2 Σεπ 2015

ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ




από την ανέκδοτη ποιητική σύνθεση
 του 
Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ
 Ύδατα Υδάτων, δελτία θυέλλης

ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ

Ἀνοίγω τὴν ἀγκάλη μου σ᾽ Ἀνατολὴ καὶ Δύση
Ἀρώματα θαλασσινὰ τριγύρω νὰ σκορπίσει

Ἀνοίγω τὴν ἀγκάλη μου σ᾽ Ἀνατολὴ καὶ Δύση
Ροδόσταμο στὸν κόρφο σου τὸ σῶμα νὰ δροσίσει

Μύρια στολίδια βότσαλα στὰ πόδια σου ἀφήνω
Νὰ λάμπουνε στὸ σῶμά σου∙ κι ἐγὼ ἀφρὸς θὰ γίνω

Λευκὸς ἀφρὸς νὰ πολεμᾶ τὴ λαύρα σου νὰ σβήσει
Κι ἀπὸ τὸ συναπάντημα κόκκους χρυσοὺς ν᾽ ἀφήσει

Κάθε φιλὶ ποὺ κλέβεται κόκκος κυλᾶ στὸ χῶμα
Καὶ λάμπει σὲ διάδημα στ᾽ ἀγαπημένο σῶμα

Ὅσα ἄστρα ἔχει ὁ οὐρανὸς τόσα φιλιὰ σοῦ δίνω
Τραγούδι πολυφλοίσβοιο κι ἀρώματα ἀπὸ κρίνο

Μᾶς βλέπουνε ἀπὸ ψηλὰ ποὺ σὲ φιλῶ στὸ στόμα
Πέφτουνε μέσα στὰ μαλλιὰ στὸ μελιχρό σου σῶμα

Λένε τραγούδι ἐρωτικὸ στὰ πέρατα τοῦ κόσμου
Παίρνουν φωτιὰ καὶ καίγονται καὶ πέφτουνε ἐμπρός μου

Σὲ ρίζα βράχου χάνομαι ζεῖς πιὰ μὲ τὸν παλμό μου
Οἱ λυγαριὲς θροΐζουνε τὸν ἀναστεναγμό μου 

Σοῦ δίνω ἁλάτινα φιλιὰ μὲ γεύση ἀπὸ μέλι
Μοῦ δίνεις χιόνινο νερὸ ποὺ πίνουν ἀρχαγγέλοι

Μοῦ ρίχνεις πράσινα μαλλιὰ στὰ γαλανὰ νερά μου
Κι ἐγὼ σοῦ τραγουδῶ πικρὰ τὰ πάθη τοῦ ἔρωτά μου
                                
Κι ὅταν βουρκώνει ὁ οὐρανὸς ταράζομαι, θυμώνω
Ποτάμια δάκρυα πικρὰ χρόνια πολλὰ μαζώνω

Ἐδῶ φυσᾶ ὁ Ζέφυρος, ὁ Κάρβας, ὁ Ἀπηλιώτης
Κι ἀπὸ ψηλὰ χαμογελᾶ ὁ ἥλιος φωτοδότης

Ἐκεῖ λυσσομανᾶ Βοριᾶς καὶ σειέται ὅλη ἡ πλάση
Στέκεται ὁ ἥλιος σκεφτικὸς ἡ μπόρα νὰ κοπάσει

Γλυκοχαράζει στὰ δεξιὰ καὶ στὰ ζερβὰ νυχτώνει
Λαγγεύω καὶ σπαγιάζουμαι μέχρι ποὺ ξημερώνει.



Παγγαία

Κάποτε ἤμουνα παιδὶ τὸν οὐρανὸ κοιτοῦσα
Πάλευα μὲ τὰ σύννεφα∙ στὰ χέρια μου κρατοῦσα
Φωτιὰ καὶ λάβα ἄσβεστη∙ στὸ σῶμά μου κυλοῦσε
Καὶ τάραζε τὰ στήθη μου∙ τὸ σπλάχνο μου πονοῦσε

Τὸ λυγερὸ κορμάκι μου χωρίστηκε στὰ δύο
Μὰ πάλι ξαναπλάστηκα∙ τὰ χέρια μου τανύω
Καὶ σ᾽ ἀγκαλιάζω δυνατά∙ ἁπλώνω χίλια χέρια
Ποὺ φτερουγίζουν σὰν πουλιὰ σὰν ἄσπρα περιστέρια

Ἐπάνω στὸ κορμάκι μου ποτάμια μεθυσμένα
Τρέχουνε γάργαρα νερά∙ καὶ φέρνουνε σὲ σένα
Νάματα κι ἔρωτα μαζὶ μυστήρια καὶ πάθη
Τὸ σῶμά μου σ᾽ ἀναζητᾶ ρωτᾶ θέλει νὰ μάθει

Σ᾽ ἀναζητῶ καὶ σὲ ποθῶ στὴν ἀγκαλιά μου πέσε
Ἐπάνω στὸ ζεστὸ κορμὶ καὶ μὴν ἀνακαλιέσαι

Θέλω μὲ χέρια δυνατὰ νὰ μὲ σφιχταγκαλιάσεις
Κι ἕνα αἰώνιο φιλὶ πανάξια θὰ χορτάσεις

Χωρὶς ἐσένα ἐγὼ δὲν ζῶ πιάνομαι σὲ πλοκάμι
Βγάζω ἀπ᾽ τὰ σπλάχνα κάρβουνο κατάμαυρο κατράμι

Τὸ μαῦρο φόρεμα φορῶ κλαίω κι ἀναστενάζω
Καὶ στὸν γαλάζιο σου βυθὸ τὴ λύπη μου τὴ στάζω

Μαῦρο τρέχει τὸ αἷμά μου σκορπᾶ παντοῦ τὸν πόνο
Ὕστερα πράσινο φορῶ γιὰ τὴ ζωὴ πεισμώνω

Μὴ σταματᾶς τὸ χάδι σου καὶ διῶξέ μου τὸν πόνο
Δῶσ᾽ μου ἀμέτρητα φιλιὰ κι ἀμέσως ξανανιώνω

Φυσᾶ Βοριᾶς φυσᾶ Νοτιᾶς φυσᾶ καὶ συννεφιάζει
Σοῦ στέλλω χιόνινο νερὸ ἀπ᾽ τοὺς μαστοὺς ποὺ στάζει.



Διάλογος
                            
Ἐσεῖς ποὺ ζεῖτε στὰ βουνὰ ἀφῆστε τὰ κοπὰδια
Τὸ κρύο κόκκαλα τρυπᾶ μὰ ἐγὼ σᾶς δίνω χάδια

Σὰν τί μᾶς θέλεις θάλασσα καὶ μᾶς καλεῖς κοντά σου;
Τὸ γάλα μας καὶ τὸ μαλλὶ νὰ χάσουμε φαντάσου

Ἐλᾶτε ᾽δῶ στὰ χαμηλὰ κι ἀκοῦστε ὑμνωδίες
Τραγούδια τῶν βοτσάλων μου κυμάτων μελωδίες

Γαλανομάτα θάλασσα ποθεῖς νὰ μᾶς πλανέψεις
Τραγούδια ἐμεῖς δὲν θέλουμε χοροὺς νὰ μᾶς χορέψεις

Ἐλᾶτε μὴ διστάζετε ἐδῶ ὁ ἥλιος καίει
Κι ὁ ἄνεμος παραμυθὰς πάντα γελᾶ καὶ κλαίει

Μ᾽ ὁλόγλυκο σιτόμελο στὸν τόπο μας μεθοῦμε
Ἔστω κι ἂν μὲς στὴ χειμωνιὰ τὰ πάνδεινα τραβοῦμε

Ἐλᾶτε στὴν ἀγκάλη μου καὶ μὲ κρασὶ μεθῦστε
Κι ὅλες τὶς πίκρες τῆς ζωῆς μὲς στὸν βυθὸ βυθίστε

Τὸ κρύο στὰ ψηλὰ βουνὰ τὰ κόκκαλα τσακίζει
Φτάνουμε ᾽κεῖ ποὺ ἡ δροσιὰ τὰ μάτια μας δροσίζει

Τῶν δελφινιῶν πετάγματα πρώτη φορὰ θὰ δεῖτε
Στοῦ ἥλιου τὸ ἀγκάλιασμα ἄφοβα νὰ δοθεῖτε

Τὸν ἥλιο δὲν φοβόμαστε οὔτε καὶ τὰ σκοτάδια
Μὰ πάλι, ἂν σπίτια χάσουμε, μένει ἡ καρδιά μας ἄδεια

Θά ᾽χετε σπίτι στὸ νερὸ γιὰ μακρινὰ ταξίδια
Στὸ διάβα του οἱ ἄνεμοι θὰ παίζουνε παιχνίδια

Καὶ ποιός γνωρίζει ποῦ τραβᾶ τὸ ξύλινο τὸ σπίτι
Ἐμεῖς δὲν ξεμακραίνουμε ζοῦμε σὰν τὸν σπουργίτη

Τριάντα δυὸ λεβέντες μου τὸ πᾶνε ὅπου θέλει
Κι ἂν τὸ νερὸ διψάσετε, πιεῖτε θαλασσομέλι.



Τὸ Ταξίδι

Ἔλαμψε πάλι ἡ χρυσαυγὴ χάθηκε τὸ σκοτάδι
Ὁ κόσμος λούστηκε στὸ φῶς ζεστὸ τοῦ ἥλιου χάδι
Στέκονται νέοι στὴ σειρὰ φορᾶνε δαχτυλίδι
Σημάδι ἀποχωρισμοῦ γιὰ μακρινὸ ταξίδι
Σέβονται τὴν ἀπόφαση ποὺ ἡ πόλη ἔχει λάβει
Ἦρθε στιγμὴ σημαδιακὴ νὰ μποῦνε σὲ καράβι.
Κανεὶς δὲν ξέρει τὸν καιρὸ μόνο ὁ Θεὸς τὸν ξέρει
Θυσία τοῦ προσφέρουνε τύχη καλὴ νὰ φέρει
Μ᾽ ἕνα καράβι τολμηρό καὶ στὴν καρδιά ἐλπίδα
Θὰ ταξιδέψουν μακριὰ στὴ νέα τους πατρίδα
Καράβι φεύγει μὲ τοὺς νιοὺς κι ἀφήνει πονεμένη
Μάνα ποὺ κλαίει τὸ παιδὶ καὶ πάντα τὸ προσμένει.

Ποιός εἶπε πὼς τὸ σῶμά μου εἶναι μιὰ λίμνη λάδι
Κάποτε εἶμαι μάγισσα στὰ βάθη μου σκοτάδι
Καὶ τραγουδῶ βράδυ πρωὶ ἁλάτι τοὺς ποτίζω
Κι ἂν βροῦν πατρίδα σώζονται πίσω δὲν τοὺς γυρίζω.


[από την ανέκδοτη ποιητική σύνθεσή μου Ύδατα Υδάτων, δελτία θυέλλης]




ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πρὶν ἀπὸ πολλὰ ἑκατομμύρια χρόνια, στὴν επιφάνεια τοῦ πλανήτη ὑπῆρξε ἡ πρωτοήπειρος Παγγαία ποὺ περιβαλλόταν ἀπὸ τὴν Πανθάλασσα. Ἕνας μεγάλος ὠκεανός, ἡ Τηθύς, ἄρχισε σιγὰ - σιγὰ νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ χωρίζει στὰ δύο τὴν Παγγαία. Ἡ ἀέναη κίνηση στὸ ἐσωτερικὸ τῆς γῆς δημιούργησε καταβυθίσεις, σεισμοὺς καὶ ἡφαίστεια κι οἱ πλάκες ἄρχισαν νὰ μετακινοῦνται καὶ νὰ σχηματίζουν τὶς ἠπείρους. Ἕνα κομμάτι θάλασσας - ἡ Μεσόγειος - ἀπομονώθηκε καὶ γύρω της δημιουργήθηκαν βουνὰ ὃπως τὰ Πυρηναῖα, οἱ Ἄλπεις, ἡ Πίνδος, ὁ Ταῦρος καὶ ἄλλα. Ἡ Κύπρος πρὶν ἀπὸ ἐνενῆντα ἑκατομμύρια χρόνια σχηματίστηκε ὡς ὀφιόλιθος στὴ βάση τοῦ ἀρχέγονου ὠκεανοῦ ἀπὸ τὴν ἐξερχόμενη μάζα λάβας. Ἡ σύγκρουση τῆς Ἀφρικανικῆς μὲ τὴν Εὐρασιατικὴ πλάκα ἄρχισε νὰ ἀνυψώνει αὐτὰ τὰ πλουτώνια πετρώματα ποὺ φάνηκαν στὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας ὡς ἕνα νησὶ πρὶν ἀπὸ δεκαπέντε ἑκατομμύρια χρόνια. Ἦταν τὸ Τρόοδος, ποὺ μαζί του ἀναδύθηκε καὶ ἡ Πέτρα τοῦ Ρωμιοῦ (ποὺ πολὺ πρὶν ἦταν ἕνας κοραλλιογενὴς ὕφαλος). Πρὶν ἀπὸ δέκα ἑκατομμύρια χρόνια εἶχε ἀποκαλυφθεῖ καὶ ὁ Πενταδάκτυλος λόγω τῆς ἀνύψωσης τῆς Εὐρασιατικῆς πλάκας. Στὴ συνέχεια, οἱ διάφορες προσχώσεις ἔδωσαν τὸ σημερινό της σχῆμα ποὺ ὁλοκληρώθηκε πρὶν μισὸ ἑκατομμύριο χρόνια. Ἡ Μεσόγειος καὶ ὁ περίγυρός της ἔμελλε νὰ καταστεῖ ἡ κοιτίδα τῶν μεγάλων πολιτισμῶν τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ καὶ τῶν μεγάλων συγκρούσεων.