πεθύμησε πάρα πολύ (από το λιμπίζω).
χάκκιν, το δίκαιον.
τσιάκκα, χειροποίητο μαχαίρι με λαβή από κέρατο.
βουρητή, τρεχάτη.
βασιλιτζιά, ο βασιλικός, το φυτό.
σώσπιτος, σκοτεινό δωμάτιο του σπιτιού.
ορκές, οργιές.
μουλλωτοί, σιωπηλοί. 
βυζακώνω, προσκολλιέμαι και κρατιέμαι σταθερά.



[Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ, Η κόρη του δραγουμάνου, Μεταίχμιο, 2003, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2003]